← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Abdulalim Safar, Αρ. Υπόθεσης: 15407/08, 17 Ιουλίου 2009

Δημοκρατίας ν. Abdulalim Safar, Αρ. Υπόθεσης: 15407/08, 17 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2009:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15407/08 Μεταξύ: Δημοκρατίας και Abdulalim Safar Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2009 Για την Δημοκρατία: κ. Α. X"Κύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λοϊζίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι στις 9.12.08 στο χωριό Περιστερώνα της επαρχίας Πάφου, ο Κατηγορούμενος με δύο μαχαιριές στην αριστερή μαστική χώρα επέφερε το θάνατο στο θύμα ονόματι Abdala Αbdelmajed Bakir από τη Συρία. Σαν αποτέλεσμα της πράξης αυτής του Κατηγορούμενου κατεχωρήθη η παρούσα υπόθεση εναντίον του στην οποία περιλαμβάνονται πέντε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά αδίκημα ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205

(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα. Η τρίτη κατηγορία αφορά αδίκημα παράνομης εισόδου του Κατηγορούμενου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12
(1)
(2)
(5)και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 50/88 και 66
(1)/2003. Η τέταρτη κατηγορία αφορά παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ), 19(λ) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 50/88 και 66
(1)/2003. Η πέμπτη κατηγορία αφορά αδίκημα απαγορευμένου μετανάστη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ), 12
(1)
(5), 19
(2)και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 50/88 και 66
(1)/
  1. Ο Κατηγορούμενος στις 27.1.09 κατηγορήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αρνήθηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία και ομολόγησε ενοχή σε όλες τις υπόλοιπες. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε και διεκπεραιώθηκε στη βάση προφορικής μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων που δηλώθησαν και από τις δύο πλευρές. Τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθησαν σαν τέτοια ενώπιον του Δικαστηρίου συνίστανται στο περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 26, 28, 29, 31, 32, 35, 36 και 40 όπως φαίνονται στο καταχωρηθέν κατηγορητήριο. Περαιτέρω δηλώθηκε σαν παραδεκτό γεγονός και το περιεχόμενο της έκθεσης του γενετιστή Δρ. Μάριου Καριόλου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν προφορικά και 19 μάρτυρες κατηγορίας όπως και ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία. Πριν προχωρήσουμε στη συνοπτική έκθεση της προφορικής μαρτυρίας που ακούσαμε σημειώνουμε σαν ευρήματα μας το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθησαν. Ως Μ.Κ.1 κατάθεσε ο αστυφ. 2543 Τρύφωνας Τρύφωνος, ειδικός φωτογράφος, ο οποίος παρουσίασε δύο βιβλιάρια φωτογραφιών που έλαβε και που εμφάνισε ο ίδιος και που σημειώθησαν Τεκμήρια 1(α) και 1(β). Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι ο ύποπτος στον οποίο αναφέρεται στην κατάθεση του είναι ο Κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο ιατροδικαστής εξέτασε τον Κατηγορούμενο και στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 1(β) φωτογράφησε μια αμυχή που υπήρχε σε ένα δάκτυλο του Κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι φωτογράφησε και τη σωρό του θύματος και από ότι ο ίδιος είδε ανάφερε ότι το θύμα ήταν ισχυρής σωματικής διάπλασης. Ως Μ.Κ.2 κατάθεσε ο αστυφ. 1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου, που ήταν ο υπεύθυνος φύλαξης των τεκμηρίων και τα οποία παρουσίασε και κατάθεσε στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάσθηκε από την υπεράσπιση. Ως Μ.Κ.3 κατάθεσε ο Κώστας Παλάσκας που επαγγέλλεται τον ισιωτή αυτοκινήτων και όπως ανάφερε είναι αυτός που φόρτωσε και μετέφερε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και ενεπλάκη σε δυστύχημα στον κύριο δρόμο του χωριού Περιστερώνας κτυπώντας πάνω σε τοίχο. Ο μάρτυρας αυτός πρόσθεσε ότι κατά τη διαδικασία φόρτωσης του αυτοκινήτου, δύο νεαροί ευρίσκοντο εκεί στη σκηνή σε απόσταση κάποιων μέτρων και έβλεπαν τη διαδικασία. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι ειδοποιήθηκε από τον Ιάκωβο τον αστυνομικό για να πάει εκεί να μεταφέρει το συγκεκριμένο όχημα, αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε ότι διαπράχθηκε στη σκηνή εκείνη οποιοδήποτε έγκλημα. Ο Ιάκωβος δεν του είπε οτιδήποτε και αργότερα έμαθε ότι στο σημείο εκείνο έλαβε χώρα μαχαίρωμα κάποιου ανθρώπου. Οι νεαροί που ανάφερε ότι παρακολουθούσαν τη φόρτωση του αυτοκινήτου ήταν εφτά με οκτώ μέτρα μακριά. Ο ίδιος δεν είδε αίματα στο δρόμο και μετέφερε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς με συνοδεία αστυνομικού. Όταν φόρτωσε το αυτοκίνητο για να το μεταφέρει δεν υπήρχε αστυνομικός άλλος στην περιοχή εκτός από τον Ιάκωβο ο οποίος τον συνόδευσε κατά τη μεταφορά του αυτοκινήτου. Ως Μ.Κ.4 κατάθεσε ο αστυφ. 726 Ιάκωβος Παναγή. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι έπρεπε να μετακινηθεί το αυτοκίνητο διότι εμπόδιζε την ομαλή διέλευση του δρόμου. Πρόσθεσε επίσης ότι την ώρα που ευρίσκετο στη σκηνή του επεισοδίου, απέναντι από την εκκλησία και σε απόσταση 50 μέτρων περίπου υπήρχαν δέκα πρόσωπα. Σε κάποια στιγμή πλησίασαν δύο νεαροί και ο ίδιος τους είπε να απομακρυνθούν και απομακρύνθηκαν. Απαντώντας σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι ξεκίνησε για τη σκηνή του επεισοδίου η ώρα 5.20 περίπου κατόπιν τηλεφωνήματος από μια γυναίκα. Απάντησε ο ίδιος το τηλέφωνο και ήταν γυναίκα και όχι ο Κυριάκος Χριστοφόρου όπως του υπέβαλε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου. Επίσης αρνήθηκε ότι του λέχθηκε τηλεφωνικά ότι μαχαιρώθησαν δύο Σύριοι. Ο δρόμος στον οποίο έγινε το επεισόδιο, όπως είπε είναι πολυσύχναστος. Δεν θυμόταν να πει πόσο πλάτος είχε. Όπως ήταν το αυτοκίνητο μετά που κτύπησε στον τοίχο εμπόδιζε τη διακίνηση οχημάτων αλλά μικρά αυτοκίνητα μπορούσαν να περάσουν. Όταν έφθασε στη σκηνή ο ίδιος δεν αντελήφθηκε να υπάρχουν αίματα στο δρόμο και αρνήθηκε επίσης ότι η Αγνή Χριστοφόρου του ανάφερε οτιδήποτε για μαχαιρώματα. Πρόσθεσε όμως ότι η Αγνή Χριστοφόρου του είπε ότι ένας αλλοδαπός κρατούσε το στήθος του και τον πήραν στο Νοσοκομείο. Φόρτωσε το αυτοκίνητο και έφυγαν χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε για μαχαιρώματα που έλαβαν χώρα στη σκηνή. Όταν έφυγε από τη σκηνή οποιοσδήποτε μπορούσε να επισκεφθεί το σημείο στο οποίο βρισκόταν το αυτοκίνητο. Για τα μαχαιρώματα πληροφορήθηκε μετά που έφθασε στο σταθμό. Επέστρεψε ξανά στη σκηνή αλλά δεν θυμόταν να πει ποιαν ώρα. Τη δεύτερη φορά που επισκέφθη τη σκηνή υπήρχαν αστυνομικοί αλλά δεν γνώριζε να πει τι ώρα έφθασαν εκεί ούτε τα αντικείμενα που ήταν στο αυτοκίνητο γνώριζε σε ποιον ανήκουν. Ως Μ.Κ.5 κατάθεσε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Ανδρέας Σάββα. Ο μάρτυρας κατάθεσε ότι στο αυτοκίνητο ΥU195 που ήταν σταθμευμένο στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς βρήκε διάφορα τεκμήρια τα οποία και παρέλαβε και επίσης παρέλαβε και διάφορες δειγματοληψίες για επιστημονική εξέταση. Ο μάρτυρας στην αντεξέταση αναφέρθηκε στις διάφορες κηλίδες αίματος που εντόπισε στο δρόμο και οι οποίες φωτογραφήθησαν και τις υπέδειξε στις ανάλογες φωτογραφίες. Στον κήπο της οικίας της Αγνής Χριστοφόρου υπήρχαν δέντρα και δίπλα από το σημείο 1, όπως φαίνεται στις σχετικές φωτογραφίες, υπάρχουν σπίτια σε πιο χαμηλό επίπεδο από το δρόμο. Τα αντικείμενα που βρήκε στο αυτοκίνητο δεν γνώριζε να πει σε ποιον ανήκουν και ούτε γνώριζε τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Εξετάσεις στη σκηνή του επεισοδίου έκαμε και τη νύχτα και την ημέρα. Επειδή ο φωτισμός που υπήρχε στο συγκεκριμένο δρόμο ήταν μόνο από τους ηλεκτρικούς πασσάλους πήραν μαζί τους και μεγάλα φανάρια. Ως Μ.Κ.6 κατάθεσε ο αστυφ. 3281 Χαράλαμπος Ιωάννου ο οποίος αναφέρθηκε στα τεκμήρια που παρέλαβε στον Αστυνομικό Σταθμό Χρυσοχούς και που υπήρχαν μέσα στο αυτοκίνητο YU195 και σε ένα πτυσσόμενο μαχαίρι που ανευρέθη στο διαμέρισμα 327 της πολυκατοικίας "Geotania" στην οδό Βολταίρου στη Γερμασόγεια στη Λεμεσό όπου εντοπίστηκε και συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος και που το εν λόγω πτυσσόμενο μαχαίρι ανευρέθηκε πάνω στον Κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.7 κατάθεσε ο αστυφ. 495 Γ. Δημητρίου ο οποίος μετέβη στη Λεμεσό μαζί με τον υπαστυνόμο Κ. Κλεάνθους και άλλα μέλη της Αστυνομίας για εντοπισμό του Κατηγορούμενου. Όταν εισήλθαν στο διαμέρισμα 327 της πολυκατοικίας με την ονομασία "GEOTANIA" διαπίστωσαν ότι στο εν λόγω διαμέρισμα διέμεναν πέντε άγνωστοι άντρες. Ο υπαστυνόμος Κ. Κλεάνθους τους ρώτησε ποιος είναι ο Safar και ο ένας από αυτούς απάντησε «εγώ είμαι». Αμέσως ο υπαστυνόμος Κλεάνθους τον πληροφόρησε στα ελληνικά ότι εναντίον του υπάρχει ένταλμα σύλληψης για διερευνόμενη υπόθεση φόνου του Abdala Αbdelmajed Bakir και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός του απάντησε στα ελληνικά «είχα πρόβλημα μαζί του στη Συρία τζιαι εμασιέρωσα τον». Στη συνέχεια ο υπαστυνόμος Κλεάνθους ερεύνησε σωματικά το συλληφθέντα και στη δεξιά μπροστινή τζέπη του παντελονιού του βρήκε και παρέλαβε το διαβατήριο του, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, δύο επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και ένα κλειώμενο μαχαίρι με μαύρη χειρολαβή το οποίο είχε εμφανή ίχνη αίματος στη λεπίδα του. Όταν ο υπαστυνόμος Κλεάνθους του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «έσφαξα τον με τούτο το μαχαίρι». Ο μάρτυρας κατόπιν τούτου παρέλαβε όλα τα τεκμήρια που παραλήφθησαν από τον Κατηγορούμενο και τα παρέδωσε στον αστυφ. 2886 Α. Αλεξάνδρου για τα περαιτέρω. Στην αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι είχαν ένταλμα ερεύνης για να μπορέσουν να μπουν στο διαμέρισμα και είχαν σχετική πληροφορία ότι ο ύποπτος ευρισκόταν σε αυτό το διαμέρισμα. Ο υπαστυνόμος Κλεάνθους ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν καταλαβαίνει ελληνικά και αυτός απάντησε θετικά. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι θυμάται ακριβώς τι λέχθηκε και ότι είπε είναι η αλήθεια. Συνομιλούσε ο υπαστυνόμος με τον Κατηγορούμενο στην παρουσία του. Ο Κατηγορούμενος αντελήφθη πλήρως τι του έλεγε ο υπαστυνόμος γι΄ αυτό και έδιδε σχετικές απαντήσεις. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει αν ο Κατηγορούμενος είπε οτιδήποτε στα αραβικά αλλά και αν είπε ο ίδιος δεν καταλαβαίνει αραβικά. Ο μάρτυρας επίσης δεν γνώριζε να πει αν ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να πάρει νομική συμβουλή. Πρόσθεσε δε ότι κατά τη σύλληψη του ο Κατηγορούμενος δεν ήγειρε οποιοδήποτε θέμα αυτοάμυνας. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει αν το παντελόνι που φορούσε ο Κατηγορούμενος είχε ζώνη. Ως Μ.Κ.8 κατάθεσε ο αστυφ. 3892 Αχιλλέας Νικολάου. Ανάφερε ότι κατόπιν οδηγιών επεσκέφθη περί ώρα 18.25 στις 9.12.08 τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου πληροφορήθηκε ότι το θύμα είχε εισαχθεί στο χειρουργείο. Κατόπιν τούτου, μαζί με τον υπαστυνόμο Σ. Σάββα και αστυφ. 3144 ανεχώρησαν για το χωριό Περιστερώνα. Κατά την άφιξη τους διαπίστωσαν ότι στο δρόμο στην οδό Ελευθερίας υπήρχαν κηλίδες αίματος. Απέκλεισαν τη σκηνή με κορδέλες και προέβησαν σε διάφορες ενέργειες. Την ιδία ημέρα η Ελένη Παντελή ανέφερε στο μάρτυρα ότι έξω από το μπακάλικο της στην Περιστερώνα είδε να βρίσκετο καθισμένος στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του συζύγου της ένα τραυματισμένο πρόσωπο. Στις 10.12.08 και ώρα 02.30 αφίχθησαν στη σκηνή ο υπαστυνόμος Α. Σάββα με άλλα μέλη της Αστυνομίας και διενήργησαν εξετάσεις στη σκηνή μέχρι η ώρα 4.
  2. Όταν αφίχθησαν στη σκηνή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άτομο εκεί. Στις έρευνες που προέβησαν δεν ανευρέθη οποιοδήποτε μαχαίρι. Κοίταξαν και πίσω από τον τοίχο του δρόμου στον κήπο της αυλής αλλά δεν ανευρέθη οτιδήποτε. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επανέλαβε ότι όταν έφθασαν στη σκηνή δεν υπήρχε κανένας εκεί. Η οδός Ελευθερίας είναι ο κεντρικός δρόμος του χωριού Περιστερώνα όπου υπάρχει supermarket και στον ίδιο δρόμο είναι και η χωροεπισκοπή. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ερεύνησαν την περιοχή όσο καλύτερα μπορούσαν αλλά δεν βρήκαν οτιδήποτε. Δεν γνώριζε να πει αν έγινε οποιαδήποτε επέμβαση στη σκηνή. Στη συνέχεια ως Μ.Κ.9 κατάθεσε ο υπαστυνόμος Κόκος Κλεάνθους. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι πληροφορήθηκε περί ώρα 19.10 στις 9.12.08 ότι άγνωστο πρόσωπο είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το χωριό Περιστερώνα και έφερε τραύματα από μαχαίρι. Περί ώρα 01.45 της 10.12.08 πήρε πληροφορία από συνεργάτη της Αστυνομίας ότι ο ύποπτος για το μαχαίρωμα του θύματος ήταν ο ομοεθνής του θύματος Abdulalim Safar ο οποίος και βρισκόταν στο διαμέρισμα 327 της πολυκατοικίας Geotania με σκοπό να αναχωρήσει την επομένη μέσω κατεχομένων. Ζητήθηκε έκδοση εντάλματος σύλληψης του και ο ίδιος μαζί με άλλους αστυνομικούς έφθασαν στη Λεμεσό, εντόπισαν την πιο πάνω πολυκατοικία στην οδό Βολταίρου στη Λεμεσό και εξασφάλισαν ταυτόχρονα και ένταλμα έρευνας του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Περί ώρα 06.38 εισήλθαν εντός του διαμερίσματος και εντόπισαν μέσα σε αυτό πέντε άγνωστα πρόσωπα. Ο μάρτυρας ρώτησε ποιος είναι ο Safar και ένας από τους πέντε ανάφερε «εγώ είμαι». Ο μάρτυρας αφού τον πληροφόρησε για το ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο τον συνέλαβε και ο Κατηγορούμενος απάντησε «είχα πρόβλημα μαζί του στη Συρία τζιαι εμασιέρωσα τον». Στη συνέχεια ο μάρτυρας προέβη σε σωματική έρευνα του Κατηγορούμενου και στην μπροστινή τζέπη του παντελονιού βρήκε και παρέλαβε το συριακό διαβατήριο του, ένα κινητό τηλέφωνο NOKIA, δύο επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και ένα κλειδωμένο μαχαίρι με μαύρη χειρολαβή και με εμφανή ίχνη αίματος στη λεπίδα του. Όταν του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «έσφαξα τον με τούτο το μαχαίρι». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι ηγείτο της ομάδας που πήγε στη Λεμεσό και επίσης ανάφερε ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν μιλά ελληνικά και αυτός απάντησε «ναι καταλάβω». Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι είναι σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος αντελήφθηκε τι του έλεγαν. Όταν του υπεβλήθη ότι ο Κατηγορούμενος απαντώντας στις ερωτήσεις που του υπέβαλε έθεσε θέμα αυτοάμυνας ο μάρτυρας απήντησε ότι δεν του είπε για ποιο λόγο τον σκότωσε. Ο μάρτυρας επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ελληνικά και αντιλαμβανόταν τι ελέγετο και τούτο προκύπτει και από τις απαντήσεις που έδιδε. Ως Μ.Κ.10 κατάθεσε ο Αντρέας Ευσταθίου ο οποίος διαμένει στο χωριό Μελάδια ο οποίος επαγγέλλεται το γεωργοκτηνοτρόφο. Ο μάρτυρας όπως είπε στις 9.12.08 και περί ώρα 17.45 βρισκόταν στο μπακάλικο του Ανδρέα Κυριάκου στο χωριό Περιστερώνα. Σε κάποια στιγμή ο Αντρέας τους είπε ότι βρήκε ένα τραυματία, πιθανόν Άραβα, λίγο πιο πάνω στο δρόμο και τον έβαλε στο αυτοκίνητο του για να τον μεταφέρει στο Νοσοκομείο αλλά λόγω του ότι φαινόταν σοβαρά σταμάτησε έξω από το μπακάλικο. Πήγε κοντά και είδε ένα άντρα περίπου 35 χρόνων να βρίσκεται στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του Ανδρέα Κυριάκου. Το εν λόγω πρόσωπο είχε πολύ αίμα στο στήθος και εβογγούσε συνέχεια χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Στη συνέχεια ήρθε ασθενοφόρο και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν πήγε κοντά στον τραυματία την ώρα που έφθασε το ασθενοφόρο και δεν γνώριζε να πει αν υπήρχαν άλλα άτομα εκεί στη σκηνή. Στην Περιστερώνα υπήρχαν αρκετοί αλλοδαποί που δούλευαν. Δεν γνώριζε να πει πόσους κατοίκους έχει η Περιστερώνα. Ανάφερε ακόμη ο μάρτυρας ότι η οδός Ελευθερίας είναι ο κεντρικός δρόμος του χωριού. Ως Μ.Κ.11 κατάθεσε ο Ανδρέας Κυριάκου από την Περιστερώνα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι διαθέτει μικρό παντοπωλείο στην οδό Ελευθερίας στο χωριό και ότι στις 9.12.08 και περί ώρα 17.30-17.45 βρισκόταν στο κατάστημα του με τη σύζυγο του Ελενίτσα. Στο κατάστημα του ευρισκόταν και ο Ανδρέας Ευσταθίου από τη Μελάδια. Ο μάρτυρας έβαλε κάποιες τροφές για να τις μεταφέρει με το αυτοκίνητο του σε κάποια Γιωργούλλα. Μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε είδε κάποιο μέσα στα σκοτεινά εντός του δρόμου να μπαίνει μπροστά από το αυτοκίνητο του και να του κάνει νόημα με το ένα του χέρι να σταματήσει. Με το άλλο χέρι κρατούσε το στήθος του και είδε ότι είχε αίματα πάνω στο σώμα του. Ο μάρτυρας σταμάτησε και αυτός ο άντρας άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και έκατσε μέσα. Ο μάρτυρας πρόσεξε ότι αιμορραγούσε και έβαζε τα χέρια του στο στήθος του. Ο ίδιος τον ρώτησε τι έπαθε αλλά αυτός δεν μιλούσε παρά μόνο βογκούσε και ζήτησε να τον μεταφέρει στο γιατρό. Ο ίδιος όμως δεν ένιωθε καλά στη θέα του τραυματία και έτσι σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από το κατάστημα, κατέβηκε κάτω και είπε στη γυναίκα του να τηλεφωνήσει στο νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς. Μετά από λίγο ήρθε ένας αστυνομικός και το ασθενοφόρο με δύο νοσοκόμες και στην προσπάθεια τους να τον βάλουν στο ασθενοφόρο ψήλωσαν τα ρούχα του πάνω και είδε ότι είχε μια πληγή στο αριστερό μέρος του στήθους του κοντά στη θηλή και αντελήφθη ότι πιθανόν να επρόκειτο για μαχαίρωμα. Την ώρα που είδε το πρόσωπο αυτό στο δρόμο είδε και ένα αυτοκίνητο να είναι «ττουμπαρισμένο στο πεζούλι λίγο πιο πίσω από τον άντρα αυτό». Απ΄ ότι γνώριζε το αυτοκίνητο αυτό το οδηγούσε κάποιος Άραβας τον οποίο αποκαλούσαν Μάριο. Το αυτοκίνητο αυτό παρελήφθη από την Αστυνομία με ρυμουλκό. Το πρόσωπο που ήταν τραυματισμένο κάποτε ερχόταν στο κατάστημα του και ψώνιζε. Στην αντεξέταση ο μάρτυρας ανάφερε ότι το αυτοκίνητο που ήταν «ττουμπαρισμένο» πιθανώς να οδηγείτο και από άλλους Άραβες. Στο χωριό υπάρχουν πολλοί Άραβες που εργάζονται και οι κάτοικοι του ανέρχονται στους 300 περίπου. Τον τραυματισμένο τον γνώριζε διότι ψώνιζε από το μπακάλικο του και φαινόταν να ήταν δυνατός άντρας. Στη σκηνή εκεί μπορεί να υπήρχαν και άλλοι αλλά δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια. Δεν γνώριζε επίσης να πει σε πόση ώρα ήρθε η Αστυνομία και εν πάση περιπτώσει ο κόσμος χρησιμοποιούσε το δρόμο. Πιθανόν να υπήρχαν και νεαρά άτομα εκεί. Τη συγκεκριμένη ημέρα ο μάρτυρας δεν είδε ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο που κτύπησε στο πεζούλι του δρόμου. Στη συνέχεια κατάθεσε σαν Μ.Κ.12 κατάθεσε η Ελένη Παντελή, ιδιοκτήτρια της υπεραγοράς στην οδό Ελευθερίας αριθμός 18 στην Περιστερώνα. Η μάρτυρας ανάφερε ότι στις 9.12.08 και περί ώρα 17.15 ενώ ήταν στο supermarket την πήρε ο σύζυγος της Αντρέας Παντελή και της ζήτησε να τηλεφωνήσει στο Νοσοκομείο για να έρθει ασθενοφόρο να μεταφέρει στο Νοσοκομείο κάποιον τραυματισμένο ο οποίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του. Η μάρτυρας βγήκε έξω να δει τι συμβαίνει και είδε το σύζυγο της να κάθεται στη θέση του οδηγού του οχήματος του και στη θέση του συνοδηγού να βρίσκεται καθισμένο ένα τραυματισμένο πρόσωπο, πιθανόν αλλοδαπός. Απ΄ ότι πρόσεξε είχε τραύμα στο στήθος του και ο ίδιος έδειχνε να υπέφερε αρκετά. Αμέσως κάλεσε το Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς για ασθενοφόρο. Ρώτησε το σύζυγο της πώς βρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητο του ο τραυματισμένος και αυτός της είπε ότι το βρήκε μέσα στο δρόμο λίγο πιο πάνω από το supermarket και του ζήτησε να το μεταφέρει στο Νοσοκομείο. Επειδή ο σύζυγος της δεν μπορούσε να το μεταφέρει γι΄ αυτό της τηλεφώνησε να ζητήσει ασθενοφόρο. Σε 20-25 λεπτά αφίχθηκε το ασθενοφόρο, παρέλαβε το πιο πάνω τραυματισμένο πρόσωπο και έφυγε. Το τραυματισμένο πρόσωπο καθόταν συνεχώς στη θέση του συνοδηγού και σε κάποια στιγμή τον άκουσε να λέει τη λέξη μαχαίρι. Σε καμιά περίπτωση δεν ανέφερε ποιος τον μαχαίρωσε. Επειδή έχανε πολύ αίμα πήρε μια πετσέτα από το κατάστημα και την τοποθέτησε στο στήθος του τραυματία. Το τραυματισμένο πρόσωπο ήταν πελάτης της και ψώνιζε διάφορα πράγματα. Απ΄ ότι πρόσεξε κανένας δεν πήγε στο αυτοκίνητο που ήταν κτυπημένο στο πεζούλι διότι όλοι όσοι ήταν στη σκηνή ευρίσκοντο κοντά στον τραυματισμένο. Στην αντεξέταση ανάφερε ότι έμαθε για το τραυματισμένο πρόσωπο μετά που της τηλεφώνησε ο σύζυγος της. Στη σκηνή μαζεύτηκαν γύρω στα δέκα άτομα και κάποιοι από αυτούς βοήθησαν να τον βάλουν στο νοσοκομειακό όχημα. Η μάρτυς πρόσθεσε δε ότι τον ρώτησε πώς έγινε και εκείνος είπε τη λέξη μαχαίρι και μετά έχασε τις αισθήσεις του. Στο μαγαζί το θύμα ερχόταν με τα πόδια του και δεν γνώριζε να πει πού κατοικούσε. Ως Μ.Κ.13 κατάθεσε ο αστυφ. 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι στις 9.12.08 και περί ώρα 18.15 πήρε οδηγίες να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο διότι μεταφερόταν εκεί με ασθενοφόρο ένα τραυματισμένο πρόσωπο αραβικής καταγωγής. Όταν έφθασε στο Νοσοκομείο ο τραυματισμένος ευρισκόταν στο χειρουργείο. Πληροφορήθηκε από την Παρασκευή Χαραλάμπους και Μάρθα Νεοφύτου, νοσοκόμες στο Νοσοκομείο Πόλεως Χρυσοχούς ότι το εν λόγω πρόσωπο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο από την πλατεία του χωριού Περιστερώνα όπου ευρίσκετο και αιμορραγούσε μέσα σε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο. Πληροφορήθηκε επίσης ο μάρτυρας από τις Πρώτες Βοήθειες ότι ο τραυματίας έφερε δύο τραύματα στο στήθος και συγκεκριμένα ένα τραύμα στην αριστερή του θηλή και ένα τραύμα λίγο πιο κάτω από το πρώτο. Ο ίδιος μαζί με τον υπαστυνόμο Σ. Σάββα και άλλους αστυνομικούς ξεκίνησαν για το χωριό Περιστερώνα και καθοδόν περί ώρα 19.10 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι ο τραυματίας απεβίωσε. Φθάνοντας στο χωριό Περιστερώνα διαπίστωσαν ότι υπήρχαν κηλίδες αίματος στο δρόμο και εδόθησαν οδηγίες και απεκλείσθει η σκηνή και μέλη της αστυνομικής δύναμης τη φρουρούσαν και άλλα μέλη άρχισαν την αναζήτηση μαρτυρίας και τεκμηρίων. Στις 10.12.08 και περί ώρα 09.15-10.35 πήρε ανακριτική κατάθεση από το Safar Abdulalim - Κατηγορούμενο - αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Επίσης την ιδία ημέρα και περί ώρα 13.30 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στην Περιστερώνα όπου έγιναν υποδείξεις σκηνών. Ο Κατηγορούμενος υπέδειξε αρκετές σκηνές και έδωσε διάφορες απαντήσεις όπως υποδεικνύοντας ένα σημείο του δρόμου ανάφερε «είδα τον Abdala έξω από το δρόμο μπροστά από το σπίτι του, να έρχεται προς τα πάνω μου και ξεκίνησε να φωνάζει και να με βρίζει». Σε άλλο σημείο του δρόμου που υπέδειξε ανάφερε «αυτό το σημείο που έχει αίματα που σας δείχνω, είναι εδώ που τον μαχαίρωσα με το μαχαίρι. Επίσης υποδεικνύοντας στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής YU195 ανάφερε «αυτό το αυτοκίνητο που σας δείχνω το MAZDA με αρ. εγγραφής YU195 είναι αυτό το αυτοκίνητο που οδηγούσα ψες και έκανα δυστύχημα». Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν εγνώριζαν το σημείο που έγινε το επεισόδιο. Όταν έφθασαν επιτόπου είδαν όμως τις κηλίδες αίματος που υπήρχαν στο δρόμο. Τις κηλίδες αυτές του αίματος τις εντόπισαν με τα φώτα του αυτοκινήτου. Ο ίδιος έκαμε περιμετρικό έλεγχο της σκηνής, χωρίς να θυμάται να πει πόση ώρα τους πήρε αυτός ο έλεγχος και έκαμαν έλεγχο και πέραν του τοίχου που περιβάλλει το δρόμο. Ο μάρτυρας πρόσθεσε σε ερώτηση που του υπεβλήθη ότι ο Κατηγορούμενος μιλά και συνεννοάται καλά στην ελληνική γλώσσα. Ως Μ.Κ.14 κατάθεσε η Αγνή Χριστοφόρου. Η μάρτυρας ανάφερε ότι στις 9.12.08 και περί ώρα 17.10, ενώ ήταν στο σπίτι της άκουσε δυνατό θόρυβο. Βγήκε έξω και είδε το αυτοκίνητο YU195 να είναι σταματημένο και μέσα να είναι δύο ξένοι που μιλούσαν τη γλώσσα τους και τσακώνοντο με δυνατές φωνές. Σε κάποια στιγμή ο άντρας που ήταν στη θέση του συνοδηγού κατέβηκε και τράβηξε τον άλλο και τον έβγαλε έξω από την ίδια πόρτα που βγήκε αυτός. Οι δύο συνέχισαν να τσακώνονται και να προχωρούν προς την κατεύθυνση του χωριού Λυσός περπατητοί. Η μάρτυρας μπήκε μέσα και μετά από ένα λεπτό περίπου βγήκε έξω, και είδε ένα από τους δύο άντρες χωρίς να μπορεί να καθορίσει εάν ήταν ο συνοδηγός ή ο οδηγός του αυτοκινήτου ο οποίος κρατούσε το στήθος του και είπε ότι θέλει να πάει στο Νοσοκομείο. Η μάρτυρας του είπε να ειδοποιήσουν Αστυνομία αλλά αυτός αρνήθηκε και επανέλαβε ότι θέλει να πάει στο Νοσοκομείο. Η μάρτυρας δεν γνώριζε πώς κτύπησε αυτό το πρόσωπο στο στήθος ούτε γνώριζε προσωπικά τους δύο αλλοδαπούς και ότι δεν θέλει να πάει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει διότι μένει μόνη της και φοβάται. Σε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στις 12.12.09 και που το περιεχόμενο της αποτελεί επίσης μέρος της κυρίως κατάθεσης της αναφέρει ότι όταν βγήκε έξω μετά που άκουσε το θόρυβο και υπέθεσε ότι κάποιο αυτοκίνητο κτύπησε βγήκε και ο αδελφός της στην αυλή. Είδε ένα αυτοκίνητο ακινητοποιημένο δηλαδή σταματημένο λίγο λοξά μέσα στο δρόμο με κτυπημένο το δεξιό του μέρος πάνω στον τοίχο του δρόμου απέναντι από το σπίτι της. Ο δρόμος στο σημείο εκείνο εφωτίζετο από το λαμπτήρα του ηλεκτρικού πασάλου. Τα μούτρα του αυτοκινήτου ήταν με κατεύθυνση την χωροεπισκοπή. Αμέσως είδε να βγαίνει από την πόρτα του συνοδηγού ένα πρόσωπο και μετά αμέσως πίσω του βγήκε ένα άλλο πρόσωπο. Μόλις βγήκαν και οι δύο έξω από το αυτοκίνητο άρχισαν να συζητούν στη γλώσσα τους και κατάλαβε ότι θα ετσακώνοντο. Σε κάποια στιγμή είδε τον ένα από αυτούς να βάζει το χέρι του μπροστά στη ζώνη του και υποψιάστηκε ότι θα έβγαζε μαχαίρι. Η μάρτυρας δεν μπορούσε να πει αν αυτός που έβαλε το χέρι του μπροστά στη ζώνη του ήταν αυτός που βγήκε πρώτος ή δεύτερος από το αυτοκίνητο. Ο άλλος στεκόταν σε απόσταση ενός μέτρου από αυτόν και δεν τον είδε να κρατά κάτι στα χέρια του ή να βγάζει κάτι από τις τζέπες του. Η μάρτυρας φοβήθηκε και έφυγε από εκεί που στεκόταν και μπήκε σπίτι. Άλλο πρόσωπο δεν υπήρχε στο δρόμο. Μπαίνοντας στο σπίτι άκουσε πάλι φωνές στη γλώσσα που μιλούσαν οι δύο και μετά από ένα δύο λεπτά βγήκε πάλι έξω στην αυλή και είδε και τον αδελφό της να είναι αυτός έξω δίπλα από την είσοδο του σπιτιού εκεί στα σκαλιά. Ένας από τους δύο που τσακώνοντο ερχόταν περπατητός στο δρόμο, βγήκε τα σκαλιά του σπιτιού και έπεσε στην αυλή μπροστά. Το πρόσωπο αυτό το είδε να κρατά με τα χέρια το στήθος του αλλά δεν είδε αν αιμορραγούσε. Η ίδια είπε να τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία αλλά το πρόσωπο αυτό είπε «όχι Αστυνομία, Νοσοκομείο», στα ελληνικά δύο φορές. Εκείνη την ώρα περνούσε από το δρόμο ο Αντρέας Παντελή με το διπλοκάμπινο του, σταμάτησε απέναντι από την είσοδο του σπιτιού της και ο τραυματισμένος σηκώθηκε μόνος του και πήγε στο διπλοκάμπινο και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και έκατσε μέσα και τον άκουσε που είπε στον Αντρέα «Νοσοκομείο». Ο Αντρέας έβαλε πισινή για να τον πάρει στο Νοσοκομείο. Το αυτοκίνητο τους ήταν εκεί σταματημένο μέχρι που ήρθε η Αστυνομία και το πήρε. Εκεί στο αυτοκίνητο είδε ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα κομμάτι ρούχο. Η μάρτυρας δεν μπορούσε να περιγράψει το τραυματισμένο πρόσωπο λόγω του ότι άρχισε να νυχτώνει και λόγω του ότι τα γεγονότα έγιναν τόσο γρήγορα και ξαφνικά. Την επομένη 10.12.08 ενώ ήταν μέσα στο σπίτι της που το παράθυρο είδε την Αστυνομία μαζί με ένα αράπη που τον αποκαλούσαν «Μάριο» και ο οποίος πριν λίγο καιρό έμενε στην Περιστερώνα. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανάφερε ότι ο μόνος φωτισμός στο σημείο εκείνο ήταν ο στύλος της ηλεκτρικής. Δεν ήταν σίγουρη να πει αν εκείνος που βγήκε που την πόρτα του συνοδηγού τράβηξε τον οδηγό έξω ή όχι. Εν πάση περιπτώσει εβγήκαν και οι δύο έξω ταυτόχρονα. Η μάρτυρας σ΄ αυτό το σημείο επέμενε ότι είδε να βγαίνουν και οι δύο από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τσακώνονται. Στην Αστυνομία τηλεφώνησε ο αδελφός της. Όπως ήταν ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο δεν χωρούσε να περάσουν άλλα και εγύριζαν πίσω. Η μάρτυρας δεν μπορούσε να πει σε πόση ώρα ήρθε η Αστυνομία ούτε είδε τη μετακίνηση του αυτοκινήτου και ούτε γνώριζε να πει αν υπήρχαν νεαρά πρόσωπα στην περιοχή. Επίσης δεν γνώριζε να πει πόσοι αλλοδαποί μένουν στο χωριό της. Ερωτηθείσα για τον πληθυσμό του χωριού απάντησε ότι στο χωριό υπάρχουν 200 ψηφοφόροι περίπου. Ως Μ.Κ.15 ήταν ο Κυριάκος Χριστοφόρου, αδελφός της προηγούμενης μάρτυρος. Ο εν λόγω μάρτυρας ευρισκόταν στο σπίτι της μητέρας του και της αδελφής του Αγνής Χριστοφόρου και περί ώρα 17.05 άκουσε θόρυβο δυνατό, βγήκε έξω, πήγε προς τα σκαλιά που οδηγούν στο δρόμο και είδε ένα σαλούν αυτοκίνητο να είναι ακινητοποιημένο πάνω στον τοίχο απέναντι από το σπίτι του. Ταυτόχρονα είδε δύο άντρες να στέκονται στη μέση του δρόμου και ο ένας να προσπαθεί να πιάσει τον άλλο από τα ρούχα και να φωνάζουν μεταξύ τους στη γλώσσα τους που απ΄ ότι αντελήφθη ήταν αραβικά. Ο μάρτυρας φώναξε δυνατά σ΄ αυτούς τους άντρες να σταματήσουν διότι θα τηλεφωνήσει στην Αστυνομία αλλά τον αγνόησαν. Αμέσως μετά είδε τον ένα από τους δύο άντρες να τρέχει προς τα πάνω με κατεύθυνση τη Λυσό και το δεύτερο άντρα να τον κυνηγά. Ο ίδιος παρακολουθούσε την όλη σκηνή από το πρώτο σκαλοπάτι της οικίας της μητέρας του. Σε απόσταση 15-20 μέτρων από αυτόν ο δεύτερος άντρας έφθασε αυτόν που κυνηγούσε και τον ακινητοποίησε πάνω στον τοίχο. Οι δύο τους ήρθαν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και αυτός που κυνηγούσε τον άλλο, τον αγκάλιασε με το ένα του χέρι. Μετά είδε ότι και οι δύο τους άρχισαν να περπατούν προς το μέρος του και όταν οι δύο τους έφθασαν στο ύψος της οικίας της μητέρας του ο ένας από αυτούς προχώρησε στα πρώτα δύο σκαλιά και έπεσε. Ο δεύτερος άντρας άρχισε να τρέχει προς το κέντρο του χωριού. Ο ίδιος δεν πρόσεξε αν ο άντρας που έπεσε στα σκαλιά ήταν κτυπημένος φώναζε όμως ότι ήθελε γιατρό όχι όμως Αστυνομία. Εκείνη την ώρα έφθασε ο Αντρέας Παντελή με το διπλοκάμπινο του ο οποίος σήκωσε τον πιο πάνω άντρα και τον έβαλε στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του. Ο ίδιος τηλεφώνησε στον κοινοτάρχη και του ανάφερε το γεγονός και συμφώνησαν να ειδοποιήσουν την Αστυνομία. Η ώρα 17.11 λεπτά πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία και μίλησε με τον αστυνομικό Ιάκωβο. Ο άντρας που κυνηγούσε τον άλλο είχε ύψος περίπου 1.75, ήταν λεπτής σωματικής διάπλασης με κοντά μαλλιά. Λόγω του ότι ήταν περιορισμένος ο φωτισμός δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Το αυτοκίνητο που ακινητοποιήθη στον τοίχο του δρόμου έξω από το σπίτι της μητέρας του το έβλεπε τακτικά στο χωριό. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι ο τραυματισμός του θύματος πρέπει να έγινε από το δράστη όταν τον έφθασε και τον ακινητοποίησε στον τοίχο. Ο μάρτυρας ανάφερε ακόμη ότι ο ένας ήταν λίγο πιο λεπτός από τον άλλο και υπέδειξε στη φωτογραφία 7 του τεκμηρίου 1(Β) το σημείο στο οποίο ο ένας στρίμωξε τον άλλο και τον ακινητοποίησε. Ο μάρτυρας στην αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν είδε να κρατούν μαχαίρια οι δύο άντρες. Ανάφερε επίσης ότι δεν κοίταξε να δει σε ποιο σημείο της αυλής ήταν η αδελφή του και πρόσθεσε ότι κάποια πράματα μπορούσε να τα δει ένας καλύτερα από την πόρτα του σπιτιού κάποια άλλα από τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο δρόμο. Ο μάρτυρας επίσης δεν μπορούσε να πει ποιος ακινητοποίησε τον άλλο και ποιος ακινητοποιήθηκε. Το επεισόδιο διάρκεσε πάρα πολύ λίγο. Το μόνο που είπε ο τραυματισμένος είναι ότι ήθελε γιατρό και όχι Αστυνομία. Ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία. Ως Μ.Κ.16 κατάθεσε ο αστυφ. 2886 Α. Αλεξάνδρου. Ο πιο πάνω μάρτυρας παρέλαβε όλα τα συλλεγέντα τεκμήρια τα οποία παρουσιάσθησαν στο Δικαστήριο και καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε σαν Τεκμήριο 25 ένα κλειώμενο μαχαίρι με μαύρη χειρολαβή το οποίο είχε παραλάβει από τον αστυφ. 3116 Φυλακτού. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε και αυτός ο μάρτυρας ότι εξέτασαν τη σκηνή του επεισοδίου κατά μήκος του δρόμου και κάποια αίματα στο δρόμο ήταν εμφανή. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει σε ποιο όνομα ήταν εγγεγραμμένο το αυτοκίνητο που κτύπησε στο περιτοίχισμα του δρόμου. Ως Μ.Κ.17 κατάθεσε ο αστυφ. 1635 Ανδρέας Χ"Βασίλης ο οποίος σχεδιαγράφησε τη σκηνή του επεισοδίου και ειδικά το δρόμο στον οποίο έγινε το επεισόδιο. Επίσης ο μάρτυρας στις 18.12.08 κατηγόρησε στο γραφείο του τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, της μαχαιροφορίας, της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και παράνομου μετανάστη με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «παραδέχομαι». Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης σαν Τεκμήριο 27
(1)το σχεδιαγράφημα στο οποίο προέβηκε και στο οποίο εμφαίνεται ο συγκεκριμένος δρόμος με τα παρακείμενα κτίρια, οικίες και χώρο στάθμευσης και απαντώντας σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση απάντησε ότι ο ίδιος δεν εξέτασε πού ήταν το σπίτι του θύματος. Ο μάρτυρας απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι όταν τον κατηγόρησε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο μέσω διερμηνέα ο Κατηγορούμενος απάντησε «παραδέχομαι» και πρόσθεσε ότι γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει τις θέσεις του σε άλλους αστυνομικούς. Οι κατηγορίες, όπως είπε, ήταν σαφείς, υπήρχε διερμηνέας και κατεγράφη η απάντηση που έδωσε. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος είναι μορφωμένος και αν αντιλαμβάνεται νομικές έννοιες. Κατά την επανεξέταση ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έθεσε θέμα ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν. Ο υπαστυνόμος Σάββας Σάββα κατάθεσε σαν Μ.Κ.18 και ανέφερε ότι η ώρα 19.25 έφθασαν στο χωριό Περιστερώνα για εξετάσεις. Εντοπίσθηκαν στην άσφαλτο του δρόμου ίχνη που ομοίαζαν με αίμα και απέκλεισαν τη σκηνή με αστυνομική κορδέλα και την έθεσαν υπό φρούρηση. Ο μάρτυρας παρουσίασε τον Κατηγορούμενο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ζήτησε διάταγμα προσωποκράτησης και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης του. Επίσης στην παρουσία του ο ιατροδικαστής Ν. Χαραλάμπους εξέτασε σωματικά τον Κατηγορούμενο και πήρε αποκόμματα νυχιών του. Στην παρουσία του μάρτυρα επίσης ο Κατηγορούμενος, αφού μετέβησαν στην Περιστερώνα, προέβη σε υποδείξεις σκηνών και επίσης στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς του υπεδείχθη το αυτοκίνητο YU195 το οποίο οδηγούσε στις 9.12.
  1. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος έλαβε γνώση του επεισοδίου η ώρα 18.40 ενώ το επεισόδιο έλαβε χώρα η ώρα 17.
  2. Από η ώρα 17.10 μέχρι 19.25, εκτός μικρού χρονικού διαστήματος όπως είπε, η σκηνή ήταν ανεπιτήρητη. Σαν εξεταστής της υπόθεσης δεν θεωρεί ότι επηρεάστηκε το ανακριτικό έργο λόγω του ότι η σκηνή για κάποιο χρονικό διάστημα ήταν ανεπιτήρητη και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι οποιοσδήποτε επηρέασε τη σκηνή. Ανάφερε ακόμη ότι η οδός Ελευθερίας είναι ο κεντρικός δρόμος του χωριού και η χωροεπισκοπή απέχει περίπου 35 μ. από το σημείο που έγινε το επεισόδιο. Ως Μ.Κ.19 κατάθεσε ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους ο οποίος παρουσίασε την έκθεση του και σημειώθηκε Τεκμήριο
  3. Στην έκθεση του ο μάρτυρας περιγράφει την εξέταση που έκαμε στη σωρό του θύματος και το συμπέρασμα του σύμφωνα με το οποίο το θύμα Abdala Αbdelmajed Bakir, ετών 32, απεβίωσε λόγω εσωτερικής αιμορραγίας που προκλήθηκε από νήσσων και τέμνων όργανο. Ο ιατροδικαστής εξέτασε και τον Κατηγορούμενο και από την εξέταση κατέληξε σε δύο ευρήματα ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίαζε α) εκδορά μετά εφελκείδος διαστ. 1Χ0,1 εκ. στη ραχιαία χώρα του δείκτη του δεξιού χεριού και β) εκδορά μετά εφελκείδος διαστ. 0,1Χ0,1 εκ. στη ραχιαία χώρα του μικρού δακτύλου του αριστερού χεριού. Αντεξεταζόμενος ο ιατροδικαστής ανάφερε ότι οι κοκκινίλες που φαίνονται στο σώμα του θύματος είναι αίμα και δεν έχει επηρεασθεί το δέρμα. Επίσης το σημάδι που φαίνεται στο δείκτη του Κατηγορούμενου προκλήθηκε από κάτι αιχμηρό αλλά για να δημιουργηθεί εφελκείδα χρειάζονται 24 ώρες και η εφελκείδα δεν μπορούσε να έγινε τη συγκεκριμένη ώρα. Ο μάρτυρας σε επανελημμένες υποβολές που του έγιναν ότι το θύμα σωματικά ήταν πιο ισχυρό από τον Κατηγορούμενο αρνήθηκε και επέμενε ότι η σωματική διάπλαση θύματος και Κατηγορουμένου ήταν περίπου η ίδια. Μετά που συμπληρώθηκε η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και αφού το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθησαν τα δικαιώματα που είχε ο Κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ένορκα από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ένορκα υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στις διωκτικές αρχές, η μια που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο 21
(2)και ελήφθηκε στις 10.12.08 και η άλλη που είναι Τεκμήριο 21
(3)και λήφθηκε στις 15.12.08. Ο Κατηγορούμενος στην πρώτη κατάθεση του αναφέρει ότι πριν δέκα χρόνια περίπου όντας στη Συρία μαζί με το θύμα τσακώθηκαν για μια ποδοσφαιρική ομάδα και ήρθαν σε λεκτική αντιπαράθεση. Ύστερα όμως τα βρήκαν αλλά και πάλι ξανατσακώθηκαν και οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Ήρθε στην Κύπρο πριν τρισήμισυ χρόνια περίπου με βάρκα μέσω των κατεχομένων περιοχών. Κατέληξε στο χωριό Περιστερώνα όπου υπήρχαν και άλλοι συμπατριώτες του και κατά διαστήματα εργαζόταν σαν κτίστης σε διάφορα χωριά της περιοχής. Κατά διαστήματα έμενε και στην Περιστερώνα αλλά τον τελευταίο καιρό έμενε στη Λυσό. Ο Abdala, το θύμα, ήρθε στο σπίτι του διότι ήταν φίλος με τους συγκάτοικους του. Ο ίδιος δεν μίλησε καθόλου στο θύμα αλλά ούτε και το θύμα του μίλησε διότι ο Κατηγορούμενος δεν ήθελε να έχει σχέσεις μαζί του. Στις 9.12.08 και περί ώρα 5.00 το απόγευμα ξεκίνησε από τη Λυσό με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής YU195 για να πάει στο supermarket στην Περιστερώνα. Το εν λόγω αυτοκίνητο ανήκει στο Μοχάμετ Γιούσιφ που μένει στη Λυσό αλλά το οδηγούν πολλοί Άραβες. Όταν μπήκε στο χωριό Περιστερώνα και ήταν πλησίον του supermarket εξ΄ αντιθέτου ερχόταν ένα αυτοκίνητο και επειδή ο δρόμος ήτο στενός ο ίδιος κτύπησε πάνω σε ένα μικρό τοίχο και σταμάτησε. Εκείνη την ώρα είδε και μια γριά που περπατούσε στο δρόμο. Μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε να βρίσκεται σε απόσταση 15μ. περίπου και να έρχεται προς το μέρος του ο Abdala, δηλαδή το θύμα. Ενώ πλησίαζε ο Abdala άρχισε να του φωνάζει δυνατά «ήθελες να με σκοτώσεις με το αυτοκίνητο». Ο Κατηγορούμενος του απάντησε «αφού εσταμάτησα δαμέ πώς θα σε σκοτώσω αφού εσύ είσαι πιο μακριά»; Ο Abdala, όπως είπε ο Κατηγορούμενος, άρχισε να τον βρίζει με τις φράσεις «γαμώ τη ράτσα σου και θα σπάσω την κεφαλή σου» και αμέσως του έδωσε μια γροθιά στο στήθος. Κατόπιν είδε να βγάζει από την τζέπη του παντελονιού του ένα μαχαίρι και να το ανοίγει και στη συνέχεια να του επιτίθεται. Την ίδια ώρα έβγαλε και ο ίδιος από την τζέπη του το δικό του μαχαίρι και άρχισαν να επιτίθεται ο ένας στον άλλο. Ενώ βρισκόντουσαν κοντά στο αυτοκίνητο του εντός του δρόμου ο Κατηγορούμενος, όπως είπε, κατάφερε και τον κάρφωσε με το μαχαίρι μπροστά πάνω στο σώμα του. Ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν να πει πόσες φορές τον μαχαίρωσε ή σε ποιο σημείο του κορμιού του τον μαχαίρωσε. Ο Κατηγορούμενος είδε ότι είχε αίματα πάνω του και στη συνέχεια άρχισε να τρέχει και έφυγε από το μέρος και πήγε περπατητός στην Πόλη Χρυσοχούς. Ανάφερε επίσης ότι πάνω στα ρούχα του είχε αίματα και το μαχαίρι που μαχαίρωσε τον Abdala το είχε μαζί του. Επισκέφθηκε διάφορα σπίτια που έμεναν Άραβες ζητώντας βοήθεια και κάποιος Κούρδος αρχικά συμφώνησε να τον μεταφέρει στη Λεμεσό αλλά μετά αρνήθηκε και τελικά ειδοποίησε τον συγκάτοικο του Μαχμούτ και τον μετέφερε στη Λεμεσό χωρίς ο ίδιος να πει στο συγκάτοικο του τι έγινε. Ο Κατηγορούμενος όταν συνελήφθη στη Λεμεσό στο σπίτι Αράβων που κατέληξε παρέδωσε τα ρούχα που φορούσε και το μαχαίρι με το οποίο μαχαίρωσε το θύμα. Ο Κατηγορούμενος όταν πληροφορήθηκε ότι το θύμα απεβίωσε ανάφερε ότι δεν ήθελε να τον σκοτώσει αλλά έγινε. Ο ίδιος όπως είπε, δεν έχει καθόλου τραύματα πάνω του. Ο Abdala, το θύμα, απ΄ ότι γνωρίζει ο Κατηγορούμενος όπως είπε δεν μπήκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε την ημέρα του επεισοδίου. Το εν λόγω αυτοκίνητο ανάφερε ότι το οδηγά σχεδόν καθημερινά. Ο Κατηγορούμενος συμπλήρωσε ότι ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του σαν κρατούμενος και για τις υπηρεσίες δικηγόρου που εδικαιούτο και πρόσθεσε ότι δεν ήθελε δικηγόρο λέγοντας ότι «έκαμα ένα λάθος και πρέπει να πληρώσω». Στην δεύτερη κατάθεση που έδωσε στις 15.12.08 και ήταν υπό τύπο ερωτοαπαντήσεων ο Κατηγορούμενος κατάθεσε ότι πάντα έχει ένα μαχαίρι πάνω του διότι είναι συνήθεια από τη Συρία και ότι έφυγε από το μέρος τρέχοντας διότι φοβήθηκε και φοβήθηκε διότι δεν ήξερε ότι πέθανε και μπορούσε να έρθει πίσω του και να τον σκοτώσει. Τον Abdala, δηλαδή το θύμα τον είδε να βγάζει το μαχαίρι του από απόσταση 2 με 3 μέτρα περίπου. Επίσης ανάφερε ο Κατηγορούμενος ότι όταν τον κτύπησε με τη γροθιά στο στήθος στο άλλο χέρι ο Abdala κρατούσε το μαχαίρι αλλά δεν γνώριζε να πει γιατί δεν τον κτύπησε πρώτα με το μαχαίρι. Ο Κατηγορούμενος επέμενε στη θέση του ότι ο Abdala κρατούσε μαχαίρι όταν του επετέθη. Επίσης ο Κατηγορούμενος επέμενε ότι την ώρα που ενεπλάκη στο δυστύχημα δηλαδή που κτύπησε το αυτοκίνητο του στον τοίχο δεν είχε δει μέχρι εκείνη την ώρα τον Abdala. Ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε επίσης να δώσει εξήγηση γιατί στο αυτοκίνητο που οδηγούσε βρέθηκε ένα σακάκι μέσα στο οποίο ήταν ένα διαβατήριο του Marwan Bakir ο οποίος είναι αδελφός του θύματος. Τον αδελφό του Abdala τον γνωρίζει από τη Συρία αλλά στην Κύπρο δεν ήρθε καθόλου. Επίσης ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση γιατί τα κλειδιά του αυτοκινήτου ΕΡΑ573 που συνήθως οδηγούσε ο Abdala βρέθηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος. Στην Περιστερώνα κάποιοι τον φώναζαν με το όνομα του Safar και κάποιοι τον γνώριζαν και σαν Μάριο. Το μαχαίρι με το οποίο τραυμάτισε τον Abdala το είχε από παλιά αλλά δεν μπορούσε να πει από πού το αγόρασε. Ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο Abdala κρατούσε μαχαίρι με σκοπό να τον σκοτώσει αλλά δεν γνώριζε το λόγο γιατί ήθελε να τον σκοτώσει. Έφυγε από τη σκηνή τρέχοντας και δεν έφυγε με το αυτοκίνητο του επειδή δεν ξεκινούσε. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στο αυτοκίνητο του και ήταν μόνος του. Ο Abdala διέμενε όπως είπε στην Περιστερώνα στο σπίτι που τους έδειξε και που είναι πιο πάνω από εκεί που έλαβε χώρα το επεισόδιο. Ο σκοπός του όταν πήγε στη Λεμεσό ήταν μετά από λίγες ημέρες να επιστρέψει πίσω. Ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να πει με ποιαν ταχύτητα οδηγούσε όταν έγινε το δυστύχημα. Κτύπησε στη δεξιά πλευρά του δρόμου αντί στην αριστερή επειδή υπήρχε μια γυναίκα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και για να μην την κτυπήσει συγχύστηκε και πήγε στη δεξιά πλευρά. Ανάφερε ακόμη ότι η ακτινογραφία που βρέθηκε στο σπίτι που διέμενε προηγουμένως στην Περιστερώνα και ήταν στο όνομα του θύματος ήταν δική του, δηλαδή του Κατηγορούμενου και πρέπει να έγραψε ο γιατρός λάθος όνομα. Ο Κατηγορούμενος τσακώθηκε και στην Περιστερώνα πριν δύο χρόνια περίπου με το θύμα διότι ενώ ήταν στο αυτοκίνητο με ένα φίλο του ο Abdala τον έπιασε από το λαιμό και επενέβη ο φίλος του για να γλιτώσει. Μερικές ημέρες πριν το επεισόδιο έστειλε €600 ευρώ στη σύζυγο του στη Συρία μέσω κάποιου άλλου Άραβα ονόματι Razak. Πέραν από τα πιο πάνω που αποτελούν μέρος της κυρίως κατάθεσης του Κατηγορούμενου ο τελευταίος πρόσθεσε προφορικά και τα ακόλουθα. Οι σχέσεις του με το θύμα δεν ήταν καλές εδώ και δέκα χρόνια. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε τη συγκεκριμένη ημερομηνία το χρησιμοποιούσαν και 4 με 5 άλλα άτομα Αραβικής καταγωγής αλλά δεν γνώριζε να πει αν το χρησιμοποίησε και καμιά φορά το θύμα. Μετά το επεισόδιο στο αυτοκίνητο που οδηγούσε βρέθηκαν δύο σακάκια του θύματος αλλά δεν γνώριζε να πει πώς βρέθηκαν εκεί. Όταν κτύπησε στον τοίχο κατέβηκε από τη θέση του συνοδηγού διότι δεν μπορούσε να κατεβεί από τη θέση του οδηγού και είδε τον Abdala πίσω του ο οποίος άρχισε να τον βρίζει και να του λέει ότι έκανε το δυστύχημα για να τον εμπλέξει με την Αστυνομία. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι εδώ και δύο χρόνια το θύμα ήθελε να τον βρει και να του δημιουργήσει προβλήματα. Το θύμα ήταν μεγαλόσωμος και επιβαλλόταν στους άλλους. Στα δύο μέτρα απόσταση το θύμα τράβηξε μαχαίρι και το ίδιο έκαμε και ο Κατηγορούμενος. Πιάστηκαν στα χέρια και το θύμα τον κτύπησε στο στήθος. Αλληλοτραβιόντουσαν και το θύμα προσπαθούσε να τον κτυπήσει με μαχαίρι. Προσπαθούσε και αυτός να τον τραυματίσει και ο Θεός αποδέχτηκε αυτό το οποίο έκαμε. Ερωτηθείς για την αμυχή που είχε στο δείκτη του χεριού του ανάφερε ότι προκλήθηκε από το μαχαίρι του θύματος. Ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι συνηθίζει να κρατά μαχαίρι και είναι κάτι συνηθισμένο όπως έχει ένας το ρολόϊ στο χέρι του προσθέτοντας ότι στη Συρία μεταφέρουν και πιστόλια. Ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι έφυγε από το μέρος διότι αν έμενε εκεί θα ήταν εκείνος μακαρίτης και το θύμα θα ήταν στο Δικαστήριο. Ο ίδιος γνώριζε ότι τον τραυμάτισε ελαφρά. Όταν τον συνέλαβε η Αστυνομία στη Λεμεσό είχε και διερμηνέα και μετάφραζε ότι του έλεγαν. Όταν τον συνέλαβαν απάντησε «ναι τσακώθηκα με κάποιον στην Περιστερώνα». Δεν γνώριζε ότι απέθανε. Στο παντελόνι του δεν είχε ζώνη. Ο Κατηγορούμενος απάντησε στην Αστυνομία ότι παραδέχεται αλλά εκείνο που εννοούσε ήταν ότι τσακώθηκε με το θύμα και τελικά αυτός απέθανε και ο ίδιος προκάλεσε το θάνατο του. Ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε επίσης ότι το μαχαίρι που κρατούσε το θύμα πιθανώς να το βρήκε κάποιος και να το πήρε είτε για να βλάψει τον ίδιο είτε νομίζοντας ότι θα τον βοηθούσε. Κατά την αντεξέταση ο Κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι εκεί που έγινε το δυστύχημα γίνονται καθημερινά τέτοια δυστυχήματα. Ερχόταν ένα αυτοκίνητο εξ΄ αντιθέτου, δεν λειτουργούσαν καλά τα φρένα και αντί να πατήσει φρένα προτίμησε να κτυπήσει το αυτοκίνητο στον τοίχο και κτύπησε στον τοίχο μετά που πέρασε το άσπρο αυτοκίνητο. Μπερδεύτηκε όπως είπε και κτύπησε στον τοίχο. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο αντελήφθηκε το θύμα να έρχεται από πίσω του σε απόσταση 10 με 15 μέτρα φωνάζοντας και βρίζοντας τον. Το θύμα φώναζε διότι έκαμε δυστύχημα κοντά στο σπίτι του για να τον πιάσει η Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος όπως είπε, είχε πολλούς λόγους να τσακώνεται με το θύμα και τις τελευταίες μέρες είπε στους συγκάτοικους του να μην τον αφήνουν να έρχεται στο σπίτι του. Ο Κατηγορούμενος πλησίασε το θύμα για να τον ρωτήσει γιατί φωνάζει και τον βρίζει και αυτός τράβηξε μαχαίρι και ως εκ τούτου τράβηξε και αυτός το δικό του μαχαίρι. Το θύμα έβγαλε το μαχαίρι από την τζέπη του αλλά δεν γνώριζε να πει τι είδους μαχαίρι ήταν. Ο Κατηγορούμενος επέμενε στις υποβολές που του έγιναν ότι το θύμα κρατούσε μαχαίρι. Όταν πιάστηκαν στα χέρια ο Κατηγορούμενος ένιωσε ότι τον κτύπησε με το μαχαίρι. Δεν γνώριζε όμως να πει αν τον κτύπησε δύο φορές. Όταν ο Κατηγορούμενος αντελήφθηκε ότι κτύπησε το θύμα σταμάτησαν και απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο και αυτός έφυγε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είναι πλησίον του τοίχου που κτύπησε το θύμα και επανέλαβε ότι ήταν στη μέση του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είναι αυτός που επετέθη στο θύμα και επέμενε ότι είναι το θύμα που ανέσυρε πρώτος μαχαίρι για να τον κτυπήσει. Επίσης αρνήθηκε ότι το θύμα ευρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο. Επίσης επανέλαβε ότι το θύμα του είπε ότι είχε σκοπό να τον κτυπήσει με το αυτοκίνητο. Όταν υπεδείχθη στον Κατηγορούμενο το Τεκμήριο 2
(15)που ήταν το σακάκι του θύματος που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του δεν το ανεγνώρισε και ανάφερε ότι δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε. Όταν του υπεδείχθη στη φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου 3
(1)το συρματόσχοινο του ηλεκτρικού στύλου που φαίνεται και του υπεβλήθη ότι είναι εκεί που μαχαίρωσε το θύμα ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και επέμενε ότι ήταν στη μέση του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος επανέλαβε φορτικά ότι είχαν μεταξύ τους προβλήματα και μια φορά τον κτύπησε το θύμα όταν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο επειδή δεν ήθελε να γίνει υποτακτικός του. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε επανειλημμένα ότι το θύμα ήταν τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα συνοδηγός στο αυτοκίνητο που οδηγούσε. Αρνήθηκε ότι το θύμα δεν κρατούσε μαχαίρι και επέμενε ότι η εκδορά που φαίνεται στο δάκτυλο του προκλήθηκε από το μαχαίρι που κρατούσε το θύμα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχαμε την ευκαιρία να δούμε, να ακούσουμε και να παρακολουθήσουμε όλους τους μάρτυρες που κατάθεσαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου. Σημειώσαμε τη συμπεριφορά των μαρτύρων που κατάθεσαν δια ζώσης, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν και την αντίδραση τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο. Στη μαρτυρία των Μ.Κ.14 και 15 όπως και στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου θα αναφερθούμε με λεπτομέρεια στη συνέχεια. Χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό αποδεχόμεθα τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 16, 17 και 19, σαν αληθινή και ειλικρινή μαρτυρία και σαν μαρτυρία που εκφράζει τα πραγματικά γεγονότα που οι πιο πάνω μάρτυρες διαπίστωσαν από τις εξετάσεις που έκαμαν ή και είδαν και αντελήφθησαν οι ίδιοι. Όσοι από τους πιο πάνω μάρτυρες είναι μέλη της Αστυνομίας ανάφεραν τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν, τι διαπίστωσαν και τι είδαν από τη στιγμή που ανεμίχθησαν στην υπόθεση και δεν είχαν κανένα λόγο να πουν οτιδήποτε πέραν από αυτά που οι ίδιοι διαπίστωσαν. Οι υπόλοιποι μάρτυρες, κυρίως κάτοικοι του χωριού, που είδαν και αντελήφθησαν τα διαδραματισθέντα επίσης ανέφεραν με θετικότητα και ειλικρίνεια εκείνα τα οποία είδαν ή και αντελήφθησαν να συμβαίνουν και όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας κρίνονται από το Δικαστήριο σαν ανεξάρτητοι μάρτυρες. Οι πιο πάνω μάρτυρες με θετικότητα, αμεσότητα, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς παλινδρομήσεις απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υπεβλήθησαν και δεν μας έδωσαν την εντύπωση έστω και την ελάχιστη ότι προσπαθούσαν να αποκρύψουν οτιδήποτε από την αλήθεια. Οποιαδήποτε διαφορά υπάρχει στη μαρτυρία αυτών των μαρτύρων κατηγορίας δεν αφορά ουσιώδη σημεία της υπόθεσης και δεν μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα να κριθούν ως αναξιόπιστοι μάρτυρες. Τουναντίον οι οποιεσδήποτε διαφορές στη μαρτυρία τους ενισχύει την άποψη περί αξιοπιστίας των διότι οι μάρτυρες οι ίδιοι είπαν πώς είχαν αντιληφθεί τα γεγονότα επιτόπου οι ίδιοι προσωπικά χωρίς να συσχετίζουν αυτές τις διαπιστώσεις με τους υπόλοιπους μάρτυρες. Η εντύπωση που μας προκάλεσαν με την ζωντανή παρουσία τους στο Δικαστήριο ήταν εξαιρετική και τους κρίνουμε σαν μάρτυρες της αλήθειας. Η Μ.Κ.14 μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση για την ειλικρίνεια της μαρτυρίας της. Με το δικό της απλό τρόπο περιέγραψε τα όσα αντελήφθηκε και ήταν απόλυτα σαφής όταν επανελειμμένα ανέφερε πώς είδε δύο πρόσωπα να βγαίνουν από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου από την πόρτα του συνοδηγού. Η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής καταρρίπτει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.15 ήταν ο ουσιαστικότερος μάρτυρας των γεγονότων αφού είδε την εξέλιξη του επεισοδίου και μπορεί να χαρακτηριστεί σαν αυτόπτης μάρτυρας. Χωρίς να καθορίζει ποιον από τα δύο πρόσωπα που περιγράφει ήταν ο Κατηγορούμενος από τα γεγονότα όπως τα ανέφερε και συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία καταλήγει ότι «ο τραυματισμός του θύματος πρέπει να έγινε από το δράστη όταν τον έφτασε και τον ακινητοποίησε στον τοίχο». Ο μάρτυρας αυτός κρίνουμε ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η μαρτυρία του συνάδει επίσης με τη μαρτυρία της Μ.Κ.14, η οποία όμως σε κάποια στιγμή μπήκε στο σπίτι ενώ ο Μ.Κ.15 παρακολούθησε καθόλη τη διάρκεια το επεισόδιο. Η μαρτυρία και του μάρτυρα αυτού καταρρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου. Για την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου κατάθεσε ο ίδιος προφορικά και υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στις διωκτικές αρχές και επιπλέον πρόσθεσε προφορικά ότι αναφέρεται στην περίληψη της μαρτυρίας του όπως πιο πάνω εκτίθεται. Η εντύπωση που μας προκάλεσε ο Κατηγορούμενος δεν ήταν καθόλου καλή διότι από τις απαντήσεις που έδιδε προκύπτει η ενδόμυχη επιθυμία του να επιρρίψει όλη την ευθύνη του επεισοδίου που κατέληξε στο θάνατο του θύματος πάνω στο θύμα. Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω θεωρούσε ότι η κατάληξη του επεισοδίου με το θάνατο του θύματος ήταν θέλημα του Θεού και όχι αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών και πράξεων. Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε το επεισόδιο σαν μια μονομαχία που διεξήχθη μεταξύ αυτού και του θύματος και περιέγραψε σαν πρώτο επιτιθέμενο το θύμα ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ήτο πολύ πιο σωματώδης από αυτόν και κατά συνέπεια περισσότερο ισχυρός σωματικά αλλά η μονομαχία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο του θύματος ενώ αυτός εξήλθε από αυτή τη μονομαχία αλώβητος και χωρίς κανένα απολύτως τραύμα. Η αμυχή η οποία παρουσιάζεται στο δάκτυλο (δείκτη) του Κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ιατροδικαστή μπορεί να προήλθε από ένα μυτερό όργανο αλλά η αμυχή αυτή όπως είπε ο ιατροδικαστής πρέπει να προκλήθηκε πριν από το επεισόδιο. Είναι τόσο ασήμαντη σαν τραύμα που μπορεί να προήλθε και να προέκυψε από πολλούς και διάφορους λόγους και όχι κατά την ισχυριζόμενη μονομαχία του Κατηγορούμενου με το θύμα. Ο Κατηγορούμενος θεώρησε αυτή την αμυχή ως τραύμα μεγάλης σημασίας και που τείνει να αποδείξει ότι το θύμα κρατούσε και αυτό μαχαίρι. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην πρώτη του κατάθεση λέγει ότι ο ίδιος δεν έχει καθόλου τραύματα πάνω του. Αν πράγματι το θύμα κρατούσε μαχαίρι και ήθελε να σκοτώσει τον Κατηγορούμενο σίγουρα δεν θα τον κτυπούσε κατά τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου πρώτα με γροθιά στο στήθος και όχι με το μαχαίρι. Ο Κατηγορούμενος από τις απαντήσεις που έδωσε από τη στιγμή της σύλληψης του και μετά και αφού βέβαια του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο εκφράζουν κατά την άποψη μας τα πραγματικά γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Όταν εντοπίσθηκε ο Κατηγορούμενος στο διαμέρισμα 327 της πολυκατοικίας GEOTANIA στη Λεμεσό και πληροφορήθηκε για το ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του απάντησε «είχα πρόβλημα μαζί του στη Συρία τζιαι εμασιέρωσα τον». Όταν υποβλήθηκε σε σωματική έρευνα και ανευρέθη το κλειώμενο μαχαίρι το οποίο είχε εμφανή ίχνη αίματος και του επεστήθη και πάλι η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «έσφαξα τον με τούτο το μαχαίρι». Από αυτές τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου δεν φαίνεται να προβάλλεται οποιαδήποτε θέση αυτοάμυνας κατόπιν επίθεσης όπως είναι ο ισχυρισμός του από το θύμα. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από το Μ.Κ.17 αστυφ. 1635 Ανδρέα Χ"Βασίλη και με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «παραδέχομαι» χωρίς και πάλι να προβάλει οποιαδήποτε θέση αυτοάμυνας εκ μέρους του. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση γιατί μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και ακινητοποιήθηκε στον τοίχο του κεντρικού δρόμου του χωριού Περιστερώνα ευρίσκοντο μέσα σε αυτό αντικείμενα που ανήκαν στο θύμα όπως το σακάκι του, το διαβατήριο του και κλειδιά αυτοκινήτου που εχρησιμοποιούσε το θύμα. Η θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι το θύμα εκείνη την ημέρα δεν μπήκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και ούτε ήταν συνοδηγός του αμέσως προ του επεισοδίου. Ακόμη ο Κατηγορούμενος όταν του εξηγήθησαν, και τούτο προκύπτει από την κατάθεση που έδωσε στις διωκτικές αρχές, τα δικαιώματα του σαν κρατουμένου και για τις υπηρεσίες δικηγόρου που εδικαιούτο απάντησε «έκαμα ένα λάθος και πρέπει να πληρώσω». Και πάλι ο Κατηγορούμενος δεν θέτει οποιαδήποτε θέση αυτοάμυνας κατά το επεισόδιο. Στη δεύτερη του κατάθεση ενώπιον των διωκτικών αρχών ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι έφυγε από το μέρος τρέχοντας διότι φοβήθηκε επειδή δεν ήξερε ότι πέθανε και μπορούσε να έρθει πίσω του και να τον σκοτώσει το θύμα. Δεν έφυγε όμως ο Κατηγορούμενος απλά από τη σκηνή του επεισοδίου αλλά περπατητός πήγε στην Πόλη Χρυσοχούς όπου αναζήτησε βοήθεια για να τον μεταφέρουν στη Λεμεσό και βρήκε τέτοια βοήθεια για να πάει στη Λεμεσό. Η ενέργεια αυτή του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έφυγε από τη σκηνή για το λόγο που ανάφερε αλλά έφυγε από τη σκηνή του επεισοδίου για να αποφύγει εντοπισμό και σύλληψη του για την πράξη στην οποία προέβηκε, δηλαδή να μαχαιρώσει το θύμα. Στις δύο καταθέσεις που έδωσε στις διωκτικές αρχές ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι οδηγώντας το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και στο συγκεκριμένο δρόμο είδε από απόσταση 15μ. το θύμα να έρχεται προς το μέρος του και όταν ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του το θύμα άρχισε να τον βρίζει και να του λέει ότι δημιούργησε το δυστύχημα για να τον εμπλέξει με την Αστυνομία. Στην προφορική του κατάθεση πρόσθεσε ότι όταν κτύπησε το αυτοκίνητο στον τοίχο και κατέβηκε από τη θέση του συνοδηγού είδε το θύμα πίσω του ο οποίος άρχισε να τον βρίζει και να του λέει ότι έκαμε το δυστύχημα για να τον εμπλέξει με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε το θύμα σαν πρόσωπο αυταρχικό που ήθελε να επιβάλλεται σε όλους και να γίνεται το δικό του και γι΄ αυτό ζήτησε και από τους συγκάτοικους του να μην τον αφήνουν να πηγαίνει σπίτι του. Δεν στοιχειοθέτησε όμως αυτή την περιγραφή του θύματος με άλλη μαρτυρία από συμπατριώτες του ή συγκάτοικους του που γνώριζαν και μπορούσαν να επιβεβαιώσουν αυτή τη θέση του Κατηγορούμενου. Ήταν τελικά η θέση του Κατηγορούμενου ότι αλληλοτραβιόντουσαν με το θύμα και ο ένας προσπαθούσε να κτυπήσει τον άλλο με μαχαίρι και τελικά αυτός κατάφερε να τον τραυματίσει και ο Θεός αποδέχθηκε αυτό το οποίο έκαμε. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο ίδιος και οι συμπατριώτες του συνηθίζουν να έχουν πάντοτε ένα μαχαίρι στην τζέπη τους όπως έχουν το ρολόϊ στο χέρι τους και στην χώρα του δεν μεταφέρουν μόνο μαχαίρια αλλά και πιστόλια για να υποστηρίξει ότι και το θύμα κρατούσε μαχαίρι, δεν γίνεται αποδεκτή. Επίσης στην προφορική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι όταν αντελήφθηκε ότι κτύπησε το θύμα σταμάτησαν να παλεύουν και απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλο και αυτός έφυγε. Τούτο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ότι είπε στις δύο καταθέσεις του ενώπιον των διωκτικών αρχών ότι έφυγε τρέχοντας φοβούμενος ότι θα έρθει πίσω του για να τον σκοτώσει. Είμεθα της άποψης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η προσπάθεια που κατέβαλε ήταν να επιρρίψει το αποτέλεσμα των ενεργειών του πάνω στο θύμα. Ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθησαν δεν ήταν αυθόρμητος. Δεν ήταν οι απαντήσεις του άμεσες και πάνω στο σημείο που ερωτάτο αλλά ήταν ολοφάνερη η προσπάθεια του να δώσει μια απάντηση η οποία δεν θα τον έβλαπτε. Η παράσταση του ενώπιον μας και κατά την κυρίως εξέταση αλλά και την αντεξέταση δεν μας εντυπωσίασε και κρίνουμε ότι ο Κατηγορούμενος απέκρυψε τα αληθινά γεγονότα από το Δικαστήριο και κρίνουμε επίσης ότι δεν μπορούμε να βασισθούμε στη μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που ακούσαμε καταλήγουμε ότι τα αληθινά γεγονότα αυτής της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος στις 9.12.08 και περί ώρα 17.10 οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής YU195 στον κεντρικό δρόμο του χωριού Περιστερώνα με συνοδηγό τον Abdala Αbdelmajed Bakir. Για άγνωστο λόγο ο Κατηγορούμενος χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου κτύπησε στο δεξιό περιτοίχισμα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Κατηγορούμενος και θύμα εξήλθαν από την πόρτα του συνοδηγού και άρχισαν να τσακώνονται στη μέση του δρόμου φωνάζοντας ο ένας στον άλλο στη μητρική τους γλώσσα. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος κυνήγησε το θύμα και φθάνοντας στο σημείο που υπάρχει ηλεκτρικός πάσσαλος στερεωμένος με συρματόσχοινο τον ακινητοποίησε και του επέφερε δύο θανατηφόρα τραύματα στην αριστερή μαστική χώρα και αριστερή πλάγια υπομαστική χώρα προκληθέντα από νήσσων και τέμνων όργανο - μαχαίρι. Κατόπιν τούτου ο Κατηγορούμενος διέφυγε τρέχοντας και αφού κατέληξε στην Πόλη Χρυσοχούς μετεφέρθη από συμπατριώτη του στη Λεμεσό όπου εντοπίστηκε στο διαμέρισμα 327 της πολυκατοικίας GEOTANIA, οδός Βολταίρου στη Λεμεσό και συνελήφθηκε. Είναι εύρημα μας ότι ο Κατηγορούμενος επετέθη με μαχαίρι εναντίον του θύματος και αφού τον κυνήγησε για απόσταση περί τα 15 μέτρα τον ακινητοποίησε στον τοίχο εκεί που ευρίσκεται το συρματόσχοινο του ηλεκτρικού πασάλου όπως φαίνεται στην φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου 1(Β) και τον μαχαίρωσε δύο φορές. Είναι επίσης εύρημα μας ότι οι σχέσεις του Κατηγορούμενου με το θύμα δεν ήταν καθόλου καλές και η εχθρότητα που υπήρχε μεταξύ τους χρονολογείτο από δέκα ετών και πλέον που δημιουργήθηκε αυτή η εχθρότητα στην πατρίδα τους Συρία και μεταφέρθηκε και συνεχίσθηκε στο χωριό Περιστερώνα όπου και οι δύο ευρίσκοντο σαν μετανάστες. Με βάση αυτά τα ευρήματα θα πρέπει να αποφασίσουμε εάν ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας ή όχι. Η γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησε η πλευρά του Κατηγορούμενου ήταν η αυτοάμυνα. Η αυτοάμυνα σε επίθεση, όπως ελέχθη στην υπόθεση Miliotis v. The Police
(1971)2 CLR 292, μπορεί υπό τις προϋποθέσεις και περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης να μην στοιχειοθετεί το αδίκημα. Το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα προνοεί πως: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατό να μην καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε.» Ανάλυση των στοιχείων αυτών γίνεται στο Archbold Criminal Pleading & Evidence & Practice, 39th ed. P. 1450. Περαιτέρω, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα που ετέθη στην Palmer v. Regina M
(1971)1 All E.R. 1077 at 1085, αν ήταν αναγκαία η άσκηση βίας και αν η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν η εύλογη υπό τις περιστάσεις. Πέραν δε τούτου, η ανάγκη χρήσης βίας και το μέγεθος αυτής θα εξαρτηθεί από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, αφού η βία δεν είναι μετρήσιμη και θα πρέπει να αντικριστεί τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά αν ήταν η μόνη εύλογη και δέουσα υπό τις συνθήκες (βλέπε Palmer v. The Queen
(1971)1 All E.R. 1077). Έχει λεχθεί στην υπόθεση Giorgi άλλως Πάτο v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 29.6.00 σελ. 351, στη σελίδα 356, το εξής: «Η άμυνα καθιστά, όπως επισημαίνεται στην Μαραγκός v. Αστυνομίας, Π.Ε. 5469/21.9.98, τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η άμυνα όμως, θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται καθώς και ο τρόπος χρησιμοποίησης τους θα πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που αντιμετωπίζεται. Ένα άτομο που δέχεται επίθεση έχει δικαίωμα να αμυνθεί, αλλά δικαιούται μόνο να προβεί στις κινήσεις που είναι εύλογα αναγκαίες. Η εκτίμηση εξαρτάται βέβαια, από τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Palmer v. R
(1971)1 All E.R. 1077).» Όταν εγείρεται θέμα αυτοάμυνας το βάρος απόδειξης, βρίσκεται και πάλι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε στα πλαίσια αυτοάμυνας και όχι ο Κατηγορούμενος να αποδείξει ότι οι ενέργειες και πράξεις του εμπίπτουν στα όρια της αυτοάμυνας. Στην υπόθεση Maifoshis v. Police
(1978)2 Α.Α.Δ. σελ. 2, επεξηγείται η υπεράσπιση που προνοεί το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει τα εξής: «Πράξη ή παράλειψη που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα δυνατό να μην καταλογιστεί σε αυτό που το διέπραξε αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων οι οποίες αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό και επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε.» Όπως τονίστηκε στην Maifoshis (ανωτέρω), κατ΄ αρχάς θα πρέπει να υπάρξει επίθεση για να προβληθεί με επιτυχία η υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Χωρίς επίθεση δεν μπορεί να υπάρχει αυτοάμυνα. Θα πρέπει επίσης να απαντηθεί και ένα άλλο ερώτημα. Αν ήταν αναγκαία η άσκηση βίας και αν η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν η εύλογη υπό τις περιστάσεις. Πέραν αυτού η ανάγκη χρήσης βίας και το μέγεθος αυτής θα εξαρτηθεί από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης αφού η βία δεν είναι μετρήσιμη και θα πρέπει να αντικρυστεί τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά αν ήταν η μόνη εύλογη και δέουσα υπό τις περιστάσεις. Από τα πιο πάνω ευρήματα στα οποία καταλήξαμε και που προκύπτουν από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή είναι φανερό κατά την κρίση μας ότι το θύμα δεν επετέθη στον Κατηγορούμενο ώστε να τίθεται θέμα αυτοάμυνας αλλά τουναντίον ο Κατηγορούμενος επετέθη στο θύμα και τον κυνήγησε μέχρι του σημείου που τον ακινητοποίησε και τον μαχαίρωσε. Και εάν ακόμη προέκυπτε από τα ευρήματα, που δεν προκύπτει οποιαδήποτε επίθεση του θύματος εναντίον του Κατηγορούμενου, είναι φανερό ότι ο τελευταίος υπερέβη κατά πολύ τα ακραία όρια της άμυνας διότι κυνήγησε το θύμα, το ακινητοποίησε, το μαχαίρωσε δύο φορές σε πολύ ευαίσθητα σημεία του σώματος του ενώ ο ίδιος δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε τραύμα με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Στοιχειοθέτηση ή μη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας Το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει: «205
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου με παράνομη πράξη ή παράλειψη, είναι ένοχο του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας.» Πιστεύουμε ότι με βάση τα προαναφερθέντα ευρήματα μας εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι στοιχειοθετούνται πλήρως τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Ο θάνατος του θύματος ήταν καθαρά και αποδεδειγμένα το αποτέλεσμα δύο μαχαιριών που επέφερε ο Κατηγορούμενος στο θύμα με μαχαίρι που είχε στην κατοχή του. Είτε είχε την πρόθεση να σκοτώσει το θύμα είτε όχι υπό αυτές τις συνθήκες, είναι η άποψη μας ότι είναι στοιχείο αδιάφορο. Ο Κατηγορούμενος εκ προθέσεως προέβηκε στις παράνομες πράξεις της μεταφοράς και χρήσης μαχαιριού (υπάρχει ήδη παραδοχή του σε κατηγορία μαχαιροφορίας) προκαλώντας το θάνατο του θύματος με δύο μαχαιριές. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Πουτζιουρής και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, και επιβεβαιώθηκε στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 488, στοιχειοθετείται το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από την πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη και δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται πρόθεση πρόκλησης θανάτου με παράνομη πράξη εφόσον αυτό δεν είναι απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος. Κατά την άποψη μας και λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που προκύπτουν από τη μαρτυρία, ακόμα και αν οι μαχαιριές που προκάλεσαν το θάνατο του θύματος ήταν το αποτέλεσμα πάλης που διεξήχθη μεταξύ θύματος και Κατηγορουμένου, και πάλι ο Κατηγορούμενος θα ήταν ένοχος ανθρωποκτονίας. Προς τούτο παραθέτουμε την αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε σε πολλές αποφάσεις όπως π.χ. στην αγγλική R v. Larkin
(1943)1 All E.R. 217 και σύμφωνα με την οποία: "Where the act which a person is engaged in performing is unlawful, then, if at the same time it is a dangerous act, that is an act which is likely to injure another person and quite inadvertently he causes the death of that person by the act, then he is guilty of manslaughter." Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Εκεί όπου η πράξη την οποία επιτελεί ένα πρόσωπο, είναι παράνομη, τότε, εάν ταυτόχρονα είναι και επικίνδυνη, δηλαδή είναι πράξη η οποία ενδέχεται να τραυματίσει άλλο πρόσωπο και άθελα του προκαλεί το θάνατο του άλλου προσώπου, τότε, είναι ένοχος ανθρωποκτονίας.» Στην ίδια την υπόθεση Larkin, ο Κατηγορούμενος κατόπιν ισχυρής πρόκλησης που είχε δεχθεί από την σύντροφο του σε σχέση με έλλειψη ηθικότητας στη συμπεριφορά της και αισθανόμενος ταπεινωμένος, προέταξε ξυράφι εναντίον της. Η γυναίκα υπέστη σοβαρό πλήγμα στο λαιμό από το ξυράφι και απέθανε. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου ήταν ότι ήθελε μόνο να εκφοβίσει άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί της, αλλά η γυναίκα εκουνιόταν μπροστά του και τραυματίστηκε τυχαία. Στην απόφαση του το Δικαστήριο ανέφερε ότι ακόμα και αν γινόταν δεκτή η εκδοχή του Κατηγορούμενου, ήταν ένοχος ανθρωποκτονίας και η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο κατ΄ εφαρμογή της προαναφερθείσας αρχής. Στην επίσης Αγγλική απόφαση Gray and another v. Barr Prudential Assurance Co. Ltd.
(1971)2 All E.R. 950 αν και εξεταζόταν αστικής φύσεως υπόθεση, ο δικαστής Denning ανάφερε και τα εξής σε σχέση με κατηγορία ανθρωποκτονίας: "In the category of manslaughter relating to an unlawful act, the accused must to a dangerous act with the intention of frightening or harming someone, or with the realization that it is likely to frighten or harm someone, and nevertheless he goes on and does it, regardless of the consequences. If the act does thereafter, in unbroken sequence, cause the death of another, he is guilty of manslaughter." Σε μετάφραση: «Στην κατηγορία ανθρωποκτονίας η οποία σχετίζεται με παράνομη πράξη, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να προβεί σε μία επικίνδυνη πράξη και η πρόθεση όπως εκφοβίσει ή βλάψει κάποιον ή συνειδητοποιώντας ότι είναι ενδεχόμενο να εκφοβίσει ή βλάψει κάποιον άλλο και παρόλο τούτου, προχωρεί και την διενεργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις. Εάν η πράξη του προκαλεί ακολούθως με αδιατάρακτη σειρά το θάνατο κάποιου άλλου είναι ένοχος ανθρωποκτονίας.» Όπως εξήγησε ο Δικαστής Denning, είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση Larkin (ανωτέρω), καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία έστω και αν δεν επέφερε ο ίδιος το πλήγμα αλλά αυτό προκλήθηκε από το ότι το θύμα εκινείτο μπροστά από το ξυράφι που ο Κατηγορούμενος προέτασσε. Όπως δε πρόσθεσε, σε άλλη υπόθεση ο Κατηγορούμενος προέτασσε έμφορτο όπλο εναντίον άλλων προσώπων προτιθέμενος να τους ληστέψει. Παριστάμενος τρίτος προσπάθησε να τον αναγκάσει να βάλει το όπλο κάτω αλλά αυτό εκπυρσοκρότησε και τον σκότωσε. Ο Κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι επρόκειτο για ατύχημα πλην όμως το Εφετείο αποφάσισε ότι επρόκειτο τουλάχιστον για ανθρωποκτονία. Στην ίδια την υπόθεση Gray and another v. Barr (ανωτέρω) το Εφετείο εξέταζε την υποχρέωση ασφαλιστικής εταιρείας να αποζημιώσει για θάνατο από ατύχημα. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο θάνατος προκλήθηκε μετά που ένα πρόσωπο επιτέθηκε εναντίον άλλου με έμφορτο όπλο για να τον εκφοβίσει και όταν ο άλλος όρμησε πάνω του για προστασία. Το οπλισμένο άτομο έπεσε κάτω και προκλήθηκε άθελη εκπυρσοκρότηση και αυτό θεωρήθηκε ανθρωποκτονία. Σε άλλη υπόθεση όπου εξεταζόταν παρόμοιο θέμα, την Re K (deceased)
(1985)1 All E.R. 403 η σύζυγος συχνά εκακοποιείτο βάναυσα από το σύζυγο της. Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας επίθεσης, η σύζυγος πήρε το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το οποίο διατηρούσε ο σύζυγος της μέσα στην κουζίνα, πιστεύοντας πως όταν την έβλεπε με το όπλο στο χέρι δεν θα την ακολουθούσε. Απασφάλισε δε το όπλο κάνοντας χαρακτηριστικό ήχο για να τον ακούσει ο σύζυγος. Αυτός στράφηκε κατά το μέρος της προκαλώντας την να πυροβολήσει και το όπλο πυροβόλησε επιφέροντας το θάνατο του συζύγου. Η ίδια κατέθεσε πως δεν θυμόταν να είχε αγγίξει, πολύ δε λιγότερο να είχε τραβήξει την σκανδάλη. Δηλώσεις που έκανε η σύζυγος σε διάφορα πρόσωπα αργότερα μιλούσαν και για ότι πυροβόλησε το θύμα και για ότι το όπλο εκπυρσοκρότησε. Καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία, καθότι η πρόκληση δεν συνιστά υπεράσπιση σε κατηγορία ανθρωποκτονίας, και η απερισκεψία της συζύγου με το να στρέφει έμφορτο όπλο εναντίον του συζύγου της και να το απασφαλίζει, κατέστησαν την καταδίκη της για ανθρωποκτονία αναπόφευκτη. Κατά παρόμοιο τρόπο, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 37th Ed. Para 2519, εκεί όπου κάποιος διενεργεί μια επικίνδυνη και παράνομη πράξη, εάν προκληθεί θάνατος αυτή συνιστά ανθρωποκτονία. Πριν την κατάληξη μας θεωρούμε ότι πρέπει να σχολιάσουμε και τη θέση της υπεράσπισης που προεβλήθη από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι το τέλος, ότι οι διωκτικές αρχές και τα μέλη της Αστυνομίας που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση αυτών των αδικημάτων δεν ενήργησαν με προσοχή και επιμέλεια και που είχε σαν αποτέλεσμα κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης να μην ανευρεθεί το μαχαίρι που κρατούσε το θύμα. Εκείνο το οποίο μπορούμε να πούμε είναι το εξής. Θα ήταν ευχής έργο αν αμέσως μετά τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος οι διωκτικές αρχές μπορούσαν να ευρίσκονται στη σκηνή του αδικήματος για την διερεύνηση και ανίχνευση του αδικήματος. Τούτο είναι πρακτικώς αδύνατο και δεν μπορεί να επιρρίπτεται οποιαδήποτε ευθύνη στις διωκτικές αρχές επειδή η σκηνή παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα αφύλακτη και χωρίς να αποκλεισθεί από την Αστυνομία και εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε που να δείχνει ότι τα μέλη της Αστυνομίας ενήργησαν πλημμελώς και με τρόπο που να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου. Είναι βέβαιο ότι τα εμπλεκόμενα μέλη της Αστυνομίας στη διερεύνηση του αδικήματος ερευνούσαν για την ανεύρεση μαχαιριού διότι το πρώτο στοιχείο που γνώριζαν ήταν ότι το θύμα μαχαιρώθηκε και προέβησαν κατά την άποψη μας στις αναγκαίες έρευνες για ανεύρεση μαχαιριού. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι ευρίσκετο σε αυτοάμυνα μαχαιρώνοντας το θύμα έγινε γνωστή στις διωκτικές αρχές μετά που συνελήφθη και έδωσε τις δύο καταθέσεις που αποτελούν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω και επανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, νομίζουμε ότι η αλυσίδα των ενεργειών του Κατηγορουμένου δείχνουν πράξεις και παράνομες και συνάμα τρομερά επικίνδυνες. Η κατοχή και χρήση μαχαιριού σε ώρα έντονης αντιδικίας μεταξύ θύματος και κατηγορουμένου δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για εκφοβισμό του θύματος. Ακόμη περισσότερο επικίνδυνη ήταν η ενέργεια του Κατηγορουμένου να κυνηγήσει το θύμα και αφού το ακινητοποίησε ακόμη πιο ασυγχώρητη και επικίνδυνη ήταν η ενέργεια του να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι που κρατούσε, δύο φορές. Αυτές όλες οι ενέργειες του Κατηγορούμενου συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα που είναι σχετικά με μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο. Οι πιο πάνω παραβάσεις του Νόμου σε συνδυασμό με την επίθεση κατά του θύματος και το κυνηγητό και μαχαίρωμα του θύματος που ακολούθησε καθιστούν την καταδίκη για ανθρωποκτονία αναπόφευκτη. Έχουμε ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα και ως εκ τούτου ευρίσκουμε τον Κατηγορούμενο ένοχο στην πρώτη κατηγορία όπως οι λεπτομέρειες του αδικήματος. (Υπ.) ................. Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Μ. Ματθαίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Κ.Φ./Α.Μ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.