Έπαρχος Πάφου ν. Ανδρέα Ιωάννου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 15502/08, 20 Oκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον:Τ.Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15502/08 Έπαρχος Πάφου Κατήγορος ν Ανδρέα Ιωάννου Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία:20 Oκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κος Κωνσταντίνος Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσαν υπόθεση αντιμετωπίζει, τις Κατηγορίες 1 και 2 επι του Κατηγορητηρίου όπως αυτές τροποποιήθηκαν στις 2.4.
- Στις 2.4.2009 και μετά που επανακατηγορήθηκε και προτού απαντήσει, ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του καταχώρισε και ήγειρε την ειδική απάντηση του autrefois acquit. Την θέση αυτή στήριξε στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος έχει δικαστεί και αθωωθεί για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 στην υπόθεση 2675/05 Ε.Δ. Πάφου μετά από ακροαματική διαδικασία. Συνακόλουθα το θέμα που καλούμαι να αποφασίσω στο παρόν στάδιο της διαδικασίας είναι το εάν και κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει προηγουμένως κατηγορηθεί και αθωωθεί για τα ίδια αδικήματα, για την διάπραξη των οποίων κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια της εισήγησης των συνηγόρων των δύο πλευρών έγιναν, κατατέθηκαν ενώπιον μου, Τεκμήριο Έγγραφο Γ και εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα και δεν τέθηκε οιαδήποτε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την διαδικασία σε περίπτωση απόρριψης της ειδικής απολογίας. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: - Ο Κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση Ε.Δ. Πάφου αρ. 2675/05 αντιμετώπιζε την κατηγορία της παρακοής δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 28.2.02 κατά παράβαση του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. - Μετά από ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω υπόθεσης ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.
- - Κατά την πιο πάνω ακροαματική διαδικασία εκκρεμούσε αίτηση του Κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων προς το σκοπό χορήγησης σε αυτόν πολεοδομικής άδειας για τις οικοδομές που είχαν ανεγερθεί χωρίς άδεια οικοδομής και ήταν η αιτία έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος ημερομηνίας 28.2.
- - Κατά τον Μάιο 2008 η πιο πάνω αίτηση του Κατηγορούμενου στο Συμβούλιο Παρεκκλίσεων απορρίφθηκε. Κατά την 10.12.2008 επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο η πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων και το πιο πάνω διάταγμα ημερομηνίας 28.2.
- - Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για παρακοή του ιδίου διατάγματος με αυτό στην πιο πάνω υπόθεση αρ. 2675/
- Αντίγραφο του κατηγορητηρίου και της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 2675/05 καθώς επίσης και της απόφασης του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων και του διατάγματος στην υπόθεση 723/02 μετά της ενόρκου δηλώσεως της επίδοσης τους στον Κατηγορούμενο, επισυνάφθηκαν στο Τεκμήριο Έγγραφο Γ'. Στην αγόρευση του ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, την οποία ετοίμασε γραπτώς και κατέθεσε ενώπιον μου σαν Τεκμήριο Εγγραφο Α' και έδωσε αντίγραφο στον συνήγορο του Κατήγορου, στήριξε την εισήγηση του στο ότι το διάταγμα που εξεδώθηκε δυνάμει του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 στην υπόθεση 723/02 Ε.Δ. Πάφου, δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να επιβάλλει μία συνεχή υποχρέωση όπως συμβαίνει με τα απαγορευτικά διατάγματα. Συνακόλουθα είναι εισήγηση του ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε αυτό τότε δεν δημιουργείται συνεχιζόμενη παραβίαση του και συνεχιζόμενο αδίκημα. Προς επίρρωση της εισήγησης του επικαλέστηκε τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου και έκανε αναφορά και με παρέπεμψε στις σελίδες 178-181, παραγράφους 3-201 μέχρι 3-214, του συγγράμματος των συγγραφέων Arlidge, Eady & Smith, on Contempt, έκδοση 2η 1999. Επικαλούμενος δε τις αρχές που παρατίθενται στο εν λόγω σύγγραμμα και που η Αγγλική Νομολογία έχει καθιερώσει στις περιπτώσεις της Παρακοής σε Διατάγματα που εκδίδονται από τα Δικαστήρια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις, εισηγείται ότι εκτός από την μη ύπαρξη της αναγκαίας νομικής βάσης ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και γιατί συντρέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή του κανόνα του autrefois acquit. Είναι δε η τελική του εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την παρούσα υπόθεση και να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο αφού έχει ήδη αθωωθεί για το συγκεκριμένο αδίκημα διότι κανείς δεν θα πρέπει να κινδυνεύει να καταδικαστεί για αδίκημα το οποίο έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Κατήγορο, ο οποίος, στην γραπτή του αγόρευση Τεκμήριο Β' που αντίγραφο της έδωσε και στον συνήγορο του Κατηγορούμενου, αναφέρει ότι το αδίκημα που εμφαίνηται στο Κατηγορητήριο και στην απόφαση στην υπόθεση 2675/05 του Ε.Δ.Πάφου δεν στηρίζεται στα ίδια γεγονότα με αυτά επι των οποίων στηρίζονται τα αδικήματα στην παρούσαν υπόθεση όπως αυτά εκτίθενται στις τροποποιηθείσες λεπτομέρειες του Κατηγορητήριου. Επίσης είναι εισήγηση του ότι το αδίκημα της παρακοής σε διάταγμα δυνάμει του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 είναι συνεχιζόμενο αδίκημα καθ οτι η συμμόρφωση σε διάταγμα επιβάλλεται μέχρις ότου τούτο παραμερισθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο. Ακόμη είναι εισήγηση του συνηγόρου του Κατήγορου, ότι το αδίκημα της 2ης Κατηγορίας εκτός από το ότι στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα, ούτε στην ίδια Νομική βάση με αυτό της υπόθεσης 2675/05 βασίζεται, αφού γίνεται επίκληση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα και όχι του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96. Τα γεγονότα των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης καλύπτουν γεγονότα μεταγενέστερα των γεγονότων της υπόθεσης 2675/05 και εφ' όσον πρόκειται περί συνεχιζόμενου αδικήματος, τότε είναι η τελική εισήγηση του συνηγόρου του Κατήγορου ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί να απαντήσει αφού δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση των επίδικων θεμάτων. Κρίνω σκόπιμο όπως γίνει αναφορά στο στάδιο αυτό στις Κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες είναι η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι εφαρμόζεται το δόγμα του autrefois acquit. Η 1η Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε δικαστικό διάταγμα κατά παράβαση του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96 όπως έχει τροποποιηθεί και το άρθρο 20 του ποινικού κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα, στις τροποποιηθείσες στις 2.4.2009 λεπτομέρειες του αδικήματος, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 2675/05, Ε.Δ.Πάφου, αθωώθηκε λόγω του ότι δεν απεδείχθηκε ηθελημένη παρακοή του επειδή αποτάθηκε στο Συμβούλιο Παρεκκλίσεων και ανάμενε απάντηση για έγκριση των κατασκευών που έγιναν κατά παράβαση της άδειας. Η απάντηση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων την 28.5.2008 ήταν αρνητική και επεδώθη στον Κατηγορούμενο την 10.12.2008 μαζί με το διάταγμα κατεδάφισης. Η 2η Κατηγορία αφορά το αδίκημα της ανυπακοής διατάγματος που εκδώθηκε απο Δικαστήριο κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα, στις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτού αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 2675/05, Ε.Δ.Πάφου, αθωώθηκε λόγω του ότι δεν απεδείχθηκε ηθελημένη παρακοή του επειδή αποτάθηκε στο Συμβούλιο Παρεκκλίσεων και ανάμενε απάντηση για έγκριση των κατασκευών που έγιναν κατά παράβαση της άδειας. Η απάντηση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων την 28.5.2008 ήταν αρνητική και επεδώθη στον Κατηγορούμενο την 10.12.2008 μαζί με το διάταγμα κατεδάφισης. Η ειδική απολογία του autrefois acquit όπως και του autrefois convict, βασίζεται στην αρχή ότι κανένας δεν θα πρέπει να κινδυνεύει να καταδικαστεί για αδίκημα το οποίο έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής απόφασης από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο. Το δικαίωμα καταχώρησης ειδικής απάντησης βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 69
(1)(β) του Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αλλά απορρέει ουσιαστικά από το άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα ατόμου το οποίο έχει καταδικαστεί ή αθωωθεί να μην δικάζεται εκ δευτέρου για το ίδιο αδίκημα (βλ. Επίσης άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154). Επίσης όπως προνοείται στο άρθρο 35 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155: «35. Όποιος δικάστηκε μία φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε η αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ιδίων γεγονότων και για το ίδιο ποινικό αδίκημα.» Όπως έχει νομολογηθεί, για να εφαρμοστεί το δόγμα του autrefois convict ή acquit, πρέπει ο Κατηγορούμενος να διατρέχει τον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, τόσο πραγματικά, όσο και νομικά, για το οποίο είχε προηγουμένως κατηγορηθεί. Το αδίκημα πρέπει να είναι νομικά ακριβώς το ίδιο, διότι τα νομικά χαρακτηριστικά είναι ακριβή, είτε είναι τα ίδια είτε όχι. (βλ. Connelly v. DPP
(1964)2 All E.R. 401). Σημασία έχει, όχι αν εξετάστηκαν τα ίδια γεγονότα, αλλά αν τα γεγονότα που απαιτούνται για να στηρίξουν καταδίκη είναι τα ίδια (βλ. U.S.A. Government v. Atkinson
(1969)2 All E.R. 1151). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, των κ.κ. Λοϊζου και Πική, στην σελ. 93 το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο τα αδικήματα είναι διαφορετικά, και για το σκοπό αυτό ένας πρέπει να εξετάσει τα συστατικά στοιχεία του προηγούμενου και μεταγενέστερου αδικήματος. Αν τα συστατικά στοιχεία είναι διαφορετικά τότε δεν εγείρεται θέμα για autrefois convict ή acquit. Σημειώνω, όμως, ότι η αρχή του δόγματος δεν είχε ποτέ σκοπό να κατοχυρώσει τον πολίτη από πιθανή τιμωρία για την ίδια πράξη πέραν της μίας φοράς, αλλά αναφέρεται απλά στον κίνδυνο να κατηγορηθεί και καταδικαστεί ένας πολίτης για το αυτό αδίκημα το οποίο ήδη αποτέλεσε αντικείμενο τελεσίδικης απόφασης Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση DPP. V. Humphreys
(1976)2 All. E.R. 497 "The law is not that a man may not be punished twice for the same 'act', but for the same 'offence'". Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit μπορεί να γίνει για μια αθώωση η απαλλαγή σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί στην προηγούμενη διαδικασία. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε περιπτώσεις που εγείρεται από κάποιον κατηγορούμενο θέμα προηγούμενης καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης για το ίδιο αδίκημα είναι καταρχήν κατά πόσο τα αδικήματα είναι διαφορετικά και προς το σκοπό αυτό πρέπει να εξετάζονται τα συστατικά στοιχεία του προηγούμενου και του μεταγενέστερου αδικήματος (βλέπε Garfield V Maddocks
(1973)2 All E.R. 303). Αν τα συστατικά στοιχεία διαφέρουν τότε δεν τίθεται θέμα επιτυχίας της ειδικής απάντησης autrefois acquit ή convict. Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας,
(2001)2 ΑΑΔ 494, και σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δεν χρειάζεται να προβούμε σε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου σε ποινικές υποθέσεις. Συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παρ. 4-149: «The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim - nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - no one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence (the rule against "double jeopardy"). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims» Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της αρχικής-πρώτης κατηγορίας-δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος autrefois acquit. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner «The Doctrine of Res Judicata", 2nd ed. Σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted; he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts". Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης». Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly V Director Prosecutions
(1964)A.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: "The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could nave been convicted on the trial of the earlier indictment". Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Συνεπώς το κριτήριο για να εξακριβωθεί κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε και αθωώθηκε ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση 2675/05 και τα αδικήματα για τα οποία δικάζεται τώρα είναι αν αυτά έχουν τα ίδια συστατικά στοιχεία, τόσο όσο αφορά τον νόμο όσο και τα γεγονότα. Όσο αφορά τα γεγονότα με την έννοια ότι τα γεγονότα που συνιστούν τα μεταγενέστερα είναι αρκετά για να δικαιολογούσαν την καταδίκη του και στο αδίκημα της προηγούμενης υπόθεσης ή και όσο αφορά τα αδικήματα αν είναι αδικήματα για τα οποία θα μπορούσε να καταδικαστεί στην προηγούμενη υπόθεση και όχι με την έννοια ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο Κατήγορος είναι τα ίδια και στις δύο δίκες (βλ. U.S.A. Government ν. Atkinson
(1969)2 All E.R. 1151). Είχα την ευκαιρία να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το Τεκμήριο Έγγραφο Γ', και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα ανάμεσα στα οποία και το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 2675/05 του Ε. Δ. Πάφου για την κατηγορία του οποίου είναι δεκτό και από τις δύο πλευρές, ότι αθωώθηκε και απαλλάχτηκε ο Κατηγορούμενος. Μελέτησα επίσης με προσοχή το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης και από τη σύγκριση των γεγονότων των δύο υποθέσεων όπως αυτά φαίνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων παρατηρούνται τα ακόλουθα:
- Τόσο στην παρούσα υπόθεση όσο και στην προηγούμενη ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που του προσήψε ο ίδιος παραπονούμενος- Κατήγορος.
- Όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 της παρούσας υπόθεσης και την κατηγορία της προηγούμενης υπόθεσης, 2675/05, τα γεγονότα και στις δύο υποθέσεις αφορούν την παράλειψη συμμόρφωσης και παρακοής στο εκδοθέν υπο του Δικαστηρίου διάταγμα στις 28.2.
- Όμως θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν αφορούν και δεν καλύπτουν την ίδια χρονική περίοδο. Το αδίκημα της υπόθεσης 2675/05, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, καλύπτει περίοδο ανυπακοής και μη συμμόρφωσης από «28.4.2002 μέχρι σήμερα», ήτοι την ημερομηνία καταχώρησης της εν λόγω υπόθεσης, ενώ η υπόθεση που έχω ενώπιον μου όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αφορά την περίοδο από «10.12.2008 μέχρι σήμερα» ήτοι την ημέρα καταχώρησης της, ήτοι την 22.12.
- Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω θα πρέπει πρώτα να εξετάσω αν τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του Κατηγορούμενου περί μη δημιουργίας συνεχιζόμενου αδικήματος δυνάμει του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ.96, με βρίσκoυν σύμφωνο. Με μία απλή μελέτη του λεκτικού του διατάγματος που εξεδώθη στην υπόθεση 723/02, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η ερμηνεία που αποδίδει σε αυτό ο συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν είναι ορθή. Το Δικαστήριο με το εν λόγω διάταγμα δεν διέταξε την κατεδάφιση των παρανόμων υποστατικών εντός δύο μηνών αλλά ανέστειλε την εφαρμογή και εκτέλεση του διατάγματος για περίοδο δύο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του. Κατά συνέπεια μετά την πάροδο των δύο μηνών το εν λόγω διάταγμα ετέθη σε πλήρη εφαρμογή και άμεση εκτέλεση χωρίς καθορισμένο χρόνο συμμόρφωσης και υπακοής, αλλά σε μία άμεση και συνεχή υποχρέωση του Κατηγορούμενου προς τούτο. Έχοντας λοιπόν υπόψη αυτό το στοιχείο, κρίνω ότι το διάταγμα που εξεδώθη στις 28.2.2002 στην υπόθεση 723/02 Ε.Δ.Πάφου μετά τους δύο μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του, ετέθη άμεσα και εξακολουθεί να ευρίσκεται σε πλήρη ισχύ με μία συνεχή υποχρέωση προς συμμόρφωση σε αυτό από τον Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα κρίνω ότι μέχρι πλήρους συμμόρφωσης υπο του Κατηγορούμενου δημιουργείται συνεχιζόμενη παρακοή και παράλειψη συμμόρφωσης σε αυτό και κατ' επέκταση συνεχιζόμενο αδίκημα. Όσο αφορά τις παραπομπές στο σύγγραμμα Arlidge, Eady & Smith, on Contempt, έκδοση 2η, 1999, επισημαίνω ότι οι οποιεσδήποτε αποφάσεις που αναφέρονται σε αυτές αλλά και το ίδιο το εν λόγω σύγγραμμα έχουν εκδωθεί και γραφεί μετά την θέσπιση του Αγγλικού νόμου Contempt of Court Act 1981, κάτι το οποίο διαφοροποιεί τις αρχές και κατευθυντήριες με τα όσα ισχύουν και εφαρμόζονται στην Κύπρο τόσο επι τη βάσει της Νομοθεσίας όσο και από πλευράς νομολογίας. Ακόμη όμως και αν τα όσα αναφέρονται σε αυτές τις αποφάσεις τύχουν εφαρμογής και αποδοχής στην Κύπρο, στη παράγραφο 3-214 γίνεται αποδεκτή η αρχή οτι για τις περιπτώσεις συνεχιζομένων αδικημάτων, όποτε υπάρχει ξεχωριστή παράβαση στο διάταγμα επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή χωρίς την ανάγκη έκδοσης άλλου διατάγματος. Τούτο όμως με πλήρη επίγνωση των όσων προνοούνται και καλύπτουν οι πιο πάνω αρχές και αποφθέγματα για την αποφυγή τιμωρίας του ίδιου κατηγορούμενου δύο φορές για το ίδιο αδίκημα επι τη βάση όχι απλά της ίδιας παραβατικής συμπεριφοράς αλλά και επί των ιδίων γεγονότων. Ως εκ των πιο πάνω καθίσταται πασιφανές ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε στη προηγούμενη υπόθεση, στην οποία κατηγορείτο για παράλειψη συμμόρφωσης και παρακοή του διατάγματος ημερομηνίας 28.2.2002 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της, να καταδικαστεί για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης αφού η περίοδος παρακοής του διατάγματος στην παρούσαν αρχίζει μετά και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην υπόθεση 2675/05 που ήταν η 25.1.2008. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας αριθμός 2 επι του Κατηγορητηρίου πρόσθετα με τα ανωτέρω συμφωνώ με την εισήγηση του συνήγορου του Κατηγόρου, ότι δηλαδή αυτό εκτός από το ότι στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα βασίζεται και σε διαφορετικό νομικό υπόβαθρο και ουσιαστικά δεν είναι ούτε και το ίδιο με αυτό της υπόθεσης 2675/05. Φυσικά θα πρέπει να σημειώσω ότι είναι αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να προσαφθεί εναντίον του Κατηγορούμενου στην υπόθεση 2675/05 άσχετα αν έχει διαφορετικό νομικό υπόβαθρο. Τούτο νοουμένου ότι θα είχαν λάβει χώραν τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν τότε κάτι όμως που όπως έχω ήδη αποφασίσει δεν ισχύει αφού τα γεγονότα τούτου είναι μεταγενέστερα από αυτά του αδικήματος της υπόθεσης 2675/05. Με βάση τα πιο πάνω, η εγερθείσα ειδική απολογία του autrefois convict δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος καλείται όπως απαντήσει στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ....................................... Τάσος Κατσικίδης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο