← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστάκης Χριστοφή Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19174/09, 21.12.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστάκης Χριστοφή Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19174/09, 21.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19174/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Χριστάκης Χριστοφή Μιχαήλ
  2. MD KHIFY MAHAMUD Ημερομηνία: 21.12.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο 1: κ. Ζύμπηλος. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα την πρώτη κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 1 την 2.11.09, στην Κάτω Πάφο, εργοδοτούσε παράνομα τον κατηγορούμενο 2, ως διανομέα στην εταιρεία του με την ονομασία «CHR. MICHAEL DISTRIBUTORS LTD», χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι υιοθετεί την κατάθεση του και ότι τον εν λόγω αλλοδαπό ούτε τον γνωρίζει αλλά ούτε και εργαζόταν για αυτόν. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ασχολείται με το εμπόριο οινοπνευματωδών ποτών και είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας «CHR MICHAEL DISTRIBUTORS LTD», ο Μ.Κ.2 δεν εργάζεται στην εταιρεία του και ούτε τον γνωρίζει. Επίσης αναφέρει ότι από ότι του είπε ο Βούλγαρος υπάλληλος του Uri Ilief το Μ.Κ.2 τον παρέλαβε αυτός από το δρόμο που έκανε ώτοστοπ και ήταν μέσα στη βροχή. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 1094 Μάριος Πετάσης. Ο μάρτυρας αυτός πήρε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (Μ.Κ.2) στην αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια μετάφρασε την κατάθεση αυτή στα ελληνικά. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τη λήψη και σύνταξη των καταθέσεων αυτών. Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του έγιναν με αμεσότητα και ευθύτητα και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 3447 Παναγιώτης Χριστούδιας της ΥΑΜ Πάφου. Ο μάρτυρας ήταν το πρόσωπο το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο, μαζί με άλλα μέλη της ΥΑΜ Πάφου, εντόπισε το Μ.Κ.2, παρακολούθησε τις κινήσεις του και στη συνέχεια έλεγξε τα στοιχεία του και τον συνέλαβε. Περίγραψε με λεπτομέρεια τα όσα είδε, αντιλήφθηκε και έπραξε εκείνη τη μέρα και είπε επίσης ότι ο Μ.Κ.2. του ανέφερε τότε ως εργοδότη του τον κατηγορούμενο 1, ότι εργαζόταν για αυτόν τους τελευταίους τρεις μήνες με μισθό €20 την ημέρα και του έδωσε και τον αριθμό του τηλεφώνου αυτού. Όπως και ο Μ.Κ.1 και ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και αμεσότητα σε σχέση με τις ενέργειες και διαπιστώσεις του κατά τη διάρκεια των γεγονότων που περιέγραψε, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέπεια και λογική και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ. 1105 Νίκος Ιωάννου. Ο μάρτυρας αυτός πήρε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 4). Επίσης πήρε και κατάθεση από το Uri Ilief με τη βοήθεια διερμηνέα Βουλγαρικών, η οποία έγινε τεκμήριο κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης. Όσον αφορά τη μαρτυρία του, αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο πρώην κατηγορούμενος 2, μετά που αυτός παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Ο μάρτυρας αυτός κηρύχθηκε εχθρικός. Ως εκ τούτου η αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα κριθεί υπό το φως αυτού του δεδομένου. Πρέπει να λεχθεί ότι η κήρυξη μάρτυρα ως εχθρικού δεν αποκλείει εκ προοιμίου τη μαρτυρία που έχει δώσει στο Δικαστήριο, καθιστώντας την χωρίς άλλο, αναξιόπιστη. Η μαρτυρία αυτή παραμένει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση της επαφίεται στο Δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση. Εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας έστω και αν είναι μαρτυρία που θα έπρεπε να θεωρείται αναξιόπιστη και γενικά ασήμαντης αξίας (βλ. Stylianou v. Republic
(1979)2 C.L.R. 109). Στην Georgiou v. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172, λέχθηκε ότι το βάρος που θα δοθεί στη μαρτυρία ενός εχθρικού μάρτυρα είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει κανόνας που υπαγορεύει ότι πρέπει να παραγνωριστεί στην ολότητα της. Δικαιολογημένα ένα Δικαστήριο θα προβληματιστεί αν θα δώσει οποιοδήποτε βάρος στη μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα αλλά μπορεί αν το θεωρήσει ορθό, να το πράξει, ιδιαίτερα όταν μέρη της μαρτυρίας ενισχύονται με άλλη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 226-228). Με άλλα λόγια τέτοια μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με μεγάλη προσοχή και ασφαλώς θα υπάρχει περίπτωση όπου πρέπει να απορρίπτεται εντελώς. Υπάρχουν όμως και άλλες περιπτώσεις όπου είναι ορθό να εξετάζεται και να αποφασίζεται κατά πόσο μέρη της, τα οποία δεν περιέχουν αντιφάσεις, μπορεί να γίνουν αποδεκτά ως ανταποκρινόμενα στα αλήθεια. Η αποδοχή στο Δικαστήριο από εχθρικό μάρτυρα προηγούμενης αντιφατικής του δήλωσης, έχει σαν συνεπακόλουθο να καταστεί αυτή μέρος της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν όμως ο μάρτυρας αυτός, παρά το γεγονός ότι παραδέχεται ότι έχει προβεί σε προηγούμενη αντιφατική δήλωση, συνεχίζει να καταθέτει αντίθετα με το περιεχόμενο της, το Δικαστήριο πρέπει να ενεργήσει πάνω στην προφορική μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον του. Η προηγούμενη δήλωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή (βλ. Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 63/07 ημερ. 11.2.09, Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω σελ. 227-228 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 2053). Η πιο πάνω αρχή ισχύει είτε η προηγούμενη κατάθεση έγινε ενόρκως είτε χωρίς όρκο (βλ. R. v. Golder
(1960)3 All E.R 457). Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου αντίκειται σχεδόν στο σύνολο της στην προηγούμενη κατάθεση του στην Αστυνομία (τεκμήρια 2-2Α) το Δικαστήριο δεν δικαιούται να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών εκδοχών. Είναι υποχρεωμένο να κρίνει την αξιοπιστία της ενώπιον του μαρτυρίας βάσει αυτής της αντίθεσης και δεν μπορεί να βασιστεί στην εξώδικη κατάθεση για σκοπούς απόδειξης των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή ότι δηλ. ο Μ.Κ.2 εργαζόταν για τον κατηγορούμενο 1 για τους τελευταίους τρεις μήνες και πληρωνόταν από αυτόν €20 την ημέρα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω κανένα ενδοιασμό να την απορρίψω ως αναξιόπιστη. Ο μάρτυρας αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία για την προηγούμενη αντιφατική του κατάθεση, η οποία έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όλα σχεδόν όσα είπε στο Δικαστήριο. Ήταν, με βάση και το σύνολο των όσων ανέφερε, κάτι περισσότερο από εμφανές ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του, με μια εξαίρεση η οποία θα αναφερθεί αμέσως πιο κάτω, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Το μόνο σημείο το οποίο αποδέχομαι από τη μαρτυρία του είναι ότι αυτός είναι από το Μπαγκλαντές, κάτι που είπε τόσο στην κατάθεση του όσο και στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο και όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος κατά το χρόνο της σύλληψης του Μ.Κ.2 έλεγξε τα στοιχεία του και διαπίστωσε το πιο πάνω. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: «14Β-
(1). Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές». Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
  2. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  3. Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη σύμφωνα με τον Νόμο είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 2.11.09 και περί ώρα 10:30, κατόπιν πληροφορίας ότι εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί, μέλη της ΥΑΜ Πάφου, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.3, μετέβηκαν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος. Από τον έλεγχο που έγινε εκεί εντοπίσθηκε ο Μ.Κ.2 να μεταφέρει διάφορα κιβώτια με ποτά από το όχημα με αρ. εγγραφής KND 628 στο κατάστημα «LA PYAZA». Συγκεκριμένα στη διάρκεια παρακολούθησης, η οποία κράτησε πέντε λεπτά, θεάθηκε ο Μ.Κ.2 αρχικά να μεταφέρει δύο κιβώτια από το όχημα στο κατάστημα, μετά να εξέρχεται του καταστήματος να παίρνει άλλα δύο κιβώτια από το όχημα και να τα μεταφέρει και πάλι εντός του καταστήματος. Μετά λοιπόν από τη πεντάλεπτη παρακολούθηση ο Μ.Κ.3 προσέγγισε μαζί με τους συναδέλφους του το Μ.Κ.2 του αποκάλυψε την ιδιότητα του και του ζήτησε τα στοιχεία του. Αφού ο Μ.Κ.2 του έδωσε τα στοιχεία του ο Μ.Κ.3 έκανε έλεγχο μέσω της ΥΑΜ Πάφου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για το Μ.Κ.2 από το Μπαγκλαντές, κάτοχο διαβατηρίου με αρ. W0526776, ARC5580004, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο στις 5.3.07 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια φοιτητή σε κολλέγιο στο Λιοπέτρι αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε το χώρο διαμονής του και τις σπουδές του, διέμενε σε άγνωστη διεύθυνση και τα στοιχεία του εντοπίστηκαν στον κατάλογο STOP-LIST γιατί από τις 4.3.08 βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε το Μ.Κ.2 για τα αδικήματα που διέπραξε δηλ. ότι βρισκόταν και εργαζόταν παράνομα στην Κύπρο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «I DON'T KNOW. I' M VERY SORRY» και μετά τον συνέλαβε. Ο Μ.Κ.3 ρώτησε το Μ.Κ.2 ποιος ήταν ο εργοδότης του και εκείνος του είπε ότι ήταν ο Χριστάκης Μιχαήλ και ότι εργαζόταν σε αυτόν τους τελευταίους τρεις μήνες με μισθό €20 την ημέρα. Τότε ο Μ.Κ.3 ζήτησε από το Μ.Κ.2 κάποιο τηλέφωνο του Μιχαήλ και ο Μ.Κ.2 του είπε ότι το τηλέφωνο το είχε καταχωρημένο στη μνήμη του κινητού του το οποίο βρισκόταν μέσα στο όχημα με αρ. εγγραφής KND
  1. Ο Μ.Κ.2 πήρε το κινητό του και βρήκε στη μνήμη του τον αριθμό τον οποίο ο Μ.Κ.3 είδε και σημείωσε. Ο αριθμός αυτός ήταν
  2. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 αντιλήφθηκε ότι στο χώρο βρισκόταν ακόμη ένας αλλοδαπός, ο οποίος ήταν Βούλγαρος και κρατούσε ένα δελτίο με αποδείξεις στο όνομα της εταιρείας «CHR. MICHAEL DISTRIBUTORS LTD» αλλά δεν θεάθηκε να μεταφέρει οτιδήποτε. Όσον αφορά το πρόσωπο αυτό από τη Βουλγαρία ο Μ.Κ.3 τον αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία του και όταν αυτό ρωτήθηκε ποιός είναι ανέφερε ότι είναι ο Uri Ilief. Όσον αφορά το κατά πόσο ο Μ.Κ.2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αλλοδαπός η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο γιατί αυτό μπορεί να αποδειχθεί μόνο από το Λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν Κύπριος υπήκοος προκύπτει τόσο από τη σχετική μαρτυρία του ιδίου στο Δικαστήριο, την οποία η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε και η οποία ως προς το μέρος αυτό έχει γίνει δεκτή, όσο και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος προέβη σε σχετικό έλεγχο στο ηλεκτρονικό υπολογιστή της ΥΑΜ Πάφου και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν καταχωρημένα τα στοιχεία του Μ.Κ.2 δηλ. το όνομα του, ο αρ. διαβατηρίου του, ο αρ. του ARC (Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού) του καθώς και ότι τα στοιχεία του εντοπίζονταν και στον κατάλογο STOP-LIST, όπου, ως εξήγησε, τέθηκε γιατί από τις 4.3.08 ήταν παράνομος στη Δημοκρατία. Καταλήγω λοιπόν ότι ο Μ.Κ.2 είναι από το Μπαγκλαντές. Συνεπώς δεν είναι Κύπριος υπήκοος και άρα είναι αλλοδαπός εν τη εννοία του Κεφ.
  3. Όσον αφορά το κατά πόσο ο Μ.Κ.2 εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο από τον κατηγορούμενο 1 η μαρτυρία, η οποία υπάρχει, είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία υπάρχει στην παρούσα είναι η εξής:
  1. Ο Μ.Κ.2 θεάθηκε από άνδρες της ΥΑΜ Πάφου κατόπιν πεντάλεπτης παρακολούθησης να μεταφέρει κιβώτια με ποτά από συγκεκριμένο όχημα σε συγκεκριμένο κατάστημα.
  2. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στο Μ.Κ.3 μετά τη σύλληψη του ότι εργάζεται για τον κατηγορούμενο 1 για τους τελευταίους 3 μήνες με μισθό €20 την ημέρα. Το ότι ο Μ.Κ.2 έκανε τη δήλωση αυτή στο Μ.Κ.3 όχι μόνο δεν διαψεύστηκε από το Μ.Κ.2 αλλά ούτε καν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
  3. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 κατά τον ίδιο χρόνο έδωσε στο Μ.Κ.3 και τον αριθμό του τηλεφώνου του κατηγορούμενου 1, ο οποίος είναι ο ίδιος με αυτόν που αναφέρεται στην κατάθεση του κατηγορούμενου 1, την οποία αυτός υιοθέτησε. Τον αριθμό μάλιστα αυτό ο Μ.Κ.2 τον είχε καταχωρημένο στη μνήμη του κινητού του τηλεφώνου, το οποίο βρισκόταν εντός του οχήματος, από το οποίο αυτός μετέφερε τα κιβώτια.
  4. Ο κατηγορούμενος 1 ασχολείται με το εμπόριο οινοπνευματωδών ποτών και είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας «CHR. MICHAEL DISTRIBUTORS LTD», ως ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεση του.
  5. Το όχημα από το οποίο ο Μ.Κ.2 μετέφερε τα κιβώτια με τα ποτά ανήκει στην πιο πάνω εταιρεία. Αυτό συνάγεται, πέραν από τη συγκεκριμένη αναφορά του Μ.Κ.3, και από το ότι κατά τον εντοπισμό του Μ.Κ.2, στη σκηνή βρισκόταν και κάποιος Βούλγαρος ονόματι Uri Ilief, ο οποίος είχε μαζί του δελτία απόδειξης με το όνομα της εν λόγω εταιρείας και σύμφωνα με την κατάθεση του κατηγορούμενου 1, είναι υπάλληλος αυτού. Στο σημείο αυτό και πριν καταλήξω πρέπει να γίνει αναφορά στο τεκμήριο 5Α που είναι η μετάφραση στα ελληνικά της κατάθεσης του Yuriy Iliev. Αυτή κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4 κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης. Σε αυτήν αναφέρεται βασικά ότι το ο Iliev είδε στις 2.11.09 ένα αλλοδαπό, ο οποίος έκανε ώτοστοπ και σταμάτησε και τον πήρε μαζί του γιατί έβρεχε πολύ. Στη συνέχεια σταμάτησε σε ένα σούπερμαρκετ στη Λεωφόρο Ποσειδώνος για να πάρει τις παραγγελίες και ο αλλοδαπός προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και πήρε δύο κιβώτια. Μετά ήλθε η Αστυνομία και συνέλαβε τον αλλοδαπό. Η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί εμφανώς εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, ήτοι ο Iliev δεν κλήθηκε τελικά στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς να εξηγηθεί το γιατί. Η απουσία του προσώπου που έκανε την αρχική δήλωση στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 5Α (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Τούτου δεδομένου αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης από τις οποίες προκύπτει ότι η μαρτυρία, η οποία έχει γίνει δεκτή όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει αλλά ούτε και συνάδει με τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 5Α, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία καμία βαρύτητα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω αναφερθείσα περιστατική μαρτυρία και με δεδομένο ότι αυτή δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να προκύπτει από τη μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον μου και έχει γίνει δεκτή, κρίνω ότι συνάγεται ως μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο εργοδοτείτο με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, από τον κατηγορούμενο 1. Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο πρέπει να λεχθεί ότι από τη στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου 1 να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλίσει τη σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα του κράτους. Σε σχέση όμως με αυτό δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης τέτοιας άδειας. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου κρίνω το κατηγορούμενο 1 ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.