Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mandy AL NAGAR GAZY, Ποιν. Υπ. 14573/08, 13 Iανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Ποιν. Υπ. 14573/08 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Mandy AL NAGAR GAZY Ημερομηνία: 13 Iανουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηκωνσταντή. Για Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου μεταξύ των ημερομηνιών 11.3.08 και 13.3.08 με σκοπό να υποκινήσει την Θεόνη Γεωργίου να συνάψει ερωτικό δεσμό μαζί του την απείλησε λέγοντας της ότι θα την έκαιγε με βενζίνη, ότι θα χάραζε το πρόσωπο της και ότι θα την σκότωνε. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Πρώτη ήταν η Αστ. 342 Χριστίνα Σοφοκλέους (Μ.Κ.1), η οποία στις 14.3.08 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς. Παρουσίασε τη δική της κατάθεση, καθώς και την κατάθεση και γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου στην μητρική του γλώσσα και σε μετάφραση ως Τεκμήρια 1-
- Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε γνωρίσει την παραπονούμενη 2,5 χρόνια προηγουμένως και από τότε συνήψαν ερωτικό δεσμό και αυτή έμενε μαζί του. Αρνήθηκε ότι οποτεδήποτε απείλησε την Θεόνη Γεωργίου με όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Ντίνος Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.2), ο οποίος είναι υπεύθυνος του αρχείου της Υπηρεσίας Ασύλου στο Υπουργείο Εσωτερικών. Σχετικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου ο μάρτυρας ανέφερε πως αυτός ευρίσκεται στην Κύπρο με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας το οποίο του δόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Τρίτη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη Θεόνη Γεωργίου (Μ.Κ.3). Αυτή υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 6), στην οποία είχε περιγράψει την πρώτη γνωριμία της με τον κατηγορούμενο στην υπεραγορά "Ορφανίδη", τις επόμενες τυχαίες συναντήσεις στην ίδια υπεραγορά και τις προσπάθειες του κατηγορούμενου να συνάψουν κάποια σχέση. Την 11.3.08 την επισκέφθηκε βράδυ στο σπίτι της και όταν αυτή αρνήθηκε να τον κεράσει καφέ και να μιλήσουν ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι τώρα που έμαθε το σπίτι της θα της έβαζε φωτιά είτε με βενζίνη και ασίτ είτε θα της χάραζε το πρόσωπο με μαχαίρι. Επειδή η παραπονούμενη είναι αστυνομικός ενημέρωσε σχετικά τον Αρχηγό Αστυνομίας και τον Υπεύθυνο του ΤΑΕ. Ο τελευταίος κάλεσε τον κατηγορούμενο στις 13.3.08 και προσπάθησε να τον πείσει να μην ακολουθεί και ενοχλεί την παραπονούμενη αλλά χωρίς αποτέλεσμα, οπότε ακολούθησε και η επίσημη γραπτή καταγγελία. Επίσης έγινε σχετική καταχώριση στο ημερολόγιο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας (Τεκμήριο 7). Επανέλαβε τα ίδια κατά βάσιν και στην προφορική της μαρτυρία. Τέταρτη και τελευταία μάρτυρας ήταν η μητέρα της παραπονούμενης, η κα Αντριάνα Γεωργίου (Μ.Κ.4), η οποία επίσης υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 8). Η μάρτυρας αυτή ανέφερε πως ήταν παρούσα στο σπίτι της κόρης της (παραπονούμενης) στις 11.3.08 περί τις 11 μ.μ. όταν κτύπησε την πόρτα της ο κατηγορούμενος και η ίδια άκουσε τις απειλές του προς την παραπονούμενη ότι θα την κάψει και ότι θα χαράξει την υπογραφή του πάνω στο πρόσωπο της. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να προβεί σε δήλωση από τη θέση του, χωρίς να ορκιστεί. Στην μακροσκελή αυτή δήλωση του είπε μεταξύ άλλων ότι γνώρισε την παραπονούμενη το 2006 και δημιούργησε δεσμό μαζί της. Δεν ήξερε τότε ότι ήταν αστυνομικός, αλλά ούτε το πραγματικό της όνομα, ενώ του τηλεφωνούσε από τηλέφωνο που δεν ήταν το δικό της. Κάποια στιγμή όμως ο ίδιος έμαθε που ήταν το σπίτι της και αυτό την έκανε να θυμώσει. Την συγκεκριμένη νύκτα που πήγε σπίτι της εκείνη του είχε τηλεφωνήσει και ρωτούσε ποιος του είπε για το σπίτι της. Όταν πήγε σπίτι της φώναξαν μεταξύ τους, αλλά μετά αυτός έφυγε και πήγε στο δικό του. Την επόμενη είχε τη συνάντηση με τον αστυφύλακα του ΤΑΕ ο οποίος του είπε ότι τον πιστεύει, αλλά να μην ξαναπάει σπίτι της παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε πως ακόμα και τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2009 ήταν ξανά μαζί με την παραπονούμενη, οπότε και άρχισαν τα προβλήματα τους ως ζευγάρι, επειδή τον αποκαλούσε ψεύτη. Ο κατηγορούμενος κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης τον φίλο του Yousef Z. Rabia (Μ.Υ.1), ο οποίος ανέφερε πως η παραπονούμενη είναι η φιλενάδα του κατηγορούμενου εδώ και 3 χρόνια και ότι αυτή κοιμήθηκε πολλές φορές στο σπίτι του (κατηγορούμενου). Κατά την αντεξέταση του είπε πως ο ίδιος ευρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 4-5 χρόνια, μιλά λίγα Ελληνικά και τα 2 πρώτα χρόνια έμενε με τον κατηγορούμενο στο ίδιο σπίτι. Ύστερα είπε πως πριν 2 χρόνια ήταν με τον κατηγορούμενο ο ίδιος και πως η κοπέλα του (κατηγορούμενου) αυτά τα 3 χρόνια ήταν η Θεόνη και ερχόταν με ένα Honda ασημί ή κάτι παρόμοιο. Έδωσε κάποια περιγραφή της και είπε πως έχει ένα χρόνο να τη δει ο ίδιος. Εξέφρασε τη βεβαιότητα πως γνωρίζει αυτή την κοπέλα και είπε χαρακτηριστικά πως αν την φέρουν με 60 άλλες κοπέλες θα την αναγνωρίσει. Διευκρίνισε πως αρχικά τους είχε συστηθεί ως Μαριάννα, ενώ αργότερα όταν ένιωσε άνετα τους είπε ότι λέγεται Θεόνη. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε ο Ayman Makhalea (Μ.Υ.2), επίσης φίλος του κατηγορούμενου. Αυτός έφθασε στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2009 και συγκατοίκησε με τον κατηγορούμενο επειδή αυτός ήθελε να μείνει κάποιος μαζί του. Είπε πως στις 18.9.09 ήλθε κάποια κοπέλα σπίτι τους, έφαγαν μαζί και μετά αυτή κοιμήθηκε με τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του είπε πως δεν ξέρει εάν αυτή ήταν η "Μαριάννα", αλλά την είδε στο σπίτι του κατηγορούμενου, δηλ. τη φιλενάδα του. Έδωσε και αυτός κάποια περιγραφή της, ως ψηλής και κανονικής σωματικής διάπλασης. Δεν θυμόταν το πρόσωπο της. Κατά την επανεξέταση του είπε πως δεν γνωρίζει καμιά Θεόνη και ότι γνωρίζει μια κοπέλα που ήλθε σπίτι του κατηγορούμενου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους. Είναι προφανές πως οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ήταν τυπικοί μάρτυρες, εξ ου και δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία τους. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ και τους δύο αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες και δέχομαι τα όσα ανέφεραν. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ.2 δεν αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο κατηγορούμενος έχει εξασφαλίσει ανανέωση του ειδικού καθεστώτος παραμονής του στην Κύπρο μέχρι το 2011, πράγμα που αποτελεί και εύρημα μου. Σ' αυτό το στάδιο πρέπει να υπενθυμίσω πως δήλωση η οποία γίνεται χωρίς όρκο από το εδώλιο του κατηγορούμενου δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου και δεν αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο. Μια τέτοια ανωμοτί δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία (βλ.
- Δήμος Δημοσθένους V. Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ.129 και Μαυρικίου V. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.359). Όπως έχει αναφερθεί και στην υπ. Σίφουνας κ.α. V. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 η αξία της είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Όσον αφορά όμως γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου αποτελεί γενική αρχή πως το σύνολο του περιεχομένου της γίνεται δεκτό ως μαρτυρία (σύμφωνα με την υπόθ. Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων V. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55), εντούτοις όμως αυτό αξιολογείται και κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψιν και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται, το δε δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνιστά παραδοχή ή περιέχει δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του κατηγορούμενου (σύμφωνα με την υπ. Κωνσταντίνου V. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή την παραπονούμενη η οποία είναι και η βασική ουσιαστική μάρτυρας στην υπόθεση και πρέπει να πω ότι σχημάτισα πολύ καλή εντύπωση για την ίδια. Την θεωρώ αξιόπιστη και ειλικρινή μάρτυρα έχοντας υπόψιν την συνολική παρουσία και εικόνα της, την ευθύτητα και σταθερότητα στις απαντήσεις της και την τεκμηρίωση των όσων έλεγε. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί πως αρκετά από τα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε από τον κατηγορούμενο. Αρκεί να αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση της από τον κατηγορούμενο αυτός δεν υπέβαλε ούτε μια ερώτηση, ούτε αμφισβήτησε τα όσα εκείνη είχε αναφέρει σχετικά με τις απειλές του ότι θα την κάψει, και θα της χαράξει το πρόσωπο. Αντιθέτως πρέπει να πω ότι και στην δήλωση του ανωμοτί δέχθηκε για το συγκεκριμένο περιστατικό ότι είχε πάει στο σπίτι της παραπονούμενης και αφού φώναξαν ο ίδιος έφυγε και πήγε σπίτι του. Βασικά τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη για το συγκεκριμένο βράδυ, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την μητέρα της (Μ.Κ.4) την οποία επίσης θεωρώ αξιόπιστη και ειλικρινή παραμένουν αναντίλεκτα ενώπιον μου. Οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 περιορίστηκαν στο να στηρίξουν την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι είχε δεσμό με την παραπονούμενη, χωρίς οποιοσδήποτε απ' αυτούς να γνωρίζει ή να αναφέρει κάτι σχετικό με τα διαδραματισθέντα τη νύκτα της 11ης Μαρτίου 2008 στο σπίτι της παραπονούμενης, τα οποία αποτελούν και τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Από την κατάθεση του κατηγορούμενου συνάγεται πως αυτός έφθασε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2005 και διαμένει στη Λευκωσία. Όταν έδιδε την κατάθεση του, τον Μάρτιο του 2008 δηλαδή, ανέφερε πως συγκατοικούσε με τον φίλο του Αχμάτ Ότε. Είναι αναμφισβήτητο πως κάποια στιγμή συνάντησε στην Κύπρο την παραπονούμενη. Έχουν κάποια σημασία οι λεπτομέρειες της γνωριμίας τους. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως την γνώρισε στην μπυραρία "Corner" πριν 2,5 χρόνια (από την κατάθεση του), δηλαδή περί τον Οκτώβριο του
- Η παραπονούμενη όμως περιγράφει άλλο περιστατικό γνωριμίας τους στην υπεραγορά "Αθηαινίτης", τον Οκτώβριο του
- Οι λεπτομέρειες που θυμάται και δίδει στην κατάθεση της η παραπονούμενη με πείθουν ότι θυμάται έντονα αυτή την πρώτη τους συνάντηση και ότι τα πράγματα έχουν εξελιχθεί όπως η ίδια τα περιγράφει τόσο στην γραπτή κατάθεση της, όσο και πολύ ζωντανά και παραστατικά στην προφορική της μαρτυρία. Είναι σημαντικό πως παρότι στην δική του γραπτή κατάθεση ο κατηγορούμενος λέγει πως γνωρίζει τη Θεόνη την οποία φωνάζει Μαριάννα επειδή είναι δύσκολο το όνομα της, εντούτοις στην ανωμοτί δήλωση του δέχθηκε πως το όνομα "Μαριάννα" του το είχε πει η ίδια η παραπονούμενη όταν γνωρίστηκαν και ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε το πραγματικό της όνομα πολύ αργότερα, μετά που τον κάλεσαν στην Αστυνομία. Αυτό το στοιχείο είναι ένα από τα στοιχεία που επιβεβαιώνει την παραπονούμενη, η οποία εξήγησε πως του έδωσε ψεύτικο όνομα για να τον αποφύγει. Μέσα από τα λεγόμενα του επίσης ο κατηγορούμενος δέχεται πως δεν γνώριζε από την αρχή ότι η παραπονούμενη ήταν αστυνομικός, δεν γνώριζε τη διεύθυνση της, το πραγματικό της τηλέφωνο, τη διεύθυνση εργασίας της, τι αυτοκίνητο είχε καθώς και πληροφορίες για την προσωπική της ζωή. Στην πραγματικότητα όλα αυτά τα μάθαινε σιγά-σιγά, είτε τυχαία (όπως όταν την είδε να περνά με την στολή αστυνομικού και κατάλαβε το επάγγελμα της) είτε ακολουθώντας την (όπως έπραξε για να μάθει που μένει η παραπονούμενη). Είναι λοιπόν φανερό πως ο κατηγορούμενος έτρεφε κάποιο πάθος για την παραπονούμενη πράγμα που τον οδηγούσε στο να επιδιώκει συνεχώς να την συναντήσει, να την ακολουθεί, να την παρακολουθεί και να προσπαθεί να μαθαίνει στοιχεία της προσωπικής ή επαγγελματικής της ζωής. Δεν είναι τυχαίο που - όπως εξήγησε η παραπονούμενη - η κατάσταση χειροτέρευσε μετά την καταγγελία της στην Αστυνομία. Δηλαδή ότι συνεχίστηκαν οι παρακολουθήσεις του κατηγορούμενου, οι προσπάθειες του να την πλησιάσει, τα σημειώματα κάτω από την πόρτα της ή πάνω στο αυτοκίνητο της και οι διελεύσεις έξω από το σπίτι της. Να σημειωθεί πως η παραπονούμενη υποχρεώθηκε να αποταθεί και σε δικαστήριο και να εξασφαλίσει διάταγμα να μην την πλησιάζει ο κατηγορούμενος. Δεκαπέντε με είκοσι ημέρες πριν από το επίδικο περιστατικό στο σπίτι της παραπονούμενης, η ίδια σε κάποια από τις περιπτώσεις που την πλησίασε του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θέλει να κάμει οποιαδήποτε σχέση μαζί του και του ζήτησε να σταματήσει να την ακολουθεί με το αυτοκίνητο και να την ενοχλεί. Ήταν εδώ που ο κατηγορούμενος άρχισε να την κατηγορεί ως ψηλομύτα και εγωίστρια και ότι δεν τον θέλει επειδή είναι άραβας και φτωχός υβρίζοντας την (με την λέξη "σιαρμούτα" = πουτάνα). Αμέσως μετά το πιο πάνω περιστατικό ο κατηγορούμενος έτυχε να μάθει που ευρίσκετο το σπίτι της παραπονούμενης. Όπως και ο ίδιος εξήγησε στη δήλωση του, έτυχε να την δει να περνά με την στολή του αστυνομικού καθώς ο ίδιος εργαζόταν και ακολούθως έκανε γύρους με το αυτοκίνητο του μέχρι να εντοπίσει το σπίτι της, πράγμα που κατάφερε όταν είδε το αυτοκίνητο της. Όλα τα προηγηθέντα περιβάλλουν την υπόθεση και ρίχνουν κάποιο φως στην όποια γνωριμία του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη, αλλά δεν είναι τα ουσιώδη γεγονότα της (υπόθεσης). Τα ουσιώδη γεγονότα είναι όσα έλαβαν χώρα το βράδυ της 11ης Μαρτίου 2008 όταν γύρω στις 11 π.μ. ο κατηγορούμενος κτύπησε την πόρτα του σπιτιού της παραπονούμενης. Τα γεγονότα αυτά έχουν αναφερθεί με επαρκή λεπτομέρεια από την παραπονούμενη και τη μητέρα της (Μ.Κ.4), ενώ ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε κάτι από όσα ανέφεραν. Το σημαντικό είναι πως όταν η παραπονούμενη αρνήθηκε να του ανοίξει την κυρίως πόρτα για να πιουν καφέ και να μιλήσουν λέγοντας του ότι είναι αστυνομικός και ζητώντας του να φύγει, αυτός δεν το έπραξε. Άρχισε να την ειρωνεύεται λέγοντας της ότι και αυτός ήταν αστυνομικός στη χώρα του, ότι δεν την φοβάται και αν η ίδια νομίζει ότι υπάρχει νόμος εδώ στην Κύπρο να το ξεχάσει. Όταν η παραπονούμενη του είπε για δεύτερη φορά ότι αν δεν φύγει θα καλέσει την Αστυνομία ο κατηγορούμενος άρχισε να της λέγει ότι τώρα που έμαθε που είναι το σπίτι της θα την περιμένει απέξω με βενζίνη και όταν κάποτε βγει έξω για να πιάσει το αυτοκίνητο της θα την κάψει λέγοντας της και στα Ελληνικά "εγώ εσένα φωτιά . φωτιά". Η παραπονούμενη του είπε ότι κάλεσε την Αστυνομία και αυτός επέμενε λέγοντας της ότι πριν φύγει από την Κύπρο υπόσχεται ότι θα φροντίσει να βάλει την υπογραφή του πάνω της είτε με βενζίνη και φωτιά είτε με ασίτ, είτε θα της χαράξει το πρόσωπο με μαχαίρι και να είναι σίγουρη για αυτό. Προσέθεσε πως τώρα που έμαθε που είναι το σπίτι της θα ερχόταν και θα την περιμένει έξω από το σπίτι για να την σκοτώσει καθώς και ότι αυτός είναι ο άντρας της ζωής της και εκείνη η γυναίκα της δικής του. Φεύγοντας της είπε ότι θα τα ξαναπούν. Παρούσα στο σπίτι ήταν και η Μ.Κ.4 η οποία άκουσε και η ίδια την φράση "εγώ κάψω εσένα φωτιά, φωτιά". Άκουσε επίσης την κόρη της να του λέγει ότι είναι αστυνομικός και ότι θα καλέσει την Αστυνομία. Επιβεβαιώνει ότι η παραπονούμενη δεν άνοιξε την πόρτα και είδε και η ίδια τον κατηγορούμενο να φεύγει και να μπαίνει σ' ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Η μάρτυρας αυτή είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο που ήταν έξω από το σπίτι της κόρης της εκείνο το βράδυ. Έγινε προσπάθεια από τον κατηγορούμενο να πείσει ότι δεν μιλά Ελληνικά υποβάλλοντας κάτι τέτοιο στη Μ.Κ.4 αλλά πρέπει να παρατηρήσω ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ακόμα και κατά την ακρόαση ο κατηγορούμενος σε κάποιες περιπτώσεις απάντησε στα Ελληνικά δείχνοντας ότι αντιλήφθηκε κάποια παρατήρηση του δικαστηρίου προτού την μεταφράσει η διερμηνέας, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις διόρθωσε στα Ελληνικά την μετάφραση των λόγων του από την διερμηνέα. Μετά το περιστατικό στο σπίτι της παραπονούμενης η ίδια κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία την επόμενη μέρα (Τεκμήριο 7), ενημερώνοντας παράλληλα και τον Αρχηγό Αστυνομίας ο οποίος την παρέπεμψε στον υπεύθυνο του ΤΑΕ Λευκωσίας. Ο τελευταίος κάλεσε τον κατηγορούμενο στις 13.3.08 και του έκανε παρατήρηση όπως σταματήσει να ενοχλεί την παραπονούμενη. Παρά ταύτα όμως την ίδια μέρα το απόγευμα ο κατηγορούμενος ξαναπήγε έξω από το σπίτι της περιφερόμενος με το αυτοκίνητο του και κορνάροντας. Η παραπονούμενη έτρεξε μπήκε στο δικό της αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε αναβοσβήνοντας τα φώτα και κορνάροντας, μέχρι που την είδε να εισέρχεται στον Αστυνομικό Σταθμό, οπότε έφυγε. Η παραπονούμενη συμβουλεύθηκε να πάει στο ΤΑΕ για κατάθεση, πράγμα που έπραξε δίδοντας την κατάθεση της την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 21.00 - 22.00 μ.μ. Αυτά είναι τα γεγονότα όπως εξάγονται από την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης. Όπως έχω αναφέρει δεν σχημάτισα καλή εικόνα για τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.1 είπε πως είναι στην Κύπρο 4-5 χρόνια, δηλαδή λογικά από το 2004 ή το 2005 και ότι τα δυο πρώτα χρόνια ήταν συγκάτοικος του κατηγορούμενου δηλαδή για τα έτη 2004-2006 ή 2005-
- Αναφερόταν μεν σε κοπέλα με την οποία είχε σχέση ο κατηγορούμενος, αλλά δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ή ένδειξη ότι εννοεί την παραπονούμενη. Ο τρόπος που απαντούσε, η σύγχιση που είχε και η προσπάθεια του σε ορισμένες κρίσιμες ερωτήσεις να έχει καθοδήγηση από τον κατηγορούμενο ενώ κατέθετε, μου έδωσε την εντύπωση πως απλώς παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον φίλο του κατηγορούμενο με την μαρτυρία του. Είναι ενδεικτικό πως για να καταστήσει τη μαρτυρία του πιο πιστευτή είπε πως η κοπέλα του κατηγορούμενου ονομαζόταν "Θεόνη", πράγμα που αποκλείεται να γνώριζε, αφού ούτε και αυτός ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τότε το πραγματικό όνομα της παραπονούμενης. Η ίδια είχε συστηθεί ως Μαριάννα στον κατηγορούμενο. Την ίδια γνώμη έχω και για τον Μ.Υ.
- Αυτός έφθασε στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2009 δηλαδή 3 μήνες περίπου πριν την κατάθεση του στο Δικαστήριο (15.12.2009). Προσπάθησε και αυτός να βοηθήσει τον κατηγορούμενο λέγοντας πως σ' αυτό το διάστημα, ενόσω συγκατοικούσε με τον κατηγορούμενο είδε την παραπονούμενη εκεί, όπου έφαγαν μαζί και ότι αυτή κοιμήθηκε με τον κατηγορούμενο. Στην πραγματικότητα ό,τι είπε και αυτός ήταν με καθοδηγητικές ερωτήσεις από τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του ομολόγησε πως δεν γνωρίζει αν η κοπέλα που είχε δει ήταν η Μαριάννα ενώ αργότερα προσπάθησε να πείσει πως αυτή ήταν η Θεόνη λέγοντας όμως πως έτσι του τη σύστησε ο κατηγορούμενος, ως τη φιλενάδα του. Στην επανεξέταση διευκρίνισε πως δεν γνωρίζει καμιά Θεόνη και πως απλώς γνωρίζει μια κοπέλα που ήρθε σπίτι του κατηγορούμενου. Η πραγματικότητα είναι πως και αυτός ήρθε στο Δικαστήριο απλώς για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο λόγω της φιλίας τους, αλλά χωρίς επιτυχία, όπως έχει διαφανεί. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία τους. Γεγονός παραμένει πως κανένας από τους δύο δεν είχε καμιά σχέση ή γνώση με το επίδικο περιστατικό στο σπίτι της παραπονούμενης. Νομική πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή σύμφωνα με το άρθρο 91(γ) του Π.Κ. όποιος επί σκοπώ υποκινήσεως άλλου να τελέσει πράξη, την οποίαν δεν έχει νομική υποχρέωση να τελέσει, απειλεί άλλο πρόσωπο ότι θα προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του, είναι ένοχος πλημμελήματος. Το βασικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή βιαιοπραγίας με απώτερο σκοπό να πράξει κάτι ο απειλούμενος. Όπως αναφέρεται στην υπόθ. Νετζιήπ V. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.1: ". προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91 (γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. μεταξύ άλλων Kallenos V. Police
(1969)2 C.L.R.210)". Στις πιο πάνω υποθέσεις και υπό τα περιστατικά τους κρίθηκε πως οι φράσεις "εν να σας καθαρίσω" και "εν να σε παίξω" ήταν κενές περιεχομένου και δεν επικυρώθηκαν οι καταδίκες. Στην παρούσα έχω την άποψη πως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο κατηγορούμενος ήταν παθιασμένος με την παραπονούμενη και δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτή. Ακόμα και όταν η ίδια του ξεκαθάρισε 15-20 ημέρες πριν πως δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε σχέση μαζί του αυτός δεν μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο και επέμενε να έχει σχέση μαζί της. Σ' αυτό αποσκοπούσε η επίσκεψη του στο σπίτι της τη νύκτα της 11.3.2008 καθώς και τα όσα της έλεγε, τα οποία καταδεικνύουν και την εμμονή του στο στόχο του, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τη θέληση της παραπονούμενης. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι αναφορές του ότι θα την κάψει, ότι θα της χαράξει το πρόσωπο και ότι θα τη σκοτώσει ήταν απειλητικές και στοιχειοθετούν ακριβώς την πρόθεση εκφοβιασμού της παραπονούμενης με απώτερο σκοπό αυτή να υποκύψει στην απαίτηση του κατηγορούμενου. Οι απειλές αυτές ούτε κενές περιεχομένου ήταν, ούτε και εξωπραγματικού χαρακτήρα. Αντιθέτως κρίνω πως εύκολα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, ιδιαίτερα μέσα στο πάθος που ένιωθε ο κατηγορούμενος. Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγω πως η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην οποία και κρίνεται ένοχος. (Υπ) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο