Δημοκρατία ν. Αριστόδημος Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14239/08, 16.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2009:7 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14239/08 Δημοκρατία εναντίον
- Αριστόδημος Αριστοδήμου
- Κυριάκου Σιβιτανίδη
- Mohamad Terzlaki Κατηγορούμενων ------------ Ημερομηνία: 16.12.2009 Εμφανίσεις Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Ρ. Βραχίμης Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Α. Ευτυχίου με κ. Χρ. Σιμιλλίδη Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες ------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει μαζί με τους κατηγορούμενους 1 και 2 μόνο τη κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (2η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 13 μάρτυρες και παρουσίασε αριθμό τεκμηρίων. Σειρά εγκριθέντων παραδεκτών γεγονότων συμπληρώνουν το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Με το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης βασιζόμενοι στις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων ώστε να κληθούν σε απολογία. Ο κ. Βραχίμης για να δικαιολογήσει το αίτημα του εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 με την μαρτυρία που έχει προσαχθεί. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της κατοχής από μέρους του πελάτη του επί των ανεβρεθέντων ουσιών που φέρονται ως ναρκωτικά. Πρόταξε επίσης ότι ήταν παράνομη η λήψη των φερόμενων ως ναρκωτικών από την Αστυνομία που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, γιατί η είσοδος στο κτήμα μέσα στο οποίο ανεβρέθηκαν ήταν παράνομη. Ο κ. Ευτυχίου εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 όπως η γνώση για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο και η κατοχή τους από μέρους του. Τέλος ο κ. Φωτίου που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο 3 εισηγήθηκε ότι ο πελάτης του όχι μόνο δεν είχε γνώση της ύπαρξης των ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο, αλλ' ούτε και είχε ποτέ οποιαδήποτε κατοχή είτε φυσική είτε διαφορετικά επί των εν λόγω ναρκωτικών. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να κληθούν και οι τρεις κατηγορούμενοι σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο καθένας, αντικρούοντας τη κάθε μια από τις τοποθετήσεις των συνήγορων υπεράσπισης. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη παράνομη είσοδο της Αστυνομίας στο κτήμα εισηγήθηκε ότι η ενέργεια αυτή ήταν επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 25(Ι)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή δικαιολογείται όταν: - Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και - Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. ν. Χριστοδούλου 1990 2. Α.Α.Δ. 133) και Γενικός Εισαγγελέας v. Κλεάνθους κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 320). Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Είναι επιτακτικό όπως το εγερθέν από πλευράς της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 ζήτημα παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος αποφασισθεί με βάση την αντικειμενική διάσταση της μαρτυρίας έχοντας πάντα κατά νου το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η παρούσα υπόθεση. Κατά την εισήγηση, η είσοδος των μελών της αστυνομίας στο κτήμα όπου ανεβρέθηκαν οι κατ' ισχυρισμό ναρκωτικές ουσίες επιτεύχθηκε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 1 όπως αυτά προβλέπονται και διασφαλίζονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Είναι η θέση του συνήγορου του κατηγορούμενου 1 πως η έρευνα και παραλαβή των κατ' ισχυρισμό ναρκωτικών ουσιών ήταν παράνομη, κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου η παρουσίαση τους ως Τεκμηρίων - μέρος του αποδεικτικού υλικού της Κατηγορούσας Αρχής, πρέπει να αποκλειστεί. Είναι κοινό έδαφος πως το κτήμα στο οποίο εισήλθαν οι αστυνομικοί ανήκει σε συγγενικά πρόσωπα του κατηγορούμενου
- Το κτήμα έχει έκταση 24 περίπου σκάλες και ο κατηγορούμενος 1 καλλιεργούσε τις 12 σκάλες. Ο χώρος όπου ανεβρέθηκαν οι κατ' ισχυρισμό ναρκωτικές ουσίες και διαδραματίστηκαν τα γεγονότα σύλληψης των κατηγορουμένων 1 και 2 βρίσκεται εντός του μέρους του κτήματος που καλλιεργούσε ο κατηγορούμενος
- Το κτήμα ήταν περιφραγμένο και ο κατηγορούμενος 1 είχε κλειδί της καγκελόπορτας. Είναι επίσης κοινό έδαφος πως τα μέλη της Αστυνομίας δεν εξασφάλισαν την συγκατάθεση οποιουδήποτε προσώπου προτού εισέλθουν στο υπόψη κτήμα. Παρουσιάσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία δικαστικό ένταλμα έρευνας (μαζί με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, Τεκμήριο 18) που εξουσιοδοτούσε την διεξαγωγή έρευνας σε οικία στην Χλώρακα καθώς και γενικά στα υποστατικά του κατηγορούμενου
- Το ένταλμα είχε εκδοθεί από Δικαστή η ώρα 14:40 της 31.10.2008, δηλαδή μερικές ώρες πριν την επίμαχη είσοδο της αστυνομίας στο κτήμα, που πραγματοποιήθηκε γύρω στις 20:25 της ιδίας ημέρας. Προκύπτει από την οπισθογράφηση στο ένταλμα πως αυτό εκτελέστηκε την επομένη (1.11.2008) χωρίς να αναφέρεται ο χώρος που ερευνήθηκε. Είναι πρόδηλο πως η οπισθογράφηση δεν αναφέρεται στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο αστ. 3179 Χρίστος Αντωνίου (Μ.Κ. 3) ανέφερε κατά την αντεξέταση του πως οι αστυνομικοί είχαν εξασφαλίσει το δικαστικό ένταλμα έρευνας το οποίο, κατά την εκτίμηση του, τους κάλυπτε. Ό,τι ουσιαστικά μαρτύρησε είναι πως οι αστυνομικοί εισήλθαν στο κτήμα στη βάση της εξουσίας που παρείχε προς τούτο το δικαστικό ένταλμα σύλληψης και ότι η μη καταγραφή σε αυτό ότι εκτελέστηκε αναφορικά με το υπόψη κτήμα, οφειλόταν σε παράλειψη. Τα ανεβρεθέντα παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 10, 12(α)-(γ) και 13(α)-(γ) και εντάχθηκαν στο μαρτυρικό υλικό χωρίς την υποβολή ένστασης εδραζόμενης στα όσα, στο στάδιο τούτο, εγέρθηκαν. Το εκδικάζον Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια να αποκλείσει οποιαδήποτε δοθείσα μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι η μαρτυρία αυτή λήφθηκε παράνομα. Εάν δε η παρανομία συνιστά παραβίαση Συνταγματικής πρόνοιας, η προσκομισθείσα μαρτυρία πρέπει να αποκλειστεί. Αναφέρεται στην Parris v. Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ.,186, 216 ότι: "...σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο "δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα" (βλ. Δημοκρατία v. Κυπριανίδη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, 47, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.α. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, 128, Enotiades v. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία v. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147)" Το άρθρο 23 του Συντάγματος προνοεί ότι: "
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησία και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. ...................................................................................................
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή, ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. .................................................................................................." Το άρθρο 23 (πιο πάνω) κατοχυρώνει ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Διασφαλίζει όχι μόνο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αλλά και το δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Η χρήση και καλλιέργεια κτήματος, όπως συνέβαινε στη περίπτωση του κατηγορούμενου 1, περιλαμβάνεται στα δικαιώματα που τυγχάνουν προστασίας από το άρθρο 23 (πιο πάνω). Η παράγραφος 2 προστατεύει το προαναφερθέν δικαίωμα στη περιουσία από στέρηση ή περιορισμό από το κράτος ή τις δημόσιες αρχές (βλ. Stelios Evlogimenos and others v. The Republic
(1961)2 R.S.C.C. 139). Όπως όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 23 δεν είναι απόλυτο. Με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, δεσμεύσεις και περιορισμοί μπορούν να επιβληθούν δια Νόμου για λόγους, μεταξύ άλλων, δημόσιας ασφάλειας ή για την προστασία των δικαιωμάτων άλλων. Η φράση "δύναται να υποβληθή δια νόμου" στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 αφορά τόσο σε νομοθεσία που θεσπίσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος όσο και νομοθεσία που προΰπήρχε του Συντάγματος και παραμένει σε ισχύ δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 188 αυτού (βλ. Police v. Theodoros Hondrou and another
(1962)3 R.S.C.C. 82). Το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προνοεί ότι: «
(1)Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα - (α) ............................................................................................................ (β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο - (ι) αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή ή με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα. (ιι) ............................................................................................................ (ιιι) ........................................................................................................... (ιν) ...........................................................................................................
(2)Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα". Η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης (βλ. Psaras & Another v. Republic
(1987)2 CLR 132). Είσοδος για σκοπούς έρευνας προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικού εντάλματος έρευνας μόνο όταν πρόκειται για κατοικία (βλ. άρθρο 16 του Συντάγματος και Henri Jean Queiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49 και Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653). Επομένως το άρθρο 25 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (που θεσπίστηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος), καθ' όση έκταση αφορά χώρο άλλο από κατοικία, είναι συνταγματικό. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας, η οποία στο στάδιο τούτο δεν αξιολογείται αλλά αντικρίζεται στην αντικειμενική της διάσταση, δεν αποκλείει να διαπιστωθεί, στο τέλος της δίκης, πως τα μέλη της Αστυνομίας που εισήλθαν στο κτήμα είχαν λόγο να πιστεύουν ότι σε αυτό επρόκειτο να διαπραχθεί ή διαπραττόταν ή είχε πρόσφατα διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείτο με φυλάκιση που να υπερβαίνει τα δύο έτη˙ συγκεκριμένα το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου ή και της κατοχής του με σκοπό την προμήθεια ή ότι εντός του κτήματος ήταν δυνατό να ανευρεθούν τα ελεγχόμενα φάρμακα. Ούτε μπορούμε στο στάδιο τούτο να αξιολογήσουμε την προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο έγινε χρήση του δικαστικού εντάλματος έρευνας για την είσοδο της Αστυνομίας στο κτήμα. Η μαρτυρία που θα αξιολογηθεί στο τέλος, στην αντικειμενική της και πάλι διάσταση, μπορεί να δικαιολογήσει την είσοδο στο κτήμα στη βάση της εξουσίας του εντάλματος. Επομένως, η εισήγηση της υπεράσπισης για αποκλεισμό στο στάδιο αυτό της μαρτυρίας με την παρουσίαση των σχετικών τεκμηρίων απορρίπτεται. Περαιτέρω ζήτημα αποδεκτότητας τίθεται αναφορικά με την κατάθεση του κατηγορούμενου 3 και τις δηλώσεις του προς τα αστυνομικά όργανα με τις οποίες εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1 στην κατοχή των ναρκωτικών ουσιών και προβαίνει σε αναφορές σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2. Η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο (βλ. R. v. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App. R. 80, Βρακάς και άλλος v. Δημοκρατία
(1973)2 CLR 139 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38). Ήταν επίσης εισήγηση των συνήγορων υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι πελάτες τους και ιδιαίτερα αυτό της γνώσης και της κατοχής των κατ' ισχυρισμό ναρκωτικών ουσιών. Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει κάτι υπό την κατοχή του όταν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη ή υπό τον έλεγχο του (βλ. D.P.P. v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840 A.C. 862, P.C). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του. Η έννοια του ελέγχου είναι ευρύτερη. Όταν υφίσταται έλεγχος του αντικειμένου στοιχειοθετείται η κατοχή έστω και αν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου (βλ. Άρθρο 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, αντίστοιχο του Άρθρου 37
(3)του Misuse of Drugs Act 1971 της Αγγλίας). Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου αποκλειστικά ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικό στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του, έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή του. Αν το ναρκωτικό φυλάσσεται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους ώστε ο κάτοχος να μην διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου "Τίτος" v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 409). Αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Κυριάκος Καΐμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 A.A.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής αλλά και γνώση του είδους του αντικειμένου. Η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η ύπαρξη και η διαπίστωση´´h της κατοχής ναρκωτικών ουσιών όπως και η πιστοποίηση της αναγκαίας γνώσης ως προς το περιεχόμενο, εξάγεται πλειστάκις από περιστατική μαρτυρία η οποία εξίσου οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Ο κατηγορούμενος 3 είναι το πρόσωπο το οποίο πληροφόρησε την Αστυνομία ότι στο κτήμα βρίσκονταν κρυμμένα ναρκωτικά. Σύμφωνα με την κατάθεση του και τα όσα προφορικά ανέφερε στα αστυνομικά όργανα, ο κατηγορούμενος 1 τον είχε πληροφορήσει ότι στο συγκεκριμένο σημείο όπου και στην εξέλιξη ανεβρέθηκαν, είχε θαμμένες ναρκωτικές ουσίες. Οι περιστάσεις μπορούν να στοιχειοθετήσουν εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση ότι στο συγκεκριμένο χώρο υπήρχαν κρυμμένες ναρκωτικές ουσίες. Είχε, σύμφωνα με την παραδοχή του, άμεση πληροφόρηση ότι ναρκωτικές ουσίες θάφτηκαν στο συγκεκριμένο σημείο και είχε θεωρήσει την πληροφόρηση του θετική ώστε να ενημερώσει την αστυνομία και να την οδηγήσει στο χώρο. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 είχε και κατοχή των ναρκωτικών ουσιών. Στην R. v. Colvin and Gladue
(1942)3 W.W.R 465 (Καναδέζικη) ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη ναρκωτικών στο δωμάτιο του συγκατηγορούμενου του που είχε παραδεχτεί την κατοχή τους. Αποφασίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε να αποδείξει πως ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει κάποιου βαθμού έλεγχο επί των ναρκωτικών και πως απλή γνώση εκ μέρους του δεν καταδείκνυε τέτοιο δικαίωμα ελέγχου. Η εικόνα που αποκομίζουμε είναι πως η περίπτωση του κατηγορούμενου 3 προσομοιάζει με την κλασσική περίπτωση του πληροφοριοδότη που γνωρίζει για μια παρανομία και την αναφέρει στην Αστυνομία. Στις καταθέσεις του (Τεκμήρια 19, 46, 5Α και 5Β) δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε που να οδηγεί προς την κατεύθυνση ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε την κατοχή, μόνος ή με άλλο ή άλλους, των ναρκωτικών. Ούτε και στα όσα αναφέρθηκαν κατά την μαρτυρία ή του αποδόθηκαν ότι ανέφερε στα αστυνομικά όργανα. Ούτε και οι περιβάλλουσες συνθήκες δικαιολογούν εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε τέτοια κατοχή. Στην απουσία του συστατικού τούτου στοιχείου, απαραιτήτου για την στοιχειοθέτηση της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί αυτής. Έχουμε εξετάσει όλα τα περιστατικά που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και είναι κατάληξη μας ότι υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μας, η οποία αν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο της δίκης, θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο δεν θα ήταν ορθό να προβούμε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αντενδείκνυται στο στάδιο τούτο η αναφορά στην επί μέρους μαρτυρία στη βάση της οποίας οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία. Και τούτο ώστε να μην προκαταβάλλεται ή επηρεάζεται ο περαιτέρω χειρισμός της υπεράσπισης. Αν χρειαστεί θα εξηγήσουμε στη τελική απόφαση γιατί οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έπρεπε να είχαν κληθεί σε απολογία. Δεδομένης της απόφασης να προχωρήσουμε στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου 3 στη 2η κατηγορία προβληματιστήκαμε αναφορικά με την ακρίβεια των λεπτομερειών της κατηγορίας αυτής στη βάση της οποίας οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Μετά την απαλλαγή του κατηγορούμενου 3 δεν θα ήταν νοητό να καταλογίζεται στους κατηγορούμενους 1 και 2 πως κατείχαν τις ναρκωτικές ουσίες από κοινού με τον κατηγορούμενο 3. Παρατηρούμε πως η 2η κατηγορία καταλογίζει το αδίκημα και στους τρεις συγκατηγορούμενους χωρίς ρητή αναφορά ότι την κατοχή είχαν από κοινού ή σε συνεννόηση. Είμαστε της άποψης πως, όπως είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες του αδικήματος, παρέχεται η δυνατότητα κλήσης οιουδήποτε των συγκατηγορουμένων σε απολογία στη κατηγορία ως έχει παρά την απαλλαγή οιουδήποτε άλλου εξ αυτών. Γνωρίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε τι ακριβώς καλούνται να προβάλουν την υπεράσπιση τους στη κατηγορία 2. Ενόψει όλων των πιο πάνω ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καλούνται σε απολογία στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ............................................... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................................................. Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ο.Ρ. Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο