Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πέτρος Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 3537/07, 17.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3537/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Πέτρος Στυλιανού Ημερομηνία: 17.11.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο: κ. Νικόπουλος. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο. Την ίδια εισήγηση, πρέπει να λεχθεί, υπέβαλε και η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής με αναφορά στη σχετική μαρτυρία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατηγορείται ότι την 1.12.06 στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς CARREFUR στην Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Λ.Κ.250 στο μπροστινό μέρος και στην πόρτα συνοδηγού του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής HNP 563 περιουσία της Στέλλας Χριστοδούλου. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια αντικειμενικά την υπάρχουσα μαρτυρία, χωρίς να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας, όπως επιβάλλεται στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η μόνη μάρτυρας η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν η παραπονούμενη. Αυτή ανέφερε στην κατάθεση της, την οποία και υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τα ακόλουθα: Την 1.12.06 μετέβηκε στην εργασία της η ώρα 8.00 πμ. και πάρκαρε το αυτοκίνητο της στο ιδιωτικό χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς όπου εργάζεται. Την ίδια μέρα πήγε στην πιο πάνω υπεραγορά και ο κατηγορούμενος με τον οποίο η παραπονούμενη είχε κάποια παρεξήγηση 2 μήνες προηγουμένως. Όταν η παραπονούμενη είδε τον κατηγορούμενο να βγαίνει από την υπεραγορά γύρω στις 12:00 το μεσημέρι, τον ακολούθησε για το λόγο ότι από την μέρα που έγινε η παρεξήγηση έβρισκε γδαρσίματα πάνω στο αυτοκίνητο της. Η παραπονούμενη είδε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο να βάζει τα ψώνια στο αυτοκίνητο του που ήταν σταθμευμένο δίπλα από το δικό της και να περιφέρεται ύποπτα γύρω από το αυτοκίνητο της. Στη συνέχεια μόλις είδε τον κατηγορούμενο να φεύγει με το όχημα του η παραπονούμενη πήγε στο αυτοκίνητο της και αντιλήφθηκε πως στο μπροστινό μέρος και στην πόρτα του συνοδηγού είχε γδαρσίματα που δεν υπήρχαν πριν. Με βάση τα πιο πάνω η παραπονούμενη ανέφερε ότι υποψιάζεται τον κατηγορούμενο για τη ζημιά στο όχημα της. Κατά την κυρίως εξέταση της η παραπονούμενη διευκρίνισε ότι από την ώρα που στάθμευσε το αυτοκίνητο της στις 8 το πρωί και μέχρι την ώρα που ακολούθησε τον κατηγορούμενο δεν έλεγξε ξανά το αυτοκίνητο της. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν ακολούθησε τον κατηγορούμενο και τον είδε να περιφέρεται ύποπτα γύρω από το αυτοκίνητο της δεν τον είδε να προβαίνει στη ζημιά που αυτή εντόπισε αργότερα. Από την πιο πάνω λοιπόν μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι εμφανές ότι δεν έχει καταδειχθεί χωρίς αμφιβολία, ακόμη και για αυτό το στάδιο της υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο προκάλεσε τη ζημιά στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Προφανώς η όλη υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίχτηκε στις εύλογες υποψίες της παραπονούμενης με βάση τα όσα αυτή αντιλήφθηκε κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και με βάση την παρεξήγηση που έγινε στο παρελθόν μεταξύ αυτής και του κατηγορούμενου μετά από την οποία έβρισκε ζημιές στο όχημα της. Η πιο πάνω λοιπόν διαπίστωση δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν είναι δυνατό να προκύψουν αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο