Δημοκρατία ν. Shahin Haisan Fawzy Mohamed, Αρ. Υπόθεσης:- 7255/08, 2.7.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2009:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ:- Φ. Χαραλάμπους, Π. Ε. Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Α. Ε. Δ. Μ. Α. Ματθαίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης:- 7255/08 Δημοκρατία ν. Shahin Haisan Fawzy Mohamed Ημερομηνία:- 2.7.09 Για τη Δημοκρατία :- κ. Α. Χατζηκύρου Για τον Κατηγορούμενο :- κ. Ε. Χειμώνας με κ. Α. Κωνσταντινίδη Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Μειοψηφίας) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Έχω αναγνώσει με ιδιαίτερη προσοχή την απόφαση της πλειοψηφίας. Με όλο το σεβασμό διαφωνώ με το γενικότερο συμπέρασμα στο οποίο αυτή καταλήγει. Κυρίως λόγω διαφορετικής μου προσέγγισης ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα της προφορικής κατάθεσης του βασικότερου μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονουμένου. Θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία την ύπαρξη πρόθεσης του κατηγορουμένου είτε όπως σκοτώσει τον παραπονούμενο είτε όπως προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη σε αυτόν. Ανεξάρτητα και από τη κατάληξη της πλειοψηφίας αναφορικά με την αποτυχία απόδειξης της πρώτης κατηγορίας θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερο να παραθέσω το σκεπτικό με βάση το οποίο καταλήγω στο δικό μου συμπέρασμα σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου καθώς ακόμη και σε σχέση με τη πρώτη κατηγορία η προσέγγιση της πλειοψηφίας είναι διαφορετική από τη δική μου. Τονίζω ότι το δικό μου συμπέρασμα έχει σχέση με την αποτυχία απόδειξης της απαιτούμενης πρόθεσης και στις δύο περίπτωσεις δίχως βεβαίως να είναι δυνατό να αγνοηθούν και οι αδιαμφισβήτητες συνέπειες του επίδικου επεισοδίου μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου, δηλαδή τόσο τα τραύματα επί του σώματος του παραπονουμένου όσο και τα σημεία στα οποία αυτά εντοπίζονται. Ιδιαίτερα δε του γεγονότος ότι ένα από αυτά φαίνεται να έχει προκληθεί πισώπλατα. Δίχως όμως παράλληλα να θεωρώ ότι είναι δυνατό με ασφάλεια να βασιστεί η οποιαδήποτε καταδίκη του κατηγορουμένου απλά και μόνο λόγω της ύπαρξης αυτών των συνεπειών, δηλαδή είτε της φύσης είτε των θέσεων των τραυμάτων του παραπονουμένου. Καταλήγω σε συμπέρασμα διαφωνίας επί του συγκεκριμένου θέματος αξιολόγησης της αξιοπιστίας του παραπονουμένου διατηρώντας υπόψη τους παράγοντες στους οποίους θα αναφερθώ πιο κάτω. Πρώτα όμως θα αρχίσω με αναφορά στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου και στη νομική πτυχή τους έτσι ώστε να παραθέσω και τη δική μου αντίληψη ως προς τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία προς απόδειξη των επίδικων αδικημάτων. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η πρώτη κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτή της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό όποιος αποπειράται παράνομα να επιφέρει το θάνατου άλλου ή με σκοπό να επιφέρει το θάνατο άλλου παράνομα, διενεργεί οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει, η οποία πράξη ή η παράλειψη είναι τέτοιας φύσης ώστε να ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή είναι ένοχος κακουργήματος για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος την 23η Ιουνίου του 2008 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου αποπειράθηκε να επιφέρει τον θάνατο στο Samer Ahmad Salem από την Ιορδανία και τώρα στην Πάφο. Συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της απόπειρας φόνου είναι η απόδειξη ρητής πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου να σκοτώσει το πρόσωπο που αποτελεί το στόχο του εγκλήματος με την παράνομη πράξη ή ενέργεια στην οποία επιδίδεται ενώ το ελατήριο αν και δεν αποτελεί παράγοντα στοιχειοθετικό οποιουδήποτε εγκλήματος εντούτοις γίνεται δεκτή μαρτυρία η οποία τείνει να αποκαλύψει την ύπαρξη του, λόγω του συσχετισμού της με τα κίνητρα του δράστη να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, ικανής δηλαδή να διαφωτίσει για τους σκοπούς που επιδιώκονται με αυτές[1]. Η έννοια της απόπειρας εξυπακούει πρόθεση διάπραξης του ολοκληρωμένου εγκλήματος ενώ αδιαφορία για τις συνέπειες του εγκλήματος σε πρόσωπο που θα μπορούσε να πληγεί από τη διάπραξη ενός συγκεκριμένου αδικήματος δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απόπειρας φόνου καθώς θα πρέπει να αποδειχθεί θετικά η ύπαρξη πρόθεσης δολοφονίας του προοριζόμενου θύματος[2]. Παραδείγματος χάριν, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να είχε κατηγορηθεί για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, βάσει του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Διατηρώντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα η παράλληλη ύπαρξη αδιαφορίας ως προς τις συνέπειες της διάπραξης αυτού του αδικήματος από μόνη της δεν θα αρκούσε έτσι ώστε να αποδείκνυε την ύπαρξη πρόθεσης δολοφονίας του παραπονουμένου. Σαφώς δηλαδή όφειλε η κατηγορούσα αρχή να είχε αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη πρόθεσης του κατηγορουμένου όπως δολοφονήσει τον παραπονούμενο. Αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή την απόδειξη συγκεκριμένης πρόθεσης, διατηρώ υπόψη μου επίσης τα όσα αναφέρει σχετικά ο Λοίζου Π. στις σελίδες 262 έως 263 της απόφασης της Ποινικής Έφεσης 5736, ημερομηνίας 16/7/1993, Αριστοφάνης Παντελή Σάββα ν. Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α. Α. Δ. 258, τα οποία παραθέτω πιο κάτω αυτούσια (η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου), :- "Οι αρχές που διέπουν το θέμα μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η πρόθεση και η γνώση είναι μία κατάσταση της σκέψης. Δεν μπορεί να υπάρχει κατευθείαν μαρτυρία εκτός μέσα από ομολογίες και εκτός από αυτές η απόδειξη του σκοπού γίνεται με περιστατική μαρτυρία σαν ένα θέμα που εξάγεται ως συμπέρασμα από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως, το ελατήριο, τις προπαρασκευές που έγιναν, τις δηλώσεις του κατηγορουμένου, και σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, την επιμονή στην επίθεση και την φύση των τραυμάτων που στη πραγματικότητα προεκλήθησαν, όπως και σε ποιό μέρος του σώματος. Και αναμφίβολα, όταν η παρουσία του σκοπού είναι ένα απαραίτητο συστατικό του αδικήματος δεν είναι αρκετό να λεχθεί όταν διερευνάται το γεγονός αν ένας συγκεκριμένος σκοπός αποδειχθεί ή όχι ότι αυτό ήταν το λογικό συμπέρασμα να εξαχθεί από τα γεγονότα, αλλά ένας πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω και να πει ότι αυτό ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο μπορούσε να εξαχθεί." Ενδεχομένως διατηρώντας υπόψη την αναγκαιότητα απόδειξης της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου να σκοτώσει τον παραπονούμενο η κατηγορούσα αρχή επέλεξε, μετά και από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, όπως προσθέσει δεύτερη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Κατηγορία η οποία θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το σκοπό της διαζευκτικής κάλυψης και περιγραφής των γεγονότων αυτής της υπόθεσης ως προς την κατ΄ ισχυρισμό εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η δεύτερη κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτή των πράξεων που σκοπεύουν στη πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όποιος με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχο κακουργήματος. Το άρθρο 228 αναφέρεται γενικά σε πράξεις που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ή στην αποτροπή σύλληψης. Η ποινή η οποία προβλέπεται, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα, είναι αυτή της ποινής φυλάκισης δια βίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά την ίδια ημερομηνία και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο με την χρήση μαχαιριού τον τραυμάτισε παράνομα και του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη. Βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη πρόθεσης του κατηγορουμένου είτε όπως σκοτώσει τον παραπονούμενο είτε όπως προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη σε αυτόν με σκοπό πρόκλησης τέτοιας βλάβης. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας ως βάση το σκεπτικό το οποίο παραθέτω πιο κάτω και διατηρώντας υπόψη τους όσους παράγοντες αποτελούν μέρος αυτού του σκεπτικού. Αναμφίβολα βασικός παράγοντας είναι η αρνητική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονουμένου. Συνεπώς θεωρώ ότι μέρος αυτής της απόφασης θα πρέπει απαραίτητα να αφοσιωθεί σε αιτιολόγηση αυτής της αρνητικής αξιολόγησης. Προτού όμως παραθέσω αυτή την αξιολόγηση θα επισημάνω τους υπόλοιπους παράγοντες με βάση τους οποίους καταλήγω σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την ύπαρξη πρόθεσης είτε ανθρωποκτονίας είτε πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης με σκοπό πρόκλησης τέτοιας βλάβης. ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Κατ΄ αρχάς διατηρώ υπόψη μου ότι ο παραπονούμενος είναι το άτομο το οποίο τοποθέτησε τον εαυτό του στο χώρο όπου συνέβησαν τα όσα γεγονότα οδήγησαν στον τραυματισμό του. Δεν επεδίωξε δηλαδή ο κατηγορούμενος όπως εντοπίσει τον παραπονούμενο με σκοπό να του επιτεθεί ή να του προκαλέσει οποιοδήποτε τραυματισμό. Υπενθυμίζω επί αυτού και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την απόδειξη του σκοπού ανθρωποκτονίας με περιστατική μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και αυτής σε σχέση με τις προπαρασκευές οι οποίες ενδεχομένως να υπάρχουν ως μέρος των περιστατικών μίας υπόθεσης. Αυτό το οποίο σαφώς αναδεικνύεται από την υπάρχουσα αξιόπιστη μαρτυρία στο σύνολο της[3] είναι ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός από τον κατηγορούμενο έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο παραπονούμενος σε μία θέση η οποία θα του παρείχε τη δυνατότητα να του επιτεθεί με σκοπό είτε να τον σκοτώσει είτε να τον τραυματίσει. Αντιθέτως ακόμη και η ενδυμασία του σε συνδυασμό με τα χαλαρά και ασταθή υποδήματα του, όπως ο συνδυασμός αυτός τονίστηκε κατ΄ επανάληψη και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, δείχνει ότι ο ίδιος δεν είχε προετοιμαστεί έτσι ώστε να είναι σε θέση να επιτεθεί αποτελεσματικά εναντίον του παραπονουμένου με σκοπό να τον τραυματίσει με οποιοδήποτε τρόπο. Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει με επαρκώς ικανοποιητική μαρτυρία ότι το μαχαίρι με το οποίο ο παραπονούμενος τραυματίστηκε βρισκόταν προηγουμένως στη κατοχή του κατηγορουμένου. Ούτε και είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι αυτό ήταν στη κατοχή του παραπονουμένου και ότι στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατάφερε να το αποσπάσει από αυτόν καθώς κατέβαλε προσπάθεια αυτοάμυνας εναντίον επίθεσης από τον παραπονούμενο. Παρατηρώ επίσης το εξής ως προς το ίδιο το τεκμήριο. Εξετάζοντας το προσεχτικά με βάση το γεγονός ότι αυτό είναι πτυσσόμενο και φέρει στο πίσω μέρος του κλιπ με το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ζώνη (όπως, παραδείγματος χάριν, αυτή την οποία φορούσε ο παραπονούμενος με το παντελόνι, δηλαδή το τεκμήριο 5 (Δ) 15) θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η πιθανότητα αυτό να βρισκόταν είτε εφαρμοσμένο είτε κρυμμένο στα ενδύματα του παραπονουμένου (ασφαλώς με τη λεπίδα διπλωμένη). Ούτε και με βάση τα ίδια στοιχεία αποκλείεται η δυνατότητα γρήγορης ανάσυρσης και επιθετικής χρήσης του από τον ίδιο. Δεν αποκλείεται βεβαίως παράλληλα και η πιθανότητα αυτό να βρισκόταν κρυμμένο εντός μίας από τις τσέπες του κοντού παντελονιού το οποίο φορούσε ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 5(Δ)10). Δίχως ταυτόχρονα όμως η κατηγορούσα αρχή να είχε παρουσιάσει συγκεκριμένη μαρτυρία επί αυτού του θέματος, ιδιαίτερα δε ως προς την ευκολία ή δυσκολία με την οποία αυτό θα μπορούσε να ανασυρθεί από μία από αυτές τις τσέπες, διατηρώντας μάλιστα υπόψη τον τρόπο με τον οποίο αυτές φαίνεται να σφραγίζουν, σύμφωνα και με τις σχετικές φωτογραφίες. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται επίσης και από εξέταση και έλεγχο του ίδιου του τεκμηρίου. Επιπρόσθετο παράδειγμα της μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε να είχε παρουσιαστεί θα ήταν ανάλυση ως προς την ύπαρξη γενετικού υλικού του κατηγορουμένου εντός του εσωτερικού μέρους των τσεπών αυτού του κοντού παντελονιού. Τονίζω ότι αναφέρομαι σε αυτό το ενδεχόμενο απλά ως ένα παράδειγμα. Όμως η ύπαρξη τέτοιου γενετικού υλικού ενδεχομένως να αποτελούσε ένδειξη εισδοχής των χεριών του κατηγορουμένου εντός αυτών των τσεπών έτσι ώστε να ανασύρει το μαχαίρι από τα μοναδικά ουσιαστικά σημεία της ενδυμασίας του όπου θα μπορούσε να το είχε κρυμμένο. Εάν όντως το είχε κρυμμένο και ιδιαίτερα εάν ο ίδιος ο παραπονούμενος είχε προβάλει κάποιο ισχυρισμό ως προς τον τρόπο με τον οποίο ξαφνικά ο κατηγορούμενος βρέθηκε να κρατάει μαχαίρι σε ένα από τα χέρια του. Ισχυρισμό βεβαίως τον οποίο δεν προέβαλε καθόλου καθώς επέλεξε, ως μέρος της εκδοχής του, να προβάλει άγνοια επί αυτού καθώς όπως ισχυρίστηκε το πρώτο τραύμα το οποίο είχε δεχτεί ήταν πισώπλατο. Προφανώς δηλαδή, όπως ισχυρίστηκε, καθώς απομακρυνόταν από τον κατηγορούμενο. Βεβαίως σημασία επί του συγκεκριμένου θέματος δεν έχει το επακριβές σημείο στο οποίο προηγουμένως βρισκόταν το μαχαίρι αλλά η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία ότι κάτοχος αυτού του μαχαιριού πριν από το επίδικο επεισόδιο ήταν όντως ο κατηγορούμενος. Αναφορικά σε σχέση και πάλι με την ύπαρξη προσχεδιασμού αυτό το οποίο αβίαστα προκύπτει από την υπάρχουσα αξιόπιστη μαρτυρία είναι ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος σκόπιμα είχε τοποθετήσει τον εαυτό του στο χώρο διαμονής του κατηγορουμένου προβάλλοντας ως λόγο της παρουσίας του εκεί τη διεκδίκηση χρημάτων τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο ο κατηγορούμενος του χρωστούσε. Πραγματικά αυτό το γεγονός τείνει να ανατρέψει όχι απλά την ύπαρξη οποιουδήποτε προσχεδιασμού εκ μέρους του κατηγορουμένου αλλά παράλληλα και συνακόλουθα συντείνει και στη μερική ανατροπή της ύπαρξης πρόθεσης του κατηγορουμένου είτε όπως δολοφονήσει είτε όπως τραυματίσει τον παραπονούμενο. Υπό την έννοια δηλαδή αυτός να είχε προβεί σε οποιεσδήποτε προπαρασκευαστικές ενέργειες προς επίτευξη οποιουδήποτε από αμφότερους αυτούς τους σκοπούς. Ακόμη και η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή ως προς το τηλεφώνημα το οποίο έγινε από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο χρονικά τοποθετείται τόσο κοντά στο ίδιο το επίδικο επεισόδιο έτσι ώστε ουσιαστικά να μην είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος προσεχτικά προσχεδιάζοντας τις ενέργειες του προσέλκυσε και παγίδευσε τον παραπονούμενο οδηγώντας τον σε μία θέση όπου ο ίδιος θα ήταν εκτεθειμένος στις επιθετικές του προθέσεις. Οι αναπάντητες δε κλήσεις του παραπονουμένου προς τον κατηγορούμενο δεν είναι δυνατό εύλογα να εξισωθούν χρονικά με οποιεσδήποτε προγενέστερες σκέψεις ή προθέσεις του κατηγορουμένου. Ως προς το ότι δηλαδή αυτός σκοπίμως αγνοούσε αυτές τις κλήσεις ενώ παράλληλα σχεδίαζε στο μυαλό του κάποιο τρόπο εξόντωσης ή τραυματισμού του παραπονουμένου αναμένοντας σε κάποιο σημείο να μεριμνήσει για την επίτευξη της παρουσίας του παραπονουμένου στην κατοικία του. Η εκδοχή του κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του, ως προς το ότι αυτός κοιμόταν και είχε το τηλέφωνο στο αθόρυβο εύλογα μπορεί να δικαιολογήσει την έλλειψη τέτοιου χρονικού περιθωρίου εντός του οποίου αυτός να προσχεδίαζε και παράλληλα να προπαρασκεύαζε κάποια επιθετική ενέργεια κατά του παραπονουμένου. Υπενθυμίζω επίσης ότι είναι ο παραπονούμενος ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 13 και 16, δηλαδή των γειτόνων του κατηγορουμένου, Ρένο Ππίτρο και Παύλο Αναστασιάδη, οδηγώντας το αυτοκίνητο με τον τρόπο τον οποίο το οδηγούσε αποκάλυπτε την κατάσταση και τη διάθεση επιθετικότητας στην οποία βρισκόταν αμέσως προτού φθάσει στην κατοικία του κατηγορουμένου. Πραγματικά εάν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, δηλαδή εάν ο κατηγορούμενος είχε τραυματιστεί αντί ο παραπονούμενος, μία τέτοια προηγουμένη συμπεριφορά θα μπορούσε να στοιχειοθετούσε και την ύπαρξη προσχεδιασμού εκ μέρους του παραπονουμένου αντί του κατηγορουμένου. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η συμπεριφορά του παραπονουμένου αμέσως πριν από το επίδικο επεισόδιο σαφώς αναδεικνύει μία επιθετικότητα εκ μέρους του η οποία εύλογα υποστηρίζει μερικώς τη βασιμότητα της εκδοχής της υπεράσπισης ως προς την ύπαρξη μίας επακόλουθης στάσης άμυνας από τον κατηγορούμενο εναντίον ακριβώς αυτής της συμπεριφοράς. Η οποία στάση άμυνας βεβαίως θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις οποιεσδήποτε αρχικές ενέργειες του κατηγορουμένου οι οποίες τελικά ως πράξεις οδήγησαν στον τραυματισμό του παραπονουμένου. Βεβαίως εάν, σύμφωνα ασφαλώς με τη δική μου αξιολόγηση, κατέληγα ότι υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία ανάμεσα στην όλη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή αναφορικά με τις λεπτομέρειες του επίδικου επεισοδίου, δηλαδή αυτή του παραπονουμένου, τότε οι οποιεσδήποτε επακόλουθες ενέργειες του κατηγορουμένου είτε στο σύνολο τους είτε ξεχωριστά να μην ήταν δυνατό να δικαιολογηθούν ως πράξεις αυτοάμυνας. Τονίζω παράλληλα ότι σημασία δεν έχει μόνο το ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος δεν ενεργούσε υπό το κράτος αυτοάμυνας αλλά και το ερώτημα κατά πόσο έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Βάρος απόδειξης στη συγκεκριμένη περίπτωση το οποίο βεβαίως εμπεριέχει και την υποχρέωση αποκλεισμού της υπεράσπισης της αυτοάμυνας. Αναφορικά με την αμέσως προηγουμένως επιθετική διάθεση του παραπονουμένου υπενθυμίζω τα εξής. Όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μ. Κ. 13 στη γραπτή κατάθεση του ο ίδιος είδε "...ένα διπλοκάμπινο χρώματος άσπρου να έρχεται με ταχύτητα και η μηχανή του μούγγριζε και να σταθμεύει απότομα εντός του γκαράζ του διαμερίσματος..." του κατηγορουμένου. Πρόσθεσε μάλιστα ο μάρτυρας αυτός ότι ενώ ο ίδιος συνέχισε να μιλά στο κινητό του σε κάποια στιγμή "...άκουσε κάποιον να μιλά έντονα στην Αραβική γλώσσα και κατάλαβα ότι μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο". Προφανώς η αναφορά αυτή έχει σχεση με το τηλεφώνημα για το οποίο υπάρχει μαρτυρία και το οποίο προέκυψε κατά την άφιξη του παραπονουμένου μπροστά από τη κατοικία του κατηγορουμένου. Κάτι επίσης το οποίο επιβεβαίωσε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός ήταν ότι ο τρόπος με τον οποίο στάθμευσε ο παραπονούμενος το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε δεν επέτρεπε σε αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν εντός του γκαράζ να βγεί έξω. Δηλαδή αυτό το οποίο προκύπτει τόσο από αυτό το στοιχείο μαρτυρίας όσο γενικά και της υπόλοιπης σχετικής επί του θέματος μαρτυρίας είναι ότι ο παραπονούμενος με τον τρόπο αυτό, πέραν και από την εμφανή από τη συμπεριφορά του επιθετικότητα, ουσιαστικά εμπόδιζε τον κατηγορούμενο από το να αποπειραθεί διαφυγή με δικό του όχημα σε περίπτωση κατά την οποία του επιτίθετο ο παραπονούμενος. Το ενδεχόμενο λήψης μέτρων από τον παραπονούμενο εναντίον μίας τέτοιας απόπειρας θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί διατηρώντας υπόψη την όλη αμέσως προγενέστερη του επίδικου επεισοδίου συμπεριφορά του ιδίου. Πέραν δηλαδή από την επιθετικότητα η οποία αναδεικνύεται από αυτή τη συμπεριφορά, ή ουσιαστικά ακόμη και ως μέρος αυτής, αναδεικνύεται επίσης η παράλληλη λήψης μέτρων είτε αποτροπής της οποιασδήποτε πιθανής διαφυγής του κατηγορουμένου είτε ακόμη και της πρόκλησης στον κατηγορούμενο του αισθήματος της παγίδευσης. Επιπλέον η λήψη αυτών των μέτρων σε συνδυασμό με την επιθετική συμπεριφορά του παραπονουμένου εύλογα θα μπορούσε να προκαλέσει στον κατηγορούμενο αισθήματα ανασφάλειας και την αντίληψη ότι ενδεχομένως αυτός αβοήθητος και συνάμα παγιδευμένος να καταστεί το θύμα πιθανά αναμενόμενης επίθεσης από τον παραπονούμενο. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ. Κ. 16 αυτός αναφέρει, εντός της γραπτής κατάθεσης του, ότι ενώ κοιμόταν ξύπνησε από το θόρυβο του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο παραπονούμενος. Πρόσθεσε μάλιστα ότι με τον τρόπο που σταμάτησε το αυτοκίνητο κατάλαβε ότι θα γινόταν φασαρία. Ανεξάρτητα από τη συμπερασματική φύση της αντίληψης του μάρτυρα αυτού αποτελεί και αυτή η αναφορά ένδειξη αν και όχι περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο παραπονούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο. Τρόπος σε σχέση με τον οποίο υπάρχει και άλλη μαρτυρία. Μαρτυρία δηλαδή ως προς το θορυβώδη τρόπο με τον οποίο οδηγούσε ο παραπονούμενος ως επίσης και το δεδομένο ότι εμπόδιζε με τη θέση στην οποία στάθμευσε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος να μπορούσε να οδηγήσει οποιοδήποτε δικό του αυτοκίνητο εκτός του γκαράζ της οικίας του. Επιπλέον, εντός της γραπτής κατάθεσης αυτού του μάρτυρα, περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε προς το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο κατηγορούμενος και ότι τους άκουσε και τους δύο που φώναζαν. Διευκρινίζοντας ότι στην αρχή μιλούσαν κανονικά και σιγά-σιγά άρχισαν να φωνάζουν. Πρόσθεσε δε κατά την αντεξέταση του ως προς τον τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο παραπονούμενος ότι αυτό έτρεχε πάρα πολύ και ότι ο ίδιος διερωτήθηκε ποιος τρελλός οδηγούσε με αυτό τον τρόπο ως επίσης ότι όπως κατάλαβε ο οδηγός του συγκεκριμένου αυτοκινήτου ήταν νευριασμένος. Όσο υποκειμενικές και να θεωρηθούν οι αντιλήψεις του μάρτυρα αυτού δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη ως ενδεικτικές τόσο του τρόπου οδήγησης του αυτοκινήτου από τον παραπονούμενο όσο και της όλης συμπεριφοράς του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ Αναφορικά με την αρνητική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονουμένου παρατηρώ τα εξής. Κατ΄ αρχάς πέραν και από την ζωντανά αρνητική εντύπωση την οποία αποκόμισα αναφορικά με την αξιοπιστία αυτού του μάρτυρα, δηλαδή από τον στοχευμένο αντί πηγαίο τρόπο με τον οποίο κατέθετε, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ των γραπτών καταθέσεων του παραπονουμένου και της προφορικής κατάθεσης του. Ιδιαίτερα δε εάν διατηρηθεί υπόψη η σημαντικότητα των σημείων επί των οποίων διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιων αντιφάσεων. Ένα βασικό σημείο όπου διαπιστώνω όχι απλά την ύπαρξη αντίφασης μεταξύ των γραπτών καταθέσεων του παραπονουμένου και της προφορικής κατάθεσης του αλλά παράλληλα και την απουσία οποιασδήποτε προηγουμένης σχετικά παρόμοιας αναφοράς είναι ως προς το γεγονός ότι ο ίδιος είχε αγγίξει είτε το σκεπάρνι (τεκμήριο 5(Δ)1) είτε το οποιοδήποτε σκεπάρνι. Υπενθυμίζω σχετικά με αυτό το θέμα ότι εντός της δεύτερης γραπτής κατάθεσης του ο παραπονούμενος ερωτήθηκε αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και ανέφερε τα εξής,:- "Ο Σιαχίμ κρατούσε μόνο μαχαίρι και σε καμία περίπτωση είδα να κρατά σκεπάρνι. Από ότι μου είπες βρέθηκε σκεπάρνι στο σημείο που με μαχαίρωσε ο Σιαχίμ. Πρέπει να το έβαλε ο Σιαχίμ και εγώ δεν άγγιξα ούτε στο μαχαίρι που κρατούσε ούτε και στο σκεπάρνι που βρέθηκε εκεί ... Αυτά που λέει ο Σιαχίμ, ότι κρατούσα εγώ μαχαίρι και σκεπάρνι είναι ψέματα και προσπαθεί να δικαιολογήσει τη θέση του." Όπως αυτό το σημείο της δεύτερης γραπτής κατάθεσης μεταφράστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του παραπονουμένου αναφέρθηκαν τα εξής. "Ο Shahin κρατούσε μόνο μαχαίρι και δεν κρατούσε σκεπάρνι που μου είπε ο αστυνομικός ότι ήτανε στη σκηνή του εγκλήματος ένα σκεπάρνι. Εγώ πιστεύω ότι ο Shahin το έβαλε εκεί. Εγώ δεν ακούμπησα το μαχαίρι ή το σκεπάρνι τα οποία ήταν εκεί ... Αυτό που λέει ο Shahin ότι κρατούσα εγώ μαχαίρι είναι ψέματα και θέλει να καλύψει τον εαυτό του." Όπως θα φανεί πιο κάτω δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος στο χρονικό σημείο κατά το οποίο έδιδε αυτή τη γραπτή κατάθεση του να μην είχε συνυπολογίσει την πιθανότητα εντοπισμού δικού του γενετικού υλικού είτε στο σκεπάρνι είτε στο μαχαίρι. Επιλέγοντας δηλαδή την απλή απόρριψη του οποιουδήποτε ισχυρισμού ως προς το ότι ο ίδιος άγγιξε είτε το σκεπάρνι είτε το μαχαίρι. Παρατηρώ απλώς ότι στη γραπτή κατάθεση του υπάρχει αναφορά ως προς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος κρατούσε μαχαίρι και σκεπάρνι ενώ στην προφορική κατάθεση υπάρχει αναφορά μόνο σε μαχαίρι. Εντούτοις αυτό το οποίο διαπιστώνω να έχει σημασία αναφορικά με τις διαφορές μεταξύ της δεύτερης γραπτής κατάθεσης και της προφορικής κατάθεσης (όχι σε σχέση με τη μετάφραση αλλά διαφορές επί της ουσίας του περιεχομένου της μαρτυρίας του παραπονουμένου) ως ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι και το εξής γεγονός. Ότι όχι μόνο ο παραπονούμενος παραλείπει να αναφερθεί προφορικά σε οποιοδήποτε ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος κρατούσε και σκεπάρνι και να απορρίψει ένα τέτοιο ισχυρισμό αλλά αντιθέτως ο ίδιος προβάλει ισχυρισμό ότι σε κάποιο χρονικό σημείο όντως κρατούσε σκεπάρνι. Διατηρώ υπόψη μου μία συνολική εικόνα τόσο των γραπτών μεταφράσεων όσο και της προφορικής μετάφρασης των καταθέσεων του παραπονουμένου. Πραγματικά περισσότερη σημασία δεν έχουν οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των γραπτών καταθέσεων του παραπονουμένου και της μετάφρασης αυτών κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Θεωρώ ότι πραγματική σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονουμένου είναι η διαφορά η οποία αβίαστα διαπιστώνεται μεταξύ των όσων ισχυρίστηκε εντός των γραπτών του καταθέσεων, ιδιαίτερα της δεύτερης, και των όσων ισχυρισμών προέβαλε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Πέραν δηλαδή και από τους ισχυρισμούς τους οποίους ουσιαστικά επανέλαβε με την ανάγνωση και υιοθέτηση αυτών των καταθέσεων. Επιπρόσθετη σημασία αναφορικά με αυτή τη διαφορά είναι η ανάδειξη της διάθεσης και ετοιμότητας του παραπονουμένου αναληθώς να κατασκευάσει και προβάλει ισχυρισμούς προς υποστήριξη μίας εκδοχής η οποία να συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία είχε παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου. Ανέφερε σχετικά τα εξής ο παραπονούμενος. Αφού αναφέρθηκε στη πισώπλατη μαχαιριά σύνεχισε προσθέτοντας ότι αφού γύρισε ο κατηγορούμενος τον χτύπησε ξανά στο χέρι και στο στήθος κοντά στην καρδιά. Ακολούθως, μετά δηλαδή από την ολοκλήρωση της επίθεσης από τον κατηγορούμενο -προβάλλοντας για πρώτη φορά οποιοδήποτε ισχυρισμό αγγίγματος καν από τον ίδιο του οποιουδήποτε σκεπαρνιού ή ουσιαστικά του οποιουδήποτε αντικειμένου - ισχυρίστηκε ότι πήγε στη κάσια του διπλοκάμπινου του, πήρε ένα σκεπάρνι για να τον χτυπήσει αμυνόμενος με αυτό αλλά δεν τα κατάφερε και του έπεσε από το χέρι. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το μαχαίρι έμεινε στα χέρια του κατηγορουμένου ή αν του έπεσε. Μετά από αυτό έφυγε με το διπλοκάμπινο. Στη συνέχεια - επίσης κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του - ισχυρίστηκε ότι αφού δέχτηκε το πρώτο χτύπημα, γύρισε, τον έσπρωξε με το χέρι του, ενώ ο κατηγορούμενος τον χτύπησε στο χέρι του και ακολούθως στο στήθος. Μετά, πρόσθεσε, πήγε στο πίσω μέρος του διπλοκάμπινου για να πάρει ένα σκεπάρνι να τον χτυπήσει με αυτό για να αμυνθεί αλλά δεν μπόρεσε να το κρατήσει στα χέρια του και του έπεσε. Διευκρίνισε ότι ο λόγος που δεν μπόρεσε να κρατήσει το σκεπάρνι στα χέρια του ήταν επειδή το χέρι του ήταν χτυπημένο, αιμορραγούσε πολύ και δεν είχε τη δύναμη να το κρατήσει. Αναγνώρισε μάλιστα στη συνέχεια κατά την κύρια εξέταση του το τεκμήριο 5 (Δ) 1 ως το δικό του σκεπάρνι. Η αναφορά του παραπονουμένου σε ισχυρισμό αγγίγματος σκεπαρνιού πραγματικά δεν μπορεί παρά να ιδωθεί ως μία προσπάθεια να δικαιολογήσει τη μαρτυρία η οποία είχε προηγουμένως παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή (δηλαδή, αυτή του Μ. Κ. 12) και σύμφωνα με την οποία είχε εντοπιστεί γενετικό υλικό του παραπονουμένου στη χειρολαβή του τεκμηρίου 5(Δ)
- Άγνωστο πως αυτή η γνώση θα μπορούσε να είχε προκύψει δίχως παράλληλα να αποκλείεται ότι εύλογα θα μπορούσε ακόμη και ο ίδιος ο παραπονούμενος, απόλυτα θεμιτά, να είχε ερωτηθεί από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με αυτό το στοιχείο μαρτυρίας προτού καταθέσει ως μάρτυρας. Αναμφίβολα αυτό το στοιχείο μαρτυρίας αντιμάχεται τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου επί του προκειμένου όπως αυτοί σαφώς προβλήθηκαν εντός της δεύτερης γραπτής κατάθεσης του. Δεν παρέλειψε βεβαίως ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου να αντεξετάσει τον παραπονούμενο αναφορικά με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ως αποτέλεσμα αυτής της αντεξέτασης ενδυναμώθηκε η αρχική εντύπωση η οποία σχηματίστηκε ως προς την αναξιοπιστία του παραπονουμένου επί συγκεκριμένων σημείων πέραν και από αυτό δηλαδή τον ισχυρισμό. Κατ΄ αρχάς σε αντίθεση με αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο τον οποίο ο παραπονούμενος προσέγγισε τη κατοικία του κατηγορουμένου ο ίδιος διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι όταν ξεκίνησε να πάει στο σπίτι του κατηγορουμένου βρισκόταν σε μία κατάσταση έντασης. Ισχυρίστηκε ότι πήγαινε κανονικά χωρίς να πηγαίνει να κάνει οποιοδήποτε πρόβλημα. Όταν δε αμέσως μετά ερωτήθηκε εάν ήταν θυμωμένος απάντησε ότι αν ήταν νευριασμένος ή είχε πρόβλημα θα έπαιρνε κάτι μαζί του για να χτυπήσει τον κατηγορούμενο. Θεωρώ αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος χωρίς να είχε ερωτηθεί συγκεκριμένα σε σχέση με αυτό το θέμα εντούτοις αναφέρεται στη δυνατότητα να είχε πάρει κάτι μαζί του για να χτυπήσει τον κατηγορούμενο. Ερωτήθηκε τότε εάν δεν είχε λόγο να πάει στο σπίτι του κατηγορουμένου θυμωμένος και νευριασμένος και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε προσθέτοντας ότι πήγαινε σπίτι του πιθανώς για να πάρει λεφτά. Ακολούθως ερωτήθηκε συγκεκριμένα και απέρριψε τη θέση ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα ή έτσι ώστε η μηχανή του να μουγγρίζει. Όπως επίσης απέρριψε και τη θέση ως προς τον απότομο τρόπο με τον οποίο στάθμευσε το αυτοκίνητο. Πραγματικά είναι εμφανής η διάθεση του παραπονουμένου να προβάλει ισχυρισμούς οι οποίοι σαφώς δεν συμφωνούν με την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 13 και
- Επιπρόσθετα ακόμη και μεταξύ των δύο γραπτών καταθέσεων του προκύπτει μία διαφορά ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και τον κάλεσε να έλθει στη κατοικία του ή αντιθέτως εφόσον δεν απαντούσε ο κατηγορούμενος τα τηλεφωνήματα του παραπονουμένου τότε αυτός αποφάσισε να επισκεφθεί τη κατοικία του κατηγορουμένου. Υπενθυμίζω σχετικά ότι εντός της πρώτης κατάθεσης του ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι στις 20:00 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ζήτησε να του δώσει τα λεφτά που του χρωστούσε και ο κατηγορούμενος του είπε να πάει από το σπίτι του. Ενώ στη δεύτερη γραπτή κατάθεση του ισχυρίζεται ότι την ημέρα που πήγε σπίτι του κατηγορουμένου για να του ζητήσει τα χρήματα, τον έπιανε συνέχεια τηλέφωνο στο κινητό του και δεν απαντούσε προσθέτοντας ότι έτσι αποφάσισε να πάει σπίτι του[4]. Βεβαίως ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή τη διαφορά προβάλλοντας την εξής θέση. Ότι κατά τη λήψη της πρώτης κατάθεσης βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων, δηλαδή ότι ήταν ναρκωμένος ενώ αυτό δεν συνέβαινε και κατά τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης. Πραγματικά εάν η υπόλοιπη εντύπωση ως προς την αξιοπιστία του παραπονουμένου ως μάρτυρας ήταν θετική θα ήταν πιο εύλογο να δικαιολογηθεί αυτή η διαφορά. Διατηρώντας όμως υπόψη τη γενικότερα αρνητική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονουμένου ως μάρτυρας προστίθεται και ο εντοπισμός αυτής της διαφοράς ως ένας επιπρόσθετος λόγος προς υποστήριξη ακριβώς αυτής της αρνητικής αξιολόγησης. Παρατηρείται επίσης ότι ο παραπονούμενος όταν του υποδείχτηκε κατά την αντεξέταση του η απουσία οποιουδήποτε του ισχυρισμού εντός των γραπτών καταθέσεων σε σχέση με το σκεπάρνι επέλεξε μάλιστα να ισχυριστεί ότι ο ίδιος το είχε αναφέρει στο Νοσοκομείο στην Αστυνομία, προφανώς εννοώντας πρός την αστυνομικό η οποία πήρε την κατάθεση του. Δεν ήξερε όμως εάν το έγραψε. Πραγματικά δεν προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο από την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος να είχε όντως προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό κατά τη λήψη των γραπτών καταθέσεων του και αυτός να μην είχε σημειωθεί για οποιοδήποτε λόγο. Εάν μάλιστα ο παραπονούμενος είχε παρουσιαστεί ως μάρτυρας πριν από την προφορική κατάθεση της Μ. Κ. 18 ενδεχομένως να προσφερόταν και η ευκαιρία στον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου να υποβάλει σχετική ερώτηση αναφορικά με αυτό το σημείο. Βεβαίως δεν μου διαφεύγει ο απρόβλεπτος λόγος για τον οποίο κατέστη αναγκαία η παρουσίαση της Μ. Κ. 18 ως μάρτυρας παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της είχε προηγουμένως δηλωθεί ως αποδεκτό γεγονός προς αποφυγή της αναγκαιότητας η ίδια να καταθέσει ως μάρτυρας. Συνεπώς δεν αποτελεί η δική της περίπτωση και το καλύτερο παράδειγμα της γενικότερης τακτικής με βάση την οποία παρουσιάστηκε η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Εντούτοις αυτό το οποίο πραγματικά δεν είναι δυνατό να παραμείνει απαρατήρητο αναφορικά με τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η σειρά παρουσίασης των μαρτύρων κατηγορίας δεν υπόκειται στον έλεγγο του Δικαστηρίου αλλά εξαρτάται από την ελεύθερη επιλογή του δικηγόρου της κατηγορούσας αρχής, είναι το εξής. Η επιλογή παρουσίασης του παραπονουμένου όχι ως του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας αλλά ως του τελευταίου άφηνε απεριόριστο περιθώριο στην κατηγορούσα αρχή να διαμορφώσει ανάλογα τη μαρτυρία αυτού του βασικότερου μάρτυρα κατηγορίας έτσι ώστε αυτή να μπορούσε να συμβαδίζει, στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτό θα ήταν εφικτό, με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία θα είχε παρουσιαστεί μέχρι το σημείο αυτής της παρουσίασης. Ως το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα της δυνατότητας η οποία παρεχόταν ως προς την ανάλογη προσαρμογή της μαρτυρίας του παραπονούμενου, προσφέρεται ο ισχυρισμός του αναφορικά με το άγγιγμα του σκεπαρνιού από τον ίδιο. Οφείλω όμως να τονίσω το εξής επί αυτού του θέματος. Δεν επιρρίπτω με οποιοδήποτε τρόπο ευθύνη στον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορούσας αρχής ούτε και υπονοώ ότι ο ίδιος εσκεμμένα επέλεξε να παρουσιάσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής με άδικο τρόπο ο οποίος στόχο είχε να απόβαινε εις βάρος του κατηγορουμένου. Σημασία έχει όμως το αναδρομικά εμφανές αποτέλεσμα αυτού του τρόπου και όχι η ίδια η πρόθεση του ευπαίδευτου δικηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Ενώ παράλληλα δεν μπορώ να αποκλείσω, ως μέρος ενός εύλογα αναμενόμενου χειρισμού της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, τη συζήτηση της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαζόταν με τους μάρτυρες κατηγορίας διατηρώντας ταυτόχρονα υπόψη στο σύνολο της και τη μαρτυρία η οποία είχε ήδη παρουσιαστεί. Πραγματικά στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ότι η παρουσίαση της μαρτυρίας του παραπονουμένου ως αυτή του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας σε σχέση με τη σειρά παρουσίασης των μαρτύρων θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ως προς τη διασφάλιση μίας όσο το δυνατό πιο δίκαιας δίκης για τον κατηγορούμενο. Καθώς δηλαδή με αυτό τον τρόπο θα προσφερόταν η δυνατότητα καλύτερου ελέγχου από το Δικαστήριο της αξιοπιστίας της εκδοχής του παραπονουμένου με βάση τη διαδοχική παρουσίαση της μαρτυρίας των διαφόρων μαρτύρων κατηγορίας. Μαρτυρία η οποία αναλόγως είτε θα ενίσχυε είτε θα αδυνάτιζε την αξιοπιστία της εκδοχής του βασικότερου μάρτυρα κατηγορίας. Επιστρέφοντας στο θέμα το οποίο προκύπτει αναφορικά με το περιεχόμενο των καταθέσεων του παραπονουμένου παρατηρώ το εξής. Προσομοιάζει ουσιαστικά ο ισχυρισμός του παραπονουμένου, ως προς το ότι είχε αναφέρει στο Νοσοκομείο τα όσα ανέφερε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του σε σχέση με το σκεπάρνι, ως μία ανεπιτυχή προσπάθεια να δικαιολογήσει ένα εμφανές κενό εντός των γραπτών του καταθέσεων ή ουσιαστικά τη διαφορά η οποία αβίαστα προκύπτει μεταξύ του περιεχομένου τους σε σχέση και με τα όσα ισχυρίστηκε στη προφορική κατάθεση του. Στη συνέχεια της αντεξέτασης αναφέρθηκε και πάλι στη θέση του ότι κατά τη λήψη της πρώτης κατάθεσης ήταν ναρκωμένος και μόλις είχε βγεί από την αίθουσα του χειρουργείου ενώ σε σχέση με τη δεύτερη ισχυρίστηκε ότι δεν του είχαν αναφέρει οτιδήποτε για το σκεπάρνι, ότι δηλαδή τον ρωτούσαν και αυτός απαντούσε στις ερωτήσεις τους. Βεβαίως εάν εξεταστεί το περιεχόμενο της δεύτερης γραπτής κατάθεσης αυτό το οποίο σαφώς προκύπτει είναι ότι όντως ο ίδιος σαφώς είχε ερωτηθεί αναφορικά με το σκεπάρνι. Πραγματικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται από τους αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς του παραπονουμένου είναι αυτή της αδιάκοπης προσπάθειας του να αποκρύψει τη πραγματικότητα από το Δικαστήριο προβάλλοντας ανάλογους ισχυρισμούς προς κάλυψη των οποιωνδήποτε κενών όταν αυτά προέκυπταν σε σχέση γενικά με την εκδοχή την οποία αρχικά προέβαλε εντός των γραπτών καταθέσεων του. Επιπλέον, ούτε είναι δυνατό να αγνοηθεί και η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του παραπονουμένου όχι μόνο σε σχέση με τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 13 και 16 αλλά ακόμη και του μάρτυρα κατηγορίας 5, δηλαδή του Khodr El Ahmad. Υπενθυμίζω σχετικά ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος όχι μόνο παραδέχτηκε αλλά ουσιαστικά προέβαλε μία ολόκληρη εκδοχή σε σχέση με τη χρήση του τεκμηρίου 5 (Δ) 1 σε μία προσπάθεια άμυνας εναντίον του κατηγορουμένου. Σκεπάρνι το οποίο όπως ισχυρίστηκε ανέσυρε από την κάσια του διπλοκάμπινου το οποίο είχε δανειστεί από τον Μ. Κ.
- Τι ισχυρίζεται όμως ο ίδιος ο Μ. Κ. 5 σε σχέση με αυτό το τεκμήριο; Εντός της δεύτερης κατάθεσης του (τεκμήριο 13) αναφέρει τα εξής,:- "... μέσα στο αυτοκίνητο το CBA610 έχω κάποια οικοδομικά εργαλεία. Μεταξύ αυτών είναι και ένα σκεπάρνι χρώματος καφέ το οποίο παρέλαβε η Αστυνομία όταν έκανε έρευνα στην παρουσία μου. Από ότι μου έιπες στην σκηνή εντοπίστηκε ένα σκεπάρνι χρώματος κίτρινου και μαύρου. Έτσι σκεπάρνι εγώ δεν είχα μέσα στο αυτοκίνητο. Τέλος να σου πω ότι ο φίλος μου ο Σάμερ δεν έχει οικοδομικά εργαλεία." Αποκλείει ουσιαστικά αυτός ο μάρτυρας το ενδεχόμενο να υπήρχε ένα τέτοιο σκεπάρνι εντός της κάσιας του διπλοκάμπινου σε αντίθεση με τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος. Επιπλέον, αποκλείει και το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος να είχε τέτοιο δικό του σκεπάρνι εφόσον όπως ισχυρίστηκε αυτός δεν είχε οικοδομικά εργαλεία. Θεωρώ ότι σαφώς προκύπτει αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών αυτού του μάρτυρα και των ισχυρισμών του παραπονουμένου. Παραδείγματος χάριν, κατά την αντεξέταση του παραπονουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου του υπενθύμισε ότι την προηγούμενη μέρα στο Δικαστήριο είχε δεί το τεκμήριο 5(Δ)1 και τον ρώτησε εάν είχε κάτι το χαρακτηριστικό πάνω του έτσι ώστε να είχε καταλάβει ότι ήταν δικό του. Απάντησε ότι είναι δικό του και ότι εργάζεται με αυτό για ένα χρόνο. Κατά τον Μ. Κ. 5 όμως ο παραπονούμενος δεν είχε οικοδομικά εργαλεία. Προκαλεί απορία μάλιστα αυτός ο ισχυρισμός του καθώς όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του εάν εργαζόταν μαζί με τον παραπονούμενο αρχικά απάντησε ότι εργαστήκαν μαζί μετά το συμβάν για λίγο διάστημα χωρίς να είναι σε θέση να θυμηθεί για ποια ακριβώς χρονική περίοδο. Στη συνέχεια ερωτήθηκε εάν είχαν εργαστεί μαζί προηγουμένως και απάντησε ότι εργάστηκαν κάποιες φορές αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ακριβώς για πόσο καιρό. Πραγματικά η μαρτυρία του Μ. Κ. 5 επί του συγκεκριμένου θέματος δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αόριστη και ουσιαστικά ελλιπής. Ιδιαίτερα δε εάν αυτή συγκριθεί με τη χρονικά σαφή μαρτυρία του παραπονούμενου επί του ιδίου θέματος. Ουσιαστικά δημιουργείται αμφιβολία ως προς το κατά πόσο όντως ο μάρτυρας αυτός ήταν σε θέση με οποιοδήποτε βαθμό βεβαιότητας να γνωρίζει εάν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος είχε ή δεν είχε οικοδομικά εργαλεία. Βεβαίως σημασία δεν έχει τόσο η ίδια η γνώση του μάρτυρα αυτού αλλά η διάθεση και η ευκολία με την οποία προέβαλε ένα τέτοιο ρητό ισχυρισμό δίχως οποιαδήποτε επιφύλαξη και το οποιοδήποτε κίνητρο ενδεχομένως να κρυβόταν πίσω από αυτή την προθυμία. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του παραπονουμένου επί του ιδίου θέματος ερωτήθηκε ευθέως εάν το συγκεκριμένο σκεπάρνι το έπαιρνε στις οικοδομές στις οποίες εργαζόταν μαζί με τον Μ. Κ. 5 και απάντησε θετικά. Επιπλέον, πρόσθεσε σε επακόλουθες ερωτήσεις, ότι με τον Μ. Κ. 5 ή ερχόταν και τον έπαιρνε από το σπίτι δουλειά ή συνέβαινε το αντίθετο. Ως επίσης συμφώνησε ότι αφού πηγαίναν δουλειά με το διπλοκάμπινο (δηλαδή, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής CBA610) άφηνε το σκεπάρνι στο αυτοκίνητο του Μ. Κ.
- Μάλιστα όταν ερωτήθηκε εάν το κατέβαζε σπίτι του απάντησε ότι το άφηνε μέσα στο αυτοκίνητο του Μ. Κ.
- Επιπρόσθετα, επί του συγκεκριμένου σημείου, προέκυψε και η εξής διαφορά μεταξύ της μαρτυρίας του παραπονουμένου και αυτής του Μ. Κ. 5 η οποία ενέχει και αυτή τη δική της σημασία ως προς το συσχετισμό και σύγκριση της μαρτυρίας αυτών των δύο μαρτύρων κατηγορίας. Ερωτήθηκε εάν με τον Μ. Κ. 5 εργαζόταν μερικούς μήνες πριν από το επεισόδιο και απάντησε θετικά. Ενώ στη συνέχεια ερωτήθηκε εκείνη την ημέρα όταν είχε πάει δουλειά με τον Μ. Κ. 5 εάν είχε τοποθετήσει το σκεπάρνι στο διπλοκάμπινο. Απάντησε ότι καθημερινώς έβαλε τα εργαλεία του (δηλαδή, τα δικά του) και τα εργαλεία του Μ. Κ. 5 στην κάσια του διπλοκάμπινου. Επίσης πρόσθεσε αργότερα ότι όταν ξεκίνησε από το σπίτι του Nadel Alnaji (δηλαδή, του Μ. Κ. 6) για να πάει στο σπίτι του κατηγορουμένου εντός της κάσιας του διπλοκάμπινου υπήρχε και το συγκεκριμένο σκεπάρνι. Ενδεχομένως ο Μ. Κ. 5 να προσπαθούσε να βοηθήσει τον παραπονούμενο δίδοντας μαρτυρία η οποία να είχε ως στόχο να αποσυνδέσει εντελώς τον παραπονούμενο από οποιαδήποτε σχέση με το συγκεκριμένο σκεπάρνι. Προσθέτοντας μάλιστα πέραν από την αναφορά του ως προς το περιεχόμενο του αυτοκινήτου και ισχυρισμό ως προς το ότι ο παραπονούμενος δεν είχε οποιαδήποτε οικοδομικά εργαλεία. Βεβαίως εάν όντως κίνητρο του μάρτυρα αυτού ήταν να δώσει μαρτυρία βοηθητική ως προς την αποδοχή της αξιοπιστίας της εκδοχής του παραπονουμένου όπως αυτή προέκυπτε μέσα από τις γραπτές καταθέσεις τότε ασφαλώς αυτή η μαρτυρία δεν μπορούσε παρά να σκόπευε στην ενίσχυση της εκδοχής του παραπονουμένου. Όμως όπως ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να προβλέψει τη σύνδεση του ιδίου με το συγκεκριμένο σκεπάρνι (δηλαδή, του τεκμηρίου 5 (Δ) 1) λόγω της ύπαρξης του γενετικού υλικού του επί αυτού έτσι ασφαλώς ούτε και ο Μ.Κ. 5 θα μπορούσε να προβλέψει ότι ως συνέπεια αυτής της σύνδεσης ο παραπονούμενος εν τέλει προφορικά και εκ των υστέρων θα προέβαλε μία σαφώς διαφορετική εκδοχή από αυτή την οποία είχε προβάλει εντός των γραπτών καταθέσεων του. Συνεπώς ακόμη και να κριθεί είτε ότι ο Μ. Κ. 5 κατέθετε ψευδώς έτσι ώστε να βοηθήσει τον παραπονούμενο είτε ότι αυτός έλεγε την αλήθεια το αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα ήταν όπως και είναι ασφαλώς να πλήττεται η αξιοπιστία του παραπονουμένου επί του συγκεκριμένου θέματος. Ισχυρίστηκε και κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ο Μ. Κ. 5 ότι το σκεπάρνι τεκμήριο 5 (Δ) 1 δεν ήταν δικό του. Προσθέτοντας επίσης σε σχέση και με το τεκμήριο 5 (Δ) 20 (δηλαδή ακόμη ένα άλλο σκεπάρνι παρόμοιο με το τεκμήριο 5 (Δ) 1) ότι δεν του αρέσει να εργάζεται με αυτό το είδος σκεπαρνιού με πλαστική χειρολαβή. Ενδεχομένως και αυτή η κατ΄ ισχυρισμό εκδήλωση αντιπάθειας χρήσης του συγκεκριμένου τύπου σκεπαρνιού να αποτελούσε μέρος της όλης προσπάθειας ενίσχυσης της εκδοχής του παραπονουμένου όπως αυτή ίσως είχε γίνει αντιληπτή από τον μάρτυρα αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έτσι ώστε δηλαδή να μην υπήρχε καν η οποιαδήποτε περίπτωση δημιουργίας αμφιβολίας αναφορικά είτε με την ύπαρξη τέτοιου είδους σκεπαρνιού εντός της κάσιας του αυτοκινήτου είτε ως προς τη κατοχή τέτοιου σκεπαρνιού από τον παραπονούμενο. Αξιοσημείωτο είναι και το δεδομένο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του Μ. Κ. 5 παρέμειναν αναντίλεκτοι από την υπεράσπιση ενώ στη συνέχεια, παραδόξως βεβαίως, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε μαρτυρία αντίθετη με αυτούς τους ισχυρισμούς. Όχι μόνο αντίθετη αλλά μάλιστα μαρτυρία η οποία αποτελούσε μέρος της μαρτυρίας του πιο βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή αυτή του ίδιου του παραπονουμένου. Θεωρώ ότι όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του Μ. Κ. 5 πλήττεται από την ίδια την ύπαρξη της η αξιοπιστία της εκδοχής του παραπονουμένου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Έχω προσπαθήσει να συνοψίσω τους βασικούς λόγους οι οποίοι με οδηγούν σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας και οι οποίοι όπως φαίνεται και από το σκεπτικό αυτής της απόφασης έχουν σχέση κυρίως με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του βασικότερου μάρτυρα κατηγορίας και της όσης μαρτυρίας προέκυψε ως αποτέλεσμα της προφορικής κατάθεσης του. Παράλληλα η απόρριψη αυτής της μαρτυρίας ως αναξιόπιστης δεν μου αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο κατάληξης σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με εκείνες τις κρίσιμες στιγμές κατά τη διάρκεια των οποίων προκλήθηκαν τα τραύματα του παραπονουμένου. Επιπλέον, δίχως να κρίνω ότι χρήζει οποιασδήποτε εμβάθυνσης το συγκεκριμένο θέμα, θεωρώ ότι λόγω ακριβώς αυτής της απόρριψης δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι δεν ευσταθεί η υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Ανεξάρτητα και από τις λεπτομέρειες αυτής σύμφωνα και με την εκδοχή του κατηγορουμένου. Υπεράσπιση την οποία σημειωτέον ο κατηγορούμενος ήγειρε από τη πρώτη στιγμή τόσο με την άμεση καταγγελία της υπόθεσης όσο και την κατάθεση του προς την Αστυνομία και την οποία σταθερά προέβαλε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Βεβαίως, η απόρριψη της εκδοχής του παραπονουμένου ως αναξιόπιστης δεν σημαίνει ταυτόχρονα και αποδοχή της εκδοχής του κατηγορουμένου όπως αυτή προβλήθηκε δίχως ο ίδιος να καταθέσει ενόρκως. Θεωρώ όμως ότι μία τέτοια αποδοχή δεν είναι αναγκαία έτσι ώστε να στοιχειοθετηθεί μία υπεράσπιση την οποία δεν είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε υποχρέωση να αποδείξει αλλά αντιθέτως την οποία η κατηγορούσα αρχή είχε το βάρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποκλείσει[5], κάτι το οποίο κρίνω ότι σαφώς απέτυχε να κάνει κυρίως λόγω της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Πραγματικά θεωρώ ότι η ποιότητα και φύση της μαρτυρίας του παραπονουμένου είναι τέτοια έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η καταδίκη του κατηγορουμένου έχοντας κυρίως ως υπόβαθρο αυτή την αναληθή όπως την κρίνω μαρτυρική βάση. Συνεπώς θα αθώωνα τον κατηγορούμενο από αμφότερες τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο και όχι για οποιοδήποτε άλλο. (Υπ.) ............................................................ Μ. Α. Ματθαίου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετ. τη σελίδα 570 της Ποινικής Έφεσης 6569, ημερομηνίας 17/11/2000, Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α. Α. Δ. 560. [2] Βλ. σχετ. τη σελίδα 580 της απόφασης Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας (βλ. πιο πάνω). [3] Διευκρινίζω απλά ότι αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης συμφωνώ με την αξιολόγηση η οποία παρατίθεται εντός της απόφασης της πλειοψηφίας με εξαίρεση ασφαλώς αυτή της μαρτυρίας του παραπονουμένου ενώ αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Κ. 5 εξηγώ τη δική μου προσέγγιση επί αυτού του θέματος πιο κάτω. [4] Παρατηρώ απλά ότι επί αυτού του σημείου δεν προέκυψε, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των γραπτών καταθέσεων του παραπονουμένου, οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαφορά μεταξύ της μετάφρασης είτε της πρώτης είτε της δεύτερης γραπτής κατάθεσης και της μετάφρασης. [5] Βλ. σχ. την απόφαση των Ποινικών Εφέσεων 7785 και 7786, ημερομηνίας 16/5/2005, Γιάλλουρου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α. Α. Δ. 320. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο