← Κύπρος

Επάρχου Πάφου ν. Αριστοτέλη Γιάγκου Αριστοτέλους κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 6046/07, 25/6/2009

Επάρχου Πάφου ν. Αριστοτέλη Γιάγκου Αριστοτέλους κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 6046/07, 25/6/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 6046/07 Μεταξύ: Επάρχου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον

  1. Αριστοτέλη Γιάγκου Αριστοτέλους
  2. Γιάγκου Αριστοτέλους Κατηγορουμένων -------------- Ημερομηνία: 25/6/2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή ׃ κ. Α. Παπαχαραλάμπους Για Κατηγορούμενο 1 ׃ καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος 1 ׃ Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον δύο κατηγορούμενων, προχώρησε όμως σε ακρόαση μόνο για το κατηγορούμενο 1, αφού εναντίον του κατηγορούμενου 2, η 2η κατηγορία, η οποία και τον αφορούσε, αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο. Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, τη 1η στο κατηγορητήριο, αυτή της σκόπιμης επέμβασης στη ροή ή διανομή ύδατος που συνδέεται με αρδευτικά έργα και/ή της παράνομης αφαίρεσης ή εκτροπής του. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι, ο κατηγορούμενος 1 από το Νοέμβριο του 2006 και μέχρι σήμερα, είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος του τεμαχίου 111, φ/σχ. 45/54, στη τοποθεσία Λειβάδια, στο χωριό Καλλέπεια της επαρχίας της Πάφου. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Παντελή Νεοφύτου ( Μ.Κ. 1) και το Γεώργιο Γιαννή ( Μ.Κ.2). Μετά δε τη κλήση του κατηγορούμενου 1 σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως ενώ στη συνέχεια κάλεσε ως Μ.Υ 1, το Φίλιππο Ιωάννου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Από τις δύο, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της κατηγορούσας αρχής. Kαι αυτό γιατί η μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκ μέρους της, ήταν σαφής και θετική, σε αντίθεση με αυτή του κατηγορούμενου 1, η οποία ήταν ασαφής και αόριστη. Λεπτομερέστεροι λόγοι για τους οποίους σχημάτισα την άποψη αυτή, θα διαφανούν αμέσως πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα και στην οποία θα προχωρήσω ευθύς αμέσως. Ο Μ.Κ. 1, Παντελής Νεοφύτου, είναι από το 2003 γραμματέας και ταμίας του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής. Αυτός μαρτύρησε με απόλυτα θετικό και σταθερό τρόπο τα όσα γνώριζε για τα περιστατικά της υπόθεσης και μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, ο τρόπος και το ύφος που απαντούσε και τα οποία χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και ευθύτητα, με έπεισαν για την ειλικρίνεια του, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.2 Γεώργιος Γιαννή, διοικητικός λειτουργός στην επαρχιακή διοίκηση Πάφου και επόπτης κατά τον ουσιώδη χρόνο της περιοχής, μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, με τρόπο που με έπεισε για την αντικειμενικότητα του και γι' αυτό αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Προσήχθη από το μάρτυρα εξ ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος επενέβη στο αρδευτικό. Mετά τη τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά τη κρίση του μπορεί να λάβει υπόψη τους διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση αποδέχομαι και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 στο οποίο και θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα. Και αυτό, ενόψει της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα, αλλά και γιατί οι πληροφορίες που έλαβε από τη τοπική αρχή και τις οποίες εξέθεσε στο Δικαστήριο ότι, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος 1, επενέβη στο αρδευτικό ήταν ο Νοέμβριος του 2006, συνάδουν πλήρως και με τα όσα ο Μ.Κ.1 ανάφερε και του οποίου τη μαρτυρία έχω ήδη αποδεχθεί. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1, χαρακτηριζόταν απο έλλειψη θετικότητας και συνοχής και δεν ήταν καθόλου σαφής και πειστική. Η γενικότερη επίσης συμπεριφορά του, το ύφος και ο τρόπος με τον οποίο αυτός κατέθετε, στοιχεία βέβαια που δεν προκύπτουν απο τα στυγνά πρακτικά, ακόμα και ο τόνος της φωνής του ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα έντονος, με έκαμαν να σχηματίσω την εντύπωση, ότι δεν εξέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κάποια άλλα στοιχεία, επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, με έκαμαν να σχηματίσω την άποψη αυτή. Ο κατηγορούμενος 1, καταθέτοντας ενόρκως υποστήριξε ότι άδικα κατηγορείται και απέδωσε τη δίωξη του, σε διαφορές που έχει, με το Μ.Κ.1 και κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο. Παρά το ότι προέβαλε τα πιο πάνω, εν τούτοις δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τα όσα προέβαλαν οι Μ.Κ. 1 και 2 για την επέμβαση που έκαμε στο αρδευτικό τμήμα, αντίθετα δέχθηκε, ότι προέβη σε κάποιες πράξεις που έχουν σχέση με το νερό του αρδευτικού, δεχόμενος εν τέλει, ότι, τοποθέτησε όχι μόνο λάστιχο, αλλά και διακόπτη σε σωλήνα του αρδευτικού. Κάποιες δε αντιφάσεις που παρουσιάζονται να υπάρχουν στη μαρτυρία του, ενίσχυσαν την άποψη μου αυτή. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν, αρχικά ισχυρίσθηκε, ότι, η κτηνοτροφική μονάδα που διατηρεί, δεν βρίσκεται εντός του τεμαχίου 111, αλλά στο τεμάχιο
  1. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασης, δέχθηκε ότι αυτή, βρίσκεται εντός του τεμαχίου
  2. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι ο διακόπτης τοποθετήθηκε από κάποιο τρίτο πρόσωπο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, είπε ότι, ο ίδιος αγόρασε διακόπτη και τον τοποθέτησε πάνω στο λάστιχο. Ενώ κατά το στάδιο που αντεξέταζε το Μ.Κ.2, του έθεσε τη θέση ότι το συγκεκριμένο αρδευτικό τμήμα, δεν λειτουργεί εδώ και δεκαετίες, στη συνέχεια, διαφοροποιώντας τη θέση αυτή, του υπέβαλε ότι παρόλο που όλα τα άλλα μέλη του αρδευτικού το έχουν εγκαταλείψει, ένα μέλος αυτού, εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί. Τα πιο πάνω είναι ενδεικτικά και μόνο του ασαφούς της μαρτυρίας του, την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία απο τα ακόλουθα σημεία. Ότι, η κτηνοτροφική του μονάδα, λειτουργεί εντός του τεμαχίου
  3. Ότι το τεμάχιο αυτό, βρίσκεται εκτός των γεωγραφικών ορίων του αρδευτικού τμήματος της «Κακοσκάλας» Επισκοπής και ότι σε κάποιο σημείο του αρδευτικού τοποθέτησε δικό του λάστιχο και διακόπτη και ότι με το νερό του αρδευτικού πότιζε τα ζώα του. Ο Μ.Υ.1, μαρτύρησε με γενικότητα και αοριστία. Αναφέρθηκε σε κάποια χωράφια του κατηγορούμενου 1 και σε κάποια διάτρηση, χωρίς όμως, να μπορεί να προσδιορίσει συγκεκριμένα, ποιά ήταν τα τεμάχια αυτά, ούτε και να πεί τους αριθμούς τους. Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν απολύτως ανασφαλές να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Επιπρόσθετα θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα όσα προέβαλε, αφορούσαν θέματα που δεν είχαν ουσιαστικά άμεση σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος 1 από το Νοέμβριο του 2006 και μέχρι σήμερα, είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος του τεμαχίου 111, φ/σχ. 45/54, στη τοποθεσία Λειβάδια στο χωριό Καλλέπεια της επαρχίας της Πάφου. Το τεμάχιο αυτό, βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του χωριού Καλλέπειας και εκτός των γεωγραφικών ορίων του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής, του οποίου ο κατηγορούμενος 1 είναι μέλος. Εντός του τεμαχίου αυτού και πριν το 2003, ο κατηγορούμενος 1, λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί, κτηνοτροφική μονάδα. Το Νοέμβριο του 2006, ο κατηγορούμενος 1, επενέβη στο κεντρικό σωλήνα του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής, εφαρμόζοντας πάνω στο σωλήνα αυτό λάστιχο, το οποίο βρίσκεται στην επιφάνεια του εδάφους και οδηγεί μέχρι τη κτηνοτροφική του μονάδα. Με το τρόπο αυτό, άλλαξε την πορεία του νερού του αρδευτικού τμήματος και το μετέφερε στη κτηνοτροφική του μονάδα, την οποία με το τρόπο αυτό υδροδοτούσε και πότιζε τα ζώα του, κάτι το οποίο συνεχίζει να πράττει. Το λάστιχο που τοποθέτησε ο κατηγορούμενος 1, εξακολουθεί να βρίσκεται ενωμένο πάνω στο κεντρικό αγωγό του αρδευτικού τμήματος μέχρι σήμερα και από αυτό το μοναδικό πρόσωπο που παίρνει νερό, μέσω αυτού, είναι ο κατηγορούμενος
  4. Για τις πιο πάνω ενέργειες ο κατηγορούμενος 1 ποτέ δεν εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια ή έγκριση απο οποιαδήποτε αρχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αποδίδεται στο κατηγορούμενο 1, αυτός κατά ή περί το Νοέμβριο του 2006 και μέχρι σήμερα στη Καλλέπεια της επαρχίας Πάφου, ενώ είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος του τεμαχίου αρ. 111, φ/σχ. 45/54, στη τοποθεσία Λειβάδια και εντός του οποίου λειτουργεί κτηνοτροφική μονάδα, σκόπιμα προέβη σε επέμβαση στη ροή του ύδατος που συνδέεται με το αρδευτικό δίκτυο του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής και σε παράνομη εκτροπή του μέσω αγωγού (λαστίχου), για τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του μονάδας. Όπως επίσης προκύπτει από την έκθεση αδικήματος, η κατηγορία αυτή, βασίζεται στο άρθρο 38
(1)και συγκεκριμένα στα εδάφια (α) και (β), του Περί Αρδευτικών Τμημάτων (Χωρία) Νόμου, Κεφ.342, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα׃ 38
(1)«Πρόσωπο το οποίο- (α) σκόπιμα επεμβαίνει στη ροή ή διανομή ύδατος που συνδέεται με οποιαδήποτε αρδευτικά έργα ή (β) παράνομα αφαιρεί ή εκτρέπει για δική του χρήση ή για χρήση απο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οποιοδήποτε ύδωρ, που είτε ρέει, είτε δεν ρέει και το οποίο συνδέεται με οποιοδήποτε αρδευτικό τμήμα, είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση για ένα έτος ή σε χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και στις δύο αυτές ποινές. ..................................................................................................................................................................................... ...........................................................................................................................................». Παρά το ότι ο κατηγορούμενος 1 εμφανίζεται χωρίς δικηγόρο και δεν έχει υπάρξει εκ μέρους του καμία ένσταση επί του κατηγορητηρίου, θεωρώ ότι εγείρεται και γι' αυτό θα πρέπει πρώτιστα να εξετασθεί, το ζήτημα κατά πόσο, υπάρχει πολλαπλότητα στην όψη του κατηγορητηρίου. O κανόνας που απαγορεύει την πολλαπλότητα στις κατηγορίες θεμελιώνεται στο άρθρο 39(α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ενώ οι αρχές που καθορίζουν το ζήτημα είναι καλά νομολογημένες. Στις Ποιν. Εφ. 238/07 και 239/07, μεταξύ Ιωάννη Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας κ.α, ημερ. 15/7/2008, λέχθηκαν για το ζήτημα της πολλαπλότητας τα ακόλουθα׃ «Επί της ουσίας του ζητήματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορούμενου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης, των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία. Είναι σαφές ότι πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπιση του εξ αιτίας της πολλαπλότητας για να έχει αυτή οποιαδήποτε επίπτωση». Στην υπόθεση Ακκελίδου, στην οποία γίνεται εξέταση του ζητήματος και στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, εκτίθεται το ακόλουθο απόσπασμα׃ «Αρχίζουμε με το ζήτημα της πολλαπλότητας. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην περίπτωση πολλαπλότητας στην όψη του κατηγορητηρίου αφού τα δεδομένα καθιστούν αχρείαστη την αναφορά στην περίπτωση πολλαπλότητας κατόπιν συσχετισμού του κατηγορητηρίου με την προσαχθείσα μαρτυρία. βλ. Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)ΑΑΔ
  1. Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεασθεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας βλ. π.χ. The Police v. Economides v. Others [1951] XX CLR
  2. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φώς της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις βλ. D.P.P. v. Merriman [1973] AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson [1979] 69 Cr App. R. 83 ( ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της πράξη βλ. Frangiskos Kyriakou v. The Welfare Office
(1961)CLR 227, Mallon and another v. Allon [1963] 3 All ER 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα׃ βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 CLR 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις..». Βοηθητικό είναι επίσης, το απόπασμα που ακολουθεί απο την υπόθεση Γιαννάκης Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα׃ «Η καθοδήγηση για λύση προβλημάτων που πιθανόν να φαίνεται ότι δίδουν οι πρόνοιες του άρθρου 39(δ) του Κεφ. 155, σε σχέση με πολλαπλότητα συγκεκριμένης κατηγορίας δεν είναι ουσιαστική. Ο λόγος είναι για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν η σχετική νομοθετική πρόνοια περιγράφει την διάπραξη ενός αδικήματος με υπαλλακτικούς τρόπους πρέπει πρώτα να αποφασισθεί αν το νομοθέτημα δημιουργεί ένα ή περισσότερα αδικήματα». Εκείνο λοιπόν που αρχικά πρέπει να εξετασθεί, είναι κατά πόσον απο το κατηγορητήριο αποκαλύπτονται ένα ή δύο αδικήματα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία και αφορά το κατηγορούμενο 1, αποδίδεται σε αυτόν το αδίκημα της σκόπιμης επέμβασης στη ροή του ύδατος που συνδέεται με το αρδευτικό δίκτυο του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής και αυτό της παράνομης εκτροπής του, μέσω αγωγού (λαστίχου), για τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του μονάδας. Όπως προκύπτει δε απο την έκθεση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, αυτή βασίζεται, σε δύο εδάφια του άρθρου 38
(1), το (α) και (β) του Νόμου και αφορά τη σκόπιμη επέμβαση στη ροή ή διανομή ύδατος που συνδέεται με αρδευτικά έργα και/ή παράνομη αφαίρεση ή εκτροπή του. Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, η κατηγορία, κατά παράβαση του κανόνα που θεσπίζει το άρθρο 39 (α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο απαγορεύει την πολλαπλότητα κατηγοριών, είναι διπλή. Και αυτό γιατί τα εδάφια (α) και (β) του νόμου, δημιουργούν δύο ξεχωριστά αδικήματα, αυτά της σκόπιμης επέμβασης στη ροή ύδατος που συνδέεται με αρδευτικά έργα (εδ. α) και αυτό της παράνομης αφαίρεσης ή εκτροπής ύδατος που συνδέεται με αρδευτικό τμήμα (εδ. β). Με δύο ξεχωριστά εδάφια του νόμου, ποινικοποιούνται δύο διαφορετικές πράξεις. Το γεγονός ότι τα αδικήματα που θεσπίζονται απο τα εδάφια αυτά είναι παρόμοιας φύσης, δεν διαφοροποιεί και δεν αλοιώνει το γεγονός ότι ποινικοποιούνται ως αδικήματα, διαφορετικές πράξεις. Το αδίκημα του εδαφίου (α), αφορά επέμβαση στη ροή ή διανομή ύδατος που συνδέεται με αρδευτικό έργο, ενώ το αδίκημα του εδαφίου (β), παράνομη αφαίρεση ή εκτροπή ύδατος που συνδέεται με αδρευτικό τμήμα. Κρίνεται λοιπόν με βάση όλα τα πιο πάνω ότι, η κατηγορία που αποδίδεται στο κατηγορούμενο πάσχει απο πολλαπλότητα. Εκείνο όμως το οποίο έχει βαρύνουσα σημασία και το οποίο μετά τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι υπάρχει πολλαπλότητα, θα πρέπει να εξετασθεί, είναι εάν, ο κατηγορούμενος 1, έχει λόγω της πολλαπλότητας αυτής, παραπλανηθεί ή συγχισθεί, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του (βλ. Γ. Ξυδιάς, πιο πάνω). Στις υποθέσεις Araouzos & Son v. Police
(1980)2 CLR 131 καθώς και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως την Marcos Panteli v. District Labour Officer Famagusta, 1986
(2)CLR 289, Ξυδιάς, πιο πάνω, εξετάσθηκαν οι επιπτώσεις της πολλαπλότητας στην εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Μέσα απο την ακροαματική διαδικασία, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος 1, δεν παραπλανήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του και κανένα στοιχείο δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Αυτό που προέκυψε κατά τη διάρκεια της δίκης ήταν ότι, ο κατηγορούμενος 1, αντελήφθηκε τα αδικήματα τα οποία του καταλογίζονται και προέβαλε την υπεράσπιση του, δίδοντας μαρτυρία ο ίδιος και καλώντας ως μάρτυρα υπεράσπισης το Μ.Υ. 1. Ως συνέπεια των πιο πάνω, βρίσκω ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν παραπλανήθηκε και γι' αυτό η ελαττωματικότητα που υπάρχει, δεν είναι μοιραία. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1, δεν υπέβαλε τέτοια εισήγηση, ούτε και προέβαλε οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται εναντίον του κατηγορούμενου 1, το αδίκημα της σκόπιμης επέμβασης στη ροή ύδατος που συνδέεται με αρδευτικά έργα. Έχει όμως αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του στo αδίκημα της παράνομης αφαίρεσης και εκτροπής ύδατος που συνδέεται με το αρδευτικό τμήμα «Κακοσκάλας» Επισκοπής, για δική του χρήση. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι αυτός, επενέβη στο κεντρικό σωλήνα του αρδευτικού τμήματος «Κακοσκάλας» Επισκοπής, τοποθετώντας σε αυτό λάστιχο που οδηγεί στη κτηνοτροφική μονάδα που διατηρεί. Με το τρόπο αυτό, προέβη σε εκτροπή και αφαίρεση νερού απο το αρδευτικό τμήμα «Κακοσκάλας» Επισκοπής, το οδήγησε στη μάντρα του και το χρησιμοποίησε για να ποτίζει τα ζώα του, κάτι το οποίο συνεχίζει να πράττει. Ο κατηγορούμενος 1, προέβη στις ενέργειες αυτές χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια απο την αρμόδια αρχή. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω βρίσκω το κατηγορούμενο 1, ένοχο στη κατηγορία αυτή. (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.