Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Peter Smith κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 7703/09, 17/12/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 7703/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Peter Smith Jayne Smith Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17/12/2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για τους κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 : Παρόντες Ε Ν Δ Ι Α M Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, αυτές της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι την 19η Μαΐου του 2009 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν πλημμέλημα, ήτοι να κυκλοφορήσουν πλαστά χαρτονομίσματα. Της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος κατά παράβαση του άρθρου 353 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία έθεσαν σε κυκλοφορία στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκεται στη γωνία των οδών Κανάρη και Βότση στη Πάφο εννέα χαρτονομίσματα των €50, εν γνώσει τους ότι ήταν πλαστά. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Ο ΜΚ1 Αστ 975 Σταύρος Σοφοκλέους, είναι παραδεκτό εκ μέρους των κατηγορουμένων ότι είναι πραγματογνώμονας για τα πλαστά χαρτονομίσματα. Ανέφερε ότι στις 22/5/2009 παρέλαβε από το Λοχ. 2813 Σταμάτη εννιά χαρτονομίσματα των €50 για να τα εξετάσει κατά πόσο είναι γνήσια ή πλαστά. Η διαπίστωση του είναι ότι όλα είναι πλαστά. Σχετική έκθεση την οποία ετοίμασε την κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 και τα εννέα χαρτονομίσματα που είχε στην κατοχή του τα κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι για να καταλήξει στο συμπέρασμα του διενήργησε οπτικό έλεγχο, έλεγχο αφής, έλεγχο υφής του χαρτιού και στη συνέχεια εξέτασε όλα τα χαρακτηριστικά ασφαλείας των χαρτονομισμάτων. Στην προκειμένη υπόθεση εξέτασε την υδατογραφία των χαρτονομισμάτων και το είδωλο που κανονικά φαίνεται μόνο στο φως, ήταν τυπωμένο με σκοπό να ξεγελάσει και να εκληφθεί το χαρτονόμισμα ως γνήσιο. Έλεγξε την ανάγλυφη υφή του χαρτονομίσματος και σε κανένα από τα εννέα χαρτονομίσματα δεν ήταν ανάγλυφη η εκτύπωση τους. Δεν υπήρχε επίσης ολόγραμμα που υπάρχει στη δεξιά πλευρά κάθε γνήσιου χαρτονομίσματος. Παρόλο που στα πλαστά χαρτονομίσματα υπάρχει το ασημένιο έλασμα με τον αριθμό 50 αυτό δεν αλλάζει χρώματα όπως στα γνήσια. Έλεγξε επίσης την ταινία ασφαλείας η οποία βρίσκεται ενσωματωμένη στο χαρτί την οποία αν δούμε στο φως βλέπουμε μια μικρογραφή η οποία αναγράφει την αξία του χαρτονομίσματος, στα πλαστά η ταινία ασφαλείας ήταν τυπωμένη χωρίς την ένδειξη της αξίας του χαρτονομίσματος. Στη κάτω αριστερή πλευρά του χαρτονομίσματος υπάρχει μικρογραφή η οποία αν κοιταχτεί με φακό γράφει €50 επαναλαμβανόμενο. Στα πλαστά δεν ήταν της ίδιας καθαρότητας. Στην μπροστινή όψη εκεί όπου είναι τα αστέρια υπάρχει μικρογραφή με την ένδειξη €50 που επαναλαμβάνεται. Στα πλαστά δεν είναι εμφανής όπως στα γνήσια. Στην αριστερή πάνω γωνία υπάρχει παράσταση τυπωμένη και στις δύο πλευρές του χαρτονομίσματος που αν κοιταχθεί στο φως τα δύο είδωλα σχηματίζουν τον αριθμό
- Τούτο υπάρχει και στα πλαστά χαρτονομίσματα. Στην πίσω πλευρά του χαρτονομίσματος υπάρχει μελάνι μεταβλητού χρώματος η οποία ανάλογα με την γωνία που την βλέπουμε αλλάζει χρώμα από μωβ σε λαδί. Στην περίπτωση των εννέα χαρτονομισμάτων το plate number είναι το ίδιο, πολύ σπάνιο σε μια δέσμη χαρτονομισμάτων να βρεθούν όλα με το ίδιο. Επίσης το χαρτί που χρησιμοποιήθηκε στα πλαστά χαρτονομίσματα δεν έχει την υφή των γνήσιων επειδή τα γνήσια χαρτονομίσματα το χαρτί τους είναι κατασκευασμένο από βαμβάκι. Σύμφωνα με το μάρτυρα αν ο πολίτης γνωρίζει τα χαρακτηριστικά των χαρτονομισμάτων είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσει το πλαστό. Και τα εννέα πλαστά χαρτονομίσματα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και μπορεί να ειπωθεί ότι δεν τέθηκαν σε κυκλοφορία. Κατά το μάρτυρα εξαρτάται από το άτομο αν θα γνωρίζει τα χαρακτηριστικά του χαρτονομίσματος. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Αστ. 50 Ιωάννης Αγαθοκλέους εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε την κατάθεση του ημ. 22/5/09 (Τεκμήριο 3). Επίσης κατάθεσε τις ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το μάρτυρα ο κατηγορούμενος 1 του παρουσίασε απόδειξη από το «Co-op Travel» από όπου πήραν τα ευρώ. Γνωρίζει όπως είπε ότι το πιο πάνω λειτουργεί ως ανταλλακτήριο συναλλάγματος πράγμα το οποίο δεν γνωρίζει αναφορικά με την Thomas Cook. Αναφορικά με τα πλαστά χαρτονομίσματα ενημερώθηκε από το διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Κανάρη και Βότση στη Πάφο, αναγνώρισε τα εννέα πλαστά χαρτονομίσματα (Τεκμήριο 2) όπως και τους δύο κατηγορούμενους ως τα πρόσωπα από τα οποία έλαβε τις καταθέσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το ταξιδιωτικό γραφείο Thomas Cook λειτουργεί και ως ανταλλακτήριο. Δεν ζήτησε να εξετάσει το γνήσιο των αποδείξεων που του παρουσίασαν οι κατηγορούμενοι (Τεκμήριο 6) γιατί όπως εξήγησε είναι χρονοβόρα διαδικασία. Έλεγξε μόνο μέσω της Interpol το ποινικό τους μητρώο. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Θωμάς Διάκος ο οποίος είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την κατάθεση του εργάζεται στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη γωνία των οδών Κανάρη και Βότση. Στις 19/5/2009 επήγαν ένα ζεύγος άγγλων τους οποίους γνωρίζει αρκετά καλά γιατί κάθε φορά που επισκέπτονται την Κύπρο έρχονται στο υποκατάστημα του όπου έχουν δικό τους λογαριασμό. Αυτοί είναι ο Peter και Jayne Smith, του έδωσαν για κατάθεση €3000, 75 των €20 και 30 των €
- Μόλις τα πήρε διαπίστωσε ότι τα πρώτα τρία χαρτονομίσματα των €50 πιθανόν να ήταν πλαστά. Ρώτησε το Peter πού τα βρήκε και αυτός του είπε ότι τα πήρε από Τράπεζα στην Αγγλία και του έδωσε σχετική απόδειξη. Το μηχάνημα του τα έδειξε ως πιθανόν πλαστά. Στη συνέχεια κοίταξε και τα υπόλοιπα χαρτονομίσματα και διαπίστωσε ότι ακόμα 6 των€50 πιθανόν να είναι πλαστά. Τα υπόλοιπα χρήματα δηλαδή €2550 τα έκανε κατάθεση στο λογαριασμό του Peter και της Jayne Smith ενώ τα υπόλοιπα εννέα χαρτονομίσματα των €50 τα παρέδωσε στην αστυνομία. Ανέφερε ότι γνωρίζει τους κατηγορούμενους γιατί έρχονται στην Κύπρο 2-3 φορές το χρόνο και επισκέπτονται την τράπεζα 2-3 φορές κάθε φορά. Στην τράπεζα διατηρούν τραπεζικό λογαριασμό και κάθε φορά που έρχονται τους εξυπηρετεί ο ίδιος. Κατάλαβε, όπως εξήγησε από την πρώτη στιγμή ότι τα χαρτονομίσματα των €50 που ήταν από πάνω στη δέσμη ήταν πλαστά από την αφή και την όψη τους, στη συνέχεια βρήκε και υπόλοιπα έξι. Δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι ήταν πλαστά γιατί είχε παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια και στη δουλειά του ασχολείται καθημερινώς. Με τους κατηγορούμενους σαν πελάτες στην τράπεζα δεν είχε πρόβλημα. Αυτοί έρχοντο και κατέθεταν λεφτά για τη visa τους και για να πληρώνονται οι λογαριασμοί τους. Συμφώνησε ότι κατά την ημέρα της επίδικης συναλλαγής ο 1ος κατηγορούμενος πήγε στο ταμείο ενώ η κατηγορούμενη 2 κάθισε στο σαλονάκι. Συμφώνησε επίσης ότι αντελήφθηκε την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων επειδή έτυχε εκπαίδευσης να τα αναγνωρίζει, ενώ ο κοινός πολίτης που δεν έχει γνώσεις δεν θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν πλαστά. Έζησε στην Αγγλία για 10-12 χρόνια και γνωρίζει ότι η Thomas Cook είναι και ανταλλακτήριο συναλλάγματος. Περιέγραψε την αντίδραση του 1ου κατηγορούμενου όταν του είπε για την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων, ότι ήταν «σαν να είδε φάντασμα» και ότι άλλαξε πολλά χρώματα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν πλαστά. Συμφώνησε επίσης ότι οι Άγγλοι παίρνουν το συνάλλαγμα τους από τα ταξιδιωτικά γραφεία που διαθέτουν ανταλλακτήριο συναλλάγματος, όπως είναι του Thomas Cook και το Co-op Travel. Συμφώνησε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 όταν του ανακοινώθηκε ότι τα χαρτονομίσματα ήταν πλαστά, δεν έκαμε κίνηση να φύγει ή να πάρει τα χαρτονομίσματα. Η αντίδραση του ήταν ενός έκπληκτου που δεν το ανέμενε ποτέ. Στη συνέχεια τους κάλεσε ο διευθυντής και όπως προβλέπουν οι διαδικασίες, ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την 2η κατηγορούμενη Τεκμήριο
- Επίσης εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα χαρτονομίσματα που ο κατηγορούμενος 1 κυκλοφόρησε είναι τα χαρτονομίσματα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 και η διακίνηση τους έγινε νομότυπα. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για να κληθούν σε απολογία. Συγκεκριμένα έκαμε αναφορά στα συστατικά στοιχεία των δύο αδικημάτων και ήταν η θέση του ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με το αδίκημα της συνωμοσίας ούτε ότι συμμετείχε στη διάπραξη του 2ου αδικήματος. Επίσης εισηγήθηκε ότι ούτε για τον κατηγορούμενο 1 υπάρχει μαρτυρία ότι γνώριζε για την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε ότι ήταν εξόφθαλμη η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και στο παρόν στάδιο δεν χωρεί αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 εισηγήθηκε ότι ήταν συνεργός αφού είχαν σκοπό να καταθέσουν τα πλαστά χαρτονομίσματα σε κοινό λογαριασμό και συμμετείχε η ίδια είτε βοηθώντας στη διάπραξη του αδικήματος πριν και κατά τη διάπραξη του. Η παρουσία δε της κατηγορούμενης 2 στην τράπεζα δεν ήταν τυχαία, ούτε χωρίς προσχεδιασμό και δεν ενδιαφέρει σε αυτό το στάδιο ποιος διενήργησε την εγκληματική πράξη και ποιος βοήθησε στη διενέργεια της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 74
(1)(β) έχει ερμηνευθεί κατά κόρον από τη νομολογία και οι αρχές που καθορίζουν την κλήση κατηγορούμενου σε απολογία έχουν αποσαφηνιστεί, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Αζίνας v. Αστυνομία
(1981)2 CLR 9, που έχει υιοθετήσει την Αγγλική απόφαση R v. Galbraith
(1981)1 Αll ER 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ
- Σύμφωνα με την Πρακτική του 1962 η υποβολή επιτυγχάνει (α) αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τόσο αντινομική και ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδίκαζε με βάση τη μαρτυρία αυτή. Το Δικαστήριο προβαίνει στο στάδιο αυτό σε μια εκ πρώτης όψεως ή προκαταρκτική εξέταση της υπόθεση, σ' αντιδιαστολή με την «εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεση, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», όπως αναφέρεται στην Χριστοδούλου σελ. 144-
- Και όπως πιο πρόσφατα επεξηγήθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 «... το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Απλή υποψία ή και εύλογη υποψία βέβαια δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεδομένου ότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία. (Saaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam [1969] 2 All ER 1626). Συμπληρώνεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία για να συμπληρώσει τυχόν αδυναμίες ή παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής (Αζίνας - πιο πάνω - σελ. 53-55). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις της εν λόγω πρακτικής αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. (Βλέπε Χριστοδούλου ανωτέρω). Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196). Όπως, επίσης, υπεδείχθη στην υπόθεση Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 515, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (Παναγιώτου πιο πάνω) αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχτεί σ' αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης (βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136). Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη και την προσαχθείσα μαρτυρία θα εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή τεκμηρίωσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και επιβάλλεται η κλήση των κατηγορουμένων σε υπεράσπιση. Στα πλαίσια της εξέτασης της υποβολής δεν πρέπει να γίνει αξιολόγηση σε βάθος της μαρτυρίας. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που τα μόνα πρόσωπα που γνώριζαν για την προέλευση των χαρτονομισμάτων είναι οι δύο κατηγορούμενοι. Στην Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας: «. το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34, H.L. 328, O' Connell v. R. [1844] 5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4). Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Στην υπόθεση Παυλόπουλος - v - Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261, 267 αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με την συνέργεια: «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Στην υπόθεση Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, κτηνίατρος αμελώς πιστοποίησε ότι κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση. Ο κρεοπώλης που το εξέθεσε προς πώληση καταδικάστηκε για το αυστηρής ευθύνης αδίκημα έκθεσης προς πώληση ακατάλληλου κρέατος. Ο κτηνίατρος επίσης καταδικάστηκε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κτηνίατρου παραμερίστηκε, αφού θεωρήθηκε πως η αμέλεια δεν ήταν αρκετή για ποινική ευθύνη συνεργού, έστω και αν η ευθύνη του αυτουργού δεν βασιζόταν σε απόδειξη οποιουδήποτε βαθμού σφάλματος. (Δέστε και Smith v. Mellors [1987] 84 Cr. App. R. 279).» Στην P. Zenonos General Motors Ltd - v - Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 51/2008 ημερ. 21/1/09 υποδείχθηκαν τα εξής: «Έχει επανειλημμένα τονιστεί, ότι προτού πρόσωπο καταδικαστεί ως συνεργός στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα (Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 544). Περαιτέρω, τούτο ισχύει και όπου το αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης (Callow v. Tillstone
(1900)83 LT 411).» Στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας της Δημοκρατίας - v - Μichael Binnington Ποιν. Έφ. 76/2007 και 77/2007 ημερ. 29/1/2008 γίνεται αναφορά στην Queen v. Coney
(1882)8 QBD 534, όπου συζητείται η παρουσία του φερόμενου ως συνεργού στη σκηνή του εγκλήματος ως εξής: «κατέστη σαφές ότι άλλως θα είχαν τα πράγματα αν ο φερόμενος ως συνεργός δεν είναι τυχαία μαζί με τον κύριο αυτουργό αλλά ενεργεί σε συμφωνία με αυτόν (in concert). Όπως το έθεσε ο Cave, J. (σ. 552): If, for instance, it was proved that a person went to a prize-fight, knowing it was to take place, and remained there for some time looking on, I think that would be evidence from which a jury might infer that such person encouraged, and intended to encourage, the fight by his presence. In the present case, the three prisoners were merely seen in the crowd, were not seen to do anything and there was no evidence why or how they came there, or how long they stayed.» Σχετικά με την γνώση στην πρόσφατη Ποιν. Έφ. 63/2007 ημερ. 11/2/2009 Κώστας Βενιζέλος - v - Δημοκρατίας αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με την "γνώση": «Όπως έχει κατά κόρον αναλυθεί μέσα από αποφάσεις και συγγράμματα η γνώση, όπως και η πρόθεση, δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα δε συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης ως εύλογα εξαγόμενο συμπέρασμα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. (δέστε την υπόθεση Ανδρέας Σταυρινού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 120/07, ημερ. 4.11.08 και το σύγγραμμα του Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 36η Έκδ. Σελ. 364 παρ. 1010).» Εξάγεται κατά συνέπεια και από την πιο πάνω νομολογία ότι τα επακριβή γεγονότα πρέπει να προσδιοριστούν προτού γίνει οποιαδήποτε ενδελεχής και τελεσίδικη αξιολόγηση των συνθηκών που οδήγησαν στη κυκλοφορία των πλαστών χαρτονομισμάτων. Υπάρχουν στην υπό κρίση υπόθεση στοιχεία και μαρτυρία τα οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν κατά το επόμενο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Η παρουσία της κατηγορούμενης 2 καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν με τον κατηγορούμενο 1 περιλαμβανομένης της στιγμής που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους παρέλαβαν τα χαρτονομίσματα μέχρι την χρονική στιγμή κατά την οποία ο κατηγορούμενος 1 τα παρέδωσε στον ταμεία της τράπεζας. Στο διάστημα μεταξύ αυτών των χρονικών στιγμών η παρουσία της κατηγορούμενης 2 δεν ήταν εκ πρώτης όψεως τυχαία. Δεν αξιολογείται βέβαια η μαρτυρία στο στάδιο τούτο, αλλά η κατηγορούμενη 2 θέτει τον εαυτό της υπό συνθήκες που εκ πρώτης όψεως καλύπτει το άρθρο 20. Ο κος Γεωργίου ανάφερε στην αγόρευση του ότι ο κατηγορούμενος 1 δίδει εξηγήσεις στην κατάθεση του για την παρουσία των πλαστών χαρτονομισμάτων που δεν γνώριζε ότι ήταν πλαστά. Όλα τα πιο πάνω όμως είναι εξηγήσεις που δεν μπορούν σ' αυτό το στάδιο να γίνουν αποδεκτές χωρίς αξιολόγηση από το Δικαστήριο, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την άνευ ετέρου αποδοχή των όσων λέχθηκαν είτε στην αγόρευση του συνηγόρου, είτε στην κατάθεση των κατηγορουμένων. Η κατάθεση στην αστυνομία ενός κατηγορουμένου δεν πρέπει για σκοπούς της υποβολής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης να ληφθεί υπόψη εφόσον περιέχει αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις [δέστε Murphy on Evidence 8η έκδοση σελ. 300-1 και την R - v - Storey
(1968)52 Cr. App. R. 334]. Κρίνω, ότι η φύση της μαρτυρίας που υπάρχει, περιστατική κατά το πλείστον σε αυτό το στάδιο δείχνουν εκ πρώτης όψεως εμπλοκή των κατηγορουμένων στις υπό κρίση κατηγορίες. Κατά συνέπεια η υποβολή αποτυγχάνει, οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία και επεξηγούνται τα δικαιώματα τους με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. (Υπ.) ............... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο