← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Aνδρονίκης Μαξούτη, Αρ. Υπόθεσης : 6124/07, 9 Ιουλίου 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Aνδρονίκης Μαξούτη, Αρ. Υπόθεσης : 6124/07, 9 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον : Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης : 6124/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Aνδρονίκης Μαξούτη Κατηγορούμενης --------------------------------- Ημερομηνία : 9 Ιουλίου 2009 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα. Σ. Π´ Λαζάρου (κα Ε. Σάββα για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη : κ. Χρ. Παναγίδης Κατηγορούμενη ׃ παρούσα ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, αυτή της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, στις 31/12/2006 στον αυτοκινητόδρομο Πάφου-Λεμεσού, παρά τη Γεροσκήπου, της επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΡG 435, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας τον αστυφ. 3199 Γιώργο Αντωνίου (Μ.Κ.1) και τη Λουκία Σάββα (Μ.Κ.2). Μετά δε τη κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, αυτή προέβη σε ανώμοτη δήλωση, δηλώνοντας μόνο ότι είναι αθώα και ότι η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία είναι ορθή. Όλα όσα αναφέρθηκαν είναι καταγραμμένα καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.1, ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Αυτός μετέβη στη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1) και στη συνέχεια συμμετρικό (Τεκμήριο 2). Το ζήτημα που πρώτιστα θα πρέπει να εξετασθεί, είναι κατά πόσο ο Μ.Κ.1 μπορεί να θεωρηθεί ή όχι εμπειρογνώμονας. Όπως ο ίδιος ανάφερε δεν κατέχει οιουσδήποτε τίτλους σπουδών. Παρακολούθησε όμως, τα μαθήματα που κάθε νέος αστυφύλακας παρακολουθεί σε σχέση με θέματα τροχαίας, ενώ εδώ και τριάμισυ χρόνια εργάζεται στο τμήμα τροχαίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 173/2008, ημερ. 10/12/2008, «Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας είτε με βάση τα ακαδημαικά του προσόντα είτε με βάση την πείρα. Δηλαδή πείρα σε ένα τομέα απο μόνη της, μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα, ή πραγματογνώμονα όπως καλείται διαφορετικά (βλ. μεταξύ άλλων Evangelou & Another v. Ambizas & Another

(1983)1 C.L.R. 41, 57, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α. Α. Δ.1, 5 και Phipson on Evidence 13η έκδοση, παραγρ. 27-32)........» Ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη, γι΄αυτό και θεωρώ ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε απο την υπεράσπιση. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του, θα πρέπει και να αξιολογηθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας, εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε, το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Όπως σημειώνεται στο σύγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14, «An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon» Στην υπόθεση Ανδρέας Θεοδούλου Μιχαήλ v Γιαννάκη Ηλία Κυριάκου
(2004)1 ΑΑΔ 1825, η αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα γιατί δεν είχε επεξηγήσει το μαθηματικό τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα συμπέρασματα του και γιατί έλαβε υπόψη του τη κατάσταση της ασφάλτου όπως ήταν ένα χρόνο μετά τη σύγκρουση και γιατί είπε ψέματα ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, κρίθηκε ως ορθή απο το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε διαφωνία ως προς τις μετρήσεις που έκαμε ο Μ.Κ.1, αλλά στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, βασιζόμενος σε αυτές. Το πρώτο, που αμφισβητήθηκε και μάλιστα έντονα, ήταν, η ορθότητα του σημείου Χ, που ήταν σύμφωνα με το μάρτυρα, το πρώτο σημείο στο οποίο συγκρούσθηκαν τα δύο αυτοκίνητα και το οποίο στα Τεκμήρια 1 και 2, σημειώνεται ως σημείο Χ. Ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό παρά το ότι, στο σημείο που σημείωσε ως Χ, δεν εντόπισε οτιδήποτε άλλο που να υποδηλοί ότι εκεί έγινε η σύγκρουση, βασιζόμενος στις μετρήσεις που έκαμε και κύρια γιατί απο εκεί, ξεκινούν σύμφωνα με τη θέση του, τα ίχνη τριβής των τροχών των δύο εμπλεκόμενων αυτοκινήτων ( Α1, Α3 και Β1 και Β3). Το τελευταίο αυτό στοιχείο, αμφισβητήθηκε επίσης απο την υπεράσπιση, η οποία διαφώνησε με το συμπέρασμα του μάρτυρα ότι, τα ίχνη αυτά, προέρχονται και απο τα δύο εμπλεκόμενα αυτοκίνητα και υποστήριξε ότι αυτά είναι τα ίχνη πλαγιολίσθησης που άφησε το αυτοκίνητο της Μ.Κ.
  1. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, δεν μου επιτρέπει να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Αυτή δεν χαρακτηριζόταν απο θετικότητα και δεν ήταν τεκμηριωμένη και ως συνέπεια τούτων, δεν έπειθε για το βάσιμο της. Ενδεικτικό για την έλλειψη πειστικότητας που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του είναι ότι, ενώ στο Τεκμήριο Α, που είναι η κατάθεση την οποία ετοίμασε και την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κύριας του εξέτασης, αναφέρει ότι στο σημείο Χ κατέληξε λόγω των ιχνών τριβής των τροχών των δύο οχημάτων, κάτι, το οποίο επανέλαβε πολλές φορές ενόρκως, σε ξεκάθαρη ερώτηση που του τέθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, είπε ότι αυτά, ήταν ίχνη τροχοπέδησης, κάτι το οποίο καταγράφει και στο Τεκμήριο
  2. ΄Αλλο στοιχείο που ενισχύει την άποψη μου αυτή, είναι το γεγονός ότι επέμενε στην ορθότητα των συμπερασμάτων του, χωρίς όμως να δίδει στο Δικαστήριο σαφείς και τεκμηριωμένες θέσεις για τους λόγους που κατέληξε σε αυτά και χωρίς να δικαιολογεί ικανοποιητικά τα συμπεράσματα του. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή, στην οποία προσπάθησε να πείσει για την ορθότητα του σημείου που σημείωσε ως σημείο Χ, της πρώτης δηλαδή σύγκρουσης που υπήρξε μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Ενώ υποστήριξε ότι τούτο εξάγεται απο τα ίχνη τρχοπέδησης που βρήκε στη σκηνή (Α1, Α3 και Β1 και Β3), δεν κατάφερε να εξηγήσει με πειστικό αλλά και τεκμηριωμένο τρόπο γιατί αυτά έχουν μεγαλύτερο πλάτος στην αρχή και μετά στενεύουν, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι τούτο οφείλεται στη ζημιά που υπέστηκαν τα δύο αυτοκίνητα. Σε σχέση δε με τα σημεία που σημείωσε ως Χ1 έως Χ4, ο M.K.1 είπε ότι κατέληξε σε αυτά, λόγω των ιχνών μπογιάς των δύο εμπλεκόμενων στο δυστύχημα αυτοκινήτων, τα οποία όπως είπε, είχαν διαφορετικό χρώμα, θέση όμως που στη συνέχεια ανατράπηκε απο τον ίδιο. Ενώ στην αρχή ανάφερε ότι τα δύο αυτοκίνητα είχαν διαφορετικό χρώμα και συγκεκριμένα ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ήταν κόκκινο, ενώ αυτό της Μ.Κ.2 ήταν μπλέ, στη συνέχεια διαφοροποίησε την απάντηση του, αναφέροντας ότι, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι χρώμα είχε το πρώτο, λέγοντας τέλος, ότι δεν γνώριζε το χρώμα του, δημιουργώντας έτσι το ερώτημα σε ποιό τελικά χρώμα βασίσθηκε για να καταλήξει στα σημεία αυτά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι ως ορθό ούτε το σημείο Χ, ούτε τα σημεία Χ1 έως Χ4, ούτε και ότι τα σημεία Α1, Α3, Β1 και Β3 είναι τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησαν στο δρόμο τα δύο εμπλεκόμενα αυτοκίνητα. Η Μ.Κ. 2, δεν με έπεισε για τη γνησιότητα της εκδοχής της και την αλήθεια των όσων ανέφερε. Παρακολουθώντας την να καταθέτει απο το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της, σχημάτισα την εντύπωση ότι, αυτό που την ενδιέφερε, ήταν μόνο, να πείσει για τη γνησιότητα της δικής της εκδοχής. Στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, αλλά με γενικότητα και ασάφεια και μόνο μετά απο πολλή σκέψη, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Κάποιες δε αντιφάσεις που υπάρχουν στη μαρτυρία της, ενίσχυσαν την άποψη μου αυτή. Ενώ αρχικά ανάφερε ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης, ήταν «πράσινο προς σκούρο», στη συνέχεια της αντεξέτασης και σε υποβολή που της έγινε απο το συνήγορο υπεράσπισης ότι αυτό ήταν μπλέ, όπως και το δικό της, ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί το χρώμα του, γιατί πέρασαν τρία χρόνια, διερωτώμενη επίσης πως είναι δυνατό την ώρα του δυστυχήματος να παρατηρήσει κάποιος το χρώμα του αυτοκινήτου, δημιουργώντας έτσι την απορία γιατί αρχικά προέβαλε ότι αυτό ήταν πράσινο. Αξίζει δε να επισημανθεί στο σημείο αυτό και η αντίθεση που υπάρχει στον ισχυρισμό της αυτό, με εκείνο που ο Μ.Κ.1 προέβαλε αρχικά ότι δηλαδή, το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης ήταν κόκκινο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία της, εκτός μόνο απο το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ενεπλάκη στο δυστύχημα. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 31/12/06, η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KPG 435 στον αυτοκινητόδρομο Πάφου-Λεμεσού, με κατεύθυνση προς την Πάφο. Κατά τον ίδιο χρόνο, η Μ.Κ.2, με συνεπιβάτιδα την ανήλικη θυγατέρα της, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ 260 ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών οχημάτων, την οποία ακολούθησαν άλλες πολλαπλές συγκρούσεις. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 ). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης που εξετάζεται, αν έχει αποδειχθεί αμέλεια κάποιου κατηγορούμενου. Το μέτρο που απαιτείται σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα, είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και βαρύνει εξ' ολοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Έτσι και στην παρούσα περίπτωση και από τη στιγμή που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής έχει απορριφθεί, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία, η οποία κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί. Κατά συνέπεια η κατηγορία απορρίπτεται. Η κατηγορούμενη αθωώνεται. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.