Νεοκλή Κωνσταντίνου ν. Ανδρέα Τσιουπή, Αρ. Yπόθεσης : 14081/08, 9 Ιουλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ : Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης : 14081/08 Μεταξύ: Νεοκλή Κωνσταντίνου Κατηγόρου και Ανδρέα Τσιουπή Κατηγορούμενου ----------------- Ημερομηνία : 9 Ιουλίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο ׃ κ. Ν. Χ΄ Κλεοβούλου Για Κατηγορούμενο ׃ κ. Γ. Χ΄ Νεοφύτου Kατηγορούμενος : παρών ---------------- A Π O Φ A Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, «ο κατηγορούμενος την 11/11/2008 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, σε δημόσιο χώρο ήτοι στο ξενοδοχείο «Κέφαλος» και συνθήκες όπου ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί απο οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε τον Νεοκλή Κωνσταντίνου απο την Πάφο με τις λέξεις «εξαφανίσου, γαμίσου, φύγε απο μπροστά μου, δεν θέλω να σε βλέπω», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση». Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία, δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση του επικεντρώθηκε σε δύο λόγους. ΄Οτι δεν έχει θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία για το τόπο που διαπράχθηκε το κατ' ισχυρισμό του κατηγόρου αδίκημα και ότι η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί δεν είναι καθόλου πειστική έτσι ώστε να θεμελιώσει καταδίκη του κατηγορούμενου. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατήγορου, ο οποίος εισηγήθηκε ότι αυτός, θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74 (β)του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους του κατήγορου μαρτυρία, ο οποίος προς απόδειξη της υπόθεσης του κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Τον παραπονούμενο Νεοκλή Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1) και το Γεώργιο Παπαδόπουλο (Μ.Κ.2). Τα όσα οι μάρτυρες κατάθεσαν, είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα, χωρίς βέβαια να προβώ σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εκείνο που αρχικά θα πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ο τόπος διάπραξης του αδικήματος που αποδίδεται στο κατηγορούμενο, έτσι ώστε να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η ποινική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, καθορίζεται από το άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και καλύπτει τα αδικήματα που καθορίζονται σε αυτό, ενώ η κατά τόπο αρμοδιότητα των επαρχιακών Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, από το άρθρο 23 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Καττής v. Δημοκρατίας, 2002
(2)ΑΑΔ 262 και συγκεκριμένα στη σελ. 274 και στην οποία γίνεται αναφορά σε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «.Δύο είναι τα κριτήρια για τον καθορισμό του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση-
- Η φύση των αδικημάτων, ως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες τους, προς διαπίστωση της δικαιοδοσίας Κυπριακού δικαστηρίου να επιληφθεί του αντικειμένου τους και, εφόσον υφίσταται δικαιοδοσία,
- Ο καθορισμός του τόπου εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης η οποία στοιχειοθετείται. Στην προκειμένη περίπτωση, συνυπολογίστηκαν όλα τα δεδομένα. Υπό το φως τους, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα περί ου ο λόγος αδικήματα ενέπιπταν στις δικαιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 5
(1)(δ) και (ε)(iv) του Κεφ. 154. Η στοιχειοθέτηση της δικαιοδοσίας έγινε με αναφορά στα προρρηθέντα στοιχεία. Αποτυχία εδραίωσης τους κατά τη δίκη, εκθεμελιώνει το βάθρο της δικαιοδοσίας». Στην υπό εξέταση υπόθεση και όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα εκ μέρους του κατήγορου μαρτυρία, καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται για το τόπο που βρίσκεται το ξενοδοχείο «Κέφαλος». Ότι αναφέρθηκε, ήταν μόνο ότι, το επεισόδιο έγινε στο ξενοδοχείο αυτό, χωρίς όμως να προσδιορισθεί το συγκεκριμένο μέρος που βρίσκεται αυτό. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστος για το Δικαστήριο ο τόπος στον οποίο έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό του κατηγόρου εξύβριση και εάν αυτό έγινε στην Πάφο, όπως εκτίθεται στο κατηγορητήριο, ή ακόμα και εάν αυτό διαπράχθηκε εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε καμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομισθεί έτσι ώστε η δικαιοδοσία Κυπριακού Δικαστηρίου, να θεμελιώνεται λόγω της ύπαρξης οποιοδήποτε άλλου στοιχείου, στο οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα. Η παράλειψη του κατήγορου να προσκομίσει μαρτυρία που να θεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι καταλυτική και μοιραία για τη τύχη της υπόθεσης. Σε περίπτωση που η κρίση μου αυτή ήθελε κριθεί λανθασμένη, θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο λόγο που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έχει προβάλει, εισηγούμενος την απόρριψη της υπόθεσης από το στάδιο αυτό. Κρίνεται ότι και αυτός ο λόγος είναι βάσιμος αφού η μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκ μέρους του κατήγορου, δεν ήταν διόλου πειστική. Αντίθετα ήταν τέτοιας ποιότητας που θα ήταν αδύνατο το Δικαστήριο να βασισθεί σε αυτή και να οδηγηθεί σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας, εμπεριέχει πάρα πολλές αντιφάσεις τόσο του κάθε ενός ξεχωριστά όσο και μεταξύ τους, γεγονός που τη καθιστά εντελώς ανίσχυρη και ανεπαρκή να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (βλ. Kallenos, πιο πάνω). Μερικά μόνο παραδείγματα που δεικνύουν την ποιότητα της προσκομισθείσας εκ μέρους του κατήγορου μαρτυρίας, θα εκθέσω πιο κάτω. Η κυριότερη απο αυτές αφορούσε τη φράση που κατ' ισχυρισμό εκστόμισε ο κατηγορούμενος. Oι μάρτυρες δεν την εξέθεσαν με τα ίδια λόγια αλλά με διαφορετικά, λέγοντας ο καθένας απο αυτούς, ουσιαστικά άλλη φράση. Ακόμα ο ίδιος ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1), την εξέθεσε σε διάφορες περιπτώσεις, με διαφορετικά λόγια κάθε φορά, χρησιμοποιώντας και άλλες λέξεις που δεν εκτίθενται στο κατηγορητήριο, όπως τη λέξη «μαλακισμένε». Προσπαθώντας δε, να δικαιολογήσει την παράλειψη χρήσης της λέξης αυτής στο κατηγορητήριο, προέβαλε διάφορους και αντιφατικούς μεταξύ τους λόγους. Αρχικά ότι, δεν την ανάφερε στο δικηγόρο του, γιατί του την είχε πεί σε κάποια άλλη υπόθεση, μετά γιατί «δεν ήλθε στο νού εκείνη τη μέρα» και τέλος, γιατί είχε πεί στο τελευταίο ότι, δεν ήθελε να συμπεριλάβουν πολλά στην υπόθεση. Σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ότι «τα έχει» με το κατηγορούμενο, το αρνήθηκε, λέγοντας ότι ο τελευταίος τα έχει μαζί του και γι' αυτό του φωνάζει συνέχεια. Στη συνέχεια όμως και μιλώντας για το ίδιο θέμα, ισχυρίσθηκε ότι, «προηγούμενα δεν είχα μαζί του, μπορεί να ήταν πιωμένος», λέγοντας τέλος ότι ο κατηγορούμενος δεν θέλει να τον βλέπει μπροστά του. Ενώ αρχικά και προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παρουσία του στην πισίνα του ξενοδοχείου την ώρα του επεισοδίου, ισχυρίσθηκε ότι, «έδινα τους γυρούς μου, για να τους πωί να προσέχουν να μην πέσουν μέσα στην πισίνα», εννοώντας τους προσκεκλημένους στο γάμο που βρίσκονταν κοντά στην πισίνα, στη συνέχεια είπε, ότι είχε πάει εκεί, για να εξετάσει τα χημικά της πισίνας και όταν τελείωσε, πήγε να πεί στα παιδιά να προσέχουν, λέγοντας τέλος ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε οδηγίες να βρίσκεται εκεί και να προσέχει μήπως οι προσκεκλημένοι στο γάμο σπάσουν οτιδήποτε. Το ίδιο είπε ότι έπραττε εκείνο το βράδυ και ο κατηγορούμενος που ήταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό του σε «συναγερμό», σε αντίθεση με άλλο που προέβαλε σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ ήταν προσκεκλημένος στο γάμο και μάλιστα συμμετείχε στο δείπνο μαζί με τη σύζυγο του. Ενώ αρχικά ανάφερε ότι δεν γνωρίζει που είναι το σπίτι του Μ.Κ.2, στη συνέχεια είπε ότι ο τελευταίος, του εξήγησε που είναι και ότι μάλιστα τη συγκεκριμένη μέρα της δίκης τον είχε μεταφέρει στο Δικαστήριο. Στο τελευταίο αυτό ισχυρισμό του Μ.Κ.1, εντελώς αντίθετο, προέβαλε ο Μ.Κ.2, ο οποίος είπε, ότι στο Δικαστήριο, είχε έλθει περπατώντας. Περαιτέρω αντιφάσεις υπάρχουν στη μεταξύ τους μαρτυρία και σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονταν κοντά στην πισίνα του ξενοδοχείου, την ώρα του επεισοδίου καθώς και για το λόγο που ο Μ.Κ. 1, βρισκόταν εκεί. Ο Μ.Κ. 2, για να δικαιολογήσει την παρουσία του κατηγορούμενου στην πισίνα την ώρα του γάμου, προέβαλε διάφορους και διαφορετικούς μεταξύ τους λόγους. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος περνούσε απο εκεί και ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και στη συνέχεια ότι ο Μ.Κ.1 δούλευε μέσα στα δέντρα. Αμέσως μετά διαφοροποίησε και πάλι την απάντηση του, λέγοντας, «ξέρω εγώ αν δούλευε? Τον είδα να έρχεται με κατσαβίδια», προβάλλοντας τέλος άλλο ισχυρισμό, ότι ο Μ.Κ. 1, «έλεγχε κάτι λαμπούδες». Τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας που ο κατήγορος έχει προσκομίσει για απόδειξη της κατηγορίας. Κατ΄ακολουθία όλων των πιο πάνω, βρίσκω ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, έτσι ώστε αυτός να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η κλήση του σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε τα πιο πάνω και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ζήτημα των εξόδων. Σύμφωνα με το άρθρο 169 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, παρέχεται στο Δικαστήριο, η διακριτική ευχέρεια να διατάξει το πρόσωπο το οποίο έχει προσάψει στο κατηγορούμενο τη κατηγορία, όπως σε περίπτωση αθώωσης του τελευταίου να του καταβάλει τα έξοδα. Σε σχέση με τη διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση, Dias Yvan Katharina v. Θεόδωρου Ευθυμίου κ.α., 1998
(2)ΑΑΔ 78. «Το άρθρο 151 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα. Η άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας». Παρόλο που τα πιο πάνω σχετίζονται με την εξουσία του Ανωτάτου και όχι πρωτόδικου Δικαστηρίου, εν τούτοις θεωρώ ότι αυτά είναι σχετικά και με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας από τα πρωτόδικα δικαστήρια, σε σχέση με το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις γενικότερες περιστάσεις της υπόθεσης και τη κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικαθούν υπέρ του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της υπόθεσης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του κατήγορου. (Υπ.) ................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο