← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χαράλαμπος Περικλέους, Aρ. Υπόθεσης: 9656/2006, 26  Ιουνίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χαράλαμπος Περικλέους, Aρ. Υπόθεσης: 9656/2006, 26 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 9656/2006 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Χαράλαμπος Περικλέους Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Σάββα Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Ζόππος Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- A Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, στις 12 Οκτωβρίου 2005 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Νικόλα Χαραλάμπους και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 4 μάρτυρες κατηγορίας, τον Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.1), τον Αστ. 2986 Κυριάκο Λουκά (Μ.Κ.2) την Χριστίνα Κασπαρή (Μ.Κ.3) και τον γιατρό Ευθύμιο Ευθυμίου (Μ.Κ.4). Ως τεκμήρια κατατέθηκαν οι γραπτές καταθέσεις του Μ.Κ.1 του Μ.Κ.2 και της Μ.Κ.3 (Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα) ), οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του κάθε μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία έδωσε ένορκη μαρτυρία, υιοθέτησε της γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να πιστέψει τους μάρτυρες της και να απορρίψει την μαρτυρία του κατηγορούμενου προβαίνοντας σε σχολιασμό αυτής και επισημαίνοντας κατά την άποψη της, τις αντιφάσεις που υπήρξαν στην μαρτυρία του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έκανε αναφορά στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της αυτοάμυνας και σε νομολογία επί του θέματος, αφού αυτή ήταν η γραμμή της υπεράσπισης. Σχολίασε την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, και αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, σε συσχετισμό και με την ιατρική μαρτυρία, τονίσε ότι υπάρχει διάσταση. Εισηγήθηκε ότι οποιεσδήποτε αντιφάσεις του κατηγορούμενου θα πρέπει να κριθούν ως επουσιώδεις και τέτοιες που δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του και κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί την μαρτυρία του ως την μόνο αληθινή. Ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενου, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, εισηγήθηκε ενόψει της διάστασης μεταξύ πραγματικής μαρτυρίας και προφορικής μαρτυρίας (αυτής του Μ.Κ.1), πως δεν μπορεί να κριθεί ένοχος για την κατηγορία που αντιμετωπίζει αλλά στην κατηγορία της κοινής επίθεσης και προς τούτο έκανε αναφορά στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χαράλαμπος Φλουρέντζου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 31/08 ημερομηνίας 22/10/
  2. Επίσης σχολίασε και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή, παρά το ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα παρόντα στο επεισόδιο ή που πήγαν στο μέρος μετά από αυτό, δεν τα κάλεσε για να μαρτυρήσουν. Στην υπόθεση Parris v. Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 186, αφού γίνεται ευρεία και αναλυτική αναφορά στην Αγγλική Νομολογία επί του θέματος, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογραμμίζει και τονίζει ως ισχύουσα αρχή σε σχέση με την κλήση μαρτύρων από την Κατηγορούσα Αρχή τα εξής: « Η Κατηγορούσα Αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει ποιοι μάρτυρες θα κληθούν, Η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της και δεν μπορούν να τεθούν κανόνες για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας. Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με τρόπο που να προάγει το συμφέρον που είναι ταυτόχρονα, ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση.» Στην υπόθεση Οδυσσέα επανατονίζεται αυτό που στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143 ελέχθη ότι όλοι οι ουσιώδεις για την υπόθεση μάρτυρες θα πρέπει να κληθούν έστω και αν οι εκδοχές τους είναι ασυμβίβαστες. Τελικά το θέμα ενάγεται στο «καυτό ζήτημα» αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει καλέσει τους ουσιώδεις μάρτυρες. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, κρίνω ότι οι απαραίτητη για «το ξεδίπλωμα των αφηγήσεων επί των οποίων βασίζεται η ποινική δίωξη έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ επίσης τις ειδικές αναφορές που γίνονται για συνοπτικές δίκες στις υποθέσεις Ισιδώρου ν. G. M. Christofi Enterprises Ltd
(1998)2 ΑΑΔ 204 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 ΑΑΔ 224). Πρόσθετα σημειώνεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπήρξε παράπονο ότι δεν έχουν δοθεί στην υπεράσπιση οι καταθέσεις που έχουν ληφθεί από τους μάρτυρες. Αναφορικά με κάποιο άλλο πρόσωπο που η υπεράσπιση ανάφερε ότι ήταν παρών ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι αυτό το πρόσωπο, του ανάφερε όταν επισκέφθηκε τον χώρο που έλαβε χώρα το επεισόδιο και μετά από αυτό, ότι δεν είδε και δεν άκουσε τίποτε και πως ακολούθως δεν κατέστη δυνατή η λήψη κατάθεσης από αυτόν. Αναφορικά με την υπάλληλο του κατηγορούμενου, η οποία είναι αποδεχτό ότι ήταν εντός του καταστήματος, δεν διευκρινίστηκε αν πράγματι της λήφθηκε κατάθεση, παρά ταύτα όμως, φαίνεται ότι ήταν πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε έστω να κλητευτεί από την υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση, ως θα φανεί κατωτέρω συνοψίζοντας την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές όσον αφορά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το μεσημέρι της 12/10/2005. Από την μια είναι αυτή του Μ.Κ.1 η οποία επιβεβαιώνεται στα κύρια της σημεία από αυτή της Μ.Κ.3, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η αρραβωνιαστικιά του. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 12.10.2005 ο παραπονούμενος μαζί με την αρραβωνιαστικιά του (Μ.Κ.3), επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στο κατάστημα του που βρίσκεται στην Λεωφόρο Ελλάδος 37 για να συζητούν, καθότι μια ώρα προηγούμενος, ο πεθερός του παραπονούμενου, τηλεφώνησε στη Μ.Κ.3 και της ανέφερε ότι η γυναίκα του κατηγορούμενου του είπε ότι ο παραπονούμενος την εξύβρισε. Φτάνοντας στην είσοδο του καταστήματος του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί μαζί με δύο γυναίκες, ο παραπονούμενος του ζήτησε να πάει έξω για να συζητήσουν αλλά ο κατηγορούμενος του είπε να πάει μέσα στο κατάστημα του. Όταν εισήλθαν στο κατάστημα ρώτησε ο παραπονούμενος τον κατηγορούμενο αν όντως λέχθηκαν τα πιο πάνω από την γυναίκα του και τότε η γυναίκα του κατηγορούμενου του είπε «είσαι γαϊδούρι που μπήκες σε τέτοια οικογένεια», η Μ.Κ.3 της απάντησε να κοιτάζει την οικογένεια της και τότε η σύζυγος του κατηγορούμενου άρπαξε την καρέκλα που καθόταν και προσπάθησε να της την φορέσει. Ο κατηγορούμενος και η άλλη γυναίκα που ήταν στο μέρος προσπάθησαν να την αποτρέψουν και τότε αυτή (η σύζυγος του κατηγορούμενου) έπεσε στο έδαφος. Οταν σηκώθηκε, άρχισε να φωνάζει σε κατάσταση υστερίας και στη συνέχεια ξανά σωριάστηκε κάτω. Ο κατηγορούμενος προσποιούμενος, την στιγμή που ο παραπονούμενος ήταν με γυρισμένη την πλάτη, ότι θα πήγαινε να δει τι έπαθε η γυναίκα του, όρμισε πάνω του και τον γρονθοκόπησε με τα δύο του χέρια στο κεφάλι και στο πρόσωπο ενώ σπρώχνοντας τον του έσχισε την φανέλα και έπεσαν σε ράφια του καταστήματος. Ο παραπονούμενος ενώ προσπαθούσε να τον απωθήσει, ο κατηγορούμενος με τα νύχια του τον έγδαρε. Οταν τελικά ο παραπονούμενος κατάφερε να τον απωθήσει σπρώχνοντας τον με τα χέρια του, έτρεξαν μαζί με την αρραβωνιαστικιά του έξω από το κατάστημα και ο κατηγορούμενος έτρεξε πίσω τους φωνάζοντας ότι έδειραν την σύζυγο του. Ακολούθως στο μέρος έφτασε η αστυνομία και ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου όπου και εξετάστηκε από τον Μ.Κ.4, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτός έφερε διάφορα τραύματα στο πρόσωπο. Είναι η θέση της υπεράσπισης, ότι στις 12.10.2005, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του καταστήματος του , μαζί με την σύζυγο του και την υπάλληλο του, πήγε στο κατάστημα του ο παραπονούμενος μαζί με την αρραβωνιαστικιά του και αφού πλησίασαν στο γραφείο του, η Χριστίνα (Μ.Κ.3) άρχισε να τον βρίζει. Ο κατηγορούμενος τότε, σηκώθηκε από το γραφείο του, πήγε μπροστά από αυτό, απέναντι τους και τους ρώτησε τι συμβαίνει. Ο παραπονούμενος άρχισε να τον σπρώχνει με τα χέρια του και να τον βρίζει, αυτός συνέχισε να τον ρωτά τι συμβαίνει, αλλά ο παραπονούμενος με την αρραβωνιαστικιά του συνέχισαν να τον βρίζουν. Ο παραπονούμενος συνέχισε να του φωνάζει και ύψωσε τα χέρι του να τον χτυπήσει λέγοντας του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον ηρεμήσει αλλά η αρραβωνιαστικιά του τον παρότρυνε να τον χτυπήσει. Μετά η Μ.Κ.3 άρχισε να μιλά άσχημα για την ράτσα του και τότε η σύζυγος του κατηγορούμενου τους ζήτησε να βγουν έξω από το κατάστημα. Ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει πιο δυνατά και να τον σπρώχνει. Σε εκείνο το σημείο πήγε κοντά του η σύζυγος του και πρώτα η Μ.Κ.3 και στη συνέχεια ο παραπονούμενος άρχισαν να την τραβούν από τα μαλλιά. Ο παραπονούμενος ακολούθως την έσπρωξε και την έριξε στο πάτωμα και συνέχισε να την χτυπά με τα πόδια του στους πισινούς. Ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε προς τα πίσω για να σταματήσει και ο παραπονούμενος τον χτύπησε με το χέρι του στο σαγόνι και του έδωσε κλωστιά στα γεννητικά του όργανα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατάφερε σπρώχνοντας τον να τον βγάλει έξω από το κατάστημα και στη συνέχεια κάλεσε την αστυνομία η οποία ήρθε στο μέρος. Ο κατηγορούμενος ειδοποίησε ασθενοφόρο ιδιωτικής κλινικής και μετέφερε την σύζυγο του. Επίσης ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Νοσοκομείο Πάφου και αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών απολύθηκε. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης δημιουργείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου παράνομα, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα και ως αποτέλεσμα προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος επίθεση χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση παρ. 2643, σελ 1280). Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση μεταξύ άλλων, επικαλείται αυτοάμυνα. Στην πρόσφατη απόφαση Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325 αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα το επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: « Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαοπραγία». Για τη διαπίστωση του ευλόγου της βίας του χρησιμοποιήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά αν και μια τέτοια μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για την κρίση του Δικαστηρίου (βλ.R.V. Bird 1985 2 All E.R. 513). Περαιτέρω ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπιστεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του αλλά ακόμη και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. Duffy
(1966)1 All. E. R 62). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και αποδέχομαι ότι αυτός μετάφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και τα όσα αυτός αντιλήφθηκε μετά την άφιξη του στο μέρος καθώς και αυτά που ακολούθησαν κατά τον χρονο διερεύνησης της υπόθεσης. Στην αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερός στις απαντήσεις του. Ο μάρτυρας αυτός κατέφθασε πριν απο τον Υπαστυνόμο Αρτέμη Χαραλάμπους ενώ μετά την άφιξη του τελευταίου πέραν της υπαρξης συζήτησης δεν διαπιστώσε να είχε συμβεί κάτι άλλο μεταξύ κατηγορούμενου και Αρτέμη ενώ να σημειωθει ουδέποτε υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο Αν. Υπαστυνόμος επιτέθηκε στον κατηγορούμενο όπως ο τελευαταίος υποστήριξε ενόρκως. Δεν έχω σχηματισει την εντύπωση ότι υπήρξε εκ μέρους του οποιαδήποτε πλημέλεια ή παραλήψη στην διερεύνηση της υπόθεσης, όπως του καταλογίστηκε από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας ανέφερε ο Ζήνωνος του ανάφερε ότι δεν είδε και δεν ξέρει τίποτα σε σχέση με το επεισόδιο αφού τον ρώτησε, ενώ σε προσπάθειες του να του λάβει κατάθεση σε μεταγενέστερο στάδιο, δεν κατέστει δυνατή η ανέυρεση του. Αναφορικά δε με την Χριστοφή, ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν θυμάται αν της έλαβε κατάθεση, λόγω του χρόνου που παρήλθε, αλλά πιθανόν αν της λήφθηκε αυτή να βρίσκεται στον φάκελο της άλλης υπόθεσης. Ο Μ.Κ.4 είναι ο ιατρός ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του στις 12/10/2005 και ώρα 12:40 εξέτασε τον Νικόλα Χαραλάμπους, ο οποίος παραπονέθηκε ότι είχε πονοκέφαλο, ζάλη και αναγούλες μετά από επίθεση του δέχτηκε. Από εξέταση που έκανε στον παραπονούμεο βρήκε ότι ήταν σε φυσιολογική αιμοδυναμική κατάσταση και νευρολογικά ήταν φυσιολογικός. Τα ευρήματα του ήταν τα ακόλουθα: Μια μικρή εκδορά στην αριστερή κροταφική χώρα και ερυθρότητα στο μετώπιο και στη βάση της μύτης του που συνοδευόταν από πόνο. Από την υπόλοιπη εξέταση κατά συστήματα, δεν βρέθηκε να έχει οποιαδήποτε κάκωση. Του έγιναν ακτινογραφίες στο κρανίο και στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και δεν διαπιστώθηκε να υπάρχει κάταγμα είτε στο κρανίο είτε στον αυχένα. Μετά τις εξετάσεις επειδή ο ασθενής παραπονείτο για ζαλάδες και αναγούλες κρίθηκε σκόπιμο να παραμείνει στο Νοσοκομείο για 24 ώρες για παρακολούθηση και για αυτό κάλεσε την χειρουργική ειδικότητα και έγινε εισαγωγή στον χειρουργικό θάλαμο σύμφωνα με το δελτίο ασθενή στις 14:05. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση, Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 ΑΑΔ 1003, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Ο Μ.Κ.4, ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας. Η μαρτυρία του ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη του και τα συμπεράσματα του γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα να σημειωθεί ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση αυτά που διαπίστωσε, αφού πρώτα εξέτασε τον παραπονούμενο δηλαδή τα ευρήματα του. Σε ότι αφορά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο κατάστημα του κατηγορούμενου στις 12.10.2005, από τις δύο εκδοχές που τέθηκαν ενώπιον μου, προτιμώ αυτή της Κατηγορούσας Αρχής. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και η Μ.Κ.3, με φυσικό και αβίαστο τρόπο προέβηκαν σε αφήγηση των γεγονότων χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους. Και οι δύο άφησαν εξαίρετη εντύπωση στο Δικαστήριο και παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους παρά την επίμονη αντεξέταση του υπέστηκαν από την συνήγορο του κατηγορούμενου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ την μαρτυρία τους ως ειλικρινή και αληθή. Η μαρτυρία τους υπήρξε συνεπής σταθερή και υπήρχε αλληλουχία μεταξύ των λεχθέντων τους. Όπως πιο πάνω αναφέρω είναι ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η ιατρική μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν συνάδει με την μαρτυρία του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όρμισε πάνω του και τον γρονθοκόπησε με τα δύο του χέρια στο κεφάλι και στο πρόσωπο ενώ σπρώχνοντας τον του έσχισε την φανέλα και έπεσαν σε ράφια του καταστήματος. Τα ευρήματα του γιατρού καταγράφονται πιο πάνω και αυτός έχει διαπιστώσει την ύπαρξη μικρής εκδοράς στην αριστερή κροταφική χώρα, ερυθρότητας στο μετώπιο και στην βάση της μύτης, τραύματα τα οποία εντοπίζονται στο πρόσωπο του παραπονούμενου, σημείο που σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του Μ.Κ.1 με τα ευρήματα του Μ.Κ.4 συνάδει. Αυτό το οποίο όμως δεν συνάδει με την ιατρική μαρτυρία είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την ύπαρξη γρατσουνιών στο σημείο που σκίστηκε η φανέλα του. Ο παραπονούμενος σε ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου αν θυμάται τι είχε πάθει και τι ανάφερε στον γιατρό, απάντησε ότι είχε γρατσουνιές στο σημείο που σκίστηκε η φανέλα του, αναφέροντας επίσης ότι έχει 3 χρόνια και δεν μπορεί να θυμηθεί και ότι αισθανόταν ζάλη από τα χτυπήματα στο κεφάλι. Συνεπακόλουθα, από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν αποδέχομαι το μέρος αυτής που σχετίζεται με τα πιο πάνω τραύματα του ήτοι τις γρατσουνιές αφού αυτή δεν συνάδει με την ιατρική μαρτυρία και τα ευρήματα του Μ.Κ.4, χωρίς όμως αυτό το γεγονός να επηρεάζει είτε την συνολική εικόνα που αποκόμισα από τον μάρτυρα αυτό είτε την αξιοπιστία του, άλλωστε ότι η φανέλα του είχε σκιστεί επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Από την άλλη ο κατηγορούμενος, με τον τρόπο που κατέθετε στο δικαστήριο και εξιστορούσε τα γεγονότα μου έδωσε έντονα την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δημιουργήσει εντυπώσεις. Bρήκα ότι η μαρτυρία του ήταν επιτηδευμένη. Ο τρόπος του, το ύφος του και τα λεγόμενα του δεν με έχουν πείσει ότι είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, και προς σχολιασμό της μαρτυρίας της κατηγορούμενου και σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη μου αναφέρω τα εξής: Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ο κατηγορούμενος, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει: «την 12/10/2005 μεταξύ 1100 και 1200 ενώ βρισκόμουν εντός του καταστήματος μου και μαζί με την σύζυγο μου Άννα Περικλέους και την υπάλληλο μου Άντρη Χριστοφή ήρθε στο κατάστημα μου ο γαμπρός του Κασπαρή τον οποίο γνωρίζω μόνο εξ όψεως μαζί με την αρραβωνιαστικιά του η οποία είναι κόρη του Κασπαρή ...... Μόλις ο Νικόλας και η αρραβωνιαστικιά του μπήκαν στο κατάστημα μου με πλησιάσαν προς το γραφείο μου 5 - 6 μέτρα από την είσοδο του καταστήματος μου. Τότε η Χριστίνα άρχισε να με βρίζει ...». Με τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος, περιγράφει τον τρόπο αλλά και τον χώρο στον οποίο άρχισε το επεισόδιο σύμφωνα με τον ίδιο. Σε αντίφαση με τα πιο πάνω, έρχονται τα όσα ανάφερε στην συνέχεια επίσης στην κυρίως εξέταση του, ο οποίος ανέφερε, ότι το επεισόδιο, ξεκίνησε έξω από το κατάστημα του όπου ο παραπονούμενος και η αρραβωνιαστικιά του άρχισαν να τον βρίζουν και να τον καλούν να βγει έξω κάτι που ο ίδιος δεν έπραξε και την ίδια στιγμή κάλεσε την αστυνομία. Τα ίδια ανάφερε και στην αντεξέταση του ότι δηλαδή η εξύβριση άρχισε έξω από το μαγαζί του ενώ μέσα στο μαγαζί του μπήκαν μετά από 2 λεπτά περίπου. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την στιγμή που ο Νικόλας πήγε κοντά του και άρχισε να τον σπρώχνει πήγε κοντά του η γυναίκα του και τότε πρώτη η Χριστίνα και μετά ο παραπονούμενος άρχισαν να τραβούν από τα μαλλιά την γυναίκα του. Ενώ περιγράφει όλα τα πιο πάνω γεγονότα να εκτυλίχθηκαν το ένα μετά το άλλο με ροή και συνέχεια στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και την ώρα που προσπαθούσε να εξηγήσει τι συμβαίνει, τότε άρχισε το επεισόδιο με το τράβηγμα των μαλλιών της συζύγου του. Στην κατάθεση του καμία αναφορά δεν κάνει για τα δύο πιο πάνω τηλεφωνήματα στην αστυνομία αλλά αναφέρει ότι κάλεσε την αστυνομία όταν κατάφερε, σπρώχνοντας τον παραπονούμενο, να τον βγάλει έξω από το κατάστημα του. Παρά το ότι η υπεράσπιση στηρίχτηκε την αυτοάμυνα καμία εξήγηση δεν δόθηκε για την ύπαρξη τραυμάτων στο πρόσωπο που παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος όπως ανάφερε για να σταματήσει τον παραπονούμενο να χτυπά την σύζυγο του αρχικά τον αγκάλιασε για να τον τραβήξει προς τα έξω και μετά ξεκίνησε να τον σπρώχνει από τα χέρια για να τον βγάλει έξω. Παρά το ότι υποστήριξε ότι δέχτηκε ο ίδιος επίθεση και η σύζυγος του, αυτός το σαγόνι και στα γεννητικά όργανα και η γυναίκα του στους πισινούς όπου και παρατήρησε το σώμα της να είναι μαυρισμένο, με μωλωπες, αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης αφού δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία. Η σύζυγος του δεν επιβεβαίωσε τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, αφού δεν παρουσιάστηκε να δώσει μαρτυρία. Η εξήγηση που δόθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου για τους λόγους της απουσίας της, πέραν του ότι δεν αποτελούν μαρτυρία, δεν θεωρώ ότι είναι ικανή να δικαιολογήση την απουσία της από το εδώλιο του μάρτυρα ως μάρτυρα υπεράσπισης. Οι αναφορές του, για την ύπαρξη προσώπων που είδαν τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα περίγραψε, όπως και την επίθεση που δέχτηκε από τον Αρτέμη αλλά και την ύπαρξη γραπτών παραπόνων για πυροβολισμούς που δέχτηκε στο όχημα του δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο επιβεβαιωθεί, αφού παρέμειναν ατεκμηρώτοι από μέρους του στην μη παρουσιάση οποιονδήποτε μαρτύρων που να τα επιβεβαιώνουν ή την παρουσίαση των γραπτών παραπόνων που ισχυρίστηκε μάλιστα ότι τα είχε και μαζί του κατά τον χρόνο που έδινε κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω, κατά την άποψη μου προβλήθηκαν εκ μέρους του σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπωσιασμών και προσπάθειας να πείσει για τους δικούς τους ισχυρισμούς. Κατ΄ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 12.10.2005 ήταν ως οι Μ.Κ.1 και 3 τα περιγράψανε στο Δικαστήριο, δηλαδή όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής που καταγράφεται πιο πάνω, χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Συνεπακόλουθα το επόμενο που θα πρέπει να απαντήθεί είναι αν στη βάση των γεγονότων που έχω αποδεχτεί, η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Τα χτυπήματα που κατάφερε ο κατηγορούμενος στο Μ.Κ.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούν επίθεση εν τη έννοια του νόμου και παράνομη ενέργεια δοθέντος ότι αυτός κανένα δικαίωμα δεν είχε να χτυπήσει τον μάρτυρα. Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας, έχει αποκλειστεί, στο επίπεδο που απαιτείται, με τη αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και δη αυτής του Μ.Κ.1 και της Μ.Κ.
  2. Το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο, ήταν η πρόκληση μικρής εκδοράς στην αριστερή κροταφική χώρα και η πρόκληση ερυθρότητας στο μετώπιο και στην βάση της μύτης, αποδεικνύει ότι αυτός υπέστη πραγματική σωματική βλάβη. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου τον οποίον κρίνω ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.