Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπος Λαπέρτας, Αρ. Υπόθεσης: 15841/06, 30.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15841/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Χαράλαμπος Λαπέρτας Ημερομηνία: 30.10.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατηγορείται για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα και στη δεύτερη κατηγορείται για δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 25.6.06 στη Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Θεόδουλου Θεοδούλου από την Πάφο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την πρώτη κατηγορία, σε δημόσιο μέρος μέσα στο καμπαρέ «Καλλιγούλας», εξύβρισε το Θεόδουλου Θεοδούλου από την Πάφο με τη φράση «ρε μαλάκα ποιού μαλάκα τηλεφωνάς» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος και άλλοι δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ο Μ.Κ.1 παραπονούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σαφής και κατηγορηματικός, απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα, οι θέσεις του στηρίζονταν στη λογική και χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και συνέχεια ενώ η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν άφησε στο Δικαστήριο καμιά αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια του. Δεν μου διαφεύγει φυσικά το ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι την επίδικη μέρα ο ίδιος πήγε περί ώρα 18:00 στο καμπαρέ όπου εργαζόταν και ότι ο κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί περί ώρα 19:30 και το επεισόδιο έγινε εκεί ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι αυτά έλαβαν χώραν σε διπλανή καφετέρια. Όμως πρέπει να λεχθεί ότι ο παραπονούμενος εξήγησε ότι από τις 18:00 μέχρι τις 21:00 δούλευε στην καφετέρια, στην οποία επίσης εργοδότης του ήταν ο κατηγορούμενος και η οποία βρίσκεται στο ίδιο κτίριο με το καμπαρέ και μετά από τις 21:00 μέχρι τις 03:00 εργαζόταν στο καμπαρέ. Είναι λοιπόν εμφανές ότι ο παραπονούμενος θεωρούσε και τα δύο υποστατικά στα οποία εργαζόταν υπό τον ίδιο εργοδότη ως ένα μαγαζί και συνεπώς η πιο πάνω διαφορά στη μαρτυρία του δεν αποτελεί αντίφαση. Ακόμη όμως και αν αυτό αποτελούσε αντίφαση πρέπει να σημειωθεί ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν ουσιώδης και σε βαθμό που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ούτε και δείχνει διάθεση του να ψευσθεί (βλ. Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 326). Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του παραπονούμενου αναλώθηκε σε σχέση με τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος ήταν εργοδότης του. Η θέση δε που προωθήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου ήταν ότι ο τελευταίος το σύγχυζε με κάποιο άλλο πρόσωπο και ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο εργοδότης του. Σε σχέση με αυτό πρέπει να λεχθεί όμως ότι ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του ότι ήταν εργοδότης του και τον χτύπησε. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος ήξερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του αφού δούλεψε για αυτόν δύο περιόδους, τη δεύτερη δε περίοδο από τον Απρίλιο του 2004 μέχρι τον Ιούνιο του 2006 που έγινε το επεισόδιο, ο κατηγορούμενος τον πλήρωνε και τακτοποίησε και τις εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων του και μάλιστα πολλές φορές ο κατηγορούμενος του έδωσε επιταγή για να πληρώσει το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη εφόσον προσπαθούσε να μην φαίνεται ως ιδιοκτήτης καμπαρέ γιατί ήθελε να το αποκρύψει από τη σύζυγο του. Η θέση δε του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του δεν διαψεύδεται από τα τεκμήρια 6 - 8 που κατέθεσε σχετικά ο Μ.Υ.3, ως ήταν στην ουσία η εισήγηση του κατηγορούμενου. Τα τεκμήρια αυτά είναι οι άδειες που χορηγήθηκαν από τον Κ.Ο.Τ. στην εταιρεία ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ "ΚΑΛΛΙΓΟΥΛΑΣ" ΛΤΔ για τη λειτουργία του «μουσικοχορευτικού» κέντρου αναψυχής «KALLIGOULAS NIGHT SPOT» στις 15.3.06, 24.7.06 και 26.9.06 αντίστοιχα. Το ότι σε αυτά δεν αναφέρεται το όνομα του κατηγορούμενου δεν διαψεύδει την εν λόγω θέση του παραπονούμενου εφόσον, ως αυτός ανέφερε πολύ λογικά, ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να φαίνεται ως ιδιοκτήτης του εν λόγω καμπαρέ και για αυτό το λόγο του ανέθετε μάλιστα πολλές φορές να κάνει την πληρωμή των ενοικίων κάτι που ενισχύεται μάλιστα από το τεκμήριο 6 στο οποίο ως διευθυντής του κέντρου αναφέρεται ο παραπονούμενος. Περαιτέρω προς αυτό συνηγορεί και το ότι ως φαίνεται από το τεκμήριο 7 ημερομηνίας 24.7.06 μετά το επίδικο επεισόδιο όταν ο παραπονούμενος έφυγε από την εργασία του ο διευθυντής του κέντρου άλλαξε και μπήκε και πάλι πρόσωπο άλλο από τον κατηγορούμενο. Είναι λοιπόν δεκτή η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να φαίνεται, αν και ήταν στην ουσία, ο πραγματικός εργοδότης του στα δύο υποστατικά. Ήταν επίσης λογική η θέση του παραπονούμενου ότι δεν προέβηκε στην καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για να του δημιουργήσει επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα εφόσον δεν είχε κανένα συμφέρον να κάνει κάτι τέτοιο και μάλιστα ανέφερε σχετικά ότι πολλές φορές όταν δεν ήταν ευχαριστημένος και ήθελε να σταματήσει από την εργασία του ο κατηγορούμενος δεν τον άφηνε και έβαζε κοινό φίλο να τον επηρεάσει να μείνει. Πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η όλη εκδοχή του κατηγορούμενου, ως θα τεθεί και πιο κάτω, δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με το λόγο που ο παραπονούμενος ενώ, ως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, δεν είχε καμιά σχέση μαζί του προέβηκε στη σχετική καταγγελία για τα επίδικα αδικήματα. Όσον αφορά το ότι στην κατάθεση του ο παραπονούμενος αναφέρεται στο Χαράλαμπο «Λαβέρτα» αντί Λαπέρτα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος ανέφερε σχετικά, ως είπε και ο Μ.Υ.2, ότι πράγματι ο αστυνομικός που του έλαβε την κατάθεση έγραφε ότι του έλεγε και ότι στο τέλος του τη διάβασε. Εξήγησε δε κατά τη μαρτυρία του ότι το πιο πάνω ήταν τυπογραφικό λάθος. Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι ο παραπονούμενος στην κατάθεση του δεν έδωσε μόνο το όνομα και το επίθετο του προσώπου εναντίον του οποίου έκανε την καταγγελία αλλά και τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, ο οποίος είναι ο ίδιος που ο κατηγορούμενος δήλωσε ως δικό του στην ανακριτική του κατάθεση. Σε σχέση δε με αυτό δεν τέθηκε στον παραπονούμενο οποιαδήποτε θέση ότι γνώριζε το τηλέφωνο αυτό από κάπου αλλού ή ότι το έμαθε με κάποιο άλλο τρόπο και συνεπώς είναι λογικό ότι αυτό το γνώριζε λόγω της επαγγελματικής σχέσης του με τον κατηγορούμενο. Λαμβάνοντας δε υπόψην αυτό αλλά και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το πως γνώριζε ο παραπονούμενος τον κατηγορούμενο και ότι αναγνώρισε αυτόν στο Δικαστήριο καταλήγω ότι πράγματι πρόκειται για απλό τυπογραφικό λάθος και σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος αναφέρεται στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Όσον δε αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος ενώ ανέφερε ότι κατά το επεισόδιο ήταν παρόντες και άλλοι υπάλληλοι δεν ανέφερε τα ονόματα αυτών στην Αστυνομία, ο παραπονούμενος εξήγησε ότι εννοούσε τις κοπέλες που εργάζονταν στο καμπαρέ, τις οποίες μετά το συμβάν και μόλις πήγε στο μέρος η Αστυνομία ο κατηγορούμενος έστειλε στα δωμάτια τους. Ο παραπονούμενος λοιπόν ανέφερε στην Αστυνομία την ύπαρξη των μαρτύρων αυτών και ήταν έργο της Αστυνομίας να εξετάσει και να εντοπίσει αυτούς προς εξιχνίαση της υπόθεσης. Από ότι φαίνεται όμως, ως ανέφερε περαιτέρω ο παραπονούμενος, η Αστυνομία πήγε στο χώρο έκατσαν με τον κατηγορούμενο και μιλούσαν μαζί του και είπαν στον παραπονούμενο να πάει στο σταθμό και πλην της κατάθεσης που έλαβαν από αυτόν δεν προχώρησαν σε άλλες ενέργειες παρά μόνο έξι μήνες αργότερα όταν απλά έλαβαν ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Η δε αναφορά του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος τον χτύπησε στο χέρι κάτι που του προκάλεσε έντονο πόνο, ο οποίος διαρκούσε και αργότερα ενισχύεται και από τα όσα διαπίστωσε ο Μ.Κ.3 κατά την εξέταση αυτού την ίδια μέρα. Σε σχέση δε με την αναφορά του Μ.Υ.2 στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του, ότι την ώρα που έφευγε από το Σταθμό ο παραπονούμενος ανέφερε προφορικά τόσο στον ίδιο όσο και σε δύο άλλους αστυνομικούς ότι δεν ήξερε αν θα έπαιρνε τον κατηγορούμενο Δικαστήριο μέσω της Αστυνομίας ή αν θα εκινείτο μέσω πολιτικών αγωγών και του ανέφερε ότι θα το σκεφτόταν πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί ότι η θέση αυτή δεν τέθηκε στον παραπονούμενο ούτως ώστε να τη σχολιάσει και να έχει και το Δικαστήριο τη σχετική θέση του για να την αξιολογήσει. Όπως επίσης δεν τέθηκε στον παραπονούμενο η θέση του Μ.Υ.2 ότι την 28.6.06 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον παραπονούμενο όπου του ανέφερε ότι δεν ήθελε την περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας και ότι θα εκινείτο μέσω πολιτικών αγωγών. Το μόνο που ερωτήθηκε σχετικά ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ήταν αν ο αστυνομικός που του έλαβε κατάθεση τον ρώτησε αν έχει απαίτηση η Αστυνομία να κατηγορήσει αυτόν που του επιτέθηκε οπόταν απάντησε ότι επειδή ο ίδιος δεν ξέρει πως θα γινόταν η διαδικασία του είπε ότι θέλει να κατηγορηθεί και ο αστυνομικός του είπε να βάλει ένα δικηγόρο να τον κατηγορήσει. Δεν είναι δε λογική η θέση του κατηγορούμενου αλλά και του Μ.Υ.2 ότι ο παραπονούμενος δεν είχε παράπονο και δεν ήθελε να προωθηθεί η υπόθεση από την Αστυνομία. Αυτό γιατί στο τέλος της κατάθεσης του ο παραπονούμενος αναφέρει ρητά ότι έχει παράπονο και θέλει να τον πάρει Δικαστήριο και ότι μάλιστα ξαναείχε παρόμοια επεισόδια με τον κατηγορούμενο στο παρελθόν χωρίς να τα καταγγείλει στην Αστυνομία και δεν είναι λογικό αμέσως μετά να αναφέρει ότι θα σκεφτεί πως θα κινηθεί. Τέλος δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος να μην επιθυμούσε τη δίωξη του κατηγορούμενου αλλά να προέβηκε σε σχετική επιστολή-γραπτή καταγγελία στο Γενικό Εισαγγελέα μετά από την οποία, ως φαίνεται, προχώρησε η υπόθεση. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 3882 Παύλος Φοινικαρίδης ήταν ο αστυνομικός, ο οποίος πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 5.12.
- Είπε επίσης ότι τα στοιχεία όπως ηλικία, αρ. ταυτότητας, διεύθυνση, επάγγελμα και αριθμό τηλεφώνου που αναφέρονται στην κατάθεση αυτή του τα έδωσε ο κατηγορούμενος. Επίσης ο μάρτυρας κατηγόρησε τον κατηγορούμενο γραπτώς και εκείνος απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, σαφήνεια και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με τις ενέργειες του στην παρούσα υπόθεση και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Κ.3 Δρ. Χρίστος Θρασυβούλου, γενικός χειρουργός ήταν το πρόσωπο που εξέτασε τον παραπονούμενο στις 25.6.06 στο Νοσοκομείο Πάφου και εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό τεκμήριο
- Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό ο εξεταζόμενος ανέφερε άλγος δεξιού πήχεος που είναι το μέρος από τον αγκώνα μέχρι την πηχεοκαρπική (καρπός). Ο μάρτυρας διαπίστωσε κατά την εξέταση ότι κατά τη ψηλάφηση του δεξιού πήχη και ειδικότερα στην εξωτερική άνω πλάγια περιοχή ο εξεταζόμενος παρουσίαζε ευαισθησία χωρίς να παρουσιάζει σημεία εξωτερικής κάκωσης. Η διάγνωση του μάρτυρα ήταν θλάση μαλακών μορίων πήχεος και συνεστήθη διήμερη αναρρωτική άδεια. Θλάση εξήγησε ότι είναι το λεγόμενο στην καθομιλουμένη «κόστωμα» και μαλακά μόρια είναι οι μύες και οι τένοντες. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τέτοια τραύματα μπορούν να προέλθουν από ένα χτύπημα είτε από αντικείμενο είτε από άνθρωπο σε άνθρωπο ή από έντονη σωματική άσκηση. Δέχτηκε δε ότι δεν επρόκειτο περί σοβαρού τραυματισμού. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα του και την ανεξαρτησία του, ούτε φυσικά ως προς τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του. Άλλωστε η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ο κατηγορούμενος αντίθετα δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου προώθησε γενικά και αόριστα τη θέση ότι δεν είχε καμία σχέση με εκείνον, ότι δεν ήταν ο εργοδότης του και ότι το σύγχυζε με κάποιον άλλο καθώς και ότι δεν συνέβησαν τα όσα του καταλογίζει. Αντίθετα κατά τη ένορκη μαρτυρία του έδωσε μια λεπτομερή εκδοχή με αναφορά σε κάποια γεγονότα που έλαβαν χώραν μεταξύ αυτού και του παραπονούμενου στις 25.6.06 καθώς και σε ότι διαμείφθηκε μεταξύ του ίδιου και του Μ.Κ.2 στις 5.12.
- Η εκδοχή του όμως αυτή δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου και του Μ.Κ2 ούτως ώστε αυτοί να τοποθετηθούν και το Δικαστήριο να μπορεί να την αξιολογήσει. Αντίθετα λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας του φαίνεται ότι η εκδοχή του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του στην προσπάθεια του να πείσει ότι τα όσα είπε ο παραπονούμενος δεν ήταν αλήθεια. Στην ίδια αυτή προσπάθεια του περιέπεσε και σε αντιφάσεις ενώ αρκετές θέσεις του δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στη λογική. Συγκεκριμένα: Στην ανακριτική του κατάθεση, η οποία του ελήφθη από το Μ.Κ.2 στις 5.12.06, όπου αρχικά τον πληροφόρησε ότι διερευνά υπόθεση εναντίον του για τα επίδικα αδικήματα εναντίον του Θεόδουλου Θεοδούλου, ο κατηγορούμενος ανέφερε απλά ότι αυτό δεν συνέβηκε ποτέ και δεν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο σχετικά. Κατά την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο έδωσε την ακόλουθη εκδοχή: Στις 25.6.06 περί η ώρα 18:30 όταν έφυγε από το γραφείο του πήγε, όπως συνήθιζε κάθε μέρα, σε ένα καφενείο να δει κάποιους φίλους του και να πιει ένα καφέ. Ενώ καθόταν έξω από το καφενείο και έπινε το αναψυκτικό του, το οποίο του το σέρβιρε κάποια Πόντια ονόματι Τζούλια, η οποία τώρα δεν εργάζεται εκεί, τον πλησίασε ο παραπονούμενος και με έντονο ύφος και φωνάζοντας δυνατά του ζήτησε το λόγο γιατί δεν του δίδει άδεια. Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε ποιος ήταν ο ίδιος και θα του έδινε άδεια και εκείνος του είπε «Είσαι ο μάστρος μου». Ο κατηγορούμενος του είπε ότι ούτε τον ξέρει, ούτε είναι ο μάστρος του και ότι τον είδε μόνο δύο τρεις φορές εκεί να περιφέρεται μέχρι να πάει ο παραπονούμενος δουλειά. Ο παραπονούμενος του είπε όχι είχε πληροφορίες ότι ήταν ο μάστρος του και ο κατηγορούμενος του επανέλαβε ότι έχει λάθος. Τότε ο παραπονούμενος άρχισε να του λέει ότι έχει προβλήματα με την οικογένεια του και έπρεπε να τον βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος του είπε να πάει να βρει τον εργοδότη του και να μην φωνάζει στον ίδιο. Τότε ο παραπονούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν πήρε το κινητό του τηλέφωνο πήγε σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων από τον κατηγορούμενο και έκανε ένα τηλεφώνημα για 1 λεπτό. Έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν ξαναείδε τον παραπονούμενο. Μετά από μια ώρα περίπου και ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να κάθεται μόνος του στο καφενείο ήρθαν με υπηρεσιακό αυτοκίνητο δύο αστυνομικοί ένας εκ των οποίων, αν δεν κάνει λάθος ήταν ο Αστ. 3331 Σ. Λοΐζου. Από το αυτοκίνητο τον ρώτησαν αν είναι ο Πάμπος και εκείνος τους απάντησε καταφατικά. Τότε οι αστυνομικοί κατέβηκαν και κάθισαν μαζί του και του εξήγησαν ότι κάποιος, που εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι είναι ο παραπονούμενος, τον κατήγγειλε ότι τον χτύπησε. Ο κατηγορούμενος τους είπε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ και οι αστυνομικοί έφυγαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η όλη πιο πάνω εκδοχή του δεν τέθηκε, ως έχει ήδη αναφερθεί, στον παραπονούμενο. Περαιτέρω ήταν η εκδοχή του ότι μετά από 6 μήνες και συγκεκριμένα στις 5.12.06 του τηλεφώνησε κάποιος αστυνομικός από τον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, τον οποίο δεν θυμάται και του ανέφερε ότι όταν μπορεί να πάει να του πάρει μια κατάθεση για κάποιο προσωπικό θέμα. Ο κατηγορούμενος έφυγε απευθείας και πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου όπου του ανέφεραν ότι έπρεπε να δώσει κατάθεση για την καταγγελία που έγινε εναντίον του στις 25.6.
- Ο κατηγορούμενος ρώτησε γιατί δεν τον κάλεσαν τότε και γιατί τον καλούν τώρα και ο Φοινικαρίδης ήτοι ο Μ.Κ.2 του είπε ότι η υπόθεση δεν προχώρησε τότε γιατί ο παραπονούμενος δεν είχε παράπονο και η Αστυνομία έκρινε ότι δεν υπάρχει υπόθεση γιατί εκτός των άλλων και ο παραπονούμενος δεν ενδιαφερόταν να συνεχίσει η Αστυνομία την υπόθεση του. Εκεί αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο επίσης ότι ο παραπονούμενος έγραψε επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα και ότι η υπόθεση πρέπει να προχωρήσει γιατί πήραν επιστολή από τη Γενική Εισαγγελέα δια της οποίας ζητούσαν εξηγήσεις γιατί δεν τον κατηγόρησαν. Ως έχει επίσης προαναφερθεί τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι του είπε ο Μ.Κ.2 στις 5.12.06 δεν τέθηκαν στο μάρτυρα αυτό για να τα σχολιάσει. Περαιτέρω δεν είναι λογικό, ως έχει ήδη λεχθεί, ο παραπονούμενος να μην είχε παράπονο αλλά από την άλλη να γράψει στο Γενικό Εισαγγελέα και αυτός να ζητήσει μάλιστα εξηγήσεις στην ουσία γιατί η Αστυνομία δεν κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω σε υποβολή κατά την αντεξέταση του ότι ο Μ.Κ.2 ουδέποτε του είπε όσα ανέφερε για το λόγο που δεν προχώρησε προηγουμένως η υπόθεση απάντησε ότι επιμένει ότι του τα είπε και μάλιστα με τέτοιο τρόπο που του άφησε να νοηθεί ότι ήταν στεναχωρημένος και σε δύσκολη θέση. Ούτε αυτό όμως τέθηκε στο Μ.Κ.
- Σε επόμενη δε υποβολή ότι ο Μ.Κ.2 δεν του είπε ότι για την Αστυνομία δεν υπήρχε υπόθεση γιατί μεταξύ άλλων ο παραπονούμενος δεν ενδιαφερόταν να συνεχίσει το παράπονο του απάντησε ότι δεν είπε για αυτό τον αστυνομικό αλλά για τον Αστ. 3331 κάτι που προφανώς αντιφάσκει με τα όσα προανέφερε. Σε ερώτηση δε κατά την αντεξέταση του γιατί δεν ανέφερε την όλη εκδοχή του στην κατάθεση του απάντησε «Έτσι ήθελα. Να τα πω στο Δικαστήριο». Περαιτέρω σε ερώτηση αν πήγε να καταγγείλει τον παραπονούμενο ότι ψεύτικα τον κατάγγειλε διερωτήθηκε αν είχε τέτοια υποχρέωση και σε σχετική υποβολή ότι μπορούσε να το κάνει αυτό αν όσα είπε ο παραπονούμενος ήταν ψέματα, απάντησε ότι δεν ήθελε να ασχοληθεί άλλο μαζί του. Οι πιο πάνω θέσεις του όμως δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική και δεν είναι πειστικές. Αυτό γιατί ένας άνθρωπος και ιδιαίτερα ένας δικηγόρος, ως είναι ο ίδιος από το 1983, θα αναμένετο την ίδια μέρα που ενημερώθηκε ότι έγινε εναντίον του ψευδής καταγγελία για διάπραξη μάλιστα εκ μέρους του ποινικών αδικημάτων, ως υποστήριξε στην ουσία, να ζητήσει να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία στην οποία να αναφέρει την εκδοχή του και μάλιστα να υποδείξει ότι υπήρχε στο χώρο και η σερβιτόρα, η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας και η οποία θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τα όσα ο ίδιος έλεγε. Παρόλα αυτά όχι μόνο δεν έπραξε κάτι τέτοιο τότε αλλά ακόμη και όταν κλήθηκε μετά από έξι μήνες στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση και ενημερώθηκε ότι το όλο θέμα αφορούσε την ίδια καταγγελία και πάλι δεν ανέφερε στην κατάθεση του την αθωωτική για τον ίδιο εκδοχή που έθεσε στο Δικαστήριο, ούτε και έκανε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου για ψευδή καταγγελία αλλά αντίθετα άφησε να «σύρεται» στο Δικαστήριο. Οι δε δικαιολογίες που έδωσε για το λόγο που δεν έπραξε τίποτε από τα πιο πάνω είναι υπό τις περιστάσεις εμφανώς μη πειστικές. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.2 Αστ. 3331 Στέλιος Λοίζου ήταν ο αστυνομικός που έλαβε στις 25.6.06 κατάθεση από τον παραπονούμενο. Όσον αφορά το ότι στην κατάθεση του ο παραπονούμενος ανέφερε το επίθετο «Λαβέρτας» αντί Λαπέρτας έχει γίνει ήδη αναφορά ανωτέρω και ισχύουν τα όσα λέχθηκαν εκεί. Σε σχέση δε με το ότι την ώρα που έφευγε από το Σταθμό ο παραπονούμενος ανέφερε προφορικά τόσο στον ίδιο όσο και σε δύο άλλους αστυνομικούς ότι δεν ήξερε αν θα τον έπαιρνε Δικαστήριο μέσω Αστυνομίας ή αν θα κινείτο μέσω πολιτικών αγωγών και του ανέφερε ότι θα το σκεφτόταν καθώς και ότι την 28.6.06 είχε ο μάρτυρας είχε τηλεφωνικη επικοινωνία με τον παραπονούμενο όπου του ανέφερε ότι δεν ήθελε την περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας και ότι θα εκινείτο μέσω πολιτικών αγωγών, ως έχει ήδη αναφερθεί η θέση αυτή δεν τέθηκε στον παραπονούμενο, ούτως ώστε να τη σχολιάσει και να έχει το Δικαστήριο τη θέση αυτού για να την αξιολογήσει και εν πάση περιπτώσει ως λέχθηκε δεν ήταν λογικό ο παραπονούμενος να δηλώνει ότι δεν θέλει η Αστυνομία να την προχωρήσει. Πέραν τούτου ο Μ.Υ.2 όφειλε εάν ήταν έτσι τα πράγματα να λάβει ή να ζητήσει έστω από τον παραπονούμενο να του δώσει νέα κατάθεση στις 28.6.06 όταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ο παραπονούμενος του δήλωσε ότι δεν ήθελε περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας. Εν πάση περιπτώσει το κατά πόσο θα έπρεπε η Αστυνομία να προχωρήσει την υπόθεση στο Δικαστήριο ακόμη και αν ο παραπονούμενος έκανε αυτή τη δήλωση δεν εναπόκειτο στην κρίση του Μ.Υ.
- Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν γίνεται δεκτή. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτή η μαρτυρία αυτού δεν θα άλλαζε οτιδήποτε γιατί είναι φανερό ότι τέτοιες δηλώσεις του παραπονούμενου θα είχαν σχέση με το κατά πόσο ήθελε ο ίδιος να προχωρήσει η Αστυνομία την υπόθεση, κάτι που η τελευταία θα έπραττε στα πλαίσια του καθήκοντος της εκ του νόμου και για το οποίο ασφαλώς δεν θα αποφάσιζε ο παραπονούμενος. Το κυριότερο όμως είναι ότι η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής δεν θα μετέβαλλε το γεγονός ότι το επίδικο επεισόδιο συνέβηκε και ότι τελικά διαφάνηκε ότι ο παραπονούμενος έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Σωτήρης Φιλίππου, λειτουργός επιθεώρησης του Κ.Ο.Τ., υπεύθυνος για την έκδοση αδειών κέντρων αναψυχής. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 6 - 8 που αφορούσαν τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής «Καλλιγούλας» και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στην περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence & Practice, 41η έκδοση, παρ. 20 - 116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, αυτά είναι τα ακόλουθα:
- Η εξύβριση άλλου,
- Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
- Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Η πιο πάνω πρόνοια ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 και Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 σε σχέση με κέντρα αναψυχής, όπου κρίθηκε ότι αποτελούν δημόσιο χώρο ή υποστατικό (βλ. επίσης Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης "insulting" (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 25.6.06 ο Μ.Κ.1 παραπονούμενος εργαζόταν σαν γκαρσόνι στο καμπαρέ «Καλλιγούλας» και σε καφετέρια, η οποία βρισκόταν στο ίδιο κτίριο. Συγκεκριμένα εργαζόταν από τις 18:00 μέχρι τις 21:00 στην καφετέρια και από τις 21:00 μέχρι τις 03:00 στο καμπαρέ. Εργοδότης του παραπονούμενου και στα δύο υποστατικά ήταν ο κατηγορούμενος. Στις 25.6.06 περί ώρα 18:00 ο παραπονούμενος πήγε στην υπό αναφορά καφετέρια για να εργαστεί. Ο κατηγορούμενος πήγε εκεί περί ώρα 19:30 και ήταν νευριασμένος και φώναζε στον παραπονούμενο και σε μερικούς άλλους υπαλλήλους. Ο παραπονούμενος του είπε να μην φωνάζει γιατί δεν του έφταιξε σε τίποτα. Ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή ανέφερε την οικογένεια του παραπονούμενου χωρίς να τους βρίσει και ο παραπονούμενος του είπε να μην ξανααναφέρει την οικογένεια του. Ενώ ο παραπονούμενος καθόταν σε μια καρέκλα ο κατηγορούμενος έσπρωξε ένα τραπέζι που βρισκόταν μπροστά στον παραπονούμενο το οποίο πήγε πάνω του χωρίς να τον χτυπήσει αλλά μόλις που τον ακούμπησε. Ο παραπονούμενος σηκώθηκε πάνω και προσπάθησε να τον ηρεμήσει αλλά ο κατηγορούμενος ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Μετά ο παραπονούμενος βγήκε έξω για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε και του είπε «Ρε μαλάκα ποιου μαλάκα τηλεφωνάς;» και τον χτύπησε πάνω στο δεξί χέρι με το οποίο κρατούσε ο παραπονούμενος το τηλέφωνο, το οποίο του έπεσε και το οποίο τηλέφωνο ο κατηγορούμενος κλώτσησε χωρίς να πάθει οποιανδήποτε ζημιά. Αργότερα την ίδια μέρα ο παραπονούμενος πήγε στο Νοσοκομείου Πάφου όπου από την εξέταση του από το Μ.Κ.3 διαπιστώθηκε ότι υπέστη θλάση μαλακών μορίων της εξωτερικής άνω πλάγιας περιοχής του δεξιού πήχεος, που είναι το μέρος από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό, χωρίς σημεία εξωτερικής κάκωσης. Συνεστήθη δε στον παραπονούμενο διήμερη αναρρωτική άδεια. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το κτύπημα που επέφερε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο συνιστά επίθεση σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Περαιτέρω δεν έχω αμφιβολία ότι το τραύμα που προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο συνεπεία της επίθεσης ήτοι η θλάση μαλακών μορίων της εξωτερικής άνω πλάγιας περιοχής του δεξιού πήχεος συνιστά πραγματική σωματική βλάβη. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea) αποδεικνύεται από τις περιβάλλουσες συνθήκες. Στην παρούσα περίπτωση η αναγκαία πρόθεση του κατηγορούμενου συνάγεται από το ότι μετά που ο παραπονούμενος προσπάθησε να τον ηρεμήσει χωρίς αποτέλεσμα και μετά που ο πρώτος βγήκε έξω για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε και τον χτύπησε πάνω στο δεξί χέρι και μάλιστα στη συνέχεια κλώτσησε και το τηλέφωνο που κρατούσε ο παραπονούμενος και το οποίο του έπεσε μετά το χτύπημα. Περαιτέρω κρίνω ότι η φράση «Ρε μαλάκα ποιου μαλάκα τηλεφωνάς;» στον τόπο, το χρόνο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική, εκδήλωνε περιφρόνηση και ήταν γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου του παραπονούμενου. Τέλος κρίνω ότι η φράση αυτή ήταν δυνατό να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Αυτό συνάγεται όχι μόνο από τις περιστάσεις στο σύνολο τους αλλά και από το ότι ο παραπονούμενος δεν θεώρησε τη φράση αυτή ως αθώα και για αυτό το λόγο προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου στην Αστυνομία και για το θέμα αυτό. Εξετάζοντας τη δεύτερη κατηγορία έχω διαπιστώσει ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτής αναφέρεται ως χώρος όπου διαπράχθηκε το αδίκημα το καμπαρέ «Καλλιγούλας» ενώ από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και για τους λόγους που εξήγησα ειδικά όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα φαίνεται ότι αυτό έλαβε χώρα στο χώρο καφετέριας, η οποία βρίσκεται στο ίδιο κτίριο με το καμπαρέ. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικασθεί στην δεύτερη κατηγορία με βάση τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες του αδικήματος που αναφέρονται σε αυτή ήτοι ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στο χώρο του καμπαρέ. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. Από τη μαρτυρία όμως την οποία έχω κάνει δεκτή κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν στο χώρο συγκεκριμένης καφετέριας στην Πάφο δηλ. σε χώρο, ο οποίος λειτουργούσε ως κέντρο αναψυχής. Συνεπώς επρόκειτο για δημόσιο χώρο όπου έχει πρόσβαση το κοινό. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην και το πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της εξύβρισης στο χώρο καφετέριας στη Πάφο. Για το λόγο αυτό θα εξετάσω κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο με βάση το νόμο και τη σχετική νομολογία να προβώ στην προσθήκη τρίτης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αυτού και τις υποθέσεις Φουρής ν. Αστυνομίας
(1980)2 CLR 152 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, και
- Η μεταβολή του κατηγορητήριου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Εξετάζοντας το θέμα στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο η διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος στο συγκεκριμένο χώρο, η καταδίκη του κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και η ποινή που μπορεί να επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν είναι μεγαλύτερη αλλά είναι η ίδια με εκείνη που θα μπορούσε να επιβληθεί βάσει της δεύτερης κατηγορίας. Τέλος εξετάζοντας την υπόθεση στο σύνολο της κρίνω ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, εφόσον τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά από την αρχή και συγκεκριμένα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 παραπονούμενου και ο κατηγορούμενος διεξήγε την υπεράσπιση του γνωρίζοντας αυτά και με βάση αυτά. Πρέπει δε να λεχθεί άλλωστε ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το χώρο στον οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα αλλά η θέση του ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε καθόλου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο τροποποιείται με την προσθήκη της ακόλουθης ως τρίτης κατηγορίας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τρίτη Κατηγορία Δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 25ην Ιουνίου του 2006, σε δημόσιο μέρος δηλ. στο χώρο καφετέριας στην Πάφο, της Επαρχίας Πάφου, εξύβρισε το Θεόδουλο Θεοδόλου από την Πάφο με τη φράση «Ρε μαλάκα ποιού μαλάκα τηλεφωνάς» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 3 και ως εκ τούτου κρίνω το κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο αυτές κατηγορίες ενώ ως έχει ήδη αναφερθεί αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη - Δημόσια εξύβριση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο