Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Θαλής Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 12583/06, 17.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12583/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και Θαλής Χριστοφή Ημερομηνία: 17.12.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο: κ. Κορακίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ως έχουν τροποποιηθεί με άδεια του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 13ης και 16ης Μαίου 2005 στην Πάφο, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Λ.Κ.2,000 σε ένα αποχωρητήριο και σε ένα ντεπόζιτο νερού, ιδιοκτησίας του Κώστα Θεοφίλου από την Πάφο. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος Κώστας Θεοφίλου (Μ.Κ.1). Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο Αστ. 1827 Μιχάλης Καλλής πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 17.5.05. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο Μ.Κ.1 παραπονούμενος Κώστας Θεοφίλου γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Άλλωστε κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκαν στην ουσία δύο θέματα. Το πρώτο ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ήταν εξ αρχής μαζί με άλλο πρόσωπο ενοικιαστής του τεμαχίου γης, όπου βρισκόταν το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο, τα οποία έκτισαν μαζί και άρα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και δική του περιουσία. Το δεύτερο είχε σχέση με τη χρήση του εν λόγω αποχωρητηρίου κατά τον επίδικο χρόνο. Όσον αφορά το πρώτο θέμα ο παραπονούμενος στην κατάθεση του, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι 20 χρόνια πριν συμφώνησε με τον Τάκη Θεοδώρου να γίνουν συνέταιροι, ο ίδιος ως ισιωτής-μπογιατζής αυτοκινήτων και ο Θεοδώρου ως μηχανικός. Έτσι βρήκαν ένα άδειο χώρο, ο οποίος ανήκε στον κατηγορούμενο και συμφώνησαν και τον ενοικίασαν για κάποια χρόνια. Το συμβόλαιο ενοικίασης το υπέγραψε ο Θεοδώρου και μαζί έκτισαν ένα γκαράζ και έξω από αυτό έκτισαν το επίδικο αποχωρητήριο και ένα ντεπόζιτο νερού του ενός τόνου με τον πύργο του. Σε άλλο όμως σημείο της κατάθεσης του είπε ότι το γκαράζ κτίστηκε κατόπιν άδειας που εξασφάλισε ο Θεοδώρου 20 χρόνια πριν όταν το ενοικίασε. Δεν είναι όμως λογικό να ήταν και αυτός ενοικιαστής του τεμαχίου αλλά τη σχετική άδεια οικοδομής για το γκαράζ, του οποίου κατ' ισχυρισμό ήταν συνιδιοκτήτης, να την εξασφάλισε ο δήθεν συνέταιρος του και αυτός να μην φαίνεται πουθενά. Περαιτέρω στην αντεξέταση του δέχτηκε ότι το κτήμα ενοικιάστηκε το 1990 από τον Τάκη Θεοδώρου και τον Ανδρέα Πατσαλίδη αλλά δεν δέχτηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε το ενοικίαζε και είπε ότι το ενοικίαζε από τις αρχές με τα πιο πάνω άτομα, απλώς δεν φαινόταν στο συμβόλαιο ο ίδιος γιατί ήταν ο γαμπρός του. Να σημειωθεί δε ότι ως προς την ενοικίαση του κτήματος με τον Πατσαλίδη δεν ανέφερε οτιδήποτε στην κατάθεση του. Περαιτέρω στην αντεξέταση του σε ερώτηση αν συμφώνησε με τους ιδιοκτήτες του κτήματος γραπτά ή προφορικά να το ενοικιάσει είπε ότι συμφώνησε μέσω του γαμπρού του δηλ. του Θεοδώρου γιατί ήταν στο ίδιο υποστατικό και έδιδε τα μισά στο γαμπρό του για να πληρώνει ολόκληρο το ενοίκιο. Αυτό όμως δεν δείχνει ότι ενοικίαζε το κτήμα από τους ιδιοκτήτες του μαζί με το γαμπρό του. Το αν υπήρχε κάποια συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του γαμπρού του και μάλιστα γνωστή μόνο στους ίδιους δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Όταν δε ρωτήθηκε πόσα έδιδε για το ενοίκιο είπε ότι αρχικά ήταν γύρω στις Λ.Κ.80 το μήνα. Σε επόμενη όμως υποβολή ότι δεν ήξερε καν πόσα ήταν το ενοίκιο έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι ήξερε αλλά επειδή ανεβοκατέβαινε κάθε χρόνο δεν θυμόταν πόσο ήταν στην αρχή. Ακόμη και για το πόση ήταν η διάρκεια της ενοικίασης δεν ήταν σίγουρος αλλά νομίζει ότι ήταν για 10 χρόνια. Τέλος σε υποβολή ότι δεν γνώριζε καν το περιεχόμενο της συμφωνίας ενοικίασης, προφανώς για να δικαιολογήσει τα πιο πάνω, είπε ότι δεν ήθελε να ανακατεύεται εφόσον ήταν ο γαμπρός του πάνω στο συμβόλαιο και διαχειριζόταν τα έξοδα και όσα έβγαιναν ο ίδιος του έδιδε το μισό ποσό. Στην κατάθεση του είπε επίσης ότι ο Θεοδώρου το 2001 έφυγε από το γκαράζ και πήγε στη βιοτεχνική περιοχή και έκτοτε ο μάρτυρας παρέμεινε στο ίδιο χώρο με τους ίδιους όρους με τη διαφορά ότι όταν έδιδε το ενοίκιο δεν του έδιδε αποδείξεις. Όταν του υποβλήθηκε ότι μετά που έφυγαν οι Θεοδώρου και Πατσαλίδης αυτός παρέμεινε εκεί αυθαίρετα αρνούμενος να πληρώσει οποιοδήποτε ενοίκιο αλλά απλά ζήτησε 1 με 2 μήνες για να μετακινηθεί το αρνήθηκε και είπε ότι παρέμεινε εκεί κατόπιν προφορικής συμφωνίας με το γαμπρό του κατηγορούμενου και τον πλήρωνε μετρητά αλλά εκείνος δεν του έδιδε αποδείξεις. Από αυτά όμως φαίνεται και πάλι ότι η θέση του ότι ήταν εξ αρχής εκ των ενοικιαστών του κτήματος δεν είναι λογική γιατί αν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε για ποίο λόγο χρειάστηκε να προβεί σε νέα προφορική συμφωνία με το γαμπρό του κατηγορούμενου. Περαιτέρω δεν εξήγησε γιατί ο γαμπρός του κατηγορούμενου δεν ήθελε να του δίδει αποδείξεις για τα ενοίκια που ο παραπονούμενος τον πλήρωνε αλλά και γιατί αυτός δέχτηκε κάτι τέτοιο. Όταν υποβλήθηκε δε στον παραπονούμενο ότι είναι ψέμα ότι έκανε προφορική συμφωνία με τον γαμπρό του κατηγορούμενου και ότι του πλήρωνε τα ενοίκια σε μετρητά γιατί σε αίτηση έξωσης επικαλέσθηκε όχι ότι πλήρωνε ενοίκια αλλά ότι έφτιαξε το αυτοκίνητο αυτού δεν αρνήθηκε ότι το επικαλέσθηκε αυτό και πρόσθεσε ότι έφτιαξε και το αυτοκίνητο το κόστος του οποίου αφαιρέθηκε από τα ενοίκια. Όσον αφορά το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο, ως έχει ήδη αναφερθεί, στην κατάθεση του είπε ότι αυτό το έκτισαν έξω από το γκαράζ με το Θεοδώρου. Στην κυρίως εξέταση του όμως ανέφερε ότι το έκτισαν με το Θεοδώρου και τον Πατσαλίδη ενώ σε αμέσως επόμενη ερώτηση προσπάθησε να το διορθώσει λέγοντας ότι ουσιαστικά το έκτισαν ο ίδιος με το Θεοδώρου, οι οποίοι και το χρησιμοποιούσαν και ότι από τον καιρό που έφυγε ο Θεοδώρου το αποχωρητήριο ανήκε στον ίδιο. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τη θέση του ότι ο ίδιος ήταν εξ αρχής μαζί με άλλο πρόσωπο ενοικιαστής του τεμαχίου γης όπου βρισκόταν το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο και ότι αυτά τα έκτισαν μαζί και άρα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και δική του περιουσία δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Ως εκ τούτου η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον αφορά τη θέση του ότι το επίδικο αποχωρητήριο το χρησιμοποιούσε κατά τον επίδικο χρόνο πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του αυτή γίνεται δεκτή. Κατά την αντεξέταση του του υποβλήθηκε στην ουσία η θέση ότι το αποχωρητήριο ήταν εγκαταλελειμμένο και δεν είχε παροχή νερού κάτι το οποίο δεν δέχτηκε. Του επιδείχθηκαν μάλιστα από την υπεράσπιση 4 φωτογραφίες (τεκμήρια 3 και 4), οι οποίες συμφώνησε ότι απεικονίζουν το εν λόγω αποχωρητήριο. Από τις φωτογραφίες αυτές φαίνεται μεν ότι το αποχωρητήριο ήταν ένα πρόχειρο κτίσμα και δεν ήταν ιδιαίτερα καθαρό εσωτερικά αλλά εν πάση περιπτώσει φαίνονται κάποια στοιχεία, όπως σωρός από χαρτιά στο καλάθι των αχρήστων που βρίσκεται μέσα σε αυτό, τα οποία καταδεικνύουν τη χρήση του ακόμη και σε αυτή την κατάσταση. Ως εκ των άνω δέχομαι από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτός ήταν κάτοχος του γκαράζ, κάτι που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά συνάγεται και από τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, αλλά και ότι αυτός χρησιμοποιούσε το επίδικο αποχωρητήριο, το οποίο ήταν άλλωστε κτισμένο, εφαπτόμενο στον πίσω τοίχο του υποστατικού και χρησιμοποιείτο εξ αρχής, ως φαίνεται, για τις ανάγκες των εργαζόμενων στο γκαράζ. Περαιτέρω όσον αφορά την εκδοχή του σε σχέση με το πως διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο δηλ. μεταξύ της 13.5.05 -16.5.05 αυτά γίνονται δεκτά εφόσον ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτή η μαρτυρία του παραπονούμενου για την ενοικίαση του τεμαχίου και το κτίσιμο του αποχωρητηρίου δεν είναι τέτοιος που να πλήττει την αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό ώστε η μαρτυρία του να απορριφθεί στο σύνολο της εφόσον μάλιστα αυτή δεν αφορά τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο. Η μαρτυρία αυτού γίνεται λοιπόν δεκτή με εξαίρεση τα σημεία που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Όσον αφορά τη μαρτυρία του (βλ. συμπληρωματική κατάθεση τεκμήριο 2) σύμφωνα με την οποία από εκτίμηση που έκανε συγκεκριμένος πολιτικός μηχανικός για τη ζημιά που έγινε στο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο, του είπε ότι αυτή ανέρχεται περίπου στις Λ.Κ.2,000 πρέπει να λεχθεί ότι αυτή αποτελεί εμφανώς εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση στον παραπονούμενο ήτοι ο πολιτικός μηχανικός δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς να εξηγηθεί το γιατί. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πως και πότε έγινε η εκτίμηση αυτή. Με δεδομένο μάλιστα ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο στις 16.5.05 όχι μόνο διαπίστωσε ότι είχε κατεδαφιστεί το αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο νερού αλλά και ότι τα υλικά αυτών είχαν απομακρυνθεί από το χώρο δεν είναι κατανοητό πως έγινε η εκτίμηση αυτή και πως κατέληξε ο πολιτικός μηχανικός στο συγκεκριμένο ποσό. Η απουσία του προσώπου που έκανε λοιπόν την αρχική δήλωση στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των όσων αναφέρθηκαν σχετικά από το Μ.Κ.1 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Ενόψει αυτού καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία, η οποία αφορά το ύψος της ζημιάς, καμία βαρύτητα. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο δέχομαι από τη μαρτυρία του τη θέση ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν εκ των αρχικών ενοικιαστών του τεμαχίου και δεν ήταν αυτός που έκτισε το επίδικο αποχωρητήριο. Αυτό γιατί η θέση του ήταν λογική σε αντίθεση με τη θέση του παραπονούμενου η οποία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Η δε εκδοχή του κατηγορούμενου όσον αφορά τα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν μεταξύ 13.5.05 - 16.5.05 δεν γίνεται δεκτή στο μέτρο που διαφέρει από την εκδοχή του παραπονούμενου εφόσον, ως έχει λεχθεί, αυτά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του τελευταίου και δεν του υποβλήθηκε η ακριβής εκδοχή του κατηγορούμενου για να τοποθετηθεί και να έχει το Δικαστήριο τη θέση αυτού ούτως ώστε να μπορέσει να την αξιολογήσει. Αντίθετα όλες οι θέσεις του παραπονούμενου στο μέτρο που διαφέρουν από την εκδοχή του κατηγορούμενου τέθηκαν στον τελευταίο κατά την αντεξέταση του και οι σχετικές θέσεις του κατηγορούμενου αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω κάποια μέρη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνουν δεκτά για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια. Συγκεκριμένα: Δεν δέχομαι ότι έδωσε οδηγίες για κατεδάφιση του επίδικου αποχωρητηρίου και του ντεποζίτου γιατί αυτά ήταν παράνομα και/ή με την πεποίθηση ότι ήταν ιδιοκτησία του και ως εξ αυτού δικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο. Αυτό γιατί αν ο λόγος ήταν αυτός, κάτι που συνιστά σύμφωνα με τον ίδιο την υπεράσπιση του, θα αναμενόταν λογικά να τον αναφέρει στην κατάθεση του που έδωσε τότε. Στην κατάθεση του όμως δεν ανέφερε κάτι τέτοιο αλλά ότι στις 13.5.05 πήγε στο χώρο για να κατεδαφίσει τα αχρησιμοποίητα κτίρια και έδωσε οδηγίες στο πρόσωπο στο οποίο ανέθεσε την εργασία αυτή να αρχίσει την κατεδάφιση και ότι την επόμενη μέρα είπε στο ίδιο πρόσωπο, ενώ καθάριζε το χώρο από άχρηστα αντικείμενα, να κατεδαφίσει και το επίδικο αποχωρητήριο γιατί ήταν δυσοσμία για το σπίτι του που βρισκόταν δίπλα και δεν τροφοδοτείτο από νερό καθαρισμού. Τη θέση του ότι πίστευε ότι εδικαιούτο να προβεί στην κατεδάφιση γιατί ήταν ιδιοκτησία του την ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ενώ τη θέση του ότι προέβη στην πράξη αυτή γιατί το αποχωρητήριο ήταν παράνομο δεν την προέβαλε καν στην κυρίως εξέταση του αλλά μόνο στην αντεξέταση του. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι αυτή η θέση του αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του για να προβάλει ως υπεράσπιση ότι προέβη στην κατεδάφιση νόμιμα ή κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος. Δεν δέχομαι επίσης τη θέση του, η οποία συνίστατο στην ουσία, ότι το εν λόγω αποχωρητήριο δεν χρησιμοποιείτο από τον παραπονούμενο έστω και στην κατάσταση που φαίνεται στις φωτογραφίες των τεκμηρίων 3 και 4 για το λόγο που έχω εξηγήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου αλλά και γιατί σύμφωνα με τον παραπονούμενο όταν ο κατηγορούμενος έδωσε αρχικά οδηγία για να κατεδαφιστεί το αποχωρητήριο ο παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε ρωτώντας τον που θα έκανε «την ανάγκη του» και ο κατηγορούμενος του είπε να πηγαίνει στο «αρκάτζιη». Αυτή η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν αμφισβητήθηκε και δείχνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο παραπονούμενος χρησιμοποιούσε το εν λόγω αποχωρητήριο. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ενέργεια αυτή γιατί το εν λόγω αποχωρητήριο δεν χρησιμοποιείτο. Άλλωστε το ότι ο παραπονούμενος δεν είχε εν πάση περιπτώσει στο χώρο εκεί άλλο αποχωρητήριο για να χρησιμοποιήσει φαίνεται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να πείσει ότι υπήρχε στο χώρο άλλο αποχωρητήριο αναφέροντας ότι πριν να δώσει τις οδηγίες για κατεδάφιση είχε εφοδιάσει το μέρος με κινητό αποχωρητήριο, το οποίο, ως είπε μάλιστα υπέδειξε στον παραπονούμενο να χρησιμοποιεί. Η θέση του όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί όχι μόνο δεν την ανέφερε στην κατάθεση του και στην κυρίως εξέταση του αλλά δεν τέθηκε ούτε στον παραπονούμενο ούτως ώστε να δώσει τη δική του θέση. Είναι δε εμφανές ότι αποτελεί επίσης εκ των υστέρων σκέψη του για να δείξει ότι με την κατεδάφιση δεν στέρησε από τον παραπονούμενο το μόνο αποχωρητήριο που υπήρχε στο χώρο για να εξυπηρετείται. Το ότι όμως στην κατάθεση του ανέφερε ότι η γυναίκα του και η κόρη του δεν ευθύνονται για την ενέργεια του να κατεδαφίσει το αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο προφανώς δεν έρχεται σε αντίθεση με το ότι ως είπε στη μαρτυρία του αυτές και ιδίως η κόρη του γνώριζε ότι θα προέβαινε σε αυτή την ενέργεια και συμφωνούσε. Προφανώς αναφέρει ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ευθύνονται εφόσον εκείνος ήταν που προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «324
(1). Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: 1. Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι 2. Εσκεμμένη και 3. Παράνομη. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431 στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Περί το 1982 τεμάχιο γης στην Πάφο, το οποίο ανήκε στη σύζυγο του κατηγορούμενου, ενοικιάστηκε δυνάμει συμβολαίου στους Τάκη Θεοδώρου και Αντρέα Πατσαλίδη. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τα υπό αναφορά άτομα είχαν δικαίωμα να κτίσουν με δικά τους έξοδα εντός του εν λόγω τεμαχίου ένα γκαράζ αυτοκινήτων και ένα ξυλουργείο. Αφού λοιπόν εξασφάλισαν σχετική άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή τα δυο αυτά πρόσωπα ανήγειραν τα υπό αναφορά υποστατικά. Ένα μήνα αργότερα ο Τάκης Θεοδώρου έκτισε εντός του τεμαχίου στο πίσω μέρος, εφαπτόμενου του εξωτερικού τοίχου, του γκαράζ και ένα αποχωρητήριο με ντεπόζιτο νερού ενός τόνου, το οποίο τοποθετήθηκε πάνω σε ένα μεταλλικό πύργο. Ο παραπονούμενος δούλευε ως υπάλληλος στο γκαράζ του Τάκη Θεοδώρου, ο οποίος ήταν και γαμπρός του. Το 1992 ο Δήμος Πάφου προσήγαγε τη σύζυγο του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για το λόγο ότι τα υπό αναφορά υποστατικά είχαν κτιστεί κατά παράβαση των όρων της άδειας οικοδομής και εκδόθηκε διάταγμα όπως τα υποστατικά αυτά παύσουν να λειτουργούν εντός δύο μηνών. Προς το τέλος του 2000 οι Θεοδώρου και Πατσαλίδης μετακόμισαν σε άλλες βιοτεχνικές περιοχές και εγκατέλειψαν τα υπό αναφορά υποστατικά. Ο παραπονούμενος παρέμεινε στο γκαράζ με την υπόσχεση ότι θα μετακινείτο όταν θα έκτιζε το δικό του εντός δύο μηνών αλλά μέχρι και τον επίδικο χρόνο έμεινε εκεί. Την Παρασκευή 13.5.05 περί ώρα 9:00 το πρωί όταν ο παραπονούμενος μετέβηκε στο γκαράζ βρήκε εκεί τον κατηγορούμενο με κάποιον ονόματι Έβρο, ο οποίος διαθέτει εκσκαφέα και φορτηγά και έναν υπάλληλο του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να δώσει ρεύμα στον Έβρο για να κόψει τα ψαλίδια του διπλανού υποστατικού που ήταν ενωμένα με αυτά του δικού του. Ο παραπονούμενος τους είπε εντάξει και επειδή δεν είχαν φλεξ ανέβηκε ο ίδιος πάνω και τα έκοψε. Ακολούθως ο Έβρος με τον εκσκαφέα και ο υπάλληλος του με το φορτηγό καθάρισαν τα ψαλίδια από το μέρος. Γύρω στο μεσημέρι πήγε ξανά στο γκαράζ ο κατηγορούμενος και ρώτησε τον παραπονούμενο αν ήθελε να απομακρυνθούν από το μέρος οι λαμαρίνες που είχε ως άχρηστα απέξω. Ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι εκτός από μία κάσια αυτοκινήτου όλα τα άλλα δεν τον πείραζε να τα καθαρίσουν. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος πήγε στο σπίτι του για φαγητό και επέστρεψε περί ώρα 13:30 - 14:
- Όταν έφτασε στο γκαράζ είδε ότι είχαν καθαρίσει το χώρο από τα αντικείμενα που τους είπε. Εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος και ο Έβρος με τον υπάλληλο του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος είπε στον Έβρο, στην παρουσία του παραπονούμενου, να κατεδαφίσει και το αποχωρητήριο. Ο παραπονούμενος ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί να κατεδαφίσει το αποχωρητήριο και που θα έκανε την ανάγκη του και εκείνος του είπε να πηγαίνει στο «αρκάτζιη», χωρίς όμως να δοθεί συνέχεια στο θέμα. Περί ώρα 18:00 της ίδιας μέρας ο παραπονούμενος έκλεισε το γκαράζ και έφυγε για το σπίτι του. Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος, ο Έβρος και ο υπάλληλος του είχαν ήδη φύγει και άφησαν έξω από το γκαράζ τον εκσκαφέα και δύο φορτηγά. Την επόμενη μέρα δηλ. το Σάββατο 14.5.05 περί το μεσημέρι και ενώ ο Έβρος ασχολείτο με τη μετακίνηση των ακαθαρσιών, ο κατηγορούμενος του είπε να κατεδαφίσει και το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο νερού με το μεταλλικό πύργο του. Έτσι ο Έβρος προχώρησε στην κατεδάφιση των πιο πάνω και στη συνέχεια στην απομάκρυνση από το χώρο των υλικών από τα οποία αποτελούνταν. Στις 16.5.05 περί ώρα 07:00 όταν ο παραπονούμενος πήγε στο γκαράζ διαπίστωσε ότι το αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο είχαν κατεδαφιστεί εξ ολοκλήρου και κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, η οποία λίγο αργότερα πήγε στο μέρος. Στη συνέχεια πριν ο παραπονούμενος μεταβεί στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση πήγε στο χώρο ο κατηγορούμενος με την κόρη του και του είπε ότι αν δεν εγκαταλείψει το γκαράζ θα το σπρώξει με τον παραπονούμενο μέσα και θα τον πετάξει. Το επίδικο αποχωρητήριο χρησιμοποιείτο από της εγέρσεως του για τις ανάγκες του γκαράζ και κατά τον επίδικο χρόνο χρησιμοποιείτο από τον παραπονούμενο. Περαιτέρω κατά τον επίδικο χρόνο ιδιοκτήτρια του όλου τεμαχίου ήταν η κόρη του κατηγορούμενου, η οποία συμφώνησε με την υπό αναφορά πράξη του κατηγορούμενου. Η δε κατάσταση του αποχωρητήριου ήταν ως φαίνεται στις φωτογραφίες των τεκμηρίων 3 και
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Όσον αφορά τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο νερού με το μεταλλικό πύργο του αποτελούσαν περιουσία, η οποία καταστράφηκε πλήρως μετά από ενέργειες τρίτου προσώπου, κατόπιν συγκεκριμένων προς το σκοπό αυτό οδηγιών του κατηγορούμενου ο οποίος διέταξε την κατεδάφιση. Από τα πιο πάνω συνάγεται περαιτέρω ότι η καταστροφή της περιουσίας αυτής ήταν εσκεμμένη εκ μέρους του κατηγορούμενου. Αυτά άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δηλ. κατά πόσο η εσκεμμένη καταστροφή της περιουσίας έγινε και παράνομα δηλ. χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Είναι στην ουσία η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος νόμιμα προέβη στην πράξη αυτή εφόσον η επίδικη περιουσία ανήκε στην κόρη του, η οποία και συμφωνούσε με την πράξη του και άρα κατ' επέκταση ότι έγινε με τη συναίνεση αυτής. Σχετικά η υπεράσπιση παρέπεμψε στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 189 όπου διατάχθηκε επανεκδίκαση γιατί δεν είχε γίνει εύρημα από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος δεν είχε την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων, τα οποία αφορούσε η κακόβουλη ζημιά. Τα όσα όμως αναφέρονται σχετικά στην υπόθεση Δρουσιώτης δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αυτό που συνάγεται από την υπόθεση αλλά προκύπτει λογικά και από την ερμηνεία του άρθρου 324
(1)είναι ότι όταν εγείρεται ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έχει την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων, στα οποία αφορά η ζημιά, πρέπει να εξετασθεί και να αποφασισθεί κατά πόσο αυτό έχει αποκλεισθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ούτως ώστε να κριθεί τελικά εάν υπό τις περιστάσεις η πρόκληση της ζημιάς ή η καταστροφή είναι παράνομη. Συνεπώς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος, ή στην παρούσα το πρόσωπο με τη συναίνεση του οποίου αυτός έδρασε, έχει την ουσιαστική κυριότητα των αντικειμένων συνδέεται σε τέτοια περίπτωση με το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του παράνομου της πράξης. Η απλή κατάληξη όμως του Δικαστηρίου ότι δεν έχει αποκλεισθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος της περιουσίας που κατέστρεψε, δεν οδηγεί αυτόματα σε κρίση περί μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου του παράνομου της πράξης του. Πρέπει να εξεταστούν όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης. Άλλωστε εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να τιμωρήσει μόνον αυτό που καταστρέφει κακόβουλα περιουσία που ανήκει σε άλλο και όχι όταν ανήκει στον ίδιο θα το όριζε ρητά στο λεκτικό του άρθρου 324
(1). Είναι γνωστό ότι ο κύριος περιουσίας μπορεί να διαθέτει αυτήν όπως επιθυμεί. Η καταστροφή ή η ζημιά σε περιουσία από τον κύριο αυτής, όταν δεν απαγορεύεται από τη νομοθεσία και όταν δεν επηρεάζει εμπράγματα ή άλλα νόμιμα δικαιώματα άλλων προσώπων σε αυτήν, δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη. Όταν όμως η περιουσία αυτή βρίσκεται στη νόμιμη κατοχή προσώπου άλλου από τον κύριο της, το πρόσωπο αυτό έχει επί της περιουσίας τουλάχιστον δικαίωμα χρήσης και απόλαυσης της. Συνεπώς δεν μπορεί ο κύριος μιας περιουσίας ως τέτοιος να καταστρέφει ή να προξενεί βλάβη σε αυτήν ενώ βρίσκεται στην νόμιμη κατοχή κάποιου άλλου. Τέτοια πράξη εκ μέρους του στην ουσία αποστερεί από το νόμιμο κάτοχο του δικαιώματος χρήσης και απόλαυση της περιουσίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται με νόμιμη δικαιολογία. Όταν λοιπόν στην απόφαση Δρουσιώτης ανωτέρω γίνεται λόγος για ουσιαστική κυριότητα αυτό δεν μπορεί παρά να ερμηνεύεται ως κυριότητα σε περιουσία επί της οποίας κανένα άλλο πρόσωπο, εκτός από τον κύριο, δεν έχει άλλο νόμιμο δικαίωμα. Αντίθετη ερμηνεία στα πλαίσια του άρθρου 324
(1)θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον θα απάλλασε από την ποινική ευθύνη τον κύριο περιουσίας, ο οποίος εσκεμμένα την καταστρέφει ενώ αυτή βρίσκεται στη νόμιμη κατοχή άλλου. Έτσι για παράδειγμα ο κύριος μιας οικίας δεν θα είχε οποιαδήποτε ποινική ευθύνη αν διαρκούσης της ενοικίασης αυτής σε άλλο πρόσωπο προέβαινε σε καταστροφή της οικίας ή οποιουδήποτε μέρους αυτής. Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα ως εγείρεται στην παρούσα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 ιδιωτική κυριότητα γης εκτείνεται επί της επιφάνειας και του φλοιού της γης, υπό την επιφάνεια και στο χώρο υπεράνω της επιφάνειας εύλογα αναγκαίων για την κάρπωση αυτής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου «ακίνητη ιδιοκτησία περιλαμβάνει (α) γη και (β) οικοδομές και άλλα κατασκευάσματα, οικοδομήματα ή προσαρτήματα που είναι στέρεα συνδεδεμένα με οποιαδήποτε γη ή με οποιαδήποτε οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα». Από τα γεγονότα που έγιναν δεκτά στην παρούσα φαίνεται ότι το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο με το μεταλλικό του πύργο, τα οποία ήταν στην ουσία μέρος αυτού, κτίστηκαν από τον Τάκη Θεοδώρου, ένα εκ των ενοικιαστών του τεμαχίου. Κτίστηκαν δε στο πίσω μέρος του γκαράζ εφαπτόμενα στον εξωτερικό τοίχο αυτού. Το τεμάχιο δε αυτό κατά τον επίδικο χρόνο ανήκε στην κόρη του κατηγορούμενου. Ως εκ των άνω κατά τον επίδικο χρόνο κύριος του επίδικου αποχωρητηρίου και του ντεποζίτου ήταν η κόρη του κατηγορούμενου. Παρόλα αυτά κατά τον ίδιο αυτό χρόνο φυσική κατοχή και χρήση του γκαράζ, του αποχωρητηρίου και του ντεποζίτου είχε ο παραπονούμενος. Ανεξάρτητα δε αν ο παραπονούμενος ήταν ή όχι ενοικιαστής και πλήρωνε ή όχι ενοίκια ή παρέμενε εκεί μέχρι να μετακινηθεί σε άλλη περιοχή, αυτός εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου που να κηρύσσει παράνομη την πιο πάνω κατοχή, ήταν νόμιμος κάτοχος των υπό αναφορά υποστατικών με την ανοχή μάλιστα του κυρίου του τεμαχίου, κάτι που φαίνεται και από το ότι, ως είπε ο κατηγορούμενος, για να φύγει του χάρισαν ενοίκια 4 ετών, που θα πλήρωνε αν ήταν ενοικιαστής. Πέραν αυτού η θέση του κατηγορούμενου ότι ο λόγος για τον οποίο προέβη στην ενέργεια αυτή δηλ. ότι το αποχωρητήριο ήταν παράνομο και δεν χρησιμοποιείτο δεν έχει γίνει δεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Συνεπώς ελλείψει τέτοιου ευρήματος δεν χρήζει εξέτασης η θέση της υπεράσπισης ότι με βάση τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο απαγορεύεται η κατοχή τέτοιων υποστατικών και επιβάλλεται η κατεδάφιση τους και άρα κατ' επέκταση αυτή ήταν νόμιμη. Εξετάζοντας λοιπόν την παρούσα με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η καταστροφή του αποχωρητηρίου και του ντεποζίτου με το μεταλλικό του πύργο έστω και αν έγινε από τον κατηγορούμενο με τη συναίνεση στην ουσία του κυρίου αυτών δηλ. της κόρης του εντούτοις ήταν παράνομη γιατί κατά τον επίδικο χρόνο η περιουσία αυτή βρισκόταν στη νόμιμη κατοχή και χρήση του παραπονούμενου από τον οποίο αποστερήθηκε. Πριν καταλήξω πρέπει να αναφερθεί ότι ως φαίνεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι το επίδικο αποχωρητήριο και το ντεπόζιτο νερού ήταν ιδιοκτησίας του Κώστα Θεοφίλου και ότι η ζημιά που προκλήθηκε ήταν ύψους Λ.Κ.2,000, ενώ από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και για τους λόγους που εξήγησα ειδικά όσον αφορά τα θέματα αυτά φαίνεται ότι κύριος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο η κόρη του κατηγορούμενου και δεν αποδείχθηκε το ύψος της ζημιάς. Κρίνω όμως, με βάση και τα όσα έχουν λεχθεί σε σχέση με τα θέματα αυτά ανωτέρω, ότι η ιδιοκτησία της περιουσίας και το ύψος της ζημιάς δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου θεωρώ ότι το κατηγορητήριο δεν χρήζει τροποποίησης σε αυτό το στάδιο αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. Θωμά ανωτέρω, Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167 και Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62). Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει να έχει λόγω αυτού επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορούμενου εφόσον η θέση της ήταν εξ αρχής ότι κύριος της περιουσίας δεν ήταν ο παραπονούμενος και μάλιστα η υπεράσπιση αντεξέτασε σχετικά και με επάρκεια αυτόν για το θέμα, στο οποίο στήριξε κατά κύριο λόγο και την υπόθεση της. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Μετά την κατάληξη μου αυτή θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ισχύει στην παρούσα η υπεράσπιση του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, ως ήταν διαζευκτικά η εισήγηση της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα ο κ. Κορακίδης ανέφερε ότι η υπεράσπιση αυτή εφαρμόζεται στην παρούσα γιατί δεν έχει σημασία αν τελικά ο κατηγορούμενος εδικαιούτο ή όχι να προβεί στην επίδικη πράξη αλλά κατά πόσο ως ιδιοκτήτης της περιουσίας πίστευε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα. Το άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι «ποινικό αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή η παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχθηκε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης». Οι θέσεις του κατηγορούμενου ότι προέβη στην επίδικη πράξη επειδή απλά πίστευε ότι ήταν ιδιοκτήτης και άρα ότι είχε τέτοιο δικαίωμα και/ή επειδή το αποχωρητήριο ήταν παράνομο και/ή δεν χρησιμοποιείτο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω δεν έγιναν δεκτές. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου φαίνεται επίσης ότι ο παραπονούμενος δεν ήθελε να κατεδαφιστεί το αποχωρητήριο το οποίο χρησιμοποιούσε κάτι που γνώριζε ο κατηγορούμενος, εφόσον ο πρώτος διαμαρτυρήθηκε στην ουσία όταν ο κατηγορούμενος έδωσε αρχικά σχετικές οδηγίες. Περαιτέρω μετά που ο παραπονούμενος κατάγγειλε στην υπόθεση στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος του είπε ότι αν δεν εγκαταλείψει το γκαράζ θα το σπρώξει με τον ίδιο μέσα και θα τον πετάξει. Τέλος ο κατηγορούμενος είπε στη μαρτυρία του ότι ενώ ο παραπονούμενος υποσχέθηκε να φύγει από το χώρο εντός δύο μηνών από το χρόνο που έφυγε ο Θεοδώρου δηλ. από το 2000 περίπου, μέχρι τον επίδικο χρόνο δηλ. τον Μάιο του 2005 εξακολουθούσε να μένει εκεί «για να ζητήσει αέρα από τους ιδιοκτήτες για να φύγει». Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η πράξη του κατηγορούμενου δεν έγινε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Ως εκ τούτου η υπό εξέταση υπεράσπιση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο