Άντρη Χαραλάμπους ν. Άννα Μενελάου, Αρ. Υπόθεσης: 16717/08, 7 Ιανουαρίου,2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16717/08 Άντρη Χαραλάμπους v. Άννα Μενελάου --------- Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου,2010 Εμφανίσεις: Η παραπονούμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για την Κατηγορούμενη: κα Κουππαρή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της παραπονούμενης η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του ποινικού κώδικα Κεφ. 154 και η δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του ποινικού κώδικα, Κεφ.
- Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ειδικά δεδομένου του τρόπου διατύπωσης τους: « Η κατηγορούμενη την 26.7.2008 στο Παλαιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στο κοινό πέρασμα, της παραπονουμένης και της κόρης της κατηγορουμένης, που είναι μέρος του σπιτιού της παραπονουμένης, όπου μετέβηκε η παραπονουμένη για εργασία πάνω στον τοίχο από πλευράς του κτήματος της παραπονουμένης, μαζί με πογιατζή και την γιαγιά της, Ανδριανή Ευαγγέλου, εξύβρισε την Άντρη Χαραλάμπους παραπονούμενη του πιο πάνω κατηγορητηρίου και τη γιαγιά της με τις φράσεις: «είσαι πελλή, είσαστε πελλοί, είσαι πελλοανιωμένη» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας η κατηγορουμένη στις 26.7.2008, στο Παλαιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, παράνομα επιτέθηκε στην παραπονουμένη. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προνοείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...» Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Εισ. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Στον Ποινικό Κώδικα επίσης ερμηνεύεται και η έννοια της δημόσιας διάβασης η οποία περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Όσον αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα , είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά του αδικήματος της επίθεσης σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο είναι η επίθεση εναντίον άλλου προσώπου, παράνομα. Για απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες, Η παραπονούμενη Άντρη Χαραλάμπους, ΜΚ1, η γιαγιά της Ανδριανή Ευαγγέλου, ΜΚ2, ο Λοχίας 3909 Ιωάννης Ιωάννου, ΜΚ3 και ο Αστ.786 Πάτροκλος Ιωάννου, ΜΚ4. Κατατέθηκαν επίσης δύο τεκμήρια. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων ως αυτά έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προέκυψε ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία έλαβε χώρα όταν η ίδια η παραπονούμενη, η γιαγιά της, ο πογιατζής και η κατηγορουμένη βρισκόντουσαν στο πέρασμα μεταξύ των δύο σπιτιών, δηλαδή του σπιτιού της παραπονουμένης και του σπιτιού που διέμενε η κατηγορούμενη το οποίο άνηκε στην κόρη της, όταν ο πογιατζής πήγε να ελέγξει τον πλευρινό εξωτερικό τοίχο για να υπολογίσει την ποσότητα της μπογιάς που θα χρειαζόταν πριν αρχίσει την εργασία του στο συγκεκριμένο σημείο. Σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονουμένης, ΜΚ1, και της γιαγιάς της, ΜΚ2, τα δύο σπίτια είναι κτισμένα σε ένα τεμάχιο το οποίο ανήκει εξ' αδιαιρέτου στα άτομα που έχουν εκεί κατοικία, συγκεκριμένα ανέφεραν ότι τους ανήκει ανά 1/5 μερίδιο, και το εν λόγω πέρασμα δικαιούνται να το χρησιμοποιούν μόνο αυτοί που έχουν τα σπίτια και μερίδιο στο σχετικό τεμάχιο. Το πέρασμα ανέφεραν δεν είναι γραμμένο πάνω σε κανένα από αυτούς συγκεκριμένα, εφόσον ακόμη δεν έγινε η αίτηση διαχωρισμού. Από τη δοθείσα μαρτυρία εξάγεται το συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο πέρασμα στο οποίο συνέβηκε το ισχυριζόμενο συμβάν δεν αποτελεί δημόσιο χώρο ως αυτός ερμηνεύεται στο Ποινικό Κώδικα, κάτι το οποίο αποτελεί και συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία, αλλά φαίνεται να είναι ιδιωτική περιουσία των εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτητών του τεμαχίου. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει έστω και σε αυτό το στάδιο ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει με την πρώτη κατηγορία, το βάρος για την απόδειξη του οποίου βαρύνει αποκλειστικά την ίδια. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στην πρώτη κατηγορία και ως εκ τούτου αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το αδίκημα μου η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην δεύτερη κατηγορία εφόσον διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από τους μάρτυρες κατηγορία και προβαίνοντας σε αντικειμενική θεώρηση της όπως επιβάλλεται στο στάδιο αυτό κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης σε αυτή την κατηγορία και την καλώ σε απολογία. (Εξηγούνται στην κατηγορούμενη τα δικαιώματα της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ.155) (Υπ.).............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal /Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Eνδιάμεση-Εξύβριση. Άρθρο 99, Κοινή Επίθεση, Άρθρο 242 Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο