Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12138/08, 23.07.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12138/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V
- Αντώνη Γρηγορίου
- Sahms Aldien
- Omar Al Sahy
- Adel Al Mahmoud Κατηγορουμένων ____________________________ 23.07.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ανδρέας Παπαχαραλάμπους με κ. Ευφροσύνη Γεωργιάδου Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 την 24η Σεπτεμβρίου 2008 στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 σε ανεγειρόμενη οικοδομή, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον Adel Al Mahmoud (Μ.Κ.1), τον Αστυφ. 3335 Σάββα Μαυρομμάτη (Μ.Κ.2) και τον Αστυφ. 1314 Αρτέμη Πελεκάνου (Μ.Κ.3). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκαν και τα ακόλουθα τεκμήρια: Α) Η θεληματική κατάθεση του Μ.Κ.1 (πρώην Κατηγορούμενου 4) στη μητρική του γλώσσα, την οποία ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκ. 1) Β) Η πιστή μετάφραση του Τεκ. 1 στην ελληνική γλώσσα (Τεκ. 2) Γ) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκ. 3) και Δ) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε δυο μάρτυρες υπεράσπισης, τον Τάσο Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) και το Δημήτρη Ιωαννίδη (Μ.Υ.2). Επιπρόσθετα κατατέθηκαν και τα Τεκμήρια 5 έως 8. Τα όσα ανέφεραν, τόσο οι μάρτυρες κατηγορίας, όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η κατηγορία, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105, το οποίο προνοεί ότι: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι οχτώ χιλιάδες πεντακόσια σαράντα τρία ευρώ ή και με τις δυο αυτές ποινές». Το άρθρο 2 είναι το ερμηνευτικό άρθρο της συγκεκριμένης νομοθεσίας, όπου μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και ο ορισμός της έννοιας «αλλοδαπός» ως ακολούθως: «αλλοδαπός» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Από το λεκτικό της ανωτέρω νομοθετικής διάταξης , σε συνδυασμό και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, όπου η Κατηγορούσα Αρχή σαφώς προσδιορίζει ότι αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, εργοδοτούσε παράνομα σε ανεγειρόμενη οικοδομή τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4, προκύπτει ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απόδειξη της ύπαρξης σχέσης εργοδότησης μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορουμένων 2, 3 και
- Στο Κεφ. 105 δεν δίνεται η νομική ερμηνεία των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος». Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που δίδεται στο άρθρο 2 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, όπου προνοείται ότι: «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Κομβικής σημασίας για την κατηγορία αυτή είναι αναμφίβολα καταρχήν η μαρτυρία του Μ.Κ.1 και στη συνέχεια η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Θα ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω επισταμένα να καταθέτει δια ζώσης ενώπιόν μου και για τον οποίο έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία και δεν έχω κανένα δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση και όσα στην πραγματικότητα διαδραματίσθηκαν στην παρουσία του και με τη συμμετοχή του στις 24.09.2008 και ώρα 12:20 που συνελήφθη από το Μ.Κ.2 να εργάζεται σε υπό ανέγερση κατοικία στο χωριό Τίμη. Αξιολογώ κατ' αυτόν τον τρόπο τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όχι βεβαίως αυθαίρετα, αλλά διότι πέραν του ότι παρέμεινε σταθερός και ιδιαίτερα πειστικός, κατά τη διάρκεια, τόσο της κυρίως εξέτασης, όσο και κυρίως της αντεξέτασής του, στα όσα ισχυρίσθηκε και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις, δεν προκύπτει από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, τόσο της κατηγορούσας αρχής, όσο και της υπεράσπισης, οποιοδήποτε στοιχείο ή έστω ένδειξη ότι η μαρτυρία του ήταν προσχεδιασμένη ή ότι ο Μ.Κ.1 διακατεχόταν από οποιαδήποτε κακόβουλα ή υστερόβουλα κίνητρα. Μη ξεχνάμε πως ο Μ.Κ.1 είχε έρθει παράνομα στη χώρα μας από τα κατεχόμενα στις 31.08.2007 και ότι παρέμεινε και εργάσθηκε παράνομα μέχρι την ημέρα της σύλληψής του και δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, ότι πέραν της εργοδότησής του από τον Κατηγορούμενο 1, είχε οποιαδήποτε διαφορά με αυτόν ή οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό, για να προσχεδιάσει και να καταθέσει τα όσα ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο. Μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Μ.Κ.1, όντας ήδη κατάδικος σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 40 ημερών για παράνομη είσοδο, παράνομη παραμονή και παράνομη απασχόληση στη χώρα μας, δεν είχε ούτως ή άλλως οτιδήποτε να αναμένει, υπό μορφή ευνοϊκής μεταχείρισης στο πρόσωπό του. Ο Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε καταρχήν το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσής του (Τεκ. 1), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είμαι από τη Συρία και ήρθα στη Κύπρο την 31.08.07 με βάρκα από την Τουρκία. Κατεβήκαμε στα κατεχόμενα και μετά ήρθα στην Ελληνική πλευρά της Κύπρου. Από τότε είμαι στην Κύπρο χωρίς χαρτιά. Εχτές πήγα δουλειά στα χτίσματα στην Τίμη. Μάστρος μου ήταν ο Αντώνης Γρηγορίου με τον οποίο συμφώνησα να μου δίνει μεροκάματο 40 ευρώ την ημέρα. Εργαζόμουν ως εργάτης. Σήμερα το μεσημέρι ήρθε στο εργοτάξιο το τμήμα αλλοδαπών και με συνέλαβε την ώρα που εργαζόμουν». Στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι μάστρος του ήταν ο Κατηγορούμενος 1, τον οποίο και αναγνώρισε. Στην αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 τρεις με τέσσερις ημέρες πριν εργοδοτηθεί σε αυτόν, διότι δούλευαν και άλλοι, προφανώς γνωστοί του, κοντά του. Ενόψει του ότι δούλευε μεροκάματο πήγε να δουλέψει ως εργάτης. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν τον ρώτησε το όνομά του, ούτε ο ίδιος του το είπε. Ο Κατηγορούμενος 1 τον ήξερε ως Adel. Ο ίδιος γνώριζε το όνομα του Κατηγορούμενου 1 από τους άλλους εργάτες που δούλευαν κοντά του. Συμφώνησε μαζί του για 40 ευρώ μεροκάματο. Δούλεψε κοντά του για πέντε ημέρες και πληρώθηκε για τις τέσσερις, μετά τη σύλληψή του. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1 στην Τίμη δούλευαν για τον Κατηγορούμενο 1 και άλλοι εργάτες, μεταξύ των οποίων ήταν Κύπριοι, Ρουμάνοι και οι δυο συγκατηγορούμενοί του (Κατηγορούμενοι 2 και 3). Ανέφερε τέλος ότι συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 1 για την εργοδότησή του στο σπίτι του στην Τίμη, ότι δεν μίλησε με οποιονδήποτε άλλο πριν να ξεκινήσει δουλειά και ότι ξέρει ότι ο Κατηγορούμενος 1 μένει στην Τίμη, καθώς και ότι γνωρίζει το σπίτι του, το αυτοκίνητό του και το όνομα του πατέρα του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με έχει καλέσει να κρίνω αναξιόπιστο το Μ.Κ.1, αφενός μεν ενόψει του περιεχομένου του Τεκ. 5, το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1, με το οποίο ο Κοινοτάρχης Αναρίτας βεβαιώνει ότι ο Κατηγορούμενος 1 διαμένει, μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του, από το Μάρτιο του 2002 στην Αναρίτα, αφετέρου δε ενόψει των αντιφατικών, σύμφωνα με την αντίληψη του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης, ισχυρισμών του Μ.Κ.1 για τις ημέρες που εργοδοτήθηκε στον Κατηγορούμενο
- Αναμφίβολα ο Μ.Κ.1 επέμεινε στην αντεξέτασή του ότι γνωρίζει το σπίτι του Κατηγορούμενου 1 στην Τίμη και ότι εκεί συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 1 για την εργοδότησή του. Αναμφίβολα επίσης ο Μ.Κ.1, ενώ στη θεληματική του κατάθεση ανέφερε ότι είχε πάει δουλειά στα χτίσματα στην Τίμη την προηγούμενη ημέρα από τη σύλληψή του, στην αντεξέτασή του ισχυρίσθηκε ότι δούλεψε εκεί πέντε ημέρες. Κατά την ταπεινή μου άποψη οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές με το ακόλουθο σκεπτικό: Το κύριο ζητούμενο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας οποιουδήποτε μάρτυρα, είτε κατηγορίας, είτε υπεράσπισης, δεν είναι ο κατατεμαχισμός της και η μικροσκοπική εξέταση των κομματιών που θα προκύψουν, σε μια προσπάθεια αναζήτησης αφορμής για την απόρριψή της, αλλά η θεώρησή της ως ενιαίο σύνολο, προκειμένου να αντιληφθούμε τις πραγματικές προθέσεις του μάρτυρα και την προσήλωσή του στην αλήθεια. Οσον αφορά τον τόπο διαμονής του Κατηγορούμενου 1, κατά την προσωπική μου αντίληψη, δεν είναι λογικό να αναμένουμε από έναν αλλοδαπό, που εισήλθε και διέμενε παράνομα στη χώρα μας και η μόνη του έγνοια ήταν να εργασθεί παράνομα για να επιβιώσει, να είχε προβεί σε ενδελεχή έλεγχο των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου 1 και να γνωρίζει που πραγματικά διέμενε με την οικογένειά του, έτσι ώστε σε περίπτωση που συλλαμβανόταν και προσαγόταν στο Δικαστήριο να ήταν σε θέση να το καταθέσει. Η άποψή μου είναι ότι ο ίδιος κατέθεσε αυτό το οποίο πίστευε ότι ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Προφανώς ο ίδιος θεώρησε ότι το σπίτι στην Τίμη, που πήγαινε καθημερινά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 και τους υπόλοιπους εργοδοτούμενους του Κατηγορούμενου 1, ήταν το σπίτι του και αυτό ανέφερε στο Δικαστήριο. Με ποια λογική όμως αυτός ο ειλικρινής ισχυρισμός του μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη τη μαρτυρία του στο σύνολό της; Πέραν τούτου στη βάση ποιας λογικής η αποκάλυψη, κατά την αντεξέτασή του, ότι δεν εργοδοτήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 την προηγούμενη ημέρα της σύλληψής του, αλλά ότι εργάσθηκε κοντά του για πέντε ημέρες και ότι πληρώθηκε για τις τέσσερις και μάλιστα μετά τη σύλληψή του από την Αστυνομία, θα πρέπει να μας οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι δεν είπε την αλήθεια; Κατά τη δική μου αντίληψη τίποτε από τα ανωτέρω δεν δύναται να ανατρέψει τη συνολική εικόνα αυτού του μάρτυρα, ως μάρτυρα της αλήθειας. Με το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι στο σύνολό της τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Οσον αφορά τους Μ.Κ.2 και 3 επίσης δεν έχω καμιά αμφιβολία για την αξιοπιστία τους. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τεκ. 3), στην οποία αναφέρεται στην επ' αυτοφώρω σύλληψη, τόσο των Κατηγορουμένων 2 και 3, όσο και του Μ.Κ.1, καθώς και στο γεγονός ότι και οι τρεις αμέσως μετά τη σύλληψή τους ανάφεραν ως εργοδότη τους τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος δεν ήταν παρών. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2, αφενός μεν συμφώνησε με σχετικές υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, ότι, κατά τη σύλληψή τους, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ασχολούνταν με την τοποθέτηση μαρμάρων στο πάτωμα της οικοδομής (της 1ης οικοδομής, όπως έχει ορισθεί στα πρακτικά της υπόθεσης) και ότι ο Μ.Κ.1 ασχολείτο με το πιάσιμο σωλήνων με μπετόν στην οροφή της οικοδομής (της 2ης οικοδομής, όπως έχει ορισθεί στα πρακτικά της υπόθεσης), αφετέρου δε διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν παρών κατά τη σύλληψή τους, αλλά ότι παρουσιάσθηκε στη 2η οικοδομή μετά από 10 με 15 λεπτά. Οπως επίσης διευκρίνισε ο Μ.Κ.2 μίλησε με τον Κατηγορούμενο 1, τον ρώτησε εάν είναι ο ιδιοκτήτης της οικοδομής και επειδή αυτός του απάντησε καταφατικά, τον κάλεσε να τον ακολουθήσει στο σταθμό. Δεν θεώρησε απαραίτητο να τον συλλάβει επειδή συμφώνησε να τον ακολουθήσει. Με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 και το Μ.Κ.1 συνεννοήθηκε στην αγγλική γλώσσα, καθώς αυτοί ανταποκρίνονταν σε όσα τους ρωτούσε. Μετά που τους συνέλαβε τους μετέφερε στον Αστυνομικό σταθμό Κουκλιών, όπου τους παρέδωσε στο Μ.Κ.3 για να συνεχισθούν οι εξετάσεις από το σταθμό. Από την αντεξέταση του Μ.Κ.2 συγκρατώ την αταλάντευτη επιμονή του, σε δυο ερωτήσεις, κατά την αντεξέταση, ότι, τόσο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, όσο και ο Μ.Κ.1, του ανέφεραν, τη στιγμή της σύλληψής του, το όνομα του Κατηγορούμενου1, ως τον εργοδότη τους. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τεκ. 4), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σημαντικό στοιχείο, που συγκρατώ από το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης είναι ότι και ο Μ.Κ.3 αναφέρει ότι και οι τρεις αλλοδαποί κατονόμασαν στον ίδιο ως εργοδότη τους τον Κατηγορούμενο 1, καθώς και ότι η θέση του Κατηγορούμενου 1 όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από το Μ.Κ3 τέσσερις περίπου ώρες μετά την αυτόφωρη σύλληψη των αλλοδαπών (15:55-16:00) ήταν ότι «ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο». Οπως προανέφερα δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και
- Οχι μόνο διότι ήταν σταθεροί και ιδιαίτερα πειστικοί στα όσα ισχυρίσθηκαν, τα οποία συνάδουν άλλωστε πλήρως και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, αλλά και διότι, πέραν κάποιων γενικών και αόριστων υποβολών ιδιαίτερα στο Μ.Κ.2 από την πλευρά της υπεράσπισης, οι οποίες στόχευσαν, ανεπιτυχώς, κατά την εκτίμησή μου, αφενός μεν να αμφισβητήσουν την προσέλευση στη 2η οικοδομή του Κατηγορούμενου 1, αφετέρου δε το γεγονός ότι κατονομάσθηκε από τους αλλοδαπούς ως ο εργοδότης τους, οι μαρτυρίες τους δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα άλλο σημείο, κατά την αντεξέτασή τους. Υπενθυμίζω τις υποβολές του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης για τι είδους εργασία έκανε κάθε ένας από τους τρεις αλλοδαπούς και σε ποια από τις δυο οικοδομές την ώρα της σύλληψής του από το Μ.Κ.2, υποβολές, που ειρρήσθω εν παρόδω, καταδεικνύουν ότι το μοναδικό ουσιαστικά αμφισβητούμενο και κατά συνέπεια επίδικο ζήτημα για την υπεράσπιση είναι, εάν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εργοδότης των αλλοδαπών. Ακόμη όμως και στα ανωτέρω σημεία, που ιδιαίτερα ο Μ.Κ.2 αμφισβητήθηκε, η εκτίμησή μου είναι, ότι η μαρτυρία του δεν υπέστη το παραμικρό πλήγμα. Αντίθετα η γενική και αόριστη, πάντα κατά τη δική μου εκτίμηση, αμφισβήτηση αυτών των σημείων, έδωσε την ευκαιρία στο Μ.Κ.2 να επιμείνει αταλάντευτα στους ισχυρισμούς του και να ενισχύσει την εντύπωση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία του. Ερχόμενος στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 και των Μ.Υ.1 και 2 οφείλω εξ' αρχής να καταγράψω την πεποίθησή μου ότι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, όχι βεβαίως αυθαίρετα, αλλά με το ακόλουθο σκεπτικό: Ο Κατηγορούμενος 1 δεν αρνήθηκε ότι είχε αναλάβει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στις δυο οικοδομές. Προσπάθησε όμως να μας πείσει ότι ξεκίνησε να τις κάνει και στις δυο οικοδομές τον Απρίλιο του 2008 και ότι τις ολοκλήρωσε και στις δυο οικοδομές γύρω στο τέλος Αυγούστου
- Προφανώς για να μας πείσει ότι δεν είχε καμιά σχέση με τις οικοδομικές εργασίες στις δυο οικοδομές κατά τον επίδικο χρόνο. Πρώτο ερώτημα, γιατί η συγκεκριμένη θέση, δεν προβλήθηκε κατά το στάδιο της ανάκρισης για να διερευνηθεί περαιτέρω και δεν υποβλήθηκε σε κανένα από τους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν; Δεύτερο ερώτημα, αφού ο Κατηγορούμενος 1, είπε την αλήθεια, γιατί δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το χρόνο έναρξης και περάτωσης των οικοδομικών εργασιών, που ο ίδιος είχε αναλάβει, και περιορίσθηκε σε γενικές και επί της ουσίας αόριστες αναφορές περί έναρξής τους στις αρχές Απριλίου 2008 και περάτωσής τους γύρω στο τέλος Αυγούστου 2008; Τρίτο ερώτημα, αφού ο Κατηγορούμενος 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο του αδικήματος, διεξήγαγε οικοδομικές εργασίες σε ανεγειρόμενη οικία στην Πέγεια, γιατί δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρειες ούτε σε αυτές τις οικοδομικές εργασίες και περιορίσθηκε επίσης σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές; Πέραν των πιο πάνω ερωτημάτων ο Κατηγορούμενος 1 εμφανίσθηκε ακατανόητα, κατά την εκτίμησή μου, συγχυσμένος και σε σχέση με το συνολικό ποσό που εισέπραξε για κάθε οικοδομή. Στην κυρίως εξέτασή του δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αυτό το ζήτημα. Στην αντεξέτασή του αρχικά ανέφερε, με κάθε σιγουριά θα έλεγα, χωρίς όμως να αποκλίνει η απάντησή του από τη γενικότερη αοριστία και ασάφεια που χαρακτήρισε όλες του τις απαντήσεις, ότι πήρε για κάθε οικοδομή γύρω στις €61.000.-, ενώ στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι από το Μ.Υ.1, ιδιοκτήτη της 1ης οικοδομής, πήρε €24.000.-, ενώ από το Μ.Υ.2, ιδιοκτήτη της 2ης οικοδομής, πήρε €61.000.-, προσκομίζοντας, προς απόδειξη του δεύτερου ισχυρισμού του τα Τεκ. 7 και
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έχει εισηγηθεί ότι η σύγχυση αυτή του Κατηγορούμενου 1 οφείλεται στην πολλαπλότητα της 1ης κατηγορίας, λόγω του ότι οι τρεις αλλοδαποί συνελήφθησαν σε δυο διαφορετικές οικοδομές. Μάλιστα έχει καλέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ανάλογο εύρημα και για το λόγο αυτό να απορρίψει την κατηγορία και να αθωώσει τον Κατηγορούμενο Πέραν του ότι δεν συμφωνώ με αυτή την εισήγηση, για λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια της απόφασης, η εκτίμησή μου είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε αυτές τις αντιφατικές απαντήσεις για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Εδώ δεν μιλούμε για πολλές οικοδομές και για διάφορα ποσά που θα μπορούσε κάποιος να πει ότι μπορεί να προκληθεί σύγχυση. Μιλούμε μόνο για δυο οικοδομές, πολύ συγκεκριμένες και για δυο ποσά επίσης πολύ συγκεκριμένα, κατά δε την προσωπική μου άποψη, από το σύνολο της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 προκύπτει αναμφίβολα ότι ο ίδιος γνώριζε και μάλιστα γνώριζε πολύ καλά για ποιες οικοδομές μιλούσε και σε ποιες οικοδομές αναφερόταν. Ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 1 ανασκεύασε τους αρχικούς ισχυρισμούς για το συγκεκριμένο ζήτημα; Μα προφανέστατα για να εναρμονίσει τη μαρτυρία του με το περιεχόμενο των Τεκ. 7 και 8, τα οποία προσκόμισε, μετά από απαίτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι εργασίες και στις δυο οικοδομές περατώθηκαν περί το τέλος Αυγούστου του 2008 και ότι με την ολοκλήρωσή τους εξοφλήθηκε από τους ιδιοκτήτες των οικοδομών (Μ.Υ.1 και 2). Αναρωτιέται βεβαίως κανείς τι αποδεικτική αξία προς όφελος του Κατηγορούμενου 1 μπορεί να έχει στην παρούσα υπόθεση που αυτός κατηγορείται για την εργοδότηση των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4, η προσκόμιση αποδείξεων πληρωμής χρηματικών ποσών από τους Μ.Υ. 1 και 2 σε κάποια εταιρεία με την επωνυμία «Εργοληπτική Εταιρεία Δημήτρης Γρηγορίου & Υιός Λτδ», όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 ήταν σαφέστατος στη μαρτυρία του ότι ο ίδιος προσωπικά είχε συμφωνήσει και είχε αναλάβει την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών και ποτέ δεν ισχυρίσθηκε ότι ενεργούσε, ως εκπρόσωπος ή διευθυντής ή υπάλληλος αυτής της εταιρείας; Πέραν τούτου θα πρέπει να πιστέψουμε τον αρχικό ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 1 ότι από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 2008 εργοδοτούσε τρεις υπαλλήλους ή το μεταγενέστερο ισχυρισμό του ότι εργοδοτούσε τέσσερις, συνυπολογίζοντας και τον ισχυρισμό του ότι ήταν βέβαιος ότι έβαζε κοινωνικές ασφαλίσεις στους τρεις εξ' αυτών, αλλά δεν θυμόταν καλά εάν έβαζε και στον τέταρτο; Περαιτέρω θα πρέπει να πιστέψουμε τον αρχικό του ισχυρισμό ότι περάτωσε τις οικοδομικές εργασίες και στις δυο οικοδομές περί το τέλος Αυγούστου 2008 ή το μεταγενέστερο ότι στο σπίτι του Μ.Υ.2 ολοκληρώθηκαν περί το τέλος Ιουλίου 2008 και στο σπίτι αυτό ειδοποιήθηκε να πάει και πήγε για δουλειά μιας ημέρας για κάτι κουτσοδούλια (χωρίς να καθορίσει ακριβώς για τι εργασία επρόκειτο); Και πως θα πιστέψουμε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο σπίτι του Μ.Υ.2 ολοκληρώθηκαν πριν από το σπίτι του Μ.Υ.1, όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι οι τρεις ή τέσσερις εργάτες, που εργοδοτούσε, εργάζονταν και στα δυο σπίτια, είτε 1-2 μέρες, είτε 2-3 ημέρες στο καθένα την εβδομάδα, λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού του ίδιου του Κατηγορούμενου 1 ότι το σπίτι του Μ.Υ.2 ήταν πιο μεγάλο από το σπίτι του Μ.Υ.1; Τέλος θα πρέπει να πιστέψουμε τον αρχικό ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 1 ότι τη δουλειά στην Πέγεια την ξεκίνησε περίπου μέσα στον Ιούλιο του 2008, το μεταγενέστερο ισχυρισμό του ότι αυτή τη δουλειά πρέπει να την ξεκίνησε μες το Σεπτέμβρη, χωρίς να θυμάται ακριβώς πότε ή τον τελικό ότι κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών στις δυο επίδικες οικοδομές έφτιαχνε και το σπίτι του; Για όλους τους ανωτέρω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 ως παντελώς αναξιόπιστη. Την ίδια ακριβώς πεποίθηση έχω και για τους Μ.Υ.1 και
- Ο Μ.Υ.1, ιδιοκτήτης της 1ης οικοδομής, όπου συνελήφθησαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο, ως αυτόπτης μάρτυρας της σύλληψής τους, προκειμένου να διαψεύσει τον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 ότι κατονόμασαν τον Κατηγορούμενο ως εργοδότη τους. Οπως ισχυρίσθηκε δεν τους άκουσε να αναφέρουν στο Μ.Κ.2 το όνομα Αντώνης Γρηγορίου. Εύλογο ερώτημα που δημιουργείται. Γιατί δεν υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2 ότι ο Μ.Υ.1 ήταν παρών, κατά τη σύλληψη των Κατηγορουμένων 2 και 3 για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί; Στη βάση δε της πιο πάνω παράλειψης, τουλάχιστον, της υπεράσπισης, δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Υ.1; Κατά την κρίση μου κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, όχι μόνο για νομικούς, αλλά και για ουσιαστικούς λόγους. Με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τον όψιμο ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι εργοδότης των Κατηγορουμένων 2 και 3 ήταν κάποιος Βασίλης Μηλάκης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, όταν η θέση αυτή επίσης δεν υποβλήθηκε σε κανένα από τους Μ.Κ.2 και 3 για να τοποθετηθούν. Οπως επίσης δεν μπορώ να πιστέψω, διότι αντίκειται στην κοινή λογική, την εκδοχή του Μ.Υ.1 ότι κάποια μέρα πέρασε από την οικοδομή ο Μηλάκης, του πρότεινε μια τιμή που τον συνέφερε και τη δέχθηκε, δηλ. ότι του ανέθεσε τη διεξαγωγή των οικοδομικών εργασιών, χωρίς να τον γνωρίζει και χωρίς να έχει δει οποιαδήποτε δουλειά του προηγουμένως, Η εκτίμησή μου είναι ότι ο Μ.Υ.1 ήρθε στο Δικαστήριο, όχι για να πει την αλήθεια, αλλά σε μια ενορχηστρωμένη με τον Κατηγορούμενο 1 προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Την ίδια εκτίμηση έχω και για το Μ.Υ.
- Αυτός βεβαίως δεν ισχυρίσθηκε ότι ήταν παρών, κατά τη σύλληψη του Μ.Κ.1, προφανώς λόγω του γεγονότος ότι ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ενόρκως και ίσως εκτιμήθηκε, ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολη η αντίκρουση της δικής του μαρτυρίας. Προφανώς για τον ίδιο λόγο δεν ισχυρίσθηκε ότι εργοδότης του Μ.Κ.1 δεν ήταν ο Κατηγορούμενος
- Περιορίσθηκε απλά να προσπαθήσει να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 1 ότι είχε τελειώσει τις οικοδομικές εργασίες που του είχε αναθέσει στα τέλη του Αυγούστου 2008 και να προβάλει τον όψιμο ισχυρισμό, που επίσης δεν υποβλήθηκε σε κανένα μάρτυρα κατηγορίας, ότι στις 24.09.2008 εκτελούνταν στην οικοδομή του εργασίες μόνωσης της οροφής της από κάποιο Μάριο Στυλιανού, Μπογιατζή, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Κοντολογίς η υπεροχή της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, συγκρινόμενη με τη μαρτυρία της Υπεράσπισης, είναι, πάντα κατά την ταπεινή μου άποψη, καταφανέστατη και αδιαμφισβήτητη. Η συνοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και συνακόλουθα η αξιοπιστία τους δεν έχει, ούτε κατ' ελάχιστο, πληγεί από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 και των Μ.Υ.1 και
- Εχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, υιοθετώ, υπό τη μορφή ευρημάτων του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τις μαρτυρίες των Μ.Κ.1, 2 και 3 (περιεχόμενο Τεκ. 1, 2 και 3 και ένορκες προφορικές μαρτυρίες τους). Στη βάση δε αυτών των πραγματικών γεγονότων δεν έχω καμιά αμφιβολία για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της 1ης κατηγορίας και ότι από αυτά τα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ασφαλές συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορούμενου 1 στην κατηγορία αυτή. Θέματα που εγέρθηκαν με την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης Ολοκληρώνοντας την απόφασή μου θα ήθελα να αναφερθώ και στα ακόλουθα θέματα, που εγέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης στην αγόρευσή τους: Α) Πολλαπλότητα Η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης είναι ότι η 1η κατηγορία και μοναδική που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 πάσχει από πολλαπλότητα, διότι περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, δυο αδικήματα: (α) Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε μια οικοδομή στην Τίμη και (β) Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης του Κατηγορούμενου 4 σε άλλη οικοδομή στην Τίμη, η οποία βρισκόταν σε απόσταση πενήντα μέτρων από την πρώτη . Συνακόλουθα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης ισχυρίζονται ότι η πολλαπλότητα προκάλεσε, κατά την ακροαματική διαδικασία, κάποια σύγχυση, τόσο στην υπεράσπιση, όσο και στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε συγχυστεί, κατά την αντεξέτασή του, ώστε να μην είχε επηρεασθεί η υπεράσπισή του. Επομένως η κατηγορία πρέπει να απορριφθεί και ο Κατηγορούμενος 1 να αθωωθεί. Η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, με την οποία συμφωνώ πλήρως, είναι ότι η 1η κατηγορία δεν πάσχει από πολλαπλότητα. Θα εξηγήσω το σκεπτικό μου, αφού αναφερθώ πρώτα στη νομική πτυχή του ζητήματος. Στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Στην παρ. (α) αυτού του άρθρου προβλέπεται ότι: «εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος». Ουσιαστικά από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει η δικονομική αρχή, ότι το κατηγορητήριο δεν πρέπει να πάσχει από πολλαπλότητα (bad for duplicity), δηλ. δεν πρέπει με την ίδια κατηγορία ο κατηγορούμενος να κατηγορείται για τη διάπραξη περισσότερων του ενός αδικημάτων, αλλά και ότι βεβαίως αντενδείκνυται η επανάληψη στο ίδιο κατηγορητήριο των ίδιων κατηγοριών. Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του. Ενδεικτικά αναφέρω τις Panteli V District Labour Officer of Famagusta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis V Police
(1986)2 CLR 229, Χαραλάμπους V Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ V Δήμου Λάρνακος
(1995)2 ΑΑΔ 167. Η πολλαπλότητα αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας. Στη σελ. 52 του συγγράμματος Criminal Procedure in Cyprus επισημαίνεται ότι: «The question of duplicity should be determined solely by reference to the contents of the charge». Στην σελ. 148 της Araouzos and Son V Police
(1980)2 CLR 131 αναφέρεται ότι: «A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)». Οσον αφορά τις συνέπειες σε περίπτωση που διαπιστωθεί η πολλαπλότητα στην Χαραλάμπους (ανωτέρω) τονίσθηκε, ότι, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πολλαπλότητα δεν επηρέασε τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του ή γενικότερα δεν προκάλεσε αδικία, δεν ακυρώνεται η δίκη. Επανερχόμενος στην ουσία του ζητήματος, που έχει τεθεί, ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι στη βάση ποιας ουσιαστικής ή νομικής λογικής πάσχει η κατηγορία από πολλαπλότητα. Πέραν του ότι καμιά νύξη δεν έγινε σε αυτό το ζήτημα, ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείτο, με βάση και τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, για την παράνομη εργοδότηση των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4, σε συγκεκριμένη ημερομηνία (24.09.2008) και σε συγκεκριμένο τόπο (σε οικοδομή στην Τίμη). Σύμφωνα δε με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνελήφθησαν από το Μ.Κ.2 στις 24.09.2008 και περί ώρα 12:00 σε ανεγειρόμενη οικοδομή στην περιοχή «Ελιούδια» της Τίμης και ο Κατηγορούμενος 4 την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:20 σε ανεγειρόμενη οικοδομή που βρισκόταν 50 μέτρα μακριά από την πρώτη. Επί της ουσίας το αδίκημα που αντιμετώπιζε εξαρχής ο Κατηγορούμενος 1, τόσο με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, όσο στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, και στο οποίο κρίθηκε ένοχος ήταν ένα και μόνο. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στον ίδιο χρόνο (24.09.2008) και στον ίδιο τόπο (περιοχή «Ελιούδια» της Τίμης). Το γεγονός της σύλληψης των τριών αλλοδαπών σε δυο οικοδομές δεν νομίζω ότι δύναται να οδηγήσει σε εύρημα ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Και στην περίπτωση όμως που αποφάσιζα ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσα να ενστερνιστώ την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης για την απόρριψή της και την αθώωση του Κατηγορουμένου
- Και αυτό διότι, αφενός μεν στα πρακτικά της υπόθεσης σαφώς προσδιορίστηκε ως 1η οικοδομή η οικοδομή που συνελήφθησαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και ως 2η οικοδομή η οικοδομή στην οποία συνελήφθη ο Μ.Κ.1 και η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης κινήθηκε ανάλογα, αφετέρου δε διότι από κανένα σημείο της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 δεν προκύπτει ότι αυτός δεν είχε αντιληφθεί, είτε ποια κατηγορία αντιμετώπιζε, είτε σε ποια οικοδομή συνελήφθησαν να εργάζονται οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και ο Μ.Κ.
- Β) Εξ' ακοής μαρτυρία Μ.Κ.2 Αποτέλεσε επίσης εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης ότι το μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3 στις οποίες αναφέρθηκαν στο ότι κατονομάσθηκε στους ίδιους από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 ο Κατηγορούμενος 1, ως ο εργοδότης τους, αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας, λόγω του ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν φρόντισε να τους κλητεύσει ως μάρτυρες για να αντεξετασθούν, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος 1 να στερηθεί του συνταγματικού του δικαιώματος να αντεξετάσει στην πηγή της τη μαρτυρία που προσάχθηκε εναντίον του. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, ο οποίος επισήμανε ότι, αφενός μεν δεν ζητήθηκε η κλήτευση των Κατηγορουμένων 2 και 3 από την υπεράσπιση για να τους αντεξετάσει, με έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, πριν κλείσει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, αφετέρου δε ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάσθηκε, με δική του παραδοχή, στις 25.09.2008 από το Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ημερών στις κατηγορίες 4 και 5 (παράνομη εργοδότησή του στον Κατηγορούμενο 1 και παράνομη παραμονή του στο έδαφος της Δημοκρατίας). Είναι προφανές από τα όσα έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3 και τη συνολική αποδοχή της ως αξιόπιστης, ότι έχω ήδη αποκλίνει υπέρ της εισήγησης του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας. Απλά να υπενθυμίσω τη σαφή διάταξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σύμφωνα με την οποία η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου απλά και μόνο επειδή αυτή είναι εξ' ακοής. Επίσης τη διάταξη του άρθρου 27
(1)του Κεφ. 9, σύμφωνα με την οποία, κατά την αξιολόγηση της αποδεικτικής βαρύτητας της εξ' ακοής μαρτυρίας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης από τις οποίες εύκολα μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Πέραν της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, με την οποία συμφωνώ πλήρως, απλά να υπενθυμίσω στον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης ότι ασφαλές συμπέρασμα για την εργοδότηση των Κατηγορουμένων 2 και 3 από τον Κατηγορούμενο 1 προκύπτει και από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 1η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 1 καταδικάζεται στην Κατηγορία αυτή. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού - συστατικά στοιχεία αδικήματος- αξιολόγηση μαρτυρίας - πολλαπλότητα κατηγορητηρίου - αποδεικτική βαρύτητα εξ' ακοής μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο