PONTORO COMPANY LTD ν. Ανδρέα Σαββίδη, Αρ. Υπόθεσης: 9893/07, 26.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τάσου Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9893/07 PONTORO COMPANY LTD Κατήγορος ν. Ανδρέα Σαββίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26.11.2009 Για την Κατήγορο: κ. Μ. Βασιλειάδης (κα Κλ. Νικολάου ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κα Φλωράκη Κατηγορούμενος: Παρών ----------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις Κατηγορίες που εκτίθενται στο Κατηγορητήριο ήτοι: Κατηγορία 1: Της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα Πτωχεύσαντα κατά παράβαση του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 Άρθρο 117(α) και των Νόμων 166/87, 43/74, 49/85, 197/86 και 156
(1)/99. Κατηγορία 2: Της διεξαγωγής εργασίας από μη αποκατασταθέντα Πτωχεύσαντα κατά παράβαση του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 Άρθρο 117(β) και των Νόμων 166/87, 43/74, 49/85, 197/86 και 156
(1)/99. Κατηγορία 3: Της απάτης από Πτωχεύσαντα κατά παράβαση του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 Άρθρο 118(α) και (β) και του Άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και των Νόμων 166/87, 43/74, 49/85, 197/86 και 156
(1)/
- Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας στις 25.9.2009 με γραπτή δήλωση και των δυο συνηγόρων των διαδίκων δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου Άρθρο 19 τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον μου ως Έγγραφο Α, ήτοι: «Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων δηλώνουν ότι εκτός από την παρούσα υπόθεση έχουν καταχωρηθεί εναντίον του Κατηγορούμενου οι κάτωθι υποθέσεις για άλλα τιμολόγια που αφορούν την συνεργασία της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο για την περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2006:
- Ποινική Υπόθεση Αρ. 10637/07 Ε.Δ Πάφου. Αφορά τα τιμολόγια αρ.601-
- Ποινική Υπόθεση Αρ. 10944/07 Ε.Δ Πάφου. Αφορά τα τιμολόγια αρ.701-
- Ποινική Υπόθεση Αρ. 11424/07 Ε.Δ Πάφου. Αφορά τα τιμολόγια αρ.1851-
- Ποινική Υπόθεση Αρ. 1265/08 Ε.Δ Πάφου. Αφορά τα τιμολόγια αρ.1051-1100.» Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1 με προφορική δήλωση από το συνήγορο του κατηγορούμενου, με την σύμφωνο γνώμη του συνηγόρου του Κατηγόρου και με την έγκριση από το Δικαστήριο δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, Άρθρο 19 εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Ότι οι υπογραφές που φαίνονται στα τιμολόγια με αριθμούς 501 - 550 του Τεκμηρίου 1 φέρουν την υπογραφή του κατηγορούμενου κάτω από τη λέξη «παραδώσας». · Ότι ο κατηγορούμενος έχει κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει του διατάγματος που έχει εκδοθεί στην Αίτηση 197/98 στις 14.8.03 και έκτοτε παραμένει σε πτώχευση χωρίς να έχει αποκατασταθεί. · Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από την ημερομηνία που κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 14.8.03 και μέχρι σήμερα, ότι είναι σε πτώχευση χωρίς να έχει αποκατασταθεί. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και για τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και η Κατήγορος Εταιρεία για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα τον κ. Ξενοφώντα Ξενοφώντος, τον διευθυντή της, Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 έδωσε μαρτυρία, κατέθεσε ενώπιον μου το Τεκμήριο 1, ήτοι μπλοκ τιμολογίων με αριθμούς 0501 - 0550 που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 23.3.2006 - 12.4.2006 και περαιτέρω απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο της Κατηγόρου Εταιρείας και αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατήγορο Εταιρεία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία και ως εκ τούτου αυτός πρέπει να αθωωθεί και στις τρεις κατηγορίες. Στην εισήγηση του αυτή, την οποία για σκοπούς υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου ετοίμασε γραπτώς και κατέθεσε ενώπιον μου ως Έγγραφο Γ και αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο του Κατηγόρου, εισηγείται ότι δεν έχουν αποδειχθεί όλα ή μερικά από τα συστατικά στοιχεία που θεμελιώνουν τις τρεις κατηγορίες. Περαιτέρω, επικαλέστηκε το γεγονός ότι επειδή η Κατήγορος Εταιρεία έχει καταχωρήσει εναντίον του κατηγορουμένου όπως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα στο Έγγραφο Α, άλλες τέσσερις ποινικές υποθέσεις στο Ε.Δ. Πάφου με τις ίδιες κατηγορίες ως εις την παρούσα, σε κάθε κατηγορητήριο και επειδή τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο μέσα στα πλαίσια της ίδιας συνεργασίας που είχε με την Κατήγορο Εταιρεία από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του 2006, η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Επικαλούμενος δε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου, Ποινική Έφεση αρ. 7063, ημερ. 11.11.2002 και στην Αίτηση αρ. 136/2004 για Έκδοση Διαταγμάτων Certiorari και Mandamus, ημερ. 17.9.2004, ζήτησε όπως η παρούσα διαδικασία ανακοπεί λόγω της τοιαύτης κατάχρησης της από πλευράς της Κατηγόρου Εταιρείας και την αθώωση του κατηγορουμένου. Επίσης είναι εισήγηση του ότι η παρούσα δικαστική διαδικασία είναι καταπιεστική για τον κατηγορούμενο λόγω της καταχώρησης πολλαπλών κατηγορητηρίων διότι κινδυνεύει να καταδικαστεί για κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα που διαπράχθηκαν σε συγκεκριμένη περίοδο, πέντε συνολικά φορές. Η θέση του συνηγόρου της Κατηγόρου Εταιρείας είναι ότι, επί τη βάση των αρχών που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και από την ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος η δε μαρτυρία δεν έχει κλονιστεί από την αντεξέταση σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον Κατηγορούμενο. Την αγόρευση του για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου κατέθεσε γραπτώς (Έγγραφο Β), την ανέγνωσε και αντίγραφο της παρέδωσε στο συνήγορο του Κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 A.A.Δ 191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου (Κατηγορούμενου), δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στις τρεις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, βασίζονται׃ · η πρώτη κατηγορία στο Άρθρο 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, · η δεύτερη κατηγορία στο Άρθρο 117 (β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, και · η τρίτη κατηγορία στο Άρθρο 118(α) και (β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και στο Άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 117 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 προνοεί ότι: «Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α)είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών, τώρα δέκα επτά ευρώ ή πέραν των δέκα λιρών, τώρα δέκα επτά ευρώ, από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε∙ ή (β)επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύπτει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.» Το δε άρθρο 118 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 προνοεί ότι: «Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη∙ (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του∙ (γ) ...........................» είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Τα δε άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα προνοούν τα εξής: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» «Άρθρο 298:- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Παρά το ότι στην Κατηγορία 3 επί του Κατηγορητηρίου δεν αναφέρεται το Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα το έχω παραθέσει ανωτέρω καθότι το Άρθρο 297 δεν στοιχειοθετεί αδίκημα αλλά είναι ερμηνευτικό της έννοιας της «ψευδούς παράστασης» που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που δημιουργεί το αδίκημα που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με την Κατηγορία αριθμό 3 επί του Κατηγορητηρίου. Ανοίγοντας δε μια μικρή παρένθεση επισημαίνω τα εξής: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2, Α.Α.Δ, 598 και συγκεκριμένα στις σελ.601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/78, η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ. 155. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ. 154 η οποία εξομοιώνει τη συνέργεια με την αυτουργία, στην προκειμένη περίπτωση την παράλειψη της εταιρείας να υποβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο δηλώσεις και προβλεπόμενους λογαριασμούς. Το άρθρο 2 του Κεφ. 155, ρητά προβλέπει ότι συνεργός μπορεί να κατηγορηθεί ως αυτουργός. Στην πρόσφατη απόφαση μας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas and Associates Ltd κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ 523, εξηγείται ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ρητά προβλέπει ότι ο κάθε ένας ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σ' αυτό μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. (Επί του ιδίου θέματος βλ. Adini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Χωρίς να αποφασίζουμε ότι η συμπερίληψη του άρθρου 12 του Ν. 4/78 στην έκθεση των αδικημάτων ήταν ως θέμα ορθής διατύπωσης του κατηγορητηρίου απαραίτητη, η μη συμπερίληψη του δεν είχε οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης του εφεσείοντος (κατηγορούμενου), διαπίστωση που θέτει τέρμα στην περαιτέρω εξέταση του θέματος.» Επίσης όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας, 1999
(2)ΑΑΔ 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Στην υπόθεση Κοιλιάρης, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, κρίθηκε ότι, η μη συμπερίληψη του άρθρου που καθόριζε την ποινή, ήταν τυπικής μορφής και δεν αποτελούσε ουσιώδη παρατυπία που μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την εφεσείουσα ή να την παραπλανήσει, δεδομένου ότι συμπεριλαμβανόταν το αδίκημα και συνεπώς η εφεσείουσα γνώριζε τη φύση των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Στην παρούσα περίπτωση και όπως προαναφέρεται, από την έκθεση του αδικήματος της κατηγορίας 3, ελλείπει το άρθρο 298, το οποίο είναι το άρθρο το οποίο δημιουργεί το αδίκημα και το οποίο καθορίζει επίσης την ποινή σε περίπτωση διάπραξης του. Συμπεριλαμβάνεται όμως στο κατηγορητήριο το άρθρο 297 του σχετικού Νόμου, το οποίο ερμηνεύει την έννοια της ψευδούς παράστασης στις δε λεπτομέρειες του αδικήματος γίνεται περιγραφή με σαφή τρόπο του αδικήματος του άρθρου 298. Κρίνεται με βάση όλα τα πιο πάνω ότι η Κατήγορος Εταιρεία, θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει και το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αφού τούτο είναι το άρθρο του Νόμου που ποινικοποιεί την απόκτηση από άλλον που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής δια ψευδούς παράστασης με σκοπό την καταδολίευση. Εκείνο όμως που έχει ουσιαστική σημασία και θα πρέπει σύμφωνα με την νομολογία να εξετασθεί, είναι εάν η παράλειψη αυτή της Κατηγόρου Εταιρείας, έχει με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάσει τον Κατηγορούμενο, στην υπεράσπιση του. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, του γεγονότος ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 το οποίο ερμηνεύει την έννοια της ψευδούς παράστασης, ότι από τις λεπτομέρειες του αδικήματος φωτογραφίζεται το συγκεκριμένο αδίκημα του άρθρου 298, του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο της επιλογής του, ότι ακόμα καμιά απολύτως εισήγηση δεν έγινε από τον τελευταίο για οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του πελάτη του στην υπεράσπιση του, δημιουργία σύγχυσης ή παραπλάνησης, ως προς το τι κατηγορία αντιμετωπίζει, θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Η μη συμπερίληψη του δεν είχε οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης (βλ. Σ. Μαρκίδης, πιο πάνω). Από τις πιο πάνω πρόνοιες των άρθρων και της νομοθεσίας που στηρίζονται οι κατηγορίες 1 και 2 συστατικά στοιχεία των εν λόγω κατηγοριών είναι׃ Της 1ης κατηγορίας: α. Ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί, β. Ότι είτε μόνος είτε από κοινού εξασφάλισε πίστωση στην έκταση των €17 ή πέραν των €17 από άλλο πρόσωπο, ήτοι από την Κατήγορο Εταιρεία, και γ. Στο οποίο πρόσωπο, την Κατήγορο Εταιρεία, δεν αποκάλυψε και δεν πληροφόρησε ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Της 2ης κατηγορίας: α. Ότι ο κατηγορούμενος είχε επιδοθεί σε εμπόριο η διεξήγε εργασίες, β. Με άλλο όνομα από αυτό που είχε κυρηχθεί σε πτώχευση, και γ. Δεν είχε αποκαλύψει στην Κατήγορο Εταιρεία το όνομα με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Από την ενώπιον μου μέχρι στιγμής τεθείσα μαρτυρία και χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της αλλά εξετάζοντας την αντικειμενικά, διαπιστώνω τα εξής׃ · Σε όλα τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 1 τα οποία φέρουν την επωνυμία της Κατηγόρου Εταιρείας ως είναι παραδεκτό, η υπογραφή στη θέση «ο παραδώσας» είναι του κατηγορουμένου. · Τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 1 είναι εκδομένα επ΄ ονόματι αγοραστών των προϊόντων τα οποία τους παρέδιδε ο κατηγορούμενος με σχετική ένδειξη ότι τα εν λόγω προϊόντα τους παραδόθηκαν και εξοφλήθηκαν σε μετρητά. · Όλα τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 1 αφορούν προϊόντα που η Κατήγορος Εταιρεία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, συμφώνησε να πωλεί στους διάφορους σε αυτά αναγραφόμενους παραλήπτες-πελάτες δυνάμει σύμβασης με το Υπουργείο Παιδείας. · Σε κανένα από τα εν λόγω τιμολόγια του Τεκμηρίου 1 δεν παρουσιάζεται ως χρεώστης ο κατηγορούμενος ή έστω ως παραλήπτης αλλά αντιθέτως όπως και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 παραδέχθηκε αυτός (ο κατηγορούμενος) ενεργούσε ως διανομέας των προϊόντων τους με συγκεκριμένους όρους αμοιβής. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 41η έκδοση, στην σελ.1933 παράγραφοι 26 - 28 μέχρι 26 - 30 οι έγκριτοι συγγραφείς για τα αδικήματα των Άρθρων 155 και 156 του Περί Πτωχεύσεως Αγγλικού Νόμου, του 1914, όπως ίσχυε τότε στην Αγγλία, που είναι πανομοιότυπα με τα Άρθρα 117 (α) (β) και 118 (α) (β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία, Κεφ.5, αναλύουν το τι πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή ως συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων. Συγκεκριμένα για το συστατικό στοιχείο της «εξασφάλισης πίστωσης» παραθέτοντας προς τούτο και σχετική Αγγλική Νομολογία, θα πρέπει απαραίτητα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει στο μέτρο και στον βαθμό που απαιτείται στις Ποινικές Υποθέσεις ότι ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση και όχι χρήματα για λογαριασμό δικό του και όχι υπέρ ή προς όφελος τρίτου προσώπου. Όσο αφορά το αδίκημα της 3ης κατηγορίας συστατικό στοιχείο των αδικημάτων δυνάμει:
(1)Του άρθρου 118 του Κεφ. 5 είναι׃ Για το αδίκημα του εδαφίου (α) ׃ i. η εξασφάλιση πίστωσης, ii. με την ανάληψη χρέους η υποχρέωσης, iii. δια ψευδών παραστάσεων η με άλλη απάτη. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται καμιά από μέρους του κατηγορούμενου εξασφάλιση πίστωσης από την Κατήγορο Εταιρεία. Περαιτέρω από την αρχή της συνεργασίας των μερών, όπως ο ίδιος ο Μ.Κ.1 αναφέρει στην μαρτυρία, του γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος εισέπραττε χρήματα από τους πελάτες της Κατηγόρου Εταιρείας για λογαριασμό της και ότι παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα δεν παρέδιδε όλα η μέρος των λεφτών που είχε υποχρέωση να παραδώσει αφαιρουμένου του δικού του ποσοστού. Για το αδίκημα του εδαφίου (β) του άρθρου 118 του Κεφ. 5 δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει αποξενώσει η επιβαρύνει οποιαδήποτε περιουσία του με οποιοδήποτε τρόπο, με πρόθεση να καταδολιεύσει τους πιστωτές του, ακόμη κι αν η Κατήγορος Εταιρεία θεωρείτο σαν τέτοια.
(2)Των αδικημάτων των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα απαραίτητα συστατικά στοιχεία είναι: (α) Η παράσταση γεγονότος η νομικής κατάστασης με έγγραφο η λόγια, που (β) Ενώ στην πραγματικότητα είναι ψευδές, σαν αληθινού, και (γ) Ότι το πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε αυτήν γνωρίζει ότι είναι ψευδές η δεν πιστεύει ότι είναι αληθινό. Στις σελίδες 1085 και 1086 του πιο πάνω αναφερομένου συγγράμματος (Archbold) οι έγκριτοι συγγραφείς στις παραγράφους 18-87 μέχρι 18-90, πραγματεύονται το συγκεκριμένο αδίκημα και όπως αναφέρουν παραθέτοντας και σχετική νομολογία, για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της απάτης θα πρέπει η παράσταση απο τον Κατηγορούμενο να ήταν με λόγια ή συμπεριφορά. Απλή αποσιώπηση γεγονότος ή νομικής κατάστασης δεν συνιστά απάτη και ψευδή παράσταση δυνάμει του εν λόγω Άρθρου. Επίσης το πρόσωπο το οποίο εξαπατάται θα πρέπει να αποδειχθεί ότι τελεί υπό παραπλάνηση από την συγκεκριμένη ψευδή παράσταση και τούτο με άμεση μαρτυρία. Συνακόλουθα κρίνω ότι από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία η Κατήγορος Εταιρεία δεν έχει αποδείξει: Για μεν την 1η Κατηγορία ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτή αφορά, και συγκεκριμένα της εξασφάλισης πίστωσης από τον κατηγορούμενο για ποσό €17 ή πέραν του ποσού αυτού. Ο κατηγορούμενος σε καμιά περίπτωση δεν αγόρασε ο ίδιος οποιαδήποτε προϊόντα επι πιστώσει και ουδέποτε, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας και το Τ.1, αυτός εξασφάλισε πίστωση από την Κατήγορο Εταιρεία για οποιοδήποτε ποσό. Το πώς και με ποίο τρόπο είχε καθορισθεί η αμοιβή του Κατηγορούμενου για τις υπηρεσίες που προσέφερε προς την Κατήγορο Εταιρεία δεν μπορεί να μετατρέψει την συλλογή χρημάτων από τους πελάτες της, σε εξασφάλιση πίστωσης από αυτήν από τον ίδιο. Για δε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δεν έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε εμπόριο ή διεξήγαγε εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο ίδιος ο Μ.Κ.1 με τη δική του μαρτυρία ανέφερε πως ο κατηγορούμενος εργοδοτήθηκε από την Κατήγορο Εταιρεία με το όνομα Ανδρέας Σαββίδης ως είναι και το όνομα του με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση, στο όνομα δε αυτό έγινε και διευθέτηση μέσω της αφαλιστικής τους εταιρείας για να τον καλύπτει κατά την διάρκεια οδήγησης δικού τους οχήματος. Ακόμη ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε από τα τιμολόγια του Τ.1 την υπογραφή του κατηγορούμενου στην θέση παραδώσας και ότι το όνομα του είναι Ανδρέας Σαββίδης, ήτοι το όνομα με το οποίο κυρήκτηκε σε πτώχευση. Περαιτέρω από την ενώπιον μου μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Κατήγορος Εταιρεία και χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, κρίνω ότι για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επίσης δεν έχει στοιχειοθετηθεί στον επιβαλλόμενο βαθμό και δεν προκύπτει οποιαδήποτε συμπεριφορά υπό του κατηγορούμενου που να συνιστά ψευδή παράσταση. Όπως και ανωτέρω αναφέρω ο κατηγορούμενος εξ υπ' αρχής ενεργούσε δια λογαριασμό της Κατηγόρου Εταιρείας, δυνάμει γνωστών όρων και συνθηκών εργασίας και ήταν συνεχώς γνωστά τα πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν αυτήν την σχέση. Έστω κι αν δεχόμουνα ότι δεν απεκάλυψε ότι βρισκόταν σε πτώχευση, αυτό δεν οδηγεί άμεσα και στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Το αν ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της συνεργασίας του με την κατήγορο εταιρεία διέπραξε άλλα αδικήματα αυτό δεν είναι απόρροια της τυχόν απόκρυψης του γεγονότος ότι βρισκόταν σε πτώχευση αφού άμεση συνέπεια της τοιαύτης απόκρυψης δεν ήταν τα όσα κατ' ισχυρισμό ακολούθησαν. Δεν είναι από την απόκρυψη ότι ήταν σε πτώχευση, αν όντως το απέκρυψε, που περιήλθαν στα χέρια του τα χρήματα από τους πελάτες της Κατηγόρου Εταιρείας αλλά από παρέπομενο γεγονός εκ της μεταξύ τους συνεργασίας. Με βάση τα πιο πάνω και τις καθιερωθείσες νομικές αρχές, βρίσκω ότι η Κατήγορος Εταιρεία δεν έχει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία αποδείξει στο επιβαλλόμενο από την νομολογία μέτρο και βαθμό εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στις Κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει ώστε να υποχρεούται να προβάλει την Υπεράσπιση του ως το άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει. Εν κατακλείδι κι αν ακόμη η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στοιχειοθετούσε άλλης φύσης αδίκημα, ήτοι της κλοπής υπό αντιπροσώπου η υπηρέτη, έχοντας και κατά νούν τις αρχές της Νομολογίας, κρίνω ότι επειδή το εν λόγω αδίκημα είναι πολύ σοβαρότερης μορφής από τα ενώπιον μου, κάτι που προκύπτει και από την προβλεπόμενη ποινή που για το συγκεκριμένο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, δεν δύναμαι ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια τροποποιώντας το κατηγορητήριο, να τον καλέσω σε απολογία για το αδίκημα αυτό. Πρόσθετα το συγκεκριμένο αδίκημα είναι κακούργημα και εκφεύγει και της καθ' ύλην αρμοδιότητας μου. Περαιτέρω και ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου δεν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω το έτερο ζήτημα που έχει θέσει ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, ήτοι ότι η καταχώρηση εκτός της παρούσας υπόθεσης ακόμη τεσσάρων που πηγάζουν από την ίδια συνεργασία που είχαν τα μέρη, συνιστά κατάχρηση που επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και συνακόλουθα είναι γι αυτόν καταπιεστική. Εν όψει λοιπόν της πιο πάνω απόφασης μου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εις βάρος της Κατηγόρου Εταιρείας. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο