← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kretaco road Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 3756/06, 23.12.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kretaco road Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 3756/06, 23.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 3756/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Kretaco road Limited
  2. Παναγιώτης Σάββα Ημερομηνία: 23.12.2009 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για τους Κατηγορούμενους: κα Σωκράτους. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στην παρούσα κατηγορία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας, κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ως αυτή έχει τροποποιηθεί κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, κατηγορούνται ότι κατά το Δεκέμβριο του 2003, στην Πάφο, έκδωσαν στο Γενικό Λογιστή της Κυπριακής Δημοκρατίας τις επιταγές με αρ. 42983251, 42983252, 42983253, 42983254 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.1,000 η κάθε μια, πληρωτέες την 18.12.2003 και άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσαν τη μη εξαργύρωση των πιο πάνω επιταγών, δίδοντας σχετικές οδηγίες στην τράπεζα τους, την 12.3.
  2. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων και του κατηγορούμενου 2 βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 1635 Ανδρέας Χ'Βασίλης. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του, η οποία περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, απαντούσε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν άφησε στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του. Καλή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Κ.2 Ανδρούλλα Φιλίππου, Επιθεωρήτρια Λογαριασμών στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και μέλος του Τμηματικού Συμβουλίου Προσφορών της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου, το οποίο είναι υπεύθυνο για την κατακύρωση των προσφορών που υποβάλλονται στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Η μάρτυρας αυτή περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα έγγραφα που κατατέθηκαν αλλά και τις ενέργειες που έγιναν και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν σε σχέση με τις επίδικες προσφορές. Η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από συνοχή και λογική, στηριζόταν στα τεκμήρια που κατατέθηκαν και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Όσον αφορά τη θέση της σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχε ή όχι εύλογη αιτία για την πρόκληση μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, η οποία άλλωστε αποτελούσε προφανώς προσωπική της άποψη, αυτή δεν λαμβάνεται υπόψην καθώς αποτελεί νομικό θέμα το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο με βάση τα ευρήματα του. Το ίδιο ισχύει και για η θέση της σε σχέση με το σκοπό για τον οποίο δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία της με εξαίρεση τα πιο πάνω. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Κική Χ'Μάρκου, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, η οποία αφού έλαβε στις 12.3.04 την επιστολή τεκμήριο 24 με τις οδηγίες για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών προχώρησε στην εκτέλεση των οδηγιών όταν οι επιταγές παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα της για εξαργύρωση. Δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της εφόσον άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία. Ο κατηγορούμενος 2 κατά τη μαρτυρία του δέχτηκε ότι ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 παρέλαβε, συμπλήρωσε, υπέγραψε και υπέβαλε τα έντυπα προσφορών καθώς και ότι έκδωσε τις επίδικες επιταγές, στα πλαίσια υποβολής των προσφορών 1/2004, 2/2004 και 3/2004 για ενοικίαση μηχανημάτων στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Περαιτέρω δέχτηκε ότι με την επιστολή του ημερ. 12.3.04 (τεκμήριο 24) έδωσε, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου για μη πληρωμή των εν λόγω επιταγών και υποστήριξε ότι έπραξε αυτό γιατί υπήρχε εύλογη αιτία. Ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Μερικά όμως σημεία της μαρτυρίας του δεν γίνονται δεκτά για τους λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Συγκεκριμένα: Κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε ότι όταν έστειλε την επιστολή τεκμήριο 24 ημερ. 12.3.04 δεν ήξερε ότι δεν τους δόθηκαν τελικά οι προσφορές και ότι τους έκαναν κατάσχεση την εγγύηση τους. Ανέφερε δε ότι έλαβαν γνώση ως εταιρεία ότι απορρίφθηκαν από τις ήδη κατακυρωθείσες προσφορές, όταν πήραν τηλέφωνο τον ίδιο από την Επαρχιακή Διοίκηση περί της 13 ή 14.3.
  1. Σε άλλο σημείο σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι στις 12.3.04 απορρίφθηκαν οι προσφορές και τους κατάσχαν και την εγγύηση δηλαδή τις επιταγές είπε ότι μέχρι σήμερα δεν έλαβε γραπτώς τέτοια επιστολή. Η πιο πάνω θέση του όμως αντιφάσκει με τα όσα ανέφερε σχετικά στην κατάθεση του. Εκεί ανέφερε ότι τον Ιανουάριο του 2004 τον ειδοποίησαν από την Επαρχιακή Διοίκηση ότι τους κατακυρώθηκαν οι προσφορές και έπρεπε να παρουσιάσει τα πιστοποιητικά του Φόρου Εισοδήματος, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Φ.Π.Α. Πήγε στη συνέχεια και πλήρωσε το Φ.Π.Α. που χρωστούσε και πήρε τα σχετικά πιστοποιητικά τα οποία παρουσίασε στην Επαρχιακή Διοίκηση. Μετά από λίγες μέρες του έστειλαν επιστολή από την Επαρχιακή Διοίκηση στην οποία του έγραφαν ότι απορρίπτεται από τις προσφορές και ότι θα του κάτεσχαν τις επιταγές δηλαδή το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων λιρών γιατί το Φ.Π.Α. δεν το είχαν εξοφλημένο από προηγουμένως πριν τις προσφορές. Ακολούθως συνεννοήθηκε με το δικηγόρο του και έστειλε μια επιστολή στην τράπεζα του και σταμάτησε την εξαργύρωση των επιταγών. Στην επιστολή δε αυτή δηλ. στο τεκμήριο 24 δίδει οδηγίες για να σταματήσει η πληρωμή των επιταγών «λόγω του γεγονότος ότι δεν του δόθηκαν οι προσφορές για εκτέλεση έργων της Διοίκησης». Είναι λοιπό εμφανές από τα πιο πάνω ότι η θέση του στο Δικαστήριο ότι κατά το χρόνο που σύνταξε και έστειλε την επιστολή τεκμήριο 24 δεν γνώριζε την ακύρωση των προσφορών και την κατάσχεση της εγγύησης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι επί 9 χρόνια που έκανε προσφορές για μηχανήματα στην Επαρχιακή Διοίκηση τους έπαιρναν τηλέφωνο αφού κέρδιζαν το διαγωνισμό για να προσκομίσουν τα χαρτιά του Φ.Π.Α, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Φόρου Εισοδήματος και τραπεζική εγγύηση για να υπογράψουν συμβόλαια να αρχίσουν δουλειά και τους έδιδαν πίσω τις επιταγές τους. Την επίδικη χρονιά παρουσίασαν όλα τα πιο πάνω χαρτιά και τους απέρριψαν λέγοντας τους ότι το Φ.Π.Α. δεν το είχαν πληρώσει πριν να κάνουν την προσφορά ενώ άλλες χρονιές τα έπαιρναν τα χαρτιά και έκαναν συμβόλαιο και ξεκινούσαν. Ο όρος 23 στις προσφορές, ο οποίος έλεγε για την είσπραξη του ΦΠΑ, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Φόρου Εισοδήματος πριν να κάμει την προσφορά, τέθηκε για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά. Στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι για 9 χρόνια όποτε τους κατακυρωνόταν η προσφορά τους ενημέρωναν για να προσκομίσουν μερικά έγγραφα και τελευταία στιγμή πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν τους έδωσαν στο τέλος τις προσφορές είναι ότι παρέβηκαν τον όρο 23 απάντησε ότι ο λόγος είναι ότι ισχυρίζονται ότι δεν πλήρωσαν το Φ.Π.Α. πριν τις 19.12.03 ενώ όλα τα 9 χρόνια προηγουμένως πλήρωνε τελευταία στιγμή. Ο όρος στις προσφορές δεν τονιζόταν, δεν τον πρόσεξαν, δεν τον κατάλαβαν και ήθελαν να τους κατάσχουν και τις Λ.Κ.4,000 που έμπαιναν ως εγγύηση για συμμετοχή στο διαγωνισμό. Δέχτηκε ότι συμπλήρωσε και υπέγραψε τα έγγραφα των προσφορών (τεκμήρια 11 μέχρι 13) αλλά είπε ότι αυτό έγινε εικονικά εξηγώντας ότι μετροφυλλούσαν τις σελίδες και αυτός υπέγραφε όπως έκανε για 9 χρόνια. Είπε περαιτέρω ότι αν γνώριζε για το νέο όρο υπ' αρ. 23, ο οποίος προέβλεπε ότι όταν υπέβαλλε τις προσφορές έπρεπε να είχαν διευθετημένες τις οφειλές τους προς το Φ.Π.Α. ένα χρόνο πριν την ημερομηνία υποβολής, δεν θα αδρανούσαν να πληρώσουν αφού αυτή ήταν η ζήση τους και ότι απλώς δεν πρόσεξαν τον όρο και ήταν ασαφής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ως λογική και γίνεται δεκτή η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι ενόψει του ότι για τα προηγούμενα 9 χρόνια, αρχικά ο κατηγορούμενος 2 προσωπικά και αργότερα η εταιρεία του κατηγορούμενη 1, υπέβαλλαν προσφορές για το ίδιο θέμα στην Επαρχιακή Διοίκηση, κατά τη συμπλήρωση των εντύπων των προσφορών 1/2004, 2/2004 και 3/2004 δεν πρόσεξαν ότι τέθηκε νέος όρος ήτοι ο υπ' αρ. 23, ο οποίος όριζε ότι ο προσφοροδότης ο οποίος δεν έχει διευθετηµένες τις υποχρεώσεις του για τον φόρο εισοδήµατος και το ΦΠ.Α. για την περίοδο που λήγει 12 µήνες πριν την ηµεροµηνία υποβολής της προσφοράς, αποκλειόταν από τη διαδικασία σε οποιοδήποτε στάδιο. Με δεδομένο όμως ότι κατά τη συμπλήρωση των εντύπων και πριν την υποβολή των προσφορών δεν πρόσεξε ή δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του νέου όρου 23 δεν είναι λογικό να είχε τότε την άποψη ότι αυτός ο όρος ήταν ασαφής και μη ξεκάθαρος και ότι δεν τον κατάλαβαν. Το ότι δεν αναφερόταν στο περιεχόμενο του όρου 23 αλλά στο ότι δεν αντιλήφθηκαν την ύπαρξη του φαίνεται άλλωστε και από το ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ο όρος 23 την επόμενη χρόνια ήταν ξεκάθαρος γιατί τέθηκε στα σχετικά έντυπα με τεράστια μαύρα γράμματα και ότι την προηγούμενη χρονιά την έπαθαν. Όταν ρωτήθηκε δε στην κυρίως εξέταση του με ποιο τρόπο έμαθε ο ίδιος και η εταιρεία του ότι έπρεπε το Φ.Π.Α. να ήταν διευθετημένο κατά την υποβολή των προσφορών είπε ότι μετά που τους απέρριψαν και ζήτησαν ο ίδιος και η εταιρεία του το λόγο του είπαν για αυτόν τον συγκεκριμένο όρο, εννοώντας τον όρο
  2. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε ότι τον πιο πάνω λόγο απόρριψης των προσφορών του τον είπαν προφορικά όταν πήγαινε στα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης για να ρωτήσει τι γίνεται και σε άλλο σημείο ότι όταν προσκόμισε το χαρτί του Φ.Π.Α. και το είδε ο αρχιεπιστάτης του είπε «επιάσαμε σου το ποϊ σου τωρά» και του είπε για τον όρο και ότι δεν θα τους δώσουν τις προσφορές και δεν έκανε την επιστολή τεκμήριο 24 τυχαία. Από αυτά λοιπόν φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι έμαθαν για την ύπαρξη του όρου 23 όταν ο κατηγορούμενος 1 προσκόμισε το έγγραφο του ΦΠΑ ημερ. 10.3.04 (τεκμήριο 17) στην Επαρχιακή Διοίκηση δηλ. πριν την απόφαση για ακύρωση των προσφορών και κατάσχεση της εγγύησης και εν πάση περιπτώσει πριν την σύνταξη και αποστολή της επιστολής για μη πληρωμή των επιταγών (τεκμήριο 24) ημερ. 12.3.
  3. Από όλα λοιπόν τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του ότι κατά το χρόνο που έδωσε τις οδηγίες στην τράπεζα για μη πληρωμή των επιταγών δεν γνώριζε ότι δεν τους δόθηκαν τελικά οι προσφορές και ότι έγινε και κατάσχεση της εγγύησης ενώ προκύπτει ότι πριν δώσει τις οδηγίες αντιλήφθηκε την ύπαρξη του όρου 23 στις προσφορές. Όσον αφορά το λόγο που έδωσαν οδηγίες μη πληρωμής των επιταγών, η θέση του ως προς το ποια ήταν η πεποίθηση τους, η οποία γίνεται δεκτή, ήταν στην ουσία η ακόλουθη: Τις επίδικες επιταγές τις προσκόμιζαν στο διαγωνισμό ως εγγύηση σε περίπτωση που κάποιος κέρδιζε και δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του. Κερδίζοντας το διαγωνισμό ήταν υπόχρεοι να προσκομίσουν τραπεζική επιταγή για να γίνουν τα συμβόλαια και να αρχίσουν δουλειά και μετά τους έδιδαν πίσω τις επιταγές που έδιδαν ως εγγύηση. Η εγγύηση για την οποία δίδονταν οι επιταγές ίσχυε για 12 εβδομάδες από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των προσφορών δηλ. από τις 19.12.
  4. Παρέπεμψε δε σχετικά στον όρο 15 των προσφορών και είπε ότι ο όρος αυτός μιλά για 12 εβδομάδες κατακράτησης των επιταγών, οι οποίες δεν τους επιστράφηκαν αφού τους τις κατακρατούσαν. Είπε επίσης ότι με την ύπαρξη και του όρου 23 υπήρχε ασάφεια στις προσφορές και ότι ο ίδιος έτσι αντιλήφθηκε τον όρο
  5. Έτσι όταν τελικά ακυρώθηκαν οι προσφορές που τους είχαν αρχικά κατακυρωθεί και εφόσον έληγε στις 12.3.04 και η περίοδος των 12 εβδομάδων ισχύς της εγγύησης, την οποία αποτελούσαν οι επιταγές, δεν υπήρχε λόγος να κρατήσει η Επαρχιακή Διοίκηση την εγγύηση. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω κρίση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη 1, μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, έκδωσε και παρέδωσε προς όφελος του Γενικού Λογιστή τις επιταγές με αρ. 42983251, 42983252, 42983253, 42983254 της Τράπεζας Κύπρου (τεκμήρια 4-7). Έκαστη των επιταγών ήταν για το ποσό των Λ.Κ.1,000 και ήταν πληρωτέα στις 18.12.
  6. Η κατηγορούμενη 1 στις 12.3.04 έδωσε γραπτές οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου, μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, για μη πληρωμή των υπό αναφορά επιταγών. Οι επιταγές αυτές κατατέθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα προς εξαργύρωση στις 15.3.
  7. Στις 17.3.04 τέθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου αλλά επιστράφηκαν στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με σφραγίδα ίδιας ημερομηνίας ότι η πληρωμή τους έχει ανακληθεί από τον εκδότη τους. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι. Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται στην ουσία για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 ΑΑΔ 142 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής καθ' οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, και
  2. Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται στην ουσία για παροχή συνδρομής στη διάπραξή του πιο πάνω αδικήματος με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι επιταγές τεκμήρια 4-7 έχουν εκδοθεί από την κατηγορούμενη 1, μέσω του διευθυντή αυτής κατηγορούμενου 2, και ότι η κατηγορούμενη 1 ως εκδότης αυτών, μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, προκάλεσε με πράξη της τη μη εξόφληση των υπό αναφορά επιταγών. Άλλωστε η στοιχειοθέτηση των συστατικών αυτών στοιχείων του αδικήματος δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία από την υπεράσπιση. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Η ύπαρξη εύλογης αιτίας εκ μέρους ενός κατηγορούμενου να πιστεύει ότι εδικαιούτο να προβεί στην πράξη μη εξόφλησης της επιταγής συνιστά υπεράσπιση, το βάρος απόδειξης της οποίας βαρύνει τον κατηγορούμενο. Ήταν εξ αρχής η θέση της υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την πράξη μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332, Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.108 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Από τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί μετά την κρίση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου φαίνονται περαιτέρω τα ακόλουθα: Οι προσφορές 1/2004, 2/2004 και 3/2004 αφορούσαν την ενοικίαση μηχανημάτων για τις ανάγκες της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου για το έτος
  1. Η προθεσμία υποβολής των προσφορών αυτών έληγε στις 19.12.
  2. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία υπέβαλε εμπρόθεσμα, μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, συμπληρωμένα και υπογραμμένα έντυπα προσφορών για τις πιο πάνω προσφορές. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 έδωσε ως εγγύηση για την προσφορά 1/2004 (τεκμήριο 11) την επιταγή με αριθμό 42983254 (τεκμήριο 7), για την προσφορά 2/2004 (τεκμήριο 12) την επιταγή με αριθμό 42983251 (τεκμήριο 4) και για τα την προσφορά 3/2004 (τεκμήριο 13), η οποία αφορούσε δύο μηχανήματα, τις επιταγές με αριθμούς 42983252 και 42983253 (τεκμήρια 5 και 6) της Τράπεζας Κύπρου. Στις 19.12.03 κατακυρώθηκαν στην κατηγορούμενη 1 οι προσφορές 2/2004 και 3/2004 και στις 22.12.03 η προσφορά 1/
  3. Η κατηγορούμενη 1 ενημερώθηκε για την κατακύρωση των εν λόγω προσφορών με επιστολές της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερ. 13.2.04, 25.2.04 και 26.1.04 (τεκμήρια 14, 15 και 16 αντίστοιχα) και περαιτέρω με αυτές καλείτο να προσέλθει για υπογραφή των συμβολαίων, να προσκομίσει εγγυητική επιστολή από την τράπεζα της για συγκεκριμένα ποσά καθώς και τα απαιτούμενα πιστοποιητικά σύμφωνα με τον όρο 23 των προσφορών. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη 1 προσκόμισε τα πιο πάνω αναφερόμενα πιστοποιητικά. Στο πιστοποιητικό όμως του Φ.Π.Α. (τεκμήριο 17) αναφερόταν ότι η κατηγορούμενη 1 δεν είχε στις 18.12.03 διευθετημένες τις οφειλές της προς το Φ.Π.Α. για την περίοδο μέχρι τις 18.12.02 και δεν μπορούσε να υποβάλει προσφορά στις 18.12.
  4. Αναφερόταν επίσης ότι είχε διευθετήσει τις οφειλές της στις 09.03.
  5. Έτσι θεωρήθηκε ότι δεν τηρήθηκε ο όρος 23 των προσφορών και στις 12.3.04 σε συνεδρία του Τμηματικού Συμβουλίου Προσφορών αποφασίστηκε η ακύρωση των προσφορών 1/2004, 2/2004 και 3/2004 προς την κατηγορούμενη 1 και η κατάσχεση της εγγύησης της ήτοι του ποσού των επίδικων επιταγών τεκμήρια 4-
  6. Την ίδια μέρα ειδοποιήθηκε για την απόφαση αυτή ο κατηγορούμενος
  7. Περαιτέρω την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 2 σύνταξε την επιστολή τεκμήριο 24 με την οποία έδιδε οδηγίες, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, στην Τράπεζα Κύπρου να σταματήσουν την πληρωμή των επιταγών αναφέροντας ως λόγο ότι «δεν του δόθηκαν οι προσφορές για εκτέλεση έργων της Διοίκησης». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στις 17.3.04 όταν οι εν λόγω επιταγές τέθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου να επιστραφούν απλήρωτες στην Επαρχιακή Διοίκηση λόγω ανάκλησης τους από τον εκδότη τους. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι για τα προηγούμενα 9 χρόνια, αρχικά ο κατηγορούμενος 2 προσωπικά και αργότερα μετά την ίδρυση της η κατηγορούμενη 1, υπέβαλλαν προσφορές για ενοικίαση μηχανημάτων στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Περαιτέρω ο όρος 23 των προσφορών έτσι όπως φαίνεται στα τεκμήρια 11-13 τέθηκε για πρώτη φορά στις επίδικες προσφορές. Οι κατηγορούμενοι κατά το χρόνο συμπλήρωσης των επίδικων προσφορών δεν πρόσεξαν την ύπαρξη του νέου αυτού όρου. Προτού όμως αποστείλουν το τεκμήριο 24 με τις οδηγίες για μη πληρωμή έμαθαν και είχαν υπόψην τους τόσο την ακύρωση των προσφορών και την κατάσχεση της εγγύησης ήτοι του ποσού των επίδικων επιταγών αλλά και το ότι αυτό έγινε λόγω μη τήρησης του όρου
  8. Αυτό λοιπόν που πρέπει να εξετασθεί είναι η θέση των κατηγορουμένων σε σχέση με το λόγο μη πληρωμής των επιταγών, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου
  9. Προς εξέταση της θέσης αυτής κρίνω ότι είναι ορθότερο όπως παρατεθεί το περιεχόμενο των αναφερόμενων όρων. Σύμφωνα με τον όρο 15 των προσφορών «κάθε προσφορά έπρεπε απαραίτητα να συνοδεύεται από τραπεζική εγγύηση ή προσωπική τραπεζική επιταγή στο όνοµα του Γενικού Λογιστή για ποσό Λ.Κ.1,000 για κάθε µηχάνηµα ξεχωριστά. Η εγγύηση αυτή ήταν για εξασφάλιση αποδοχής της προσφοράς από τον προσφοροδότη σε περίπτωση κατακύρωσης της προσφοράς σε αυτόν και θα ίσχυε για δώδεκα εβδοµάδες από την ηµεροµηνία λήξης της υποβολής των προσφορών. Οποιαδήποτε προσφορά δεν συνοδευόταν από την πιο πάνω εγγύηση δεν θα λαμβανόταν υπόψη. Ο όρος αυτός ήταν βασικός και θα τηρείτο αυστηρά. Η επιταγή αυτή θα επιστρεφόταν αµέσως µετά την πλήρη συµµόρφωση του προσφοροδότη µε τον όρο 20 των προσφορών». Σύμφωνα με τον όρο 20 των προσφορών μετά την κατακύρωση της προσφοράς ο προσφοροδότης ήταν υπόχρεος να καταθέσει τραπεζική εγγύηση ή τραπεζική επιταγή πιστοποιηµένη από την τράπεζα στο όνοµα του Επάρχου Πάφου για ποσό 10% της αξίας της εργασίας που θα εκτελεσθεί, για εξασφάλιση της πλήρους εκτέλεσης των όρων του συµβολαίου. Σύμφωνα με τον όρο 23 «κάθε πιθανός προµηθευτής αποκλειόταν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προσφορών αν δεν είχε διευθετηµένες τις υποχρεώσεις του για το φόρο εισοδήµατος και το Φ.Π.Α. για την περίοδο που λήγει 12 µήνες πριν την ηµεροµηνία υποβολής της προσφοράς, για δε τις κοινωνικές ασφαλίσεις αν οι υποχρεώσεις του προσφοροδότη δεν ήταν διευθετηµένες κατά την ηµεροµηνία υποβολής της προσφοράς. Για υλοποίηση των πιο πάνω ο επιτυχών προσφοροδότης, αφού ειδοποιείτο από την ενδιαφερόµενη Υπηρεσία όφειλε να εξασφαλίσει από τα σχετικά Τµήµατα/Υπηρεσίες τα σχετικά πρωτότυπα πιστοποιητικά τα οποία και θα έπρεπε να υποβάλει στην ενδιαφερόµενη Υπηρεσία προ της υπογραφής του συµβολαίου. Σε περίπτωση που ο επιτυχών προσφοροδότης αποτύγχανε να προσκοµίσει τα πιο πάνω πιστοποιητικά τότε αυτός θα αποκλειόταν από το συγκεκριµένο διαγωνισµό και θα του κατασχόταν η εγγύηση συµµετοχής». Στο λεκτικό του όρου 15 αναφέρεται λοιπόν ότι η εγγύηση ήταν για εξασφάλιση αποδοχής της προσφοράς από τον προσφοροδότη σε περίπτωση κατακύρωσης της προσφοράς σε αυτόν, θα ίσχυε για δώδεκα εβδοµάδες από την ηµεροµηνία λήξης υποβολής των προσφορών και θα επιστρεφόταν αµέσως µετά την πλήρη συµµόρφωση του µε τον όρο 20, ο οποίος αναφερόταν στην υποχρέωση του επιτυχόντα προσφοροδότη να καταθέσει άλλη στην ουσία τραπεζική εγγύηση ή τραπεζική επιταγή με σκοπό πλέον την εξασφάλιση της πλήρους εκτέλεσης των όρων του συµβολαίου που θα υπογραφόταν. Φαίνεται λοιπό από τους όρους 15 και 20 ότι οριζόταν ρητά ο σκοπός που παρεχόταν η εγγύηση, η διάρκεια ισχύς της και η διαδικασία επιστροφής της, εφόσον κατακυρωνόταν η προσφορά και υπήρχε συμμόρφωση με τον όρο
  10. Δεν περιγραφόταν δε στους όρους αυτούς η εγγύηση ως εγγύηση συμμετοχής ή για συμμόρφωση του προσφοροδότη προς τους υπόλοιπους όρους της προσφοράς ούτε και συνδεόταν με οποιοδήποτε τρόπο με τον όρο
  11. Στον όρο δε 23 αναφερόταν ότι σε περίπτωση που ο επιτυχών προσφοροδότης αποτύγχανε να προσκοµίσει τα απαιτούμενα πιστοποιητικά τότε θα αποκλειόταν από το διαγωνισµό και αυτό που θα του κατάσχετο ήταν η εγγύηση συµµετοχής. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την παράλληλη ύπαρξη και τις πρόνοιες των πιο πάνω όρων κρίνω ότι πράγματι υπήρχε ασάφεια ως προς την εγγύηση και τις συνέπειες μη τήρησης των όρων και ότι η σχετική πεποίθηση των κατηγορουμένων ήταν εύλογη. Περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψην ότι οι κατηγορούμενοι για τα προηγούμενα 9 χρόνια υπέβαλλαν τις ίδιες προσφορές και είχαν υπόψην τους ότι ακολουθείτο η ίδια διαδικασία, πίστευαν δε ότι η εγγύηση διδόταν για εξασφάλιση αποδοχής της προσφοράς από τον προσφοροδότη σε περίπτωση κατακύρωσης και ότι σε περίπτωση μη επιτυχίας ή ακύρωσης θα τους επιστρεφόταν, κρίνω ότι ειλικρινά πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να σταματήσουν την πληρωμή των επιταγών (υποκειμενικό κριτήριο) εφόσον τελικά ενημερώθηκαν ότι δεν τους κατακυρώθηκαν οι επίδικες προσφορές και μάλιστα θα τους κατάσχαν και την εγγύηση ενώ έληξε και η περίοδος των 12 εβδομάδων ισχύς της εγγύησης. Επιπρόσθετα η πεποίθησή τους αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (αντικειμενικό κριτήριο) εφόσον αυτή στηριζόταν στην ασάφεια ως προς την εγγύηση και τις συνέπειες της που, ως αναφέρθηκε, προκαλούσε η παράλληλη ύπαρξη των όρων 15 και
  12. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η ενέργεια των κατηγορουμένων να προκαλέσουν τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Συνεπώς η αιτία που επικαλούνται συνιστά εύλογη αιτία εντός της έννοιας του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα και κατ' επέκταση οι κατηγορούμενοι έχουν αποσείσει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που τους βαρύνει. Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης για παραβίαση του εύλογου χρόνου που διασφαλίζεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια παραβίαση αναλύονται στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 A.A.Δ. 223 και στη Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 A.A.Δ. 330 όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και στη Κυπριακή νομολογία, η οποία είναι απόλυτα ταυτισμένη με αυτή. Από τα όσα αναφέρονται σχετικά με το θέμα συνάγονται τα ακόλουθα:
  1. Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για τους αιτούντες, η στάση των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.
  2. To εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις.
  3. Η προσέγγιση που πρέπει να υιοθετείται όταν αποφασίζεται κατά πόσο έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου έχει αναλυθεί στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All E.R. 1 όπου κρίθηκε ότι το κατώφλι της απόδειξης παραβίασης της απαίτησης του εύλογου χρόνου ήταν ψηλό και ήταν σχεδόν με βεβαιότητα αχρείαστο να εξεταστεί περαιτέρω εκτός αν το χρονικό διάστημα που παρήλθε εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο έδινε λαβή για πραγματική ανησυχία. Ωστόσο αν η περίοδος που παρήλθε, εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο, πράγματι δίνει λαβή για τέτοια ανησυχία, το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τα λεπτομερή γεγονότα και περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και η Πολιτεία έπρεπε να εξηγήσει και δικαιολογήσει οποιοδήποτε χρονικό διάστημα που διέρρευσε που φαινόταν ότι ήταν υπερβολικό.
  4. Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany [1983] 5 E.H.R.R. 1). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (Deweer v. Belgium [1979-80] 2 E.H.R.R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (straight forward) αυτή είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την Αστυνομία (Ewing v. U.K. [1988] 10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του (X. v. U.K. [1978] 14 D.R. 26).
  1. Η διαπίστωση ότι η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή του κατηγορούμενου. Αυτό όμως δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία όπως σε μείωση της ποινής κατά την επιμέτρηση της. Στην παρούσα υπόθεση το κατ' ισχυρισμό αδίκημα διαπράχθηκε στα μέσα Μαρτίου
  2. Η υπόθεση καταγγέλθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση μέσω αλληλογραφίας προς την Αστυνομία τον Ιούλιο του
  3. Ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης, ανέφερε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε καταθέσεις από τις Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 καθώς και αλληλογραφία από τον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με τους αξιωματούχους της κατηγορούμενης
  4. Η διερεύνηση προφανώς ολοκληρώθηκε με τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 2 και τη γραπτή του κατηγορία, οι οποίες έγιναν στις 18.4.
  5. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 25.4.
  6. Στην παρούσα υπόθεση ο χρόνος προφανώς αρχίζει από τότε που οι κατηγορούμενοι μέσω του κατηγορούμενου 1, ενημερώθηκαν ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης τους δηλ. στις 18.4.05 όταν του λήφθηκε κατάθεση και κατηγορήθηκε γραπτώς. Για την καθυστέρηση λοιπόν από τις 18.4.05 μέχρι τις 25.4.06 που είναι ένα έτος δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από την κατηγορούσα αρχή. Η καθυστέρηση όμως αυτή από μόνη της δεν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια ώστε να οδηγεί σε συμπέρασμα παραβίασης του ευλόγου χρόνου. Πρέπει να εξετασθεί το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 6.6.06 οπόταν οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν και απάντησαν στην κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27.9.
  7. Έκτοτε και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 21.9.09 η υπόθεση αναβλήθηκε 11 φορές για ακρόαση. Οι έξι από τις αναβολές αυτές δόθηκαν κατόπιν σχετικού αιτήματος της υπεράσπισης και μια αναβολή δόθηκε λόγω μη εμφάνισης του κατηγορούμενου
  8. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ακούστηκαν 3 μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος 2, οι λίγες δε αναβολές που δόθηκαν ήταν βασικά κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης. Λαμβάνοντας τώρα υπόψην τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κρίνω ότι η υπόθεση δεν ήταν από τις απλές του είδους της αλλά παρουσίαζε μια πολυπλοκότητα, η οποία θα ληφθεί υπόψη στα πλαίσια του ευλόγου του χρόνου που παρήλθε. Όσον αφορά το τι διακυβευόταν για τους κατηγορούμενους δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε από την υπεράσπιση. Εν πάση περιπτωσει πρέπει να ληφθεί υπόψην ότι η κατηγορούμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο και συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι η καθυστέρηση στη μέχρι σήμερα εκδίκαση της υπόθεσης έχει την ίδια σημασία που θα είχε αν ήταν φυσικό πρόσωπο. Λαμβάνεται φυσικά υπόψην ότι για τον κατηγορούμενο 2 η εκκρεμότητα της υπόθεσης αυτής προκάλεσε τη συνήθη για ποινικές υποθέσεις κατάσταση αβεβαιότητας και αγωνίας για την τύχη του εφόσον επικρέμετο η τιμωρία και ο φόβος για επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Τέλος όσον αφορά τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω είναι εμφανές ότι αυτοί έχουν συμβάλει και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση εκδίκαση της υπόθεσης από την καταχώρηση όμως του κατηγορητηρίου και εντεύθεν. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η καθυστέρηση η οποία παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική σε βαθμό που να συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Ακόμη όμως και αν κρινόταν ότι αυτή η καθυστέρηση είναι υπερβολική, ενόψει των προαναφερθέντων δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, αυτό δεν θα οδηγούσε σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή των κατηγορουμένων. Η καθυστέρηση αυτή θα μπορούσε και θα λαμβανόταν δεόντως υπόψην στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής, σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι κρίνονταν ένοχοι. Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Επιταγή χωρίς αντίκρυσμα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.