← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χρυσάνθης Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 5478/07, 8 Ιουλίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χρυσάνθης Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 5478/07, 8 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5478/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Χρυσάνθης Κωνσταντίνου Κατηγορούμενης --------------------------------- Ημερομηνία : 8 Ιουλίου 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Σ. Π´Λαζάρου ( κα Ε. Σάββα, για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη : κ. Α. Εύζωνας Κατηγορούμενη ׃ παρούσα ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη κατηγορία της αμελούς οδήγησης, (1η κατ.) και αυτή της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς πινακίδες με αριθμούς εγγραφής ( 2η κατ.). Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η κατηγορούμενη, παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία και έτσι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε μόνο σε σχέση με τη 1η. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής και όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη στις 24/1/2007 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΡΝ 295, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας τον αστυφ. 2641, Χριστάκη Ανδρέου (Μ.Κ.1) και την Άντζελα Πόποβα (Μ.Κ.2). Μετά δε τη κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, αυτή προέβη σε ανώμοτη δήλωση, δηλώνοντας ότι είναι αθώα. Η μαρτυρία είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το νόμο, ο Μ.Κ.1, κατάθεσε τη κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση, υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κύριας εξέτασης του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε απο τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης. Απο την όλη στάση και συμπεριφορά του απο το εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα γι' αυτόν, καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας. Μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο όλα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να περιέλθει στην αντίληψη μου, οποιαδήποτε προσπάθεια του, να τα παραποιήσει ή να τα αλλοιώσει σε βάρος της αλήθειας. Η μαρτυρία του, κύρια αφορούσε, πληροφορίες που έλαβε απο άλλα πρόσωπα σε σχέση με το δυστύχημα, αφού ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση ούτε των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, ούτε και των συνθηκών κάτω απο τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Τη σκηνή δε του δυστυχήματος, επισκέφθηκε πολλές μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 1/2/2007. Προσκομίσθηκε απο το Μ.Κ.1, εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μετά τη τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με το Νόμο 32

(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα προσδοθεί σ' αυτήν την εξ' ακοής μαρτυρία, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά τη κρίση του μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Τάσου Γεωργίου, 2006
(2)ΑΑΔ 217, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση Κακουργιοδικείου με την οποία το τελευταίο αθώωσε το κατηγορούμενο γιατί οι παραπονούμενες στην υπόθεση εκείνη δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν ως μάρτυρες και να αντεξετασθούν απο την υπεράσπιση. Και αυτό παρά το ότι οι καταθέσεις των παραπονουμένων κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έκρινε το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση εκείνη πως «θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις της εξεταζόμενης (στην περίπτωση εκείνη) φύσης να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε τέτοιου είδους εξ' ακοής μαρτυρίας για ευνόητους λόγους». Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι καμία βαρύτητα δεν θα πρέπει να προσδοθεί στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1, γιατί στην περίπτωση που όσα ανάφερε γίνονταν αποδεκτά, θα αποτελούσαν τη βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και διαπιστώσεων που πιθανό να μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάποια ευρήματα, χωρίς όμως η κατηγορούμενη να έχει τη δυνατότητα να αντεξετάσει τα πρόσωπα που προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις. Κρίνεται λοιπόν ότι για τους λόγους αυτούς καμία βαρύτητα δεν θα πρέπει να δοθεί στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του, αφού κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί ποινική υπόθεση στην οποία όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις η ενοχή κάποιου κατηγορούμενου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο όμως, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, δεν ρίχνει φως στις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος, γίνεται αποδεκτό. Η Μ.Κ. 2, δεν με έπεισε για την αμεροληψία και αντικειμενικότητα της, ούτε και ότι μαρτύρησε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρόλο που ισχυρίσθηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, σε πολλά σημεία που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες αυτό επισυνέβη, ήταν ασαφής και απαντούσε με γενικότητα και αοριστία. Κάποιες δε αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία της, ενίσχυσαν την άποψη μου αυτή. Ενώ αρχικά ανάφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τη κατηγορούμενη, ήταν όταν αυτή κτύπησε το παιδί, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ισχυρίσθηκε ότι, την είχε δεί και ενώ οδηγούσε, πρίν γίνει το δυστύχημα και μάλιστα με χαμηλή ταχύτητα. Ενώ στη κατάθεση της που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β, ανάφερε ότι το κατάστημα στο οποίο εργάζεται βρίσκεται στην οδό Φιλελλήνων, αρ. 2, καταθέτοντας ενόρκως, ισχυρίσθηκε ότι αυτό, βρίσκεται στη Γρίβα Διγενή, προφανώς για να πείσει, ότι, είχε τη δυνατότητα και την απαιτούμενη οπτική επαφή προς την οδό αυτή, στην οποία και επισυνέβη το δυστύχημα. Σε σχέση δε με κάποια ψυγεία που υπήρχαν στο χώρο και τα οποία κατά τη θέση που προώθησε η υπεράσπιση, της εμπόδιζαν την ορατότητα προς το σημείο που έγινε το δυστύχημα, σε υποβολή που της τέθηκε σε σχέση με το ύψος τους, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, απάντησε με απόλυτη θετικότητα και βεβαιότητα ως να είχε πλήρη γνώση για το ακριβές τους ύψος, ότι δεν ήταν 1.60 μ, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης της υπέβαλε, αλλά μόνο 1.40 με 1.50 μ. Σε μεταγενέστερη όμως υποβολή που της έγινε κατά τη συνέχεια της αντεξέτασης, ότι το ψυγείο ήταν 1.65 μ., είπε ότι δεν καταλαβαίνει και ότι αυτό είναι περίπου στο ίδιο ύψος με την ίδια που είναι 1.60 μ. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της ήταν τέτοια, που δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια της, γι' αυτό και απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 24/1/07, η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΡΝ 295, στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στη Γεροσκήπου στην Πάφο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας, επήλθε σύγκρουση με ένα πεζό παιδί, το οποίο προσπαθούσε να διασταυρώσει τη λεωφόρο απο τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 ). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Mε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ελένης Ιωάννου v Μαρούλας Στυλιανού, 1998
(1)ΑΑΔ 1861, ακυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το καταμερισμό ευθύνης και κρίθηκε ότι η εφεσείουσα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είχε καθήκον λήψης μέτρων προφύλαξης έναντι του ενδεχόμενου πεζός να προσπαθήσει να διασταυρώσει υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση και λαμβανομένου υπόψη ότι η εφεσείουσα δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, είχε την προσοχή της στραμμένη στο δρόμο αφού αντέδρασε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής στο δρόμο. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξετασθεί αν, έχει αποδειχθεί αμέλεια της κατηγορούμενης. Το μέτρο που απαιτείται σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα, είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, δεν ρίχνει φώς στις ακριβείς και πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν την ώρα του δυστυχήματος. Δεν διαφάνηκαν ούτε οι κινήσεις του πεζού παιδιού που προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο, ούτε και της ίδιας της κατηγορούμενης. Δεν αποδείχθηκε ειδικότερα ότι η κατηγορούμενη, όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα το παιδί και έτσι να λάβει μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Εκτός από την εμπλοκή της σε κάποιο δυστύχημα με ένα παιδί, που πεζό διασταύρωνε το δρόμο, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, που να τείνει έστω να καταδείξει ότι αυτή ενήργησε αμελώς. Αντίθετα και όπως έχει διαφανεί, το δυστύχημα επισυνέβη, ενώ η κατηγορούμενη οδηγούσε στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας. Από τη στιγμή που δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια της κατηγορούμενης που να καταδεικνύει αμέλεια, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι αναπόφευκτη. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γινόταν αποδεκτή και πάλι δεν θα ήταν αρκετή να αποδείξει αμέλεια της κατηγορούμενης. Και αυτό γιατί όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, αυτή ήταν γενική, ασαφής και αόριστη και με αυτή δεν αποκαλύφθηκε καμία απολύτως ενέργεια της κατηγορούμενης που αποδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και σύμφωνα πάντα με τη συγκεκριμένη μαρτυρία, η κατηγορούμενη, οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία αμελής ενέργεια της κατηγορούμενης, έτσι ώστε αυτή να κριθεί ένοχη στη κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Κατά συνέπεια η κατηγορία αυτή απορρίπτεται. Η κατηγορούμενη αθωώνεται στη 1η κατηγορία. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.