Δημοκρατία ν. Ξένιου Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 14853/08, 12 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14853/08 Δημοκρατία v. Ξένιου Δημητρίου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Ιανουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας και η κ. Α. Πάλλη, ασκούμενη δικηγόρος Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Μάγος. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορίες νυκτερινής διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (Α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Κεφ. 154. Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 10.10.08 και περί ώρα 01:00 στην Μάρκου Δράκου 2 Αγλαντζιά με θύμα την Χρυστάλλα Κυριάκου. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων εμφαίνονται αναλυτικά στην καταδικαστική απόφασή μας στην οποία και παραπέμπουμε. Στην παρούσα απόφαση θα τα παραθέσουμε συνοπτικά: Η Παραπονούμενη είναι ηλικίας 50 ετών και διαμένει μόνη της στη Μάρκου Δράκου 2, Αγλαντζιά. Η κατοικία της βρίσκεται στον 1ο όροφο. Στις 10.10.08 και περί ώρα 01:00 ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Παραπονούμενης από την πόρτα της κουζίνας η οποία ήταν κλειστή αλλά ξεκλείδωτη αφού προηγουμένως ανέβηκε στη βεράντα της κουζίνας στον 1ο όροφο με τη χρήση διποδιού και αφού πάτησε στην οροφή αλουμινένιας κατασκευής που χρησιμοποιείτο σαν σκέπαστρο αυτοκινήτου. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης όπου η τελευταία κοιμόταν γυμνή και αφού έπεσε στο κρεβάτι της άρχισε να τη χαϊδεύει σε όλο της το σώμα, να τη φιλά και να βάζει τα δάχτυλα του στο αιδοίο της. Φόβος κυριάρχησε την Παραπονούμενη, καθότι ήταν μόνη και αβοήθητη. Διερωτήθηκε ποιος να ήταν αφού από τα χαρακτηριστικά του που δειλά προσπαθούσε να διακρίνει, τής ήταν εντελώς άγνωστος. Σκέφτηκε ότι αν φώναζε ίσως εξαγριωνόταν και την σκότωνε. Τον ρώτησε τι ήθελε και της απάντησε μονολεκτικά και χαμηλόφωνα: «ΣΕΞ». Η Παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφύγει το κρεβάτι όπως επίσης και να αντικρύσει το πρόσωπο του Κατηγορούμενου καθότι αυτό την αποδυνάμωνε. Έβαλε κατά νου ένα στόχο, τη σωτηρία της από τα χέρια του Κατηγορούμενου. Η Παραπονούμενη έγδαρε τον Κατηγορούμενο σε διάφορα σημεία του σώματος του και τον δάγκωσε στον «κώλο» οπόταν διαπίστωσε ότι ήταν χεσμένος και βρωμούσε. Ο Κατηγορούμενος, σε κάποιο στάδιο, είχε αφαιρέσει τα ρούχα του και ήταν γυμνός. Η Παραπονούμενη αντέδρασε και πετάχτηκε αλλά ο δράστης την ακολούθησε και την κρατούσε άλλοτε από τα μαλλιά και άλλοτε ολόκληρη και προσπαθούσε να την ελέγξει πλήρως, και ενώ ήθελε να πάει στην κουζίνα, αυτός την τραβούσε και την «νεκάτωνε», την χάιδευε, την φιλούσε και αγκωμαχούσε. Τον «κωλόσυρε» από τον διάδρομο στην κουζίνα. Προσπάθησε 2-3 φορές να αποφύγει την παρά την θέληση της συνουσία, και στο διάδρομο εκτυλίχθηκε πάλη. Ο Κατηγορούμενος την είχε υπό τον έλεγχο του και έπεσε από πάνω της, της κρατούσε τα χέρια με τα χέρια του και τριβόταν πάνω της και σε κάποια στιγμή η Παραπονούμενη ένοιωσε να εισέρχεται στον κόλπο της το γεννητικό του όργανο. Η Παραπονούμενη βρήκε αμέσως δύναμη και αντιστάθηκε, κλώτσησε τον Κατηγορούμενο και αυτός άρχισε να την «κωλοσύρνει» προς το άλλο δωμάτιο. Για μία ώρα ο Κατηγορούμενος βασάνιζε την Παραπονούμενη και όπως η ίδια παραστατικά το έθεσε βίαζε τη ψυχή της και την ταλαιπωρούσε. Μετά από μία ταπεινωτική συμπεριφορά και με τη βία ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο πρόσωπο και τα μαλλιά της, τα οποία της τραβούσε συνέχεια καθότι, τον ερέθιζαν, οπόταν και αποχώρησε από το μέρος χωρίς η ίδια να τον δει να ντύνεται. Το όλο επεισόδιο από την ώρα της εισόδου του δράστη στην οικία της Παραπονούμενης μέχρι την ώρα της αποχώρησής του, διήρκεσε περίπου μια ώρα. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την Παραπονούμενη να του κάνει στοματικό έρωτα και ο ίδιος να γλείψει το αιδοίο της αλλά αυτή αρνήθηκε και αντιστάθηκε. Ως αποτέλεσμα του βιασμού προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στο σώμα της Παραπονούμενης. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του στους πιο κάτω παράγοντες: Στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου. Στο λευκό του ποινικό μητρώο. Στα ψυχολογικά προβλήματα του Κατηγορούμενου και στη διαταραγμένη προσωπικότητα του όπως αναδύεται μέσα από τις δύο ιατρικές εκθέσεις (Τεκμήρια Α1 και Α2) το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε. Αυτά κατά τον κ. Μάγο εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα. Στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως εκτίθενται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής. Θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Τα αδικήματα στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά ιδιαίτερα αυτό του βιασμού. Το αδίκημα της νυχτερινής διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος εντός αυτής τιμωρείται κατ' ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης 10 ετών, το δε αδίκημα του βιασμού με ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν μένουν μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Για τα θέματα αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Πριν εξετάσουμε τους παράγοντες που έχει επικαλεστεί η Υπεράσπιση για μετριασμό της ποινής θεωρούμαι σκόπιμο να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις. Στην υπόθεση R. v. Billam
(1986)1 All E.R. 985, εξετάστηκαν οι προεκτάσεις της επιβολής ποινής με κατευθυντήριες οδηγίες σε περιπτώσεις βιασμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού επαυξάνεται όταν μεταξύ άλλων,
(1)χρησιμοποιείται βία για τον εκφοβισμό του θύματος,
(2)χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος,
(3)ο βιασμός είναι επαναλαμβανόμενος,
(4)ο βιασμός είναι αποτέλεσμα προσεκτικού προγραμματισμού,
(5)ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες βιασμού ή άλλων σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων ή αδικημάτων τα οποία συνοδεύονται από βία,
(6)το θύμα υποβάλλεται σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές,
(7)το θύμα είναι μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας και
(8)όταν τα δυσμενή αποτελέσματα για το θύμα, είτε αυτά είναι σωματικά ή ψυχολογικά είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Επισημαίνεται, επίσης, στην Billam (ανωτέρω) ότι το πρόσθετο άγχος που θα προκληθεί στο θύμα με το να δώσει μαρτυρία σημαίνει ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από ότι συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, κανονικά πρέπει να έχει σαν αποτέλεσμα κάποια μείωση της ποινής από ότι κατά τα άλλα θα ήταν η αρμόζουσα ποινή. Βεβαίως η πιο πάνω αγγλική υπόθεση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά οι αρχές που έχει καθιερώσει μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα κυπριακά Δικαστήρια (Χριστοφή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 19/08, ημερ. 22.5.09). Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, που αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 265 και 266: «Η παραδοχή κάθε αδικήματος αλλά ιδιαίτερα του αδικήματος του βιασμού, αποκτά σημασία και επιδρά στη μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε.» Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, ο εφεσείων κατά το χρόνο διάπραξης του βιασμού ήταν 20 περίπου ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Ποινή φυλάκισης 5 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Γιάγκου (Μόγγολος) ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67, ο εφεσείων αντιμετώπιζε ανάμεσα σε άλλες κατηγορίες και κατηγορίες βιασμού μητέρας και κόρης. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών επικυρώθηκαν κατ' έφεση ως μη έκδηλα υπερβολικές αφού οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για τον εφεσείοντα και οι συνέπειες αυτών στα θύματα ήταν σοβαρές. Στη Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, δύο νεαροί φοιτητές ηλικίας 23 ετών από το Πακιστάν βίασαν νεαρή τουρίστρια μετά από γλέντι σε νυκτερινά κέντρα. Χρησιμοποίησαν βία και απειλές προκειμένου να την αναγκάσουν να συγκατανεύσει στις ορέξεις τους. Δεν υπήρχε προσχεδιασμός για το βιασμό και οι εφεσείοντες ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Επιβολή ποινής φυλάκισης 7 ετών επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην B.E.K. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228, ποινή φυλάκισης 14 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία βιασμού, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσείων είχε βιάσει την παραπονούμενη μπροστά στο τρίχρονο αγοράκι της και ακολούθως, αφού απήγαγε την παραπονούμενη και την μετέφερε σε δύο διαφορετικές περιοχές, την βίασε επανειλημμένα. Μπορεί να λεχθεί ότι τα γεγονότα της πιο άνω απόφασης είναι διαφορετικά από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στη Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), ποινή φυλάκισης 9 ετών, η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από ακροαματική διαδικασία, για το αδίκημα του βιασμού, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Οικονομίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 100, ο εφεσείων, νεαράς ηλικίας, βίασε μέσα στο αυτοκίνητο του αλλοδαπή γυναίκα, χρησιμοποιώντας την πρόφαση ότι ήταν αστυνομικός και θα τη μετέφερε στην αστυνομία για έλεγχο. Μετά από ακροαματική διαδικασία καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Τα ελαφρυντικά που λήφθηκαν υπόψη ήσαν οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντος, η απουσία προσχεδιασμού, η μικρή διάρκεια του επεισοδίου, η περιορισμένη βία η οποία ασκήθηκε, η απουσία πρόκλησης σωματικής βλάβης και ψυχικών προβλημάτων και οι συνθήκες μάλλον επιπολαιότητας και νεανικού αυθορμητισμού. Στη Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 229, ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για το αδίκημα του βιασμού επικυρώθηκε κατ' έφεση. Η ποινή χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή αλλά όχι σε βαθμό που να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη Φιλίππου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 341, ποινή φυλάκισης 8 ετών για βιασμό, μετά από μη παραδοχή, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερ. 27.2.09, ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για το αδίκημα του βιασμού, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ποινή φυλάκισης 13 χρόνων που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία βιασμού, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Χαράλαμπος Λοϊζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 226/07 και 174/07, ημερ. 24.9.09, ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα αρ. 2 κατόπιν δίκης σε κατηγορία βιασμού, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Ευγενίου & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 499 οι εφεσείοντες διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός και έκλεψαν διάφορα αντικείμενα από αυτή. Ο πρώτος εφεσείων εβαρύνετο με 5 προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια εγκλήματα και ο δεύτερος με 2. Παραδέχθηκαν ενοχή και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στον καθένα. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Σημειώνουμε και τονίζουμε με έμφαση ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε έξαρση. Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Η εξατομίκευση της ποινής όπως υποδεικνύει η νομολογία (Nabokov ν. Δημοκρατιας
(2003)2 A.A.Δ. 381) δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Η σοβαρότητα εγκλημάτων αυτής της μορφής σε συνάρτηση με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αναποδράστως απολήγουν σε επιβολή ποινών φυλάκισης. Αν η σοβαρότητα των αδικημάτων το επιβάλλει, όπως και η ανάγκη αποτροπής εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση, οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 670) είναι ήσσονος σημασίας και αιτιολογούν την επιβολή ποινής φυλάκισης γιατί προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Στην περίπτωση του βιασμού σημειώνεται η παράνομη διάρρηξη και είσοδος του Κατηγορούμενου στην κατοικία της Παραπονούμενης εν καιρώ νυκτός, η παρατεταμένη άσκηση βίας, ο εξευτελισμός και η ταπείνωση της Παραπονούμενης με τη διαστροφική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και οι δυσμενείς συνέπειες που έχουν προκύψει για την Παραπονούμενη, όπως η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση κανένα στοιχείο μεταμέλειας δε χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Βρέθηκε τελικά ένοχος μετά από ακρόαση και αφού προηγουμένως η Παραπονούμενη βίωσε ξανά, λεπτό προς λεπτό μέσα από τη μαρτυρία της, τα ιδιαίτερα οδυνηρά και σκληρά για αυτή συμβάντα. Η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση με τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447, Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 133/07, ημερ. 14.4.2008). Τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρησή της. Πολύ περισσότερο όταν αυτά τα προβλήματα συναρτώνται προς το ίδιο το αδίκημα που διαπράχθηκε, έτσι ώστε να καθιστούν μειωμένη την ευθύνη του κατηγορούμενου [Λεμής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 και Παναγή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)], κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν καταδείχθηκε ότι ισχύει. Όμως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του εγκλήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (Attorney - General v. Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη καταλήξαμε ότι η μόνη και αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής. Όλα τα ελαφρυντικά - η ηλικία του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, τα ψυχολογικά του προβλήματα καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις - που τέθηκαν ενώπιόν μας δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης τις οποίες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 ετών. 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 ετών Οι ποινές να συντρέχουν. Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384). Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε €745, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια (είδη ένδυσης και άλλα ρούχα) να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Τα υπόλοιπα Τεκμήρια να καταστραφούν. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο