Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Βλαδίμηρος Μιρονίδης κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 7602/09, 7/7/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 7602/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Βλαδίμηρος Μιρονίδης
- Bakhtiyor Shadimedov Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7/7/2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1 : κα. Λ. Θεοφάνους Κατηγορούμενος 1: Παρών , Ε Ν Δ Ι Α M Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14 Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 20/5/2009 στην Οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον 2ο κατηγορούμενο σε ανεγειρόμενη οικοδομή χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση του άρθρου 19 (Κ) Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, συγκεκριμένα ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται -στην 1η κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπός από το Καζακστάν αιτητής πολιτικού ασύλου του οποίου ο φάκελος έκλεισε στις 26/4/2007 εργαζόταν παράνομα στην Δημοκρατία σε ανεγειρόμενη οικοδομή στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Πάφο για λογαριασμό του 1ου κατηγορούμενου, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και την κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση του άρθρου 19 (Λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Στις 28/5/2009 παραδέχθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και του επιβλήθηκε ποινή. Προστέθηκε δε στους μάρτυρες κατηγορίας. Στις 28/5/2009 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σαν παραδεκτά γεγονότα ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, αιτητής πολιτικού ασύλου του ο οποίου ο φάκελος έκλεισε στις 26/4/2007 και κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε παράνομα στην Κύπρο και δεν είχε άδεια εργασίας. Περαιτέρω για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του 1ου κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε δύο μάρτυρες και κατάθεσε τέσσερα τεκμήρια. Ως ΜΚ1 κλήθηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 επί του κατηγορητηρίου Bakhtiyor Shadimodov ο οποίος ανέφερε ότι στις 20/5/2005 και ώρα 9:30 δεν ήταν πουθενά. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει. Αφού του έγινε υπενθύμιση ότι παραδέχθηκε ότι εργαζόταν παράνομα στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για λογαριασμό του 1ου κατηγορούμενου ερωτήθηκε για ποιον εργαζόταν και απάντησε δεν ξέρω. Σε ερώτηση τι δουλεία κάνει, απάντησε δε ότι δεν έχει δουλειά. Αναφορικά με το τι δουλειά ξέρει είπε ότι στην πατρίδα του εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο που έκανε mineral water. Όταν ήρθε στην Κύπρο πριν 3 χρόνια εργαζόταν στους κήπους, δεν δούλεψε σαν κτίστης. Ερωτήθηκε πότε είδε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο 1 και απάντησε ότι για πρώτη φορά τον είδε στο Δικαστήριο, ποτέ προηγουμένως. Ο μάρτυρες δεν αντεξετάστηκε. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Αστ. 3782 Ν. Νικολάου, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως στο κλιμάκιο Πάφου. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την κατάθεση του της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην πιο πάνω κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 20/5/2009 και ώρα 9:35 κατόπιν πληροφορίας μετέβηκε μαζί με τον Λοχ. 3568, Αν. Λοχ. 3305, Αστ. 2464, Αστ. 6, Αστ. 3491 και τον Αστ. 4393 της ΥΑΜ Πάφου και ΥΑΜ Λευκωσίας σε υπό ανέγερση πολυκατοικία με την ονομασία Ελεγκού που βρίσκεται στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Πάφο για έλεγχο αλλοδαπών οι οποίοι πιθανόν να εργάζοντο εκεί παράνομα. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά περιήλθε στη αντίληψη του ένας αλλοδαπός ο οποίος βρισκόταν στον τρίτο όροφο της εν λόγω πολυκατοικίας και ο οποίος ασχολείτο με το σοβάτισμα τοίχου. Τον πλησίασε με τους συναδέλφους του και αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του ζήτησε να του υποδείξει τα διαβατηριακά του στοιχεία. Αυτός του ανέφερε ότι ονομάζεται Bakhtiyor και κατάγεται από το Καζακστάν. Ερωτηθείς αν έχει άδεια να εργάζεται αυτός δεν απάντησε. Από περαιτέρω έλεγχο διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αλλοδαπός ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου του οποίου ο φάκελος έκλεισε στις 26/4/2007 και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Δημοκρατία. Στη συνέχεια του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν απάντησε. Την ίδια μέρα και ώρα 9:45 του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο και ότι ήταν υπό σύλληψη καθότι εργαζόταν παράνομα και αυτός απάντησε «χαρτί». Ανακρινόμενος ο αλλοδαπός υπέδειξε ως εργοδότη του τον Βλαδίμηρο Μιρονίδη ο οποίος ήταν παρών κατά τη σύλληψη και ο οποίος συνελήφθηκε επίσης για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «σήμερα ήρθε δουλειά και μου είπε ότι έχει χαρτιά και θα μου τα έφερνε να τα δω». Στη συνέχεια οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι με την είσοδο του στο συγκεκριμένο δωμάτιο του τρίτου ορόφου είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο να κρατά σανίδι και να κόβει τον σοβά ενώ ο 1ος κατηγορούμενος εβρίσκετο στην άλλη γωνιά του δωματίου και κρατούσε μυστρί και σοβάτιζε τον τοίχο. Επανέλαβε και προφορικά ότι όταν ρώτησε τον 2ο κατηγορούμενο ποιος είναι ο μάστρος του αυτός δεν του απάντησε. Του απάντησε ο 1ος κατηγορούμενος λέγοντας του «εγώ είμαι ο μάστρος εδώ», ότι αυτός είναι ο εργολάβος υπεύθυνος στο μέρος εκείνη την στιγμή. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το δρόμο είδε 2-3 άτομα να κινούνται στον τρίτο όροφο ένας εκ των οποίων ήταν ο 1ος κατηγορούμενος και ο άλλος ο πρώην 2ος κατηγορούμενος. Σε υποβολή ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν γνώριζε αγγλικά ούτε ελληνικά για να συνεννοηθεί μαζί του απάντησε ότι είπε το όνομα του αφού ρωτήθηκε στα αγγλικά. Σε υποβολή ότι ο 1ος κατηγορούμενος μπήκε στο χώρο όπου βρισκόταν ο 2ος κατηγορούμενος αφού έβαλε στον τελευταίο χειροπέδες απάντησε ότι βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο και σοβάτιζε στο άλλο μέρος. Ο 1ος κατηγορούμενος τον πλησίασε και του είπε «εγώ είμαι ο μάστρος, εγώ είμαι ο υπεύθυνος εδώ». Με τον 1ο κατηγορούμενο μίλησε στα ελληνικά. Σε υποβολή ότι του πήρε κατάθεση στα ρωσσικά απάντησε μαζί μας μιλούσε καλά τα ελληνικά. Επανέλαβε ο μάρτυρας ότι ο 2ος κατηγορούμενος υπέδειξε με το χέρι του τον 1ο κατηγορούμενο όταν ρωτήθηκε ποιος είναι ο μάστρος του. Ο 1ος κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο τους πλησίασε και είπε «εγώ είμαι ο μάστρος, είμαι ο υπεύθυνος». Σε υποβολή ότι στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος μετά που του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «σήμερα ήρθε δουλειά και μου είπε ότι έχει χαρτιά και θα μου τα έφερνε να τα δω» απάντησε ότι πλησιάζοντας τους είπε είμαι ο μάστρος και όταν του ζήτησαν τα χαρτιά του συγκεκριμένου κατηγορούμενου 2 του απάντησε σήμερα ήρθε δουλειά και ότι ο αλλοδαπός του είπε ότι έχει χαρτιά και θα του τα πήγαινε να τα δει. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο όταν ο αλλοδαπός υπέδειξε αυτόν ως τον εργοδότη του. Zητήθηκε από το μάρτυρα να διευκρινίσει τι του ανέφερε ο κατηγορούμενος αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 1 ότι «σήμερα ήρθε δουλειά και μου είπε ότι έχει χαρτιά και θα μου τα έφερνε» ή αυτό που ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία «εγώ είμαι ο μάστρος, εγώ είμαι ο υπεύθυνος. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο μας απάντησε κατά λέξη αυτό που αναφέρω στην κατάθεση. Σήμερα ήρθε δουλειά και μου είπε ότι έχει χαρτιά και θα μου τα έφερνε να τα δω. Στη συνέχεια όταν τον ρώτησα ποιος είναι ο μάστρος μου είπε ναι εγώ είμαι ο μάστρος εδώ, εγώ είμαι ο υπεύθυνος.» Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά την μεταφορά του στο Γραφείο του Immigration τον συνόδευε στο ίδιο αυτοκίνητο μαζί με ακόμα ένα συνάδελφο του και τους ανέφερε ότι υπεύθυνος για την εργασία στην οικοδομή ήταν ο ίδιος και όλοι οι υπάλληλοι εκεί είναι δικοί του υπάλληλοι και ότι αυτός τους πλήρωνε. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι υπάλληλος του πατέρα του απάντησε ότι ο ίδιος τους ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος του εργοταξίου και οι υπόλοιποι ήταν υπάλληλοι του. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν αντιλήφθηκε ότι συνελήφθηκε απάντησε ότι του επιστήθηκε ο προσοχή του στο Νόμο και κλήθηκε να πάει μαζί τους γιατί ήταν υπό σύλληψη. Ως παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν επίσης η γραπτή κατάθεση του Αστ. 3464 Στέφανου Κορμόπουλου, (Τεκμήριο 4), ο οποίος τις 20/5/09 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέα της ρώσικης γλώσσας σχετικά με υπόθεση παράνομης εργοδότησης και αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Την ίδια μέρα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος επίσης απάντησε ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε η γραπτή κατηγορία και απάντηση του κατηγορουμένου 1 σ' αυτή όπου απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Στο τέλος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής υπεβλήθη από την ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορουμένου ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση με βάση το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Στην σύντομη εισήγηση της αναφέρθηκε σε αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος να μην κληθεί σε απολογία και να αθωωθεί. Αντίθετα ο κ. Νεοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 74
(1)(β) έχει ερμηνευθεί κατά κόρον από τη νομολογία και οι αρχές που καθορίζουν την κλήση κατηγορούμενου σε απολογία έχουν αποσαφηνιστεί, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Αζίνας v. Αστυνομία
(1981)2 CLR 9, που έχει υιοθετήσει την Αγγλική απόφαση R v. Galbraith
(1981)1 Αll ER 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ
- Σύμφωνα με την Πρακτική του 1962 η υποβολή επιτυγχάνει (α) αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τόσο αντινομική και ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδίκαζε με βάση τη μαρτυρία αυτή. Το Δικαστήριο προβαίνει στο στάδιο αυτό σε μια εκ πρώτης όψεως ή προκαταρκτική εξέταση της υπόθεση, σ' αντιδιαστολή με την «εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεση, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», όπως αναφέρεται στην Χριστοδούλου σελ. 144-
- Και όπως πιο πρόσφατα επεξηγήθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 «... το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Απλή υποψία ή και εύλογη υποψία βέβαια δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεδομένου ότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία. (Saaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam [1969] 2 All ER 1626). Συμπληρώνεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν αδυναμίες ή παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής (Αζίνας - πιο πάνω - σελ. 53-55). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις της εν λόγω πρακτικής αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. (Βλέπε Χριστοδούλου ανωτέρω). Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196). Όπως, επίσης, υπεδείχθη στην υπόθεση Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 515, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (Παναγιώτου πιο πάνω) αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχτεί σ' αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης (βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136). Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη και την προσαχθείσα μαρτυρία εξέτασα τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και έχω καταλήξει ότι η Κατηγορούσα Αρχή τεκμηρίωσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και επιβάλλεται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Στην προκειμένη υπόθεση ο ΜΚ2 χωρίς να αξιολογείται η μαρτυρία του σ' αυτό το στάδιο, συνδέει τον 1ον κατηγορούμενο με το χώρο όπου εργαζόταν ο 2ος κατηγορούμενος, επίσης υπάρχει στην υπό κρίση υπόθεση μαρτυρία του ΜΚ2 που αποδίδει στον 1ον κατηγορούμενο εξωδικαστηριακή ομολογία του κατηγορουμένου, το ζήτημα της αποδεικτικής δύναμης της θα πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου να αφεθεί να εξεταστεί στο επόμενο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η μαρτυρία είναι επαρκής για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Η υποβολή αποτυγχάνει και ο κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του. Εξηγούνται σε αυτόν τα δικαιώματα του με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. (Υπ.) ............... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο