← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3761/06, 26.11.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3761/06, 26.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3761/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Στέλιος Στυλιανού
  2. Σάββας Τρικουλιάς Ημερομηνία: 26.11.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενο 1: κ. Φιλίππου. Για Κατηγορούμενο 2: κα Παπαδημήτρη. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αρχικά αντιμετώπιζαν από κοινού ακόμη τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν την καταδίωξη θηράματος κατά παράβαση του άρθρου 44 του περί της Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/2003 (κατηγορίες 1-3) στις οποίες αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για τους λόγους που εξηγήθηκαν στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Στο παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει μόνο την κατηγορία 5, η οποία αφορά το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορείται ότι στις 12.8.05 στην περιοχή «Μέλανη» στην Τάλα της Επαρχίας Πάφου, έκλεψε από το αυτοκίνητο της υπηρεσίας θήρας μια απόχη, η οποία βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων και παραλήφθηκε σαν τεκμήριο από το θηροφύλακα Γεώργιο Χαραλάμπους. Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία 4 για απόδραση από νόμιμη σύλληψη κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορείται ότι στις 12.8.05 στην περιοχή «Μέλανη» στην Τάλα της Επαρχίας Πάφου, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα, δηλ. καταδίωξη θηράματος με τη χρήση αυτοκινήτου, απέδρασε. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 2 καταδικάστηκε στις 17.1.05 στην ποινική υπόθεση 7149/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου επί του ότι την 1.2.04 στην περιοχή Κάλαμος στην Επισκοπή καταδίωκε θήραμα μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή και του επιβλήθηκε πρόστιμο Λ.Κ.
  3. Ένας από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ήταν και ο Μ.Κ.
  4. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις υπό αναφορά κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Όσον αφορά τις ανώμοτες αυτές δηλώσεις ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι είναι αθώος και ότι όσα του καταλογίζονται δεν είναι αλήθεια ενώ ο κατηγορούμενος 2 αρκέσθηκε να πει ότι είναι αθώος. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 3158 Νίκος Χριστοφή μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του, η οποία αφορούσε την παράδοση σε αυτόν από το Μ.Κ.3 του χειροκίνητου προβολέα (τεκμήριο 2), ο οποίος σύμφωνα με το Μ.Κ.3 χρησιμοποιείτο κατά τον επίδικο χρόνο και βρέθηκε κατά την έρευνα στο όχημα των κατηγορουμένων, δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά ότι το τεκμήριο αυτό είναι σήμερα όπως ακριβώς του το παρέδωσε στις 12.8.05 ο Μ.Κ.3 δηλ. με το σύρμα του τυλιγμένο γύρω από τον προβολέα και χωρίς να φέρει στην άκρη του οποιαδήποτε πρίζα και ότι ο ίδιος δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλοίωση. Σε σχέση με το μάρτυρα αυτό πρέπει όμως να αναφερθεί το εξής. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, κάτι που ο ίδιος δεν ανέφερε ούτε στην κατάθεση του ούτε στο Δικαστήριο. Ήταν ως εκ τούτου η εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι η μη αποκάλυψη αυτή τους στέρησε τη δυνατότητα να αντεξετάσουν το μάρτυρα αυτό, ως εξεταστή, στον οποίο ήθελαν να υποβάλουν σχετικές ερωτήσεις, γεγονός που επηρέασε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Σε σχέση λοιπόν με τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι ασφαλώς ήταν καθήκον του μάρτυρα να αποκαλύψει την ιδιότητα του ούτως ώστε να μπορεί η υπεράσπιση να προωθήσει τη γραμμή της έχοντας αυτό υπόψην της κατά την αντεξέταση του. Κάτι τέτοιο όμως ούτε ο μάρτυρας το έκανε, ούτε η κατηγορούσα αρχή, παρόλο που αυτή όφειλε να γνωρίζει την ιδιότητα του μάρτυρα και να την αποκαλύψει στην υπεράσπιση έστω και αν αυτός δεν το ανάφερε στην κατάθεση του. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι παρόλα αυτά η υπεράσπιση είχε το δικαίωμα, από τη στιγμή που αυτό περιήλθε στην αντίληψη της έστω και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, να ζητήσει, δυνάμει του άρθρου 54 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, την επανακλήτευση του μάρτυρα, κάτι που όμως δεν επέλεξε να πράξει. Πέραν τούτου από το σύνολο της μαρτυρίας, ως θα φανεί και πιο κάτω, η υπεράσπιση των κατηγορουμένων δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από την πιο πάνω αναφερόμενη παράλειψη. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 4860 Ιωάννης Χ'Φιλίππου μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Ο μάρτυρας ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε με δικαστικά εντάλματα σύλληψης τους κατηγορούμενους, ερεύνησε τις οικίες τους, έλαβε από αυτούς ανακριτικές καταθέσεις και τους κατηγόρησε γραπτώς. Αναφέρθηκε στις ενέργειες λοιπόν που έκανε σε σχέση με την υπόθεση και απάντησε με ευθύτητα και αντικειμενικότητα στις ερωτήσεις που του έγιναν χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε. Η αξιοπιστία του δε δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Αντίθετα με τους άλλους μάρτυρες ο Μ.Κ.3 Ειδικός Αστ. 6162 Γεώργιος Χριστοδούλου του Ταμείου Θήρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο μόνος μάρτυρας ο οποίος είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων που έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο. Κατά τη μαρτυρία του όμως περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις σε σχέση με τα γεγονότα αυτά καθώς και τις ενέργειες και τις διαπιστώσεις που έκανε, ορισμένες θέσεις του εμφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του για να στηρίξει την εκδοχή του ενώ επίσης κάποιες άλλες θέσεις του δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Η εκδοχή που ο μάρτυρας αυτός έδωσε στην κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ήταν η ακόλουθη: Στις 12.8.05 περί ώρα 04:35 ενώ αυτός βρισκόταν μαζί με συνάδελφο του σε μηχανοκίνητη περιπολία για πάταξη της λαθροθηρίας, στην περιοχή Μέλανη στην Τάλα, είδε ένα όχημα να κινείται και να περιφέρεται μέσα στους αγροτικούς δρόμους και να μπαινοβγαίνει μέσα στα χωράφια με αναμμένο χειροκίνητο προβολέα, το φως του οποίου κτυπούσε πάνω σε λαγό τον οποίο καταδίωκε μέσα στο χωράφι σε απόσταση 20 έως 30 μέτρα περίπου από τον ίδιο. Σε κάποια στροφή του δρόμου ο συνάδελφος του έκανε σήμα στο πιο πάνω όχημα για να σταματήσει όπως και έγινε. Ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο κατηγορούμενος
  1. Τότε ο μάρτυρας πλησίασε τον οδηγό δηλ. τον κατηγορούμενο 2 και του είπε «Υπηρεσία Θήρας Έλεγχου» αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και του είπε «Γιατί καταδιώκεις θήραμα με χρήση χειροκίνητου προβολέα με το όχημα σου» και ο οδηγός του απάντησε «Εγώ κάνω ότι θέλω. Αν θέλεις να κάνεις έρευνα κάνε». Κατά την έρευνα που έκανε ο μάρτυρας βρήκε ένα συναρμολογημένο χειροκίνητο προβολέα πάνω στο όχημα, ο οποίος ήταν ακόμη αναμμένος. Πήρε τον προβολέα και μία απόχη, η οποία είχε πάνω τρίχες του λαγού και τα έβαλε στο υπηρεσιακό του όχημα. Μετά αφού ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 για το εις βάρος του αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και εκείνος απάντησε «Κάμε ότι θέλεις», ο κατηγορούμενος 1 έτρεξε στο υπηρεσιακό όχημα του μάρτυρα, το άνοιξε και πήρε από μέσα την απόχη και έτρεξε μέσα στο σκοτάδι και φώναζε δυνατά «Έλα Σάββα πιο πάνω να φύουμε και άστους δαμέ μόνους τους». Αμέσως ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 2 όμως μπήκε στο όχημα και τράπηκε σε φυγή. Ακολούθως ο μάρτυρας μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και κατάγγειλε την υπόθεση στον Αστυφ. 3158 στον οποίο παρέδωσε και τον προβολέα. Στην κυρίως εξέταση του συμπλήρωσε ότι όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη τον άγγιξε στον ώμο και του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη όμως εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ανέφερε επίσης ότι ο προβολέας ήταν συναρμολογημένος μέσα στο αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στη μέση του αυτοκινήτου εκεί στον αναπτήρα και ήταν αναμμένος. Την απόχη την βρήκε ενδιάμεσα των θέσεων του οδηγού και του συνοδηγού. Επίσης είπε ότι το φως του προβολέα έβγαινε από την μεριά του συνοδηγού. Στην αντεξέταση του ανέφερε δε ότι τον προβολέα (τεκμήριο 2) τον παρέλαβε ακριβώς στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Σε υποβολή δε ότι προβολέας αυτός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι όπως είναι σήμερα καθώς το σύρμα του δεν έχει πρίζα ή υποδοχή για να ενωθεί κάπου και να πάρει ρεύμα απάντησε ότι ήταν αναμμένος και την ώρα που τον τράβηξε πρέπει να κόπηκαν τα σύρματα του κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του, όπου περιορίσθηκε να πει ότι πήρε τον προβολέα. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε γιατί δεν το αναφέρει στην κατάθεση του, είπε ότι εκεί αναφέρει ότι τον πήρε αναμμένο και τον τράβηξε από εκεί που ήταν ενωμένος κάτι που δεν ευσταθεί ενώ σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε στην ουσία ότι η έννοια του παίρνω εξομοιούται με την έννοια του τραβώ. Είναι εμφανές λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η θέση του στην αντεξέταση του για τον τρόπο που παρέλαβε τον προβολέα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του για να δικαιολογήσει την έλλειψη από το τεκμήριο 2 εξαρτήματος που θα τον καθιστούσε λειτουργήσιμο, ως ήταν η θέση του ότι ήταν κατά τον επίδικο χρόνο. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση των κατηγορούμενων ως φαίνεται στις ανακριτικές τους καταθέσεις είναι ότι μετέβαιναν με το όχημα τους στο χωριό Κοίλη για να εκτελέσουν γεωργικές εργασίες όταν τους ανέκοψαν ο μάρτυρας και ο συνάδελφος τους και ο προβολέας που βρήκε ο Μ.Κ.3 βρισκόταν μη ενεργοποιημένος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Στην αντεξέταση του επίσης ο Μ.Κ.3 ενώ δεν δέχθηκε ότι στην πρώτη επαφή με τους κατηγορούμενους δεν τους πληροφόρησε για τα αδικήματα που είχε υπόψη του ότι διέπραξαν όταν ρωτήθηκε που φαίνεται αυτό στην κατάθεση του απάντησε ότι πρώτα τους είπε «Υπηρεσία Θήρα έλεγχος» και μετά στην έρευνα που έκανε όταν βρήκε τον προβολέα ακόμα συναρμολογημένο πήρε και την απόχη από το όχημα και τους πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξαν, χωρίς να αναφέρει ποιο ήταν αυτό, και τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο και ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Κάνω ότι θέλω». Αυτά όμως εμφανώς δεν συνάδουν με τα όσα είπε στην κατάθεση του σε σχέση με τη σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα ενώ ακόμη και αν γινόταν δεκτό αυτό θα αποτελούσε επίστηση μόνο στον κατηγορούμενο
  2. Περαιτέρω ενώ στην αντεξέταση του δέχτηκε αρχικά ότι επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 1 μετά που έπιασε τον προβολέα και την απόχη, όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν δηλ. επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 1 μετά που πήρε τα υπό αναφορά αντικείμενα, απάντησε αρνητικά και συμπλήρωσε ότι τους επέστησε την προσοχή μόλις βρήκε τα αντικείμενα και τα πήρε στο υπηρεσιακό του όχημα και μετά έτρεξε ο κατηγορούμενος 1, άνοιξε το όχημα, πήρε την απόχη και τράπηκε σε φυγή μέσα στο σκοτάδι οπόταν αμέσως ο ίδιος πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη, του επέστησε την προσοχή στο νόμο, όμως εκείνος μπήκε στο όχημα και τράπηκε σε φυγή. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι τους επέστησε την προσοχή μόλις έπιασε τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα. Σε επόμενη ερώτηση εάν αυτό έγινε μετά την έρευνα ανέφερε ότι μόλις πήγε στον οδηγό τον ρώτησε γιατί καταδίωκε θήραμα με τη χρήση προβολέα και μετά την έρευνα που βρήκε τον προβολέα και την απόχη τους πληροφόρησε. Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε ότι άρα αυτό έγινε μετά την έρευνα απάντησε αρνητικά και είπε ότι πρώτα πήγε στον οδηγό, τον πληροφόρησε γιατί καταδιώκει θήραμα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και μετά έκανε έρευνα. Και πάλι όμως αυτά που αναφέρει για τον οδηγό λέει στην κατάθεση του ότι τα έκανε μόλις προσέγγισε αυτόν αμέσως μετά την ανακοπή με τη διαφορά και πάλι ότι τον ρώτησε γιατί καταδιώκει θήραμα ενώ δεν λέει ότι του επέστησε την προσοχή. Όταν ερωτήθηκε πως εξηγεί το γεγονός ότι ενώ τοποθέτησε και τα δύο αντικείμενα στο υπηρεσιακό του όχημα ο κατηγορούμενος 1 δεν πήρε και τον προβολέα απάντησε ότι προφανώς τον βόλευε και πήρε την απόχη γιατί ήταν ανάμεσα στα καθίσματα και ότι ο προβολέας πιθανόν να ήταν κάτω από τα καθίσματα και να μην τον είδε. Η θέση του όμως αυτή δεν συνάδει με τη λογική γιατί δεν είναι λογικό ο κατηγορούμενος 1 να έκανε αυτήν την ενέργεια και μάλιστα στην παρουσία του μάρτυρα και του συναδέλφου του, οι οποίοι ήταν πολύ κοντά, δηλ. να τρέξει να ανοίξει και να πάρει από το υπηρεσιακό όχημα μόνο την απόχη και όχι και τον προβολέα εάν ήθελε να εξαφανίσει τα τεκμήρια αυτά που κατά τους ισχυρισμούς του μάρτυρα συνέδεεαν τους κατηγορούμενους με τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω το μη πειστικό της θέσης αυτής του μάρτυρα φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ εκείνος τοποθέτησε ως ισχυρίζεται και τα δύο τεκμήρια στο όχημα υποθέτει ότι ο προβολέας ήταν κάτω από το κάθισμα ενώ προφανώς έπρεπε να το γνωρίζει αυτό θετικά. Δεν είναι επίσης λογικό ο κατηγορούμενος 1 να προέβη σε αυτή την ενέργεια και ενώ τόσο ο μάρτυρας όσο και ο συνάδελφος του βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση να μην τρέξουν για να τον σταματήσουν, ως ανέφερε ο μάρτυρας. Μάλιστα ανέφερε αρχικά ότι όταν ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είχε κατεβεί και βρισκόταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού, άρχισε να τρέχει, ο μάρτυρας ήταν κοντά στην πόρτα του συνοδηγού ενώ σε επόμενη ερώτηση είπε ότι πήγε στην θέση του οδηγού και μόλις είδε τον κατηγορούμενο 1 και έφυγε, ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο 2 ότι είναι υπό σύλληψη. Σε ερώτηση δε αν όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι ήταν υπό σύλληψη του είπε και για ποιο αδίκημα απάντησε ότι του είπε μόλις ανακόπηκε το όχημα «Γιατί μπαινοβγαίνεις στα χωράφια με χειροκίνητο προβολέα». Σε επόμενη ερώτηση κατά πόσο δεν έπρεπε να αναφέρει τα αδικήματα στον κατηγορούμενο 2 ξανά όταν τον συνέλαβε είπε ότι του ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη για τον λόγο ότι βρήκε τον προβολέα και την απόχη. Στη συνέχεια δε μεταβάλλοντας τη θέση του ανέφερε ότι όταν του είπε ότι ήταν υπό σύλληψη του επέστησε την προσοχή στο νόμο για τα αδικήματα που ήταν οδηγός του οχήματος και γύριζε τα χωράφια με αναμμένο προβολέα. Είπε επίσης ότι κατά την ανακοπή το υπηρεσιακό όχημα του σε σχέση με το αυτοκίνητο των κατηγορουμένων βρίσκονταν απέναντι το ένα από το άλλο «μούτρα με μούτρα», με απόσταση περίπου απόσταση 4 έως 6 μέτρα και ότι εκεί ήταν χωματόδρομος και δεν υπήρχε χώρος να περάσει και δεύτερο αυτοκίνητο, δηλαδή δεν χωρούσε δύο αυτοκίνητα δίπλα δίπλα. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν του είπε ότι είναι υπό σύλληψη ήταν έξω από το αυτοκίνητο και ο ίδιος βρισκόταν δίπλα του. Σε ερώτηση αν δεν προσπάθησε να το σταματήσει όταν μπήκε στο αυτοκίνητο και τράπηκε σε φυγή, είπε ότι την ώρα που τον συνέλαβε η πόρτα του αυτοκινήτου ήταν ανοικτή, εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο, έκλεισε γρήγορα την πόρτα και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είπε μάλιστα ότι έφυγε με μπροστινή ταχύτητα. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι πριν είπε ότι τα αυτοκίνητα ήταν μούτρα με μούτρα και δεν φορούσε δεύτερο αυτοκίνητο να περάσει, είπε μιλώντας γενικά ότι την ώρα που κάνουν την ανακοπή και όταν βλέπουν ότι συμμορφώνονται στο σήμα και σταματούν, πιάνουν πάντα, δηλαδή πάνε δίπλα και δεν είναι απέναντι τους. Σε ερώτηση αν άρα αναιρεί ότι είπε πριν ότι τα αυτοκίνητα ήταν μούτρα με μούτρα απάντησε θετικά και είπε ότι την ώρα της ανακοπής στην αρχή είναι απέναντι και μετά προχωρούν δεξιά ή αριστερά όπου έχει χώρο ο δρόμος. Σε υπόδειξη ότι πριν είπε ότι δεν είχε χώρο για δεύτερο αυτοκίνητο και άρα ούτε και να παρκάρουν οι ίδιοι πιο πέρα, απάντησε ότι το όχημα των κατηγορούμενων την ώρα που έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα έφυγε σε όχθο που ήταν παραπλεύρως του δρόμου και διέφυγε. Τέλος σε ερώτηση επίσης κατά την αντεξέταση κατά πόσο είναι απόλυτα σίγουρος ότι οι τρίχες που είδε μέσα στην απόχη ήταν του λαγού, ως είπε χωρίς αμφιβολία σε δύο μάλιστα σημεία στην κατάθεση του, και όχι κουνελιού ή αλεπούς απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι δεν είναι αρμόδιος να καταλάβει τις τρίχες του λαγού και ότι αυτές πιθανόν να ήταν τρίχες λαγού. Σε άλλη δε ερώτηση εάν μπορούσε να πει με βεβαιότητα κατά πόσο εκείνο που είδε ότι καταδίωκαν οι κατηγορούμενοι ήταν λαγός απάντησε θετικά. Σε επόμενη όμως ερώτηση κατά πόσο αυτό που είδε δεν υπάρχει ούτε μία αμφιβολία να μην ήταν λαγός είπε ότι υπάρχει. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Έχοντας δε κατά νου, ως έχει άλλωστε αναφερθεί ανωτέρω, ότι ο Μ.Κ.3 ήταν ο μόνος και βασικός μάρτυρας ο οποίος είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων που συνέβησαν κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο τόπο και ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στηρίζονται αποκλειστικά στη μαρτυρία αυτού κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 1 στην κατηγορία 5 και ο κατηγορούμενος 2 στην κατηγορία
  3. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόδραση από νόμιμη κράτηση - Κλοπή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.