Αδελφοί Πετούση Λτδ ν. Tommic Woodworks Limited κ.α., Υπόθεση αρ: 2845/07, 14 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 2845/07 Αδελφοί Πετούση Λτδ εναντίον
- Tommic Woodworks Limited
- Σοφοκλή Σαββίδη Κατηγορουμένων 14 Ιανουαρίου,
- Για την παραπονουμένη, εμφανίζεται ο κ. Α. Γλυκής διά τους κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους και Σία. Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται η κα Α. Ξυψιτή. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών. Απόφαση Μετά την απόρριψη του κατηγορητηρίου όσον αφορά στην «Tommic Woodworks Limited» («η Tommic»), αυτή, ένα νομικό πρόσωπο όπως δηλώνει η επωνυμία της, απηλλάγηκε από σωρεία κατηγοριών που αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής όπως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Παρέμεινε να αντιμετωπίζει σωρεία κατηγοριών για συνέργεια στη διάπραξη του ίδιου αδικήματος (άρθρα 305Α
(2)και 20 του Κεφ. 154) ο κατηγορούμενος αρ. 2. Συγκεκριμένα, και επί τη βάσει των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται γιατί, ως διευθυντής και/ή ως αντιπρόσωπος της «Tommic» και/ή άλλως πως, συνέδραμε αυτήν και/ή τη συμβούλεψε και/ή την παρεκίνησε να μην εξοφλήσει σειρά επιταγών τις οποίες αυτή εξέδωσε εις διαταγήν της παραπονουμένης επί της «Bank of Cyprus Public Company Ltd». Οι επιταγές αυτές παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες και δεν εξοφλήθηκαν γιατί είχαν ανακληθεί. Πρόκειται για την επιταγή υπ' αριθμόν 59437402, για το ποσόν των Λ.Κ.500, εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί την 30.6.2006 (2η κατηγορία), για την επιταγή υπ' αριθμόν 58596375, για το ποσόν των Λ.Κ.588-, εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 6.7.2006 (4η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437403, για το ποσόν των Λ.Κ.500- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 7.7.2006 (6η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 58596376, για το ποσόν των Λ.Κ.588- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά ή περί τις 13.7.2006 (8η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437404, για το ποσόν των Λ.Κ.500 εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 14.7.2006 (10η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437411, για το ποσόν των Λ.Κ.351- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί την 18.7.2006 (12η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 58596377, για το ποσόν των Λ.Κ.588- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 20.7.2006 (14η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437412, για το ποσόν των Λ.Κ.351, εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί την 21.7.2006 (16η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437413, για το ποσόν των Λ.Κ.351, εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 25.7.2006 (18η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 58596378, για το ποσόν των Λ.Κ.588- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 27.7.2006 (20η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 59437414, για το ποσόν των Λ.Κ.351- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 28.7.2006 (22η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 58596379, για το ποσόν των Λ.Κ.588- εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 31.7.2006 (24η κατηγορία) και την επιταγή υπ' αριθμόν 58596380, για το ποσόν των Λ.Κ.588 εν σχέσει με την οποίαν η συνδρομή παρεσχέθηκε κατά/ή περί τις 7.8.2006 (26η κατηγορία). Σημειώνω πως, παρά το ότι στο κατηγορητήριο ως ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την συνέργεια του κατηγορουμένου αρ. 2, καταγράφονται μόνον γεγονότα που αφορούν στην ανάκληση των επίδικων επιταγών, η μαρτυρία που προσεκόμισε η κατηγορούσα αρχή έτεινε να αποδείξει πως η συνέργεια αυτή εκάλυπτε και την έκδοσή τους. Μάρτυρες κατηγορίας ισχυρίσθηκαν πως ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές για λογαριασμό της «Tommic». Και με την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονουμένης επεξέτεινε την εγκαλούμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αρ. 2 υποστηρίζοντας πως αυτός συνέδραμε την «Tommic» τόσον κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, υπογράφοντάς τις, όσον και κατά την ανάκλησή τους, αποστέλλοντας σχετική εντολή στην αρμόδια τράπεζα μέσω του διαδικτύου. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η πορεία αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας κατέτεινε στην απόδειξη διάφορων υπερασπίσεων. Κύριες, και καθοριστικές για την έκβαση της υπόθεσης, είναι οι εξής:
(1)Δεν απεδείχθηκε η πατρότητα της υπογραφής επί των επιταγών και, άρα, δεν απεδείχθηκε το πρώτο συστατικό του επίδικου αδικήματος, δηλ. η έκδοση των επιταγών.
(2)Ούτε απεδείχθηκε η συμμετοχή του κατηγορουμένου αρ. 2 στην ανάκληση των επιταγών. Σημειώνω πως η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 2 έθεσε τις υπερασπίσεις αυτές ευθέως, αντεξετάζοντας μάρτυρες κατηγορίας, ως ήταν φυσιολογικό και επιβεβλημένο (Ηλία ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 454, απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 78/2008, Έλενα Κονιζίδου ν. Θεόδουλου Αρέστη, ημερ. 29.5.2009 και R. v. Bircham
(1972)Crim. LR 430-1) και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Προέχει ο εντοπισμός των συστατικών του επίδικου αδικήματος καθώς και η σκιαγράφηση της σχετικής νομολογίας: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 αδίκημα πρόσωπο το οποίο, αφού εξέδωσε επιταγή, στη συνέχεια ανεκάλεσε την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία. Οδηγό για να προσδιορισθούν οι ενέργειες εκείνες οι οποίες συνιστούν έκδοση επιταγής αποτελεί ο νομοθετικός ορισμός του αξιογράφου αυτού όπως δίδεται στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154 (δείτε τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Νόμο του 2003, Ν. 164(Ι)/03, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.03). Σύμφωνα με το άρθρο 4: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Για το φαινόμενο των νομοθετικών ορισμών και τη σημασία τους στην αποφυγή αμφιβολιών εν σχέσει με την ακριβή σημασία λέξεων και όρων παραπέμπω στην απόφαση στην Υπόθεση αρ. 156/96 Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.ά., ημερ. 20.3.98 (πρωτόδικη απόφαση του Εντίμου Δικαστή Σ. Νικήτα, ως ήταν τότε, κατά την άσκηση αναθεωρητικής δικαιοδοσίας). Ο νομοθετικός ορισμός της επιταγής αποσαφηνίζει τα εξής:
(1)Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα δεν αφορά σε οιονδήποτε τραπεζικό έγγραφο. Αφορά μόνον στα αξιόγραφα τα οποία εμπίπτουν στον ορισμό αυτό.
(2)Εκδίδει επιταγή πρόσωπο το οποίο, (α) υπογράφοντας το σχετικό τραπεζικό έγγραφο, (β) δίδει γραπτή εντολή, (γ) σε τράπεζα, (δ) για πληρωμή καθορισμένου ποσού, (ε) σε ορισμένο πρόσωπο ή στο δικαιούχο κομιστή. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Βεβαίως, το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία [Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ 555, 560-1]. Η ανάκληση επιταγής μπορεί να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημέρα που αυτή καθίσταται πληρωτέα. Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ' όσον αυτός επικαλεστεί, εντός του καθορισθέντος νομοθετικού πλαισίου, και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του [N.C. Diamonds Co, Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, 768-9]. Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά είναι και η απόδειξη της ένοχης διάνοιάς του (mens rea). Έτσι, για να αποδειχθεί η ευθύνη του συνεργού πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη διάνοιά του σε σχέση (α) με την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση, (β) στη διάπραξη αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του [Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ 261, 266 επ]. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της ανάκλησης εκδοθείσας επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ένοχη σκέψη σχετιζομένη με τις ένοχες πράξεις. Ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων [Halsbury´s, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249, 271]. Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τέλος, επειδή τα νομικά πρόσωπα, κατ' αρχήν σκέφτονται και ενεργούν δια των αξιωματούχων τους [Bolton (Engineering) Co. Graham
(1957)1 Q.B. 159, 172 και Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 39th edition, 1979, σελ. 8023-3] η τυχόν αδικοπραγία εκ μέρους τους θα εντοπισθεί, κατ' αρχήν, στις σκέψεις και τις ενέργειες των φυσικών προσώπων που κατέχουν τέτοιες θέσεις. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν ενόρκως ο Κωνσταντίνος Πετούσης (Μ.Κ.1), εκ των διευθυντών και μετόχων της παραπονουμένης, οι τραπεζικοί υπάλληλοι Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2), Ντίνος Κωστάμπεης (Μ.Κ.3), Ντίνα Χατζηπολυκάρπου (Μ.Κ.4) και Ανδρέας Δαμιανού (Μ.Κ.6) καθώς και ο Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.5), υπάλληλος της παραπονουμένης. Τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, οι δεκατρείς
(13)επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1 έως και 13), έγγραφο με το οποίο κοινοποιείται στον οργανισμό «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» η απόφαση της «Tommic» να συναλλάσσεται χρησιμοποιώντας την Υπηρεσία Direct Banking διά του κατηγορουμένου αρ. 2 (τεκμήριο 18) καθώς και η σχετική αίτηση της «Tommic» (τεκμήριο 17). Εξ αρχής σημειώνω πως όλες οι επίδικες επιταγές είναι σφραγισμένες με διάφορες τραπεζικές σημάνσεις. Όλες περιέχουν και τραπεζικές σφραγίδες οι οποίες δηλώνουν πως αυτές έχουν ανακληθεί. Οι υπερασπίσεις προωθήθηκαν με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και με τη δήλωση ανωμοτί του κατηγορουμένου αρ. 2. Ο κατηγορούμενος εδικαιούτο να επιλέξει να μην προβεί σε ένορκη κατάθεση [Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129]. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με τη δήλωση των ακόλουθων παραδεκτών γεγονότων:
- Ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε διευθυντής της «Tommic» έως και την 1.2.
- Ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε και εξακολουθεί έως και σήμερα να είναι γραμματέας της «Tommic». Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Θα αναφέρω μόνον ό,τι σχετίζεται με τις προαναφερθείσες δύο υπερασπίσεις και το ουσιώδες θέμα της συμμετοχής του κατηγορουμένου αρ. 2 στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Αυτά καταλήγουν κρίσιμα για την έκβαση της υπόθεσης. Ο Κωνσταντίνος Πετούσης (Μ.Κ.1) δήλωσε πως ο κατηγορούμενος αρ. 2, εξ ονόματος και για λογαριασμό της «Tommic», υπέγραψε όλες τις επίδικες επιταγές και στη συνέχεια τις ανεκάλεσε μέσω του διαδικτύου. Όμως, αντεξετασθείς, διευκρίνισε πως ενόσω διαρκούσε η συνεργασία της παραπονουμένης με την «Tommic» ουδέποτε συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο αρ.
- Διευκρίνισε, επίσης, πως δεν είδε τον κατηγορούμενο αρ. 2 να υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Πληροφορήθηκε πως η υπογραφή επί των επιταγών είναι του κατηγορουμένου αρ. 2 από υπαλλήλους της τράπεζας και από τους δικηγόρους της παραπονουμένης. Από υπαλλήλους της τράπεζας πληροφορήθηκε και για το γεγονός πως ο κατηγορούμενος αρ. 2 ανεκάλεσε τις επιταγές χρησιμοποιώντας σχετική υπηρεσία μέσω διαδικτύου. Η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» η οποία μετονομάστηκε σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ», δήλωσε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνη για τους λογαριασμούς της «Tommic» και πως επί τη βάσει διαφόρων δημοσίων εγγράφων που είχε στην κατοχή της γνώριζε πως ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν διευθυντής της εταιρείας αυτής. Επί τη βάσει εγγράφων, που επίσης έχει στην κατοχή της, αναγνωρίζει και την υπογραφή του κατηγορουμένου αρ. 2 επί των επίδικων επιταγών. Η μάρτυρας αυτή δήλωσε, επίσης, πως η ανάκληση των επίδικων επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο αρ. 2 μέσω του διαδικτύου με τη χρησιμοποίηση της Υπηρεσίας Direct Banking. Δεν υπήρξε προηγούμενη ενημέρωση της τράπεζας ούτε υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση ή συμμετοχή υπαλλήλων της τράπεζας εν σχέσει με αυτή την ανάκληση. Η πεποίθησή της ότι το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην ανάκληση των επίδικων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος αρ. 2 βασίζεται στο γεγονός πως αυτός κατωνομάζεται στα σχετικά έγγραφα ως ο λήπτης των σχετικών κωδικών για να δύναται να χρησιμοποιεί, εκ μέρους της «Tommic», την υπηρεσία άμεσης εξυπηρέτησης μέσω του διαδικτύου. Οι κωδικοί αυτοί δόθηκαν στον κατηγορούμενο αρ. 2 επί τη βάσει απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της «Tommic» (τεκμήριο 17) και αφού εγκρίθηκε αίτηση που αυτή υπέβαλε (τεκμήριο 18). Αντεξετασθείσα επί του σημείου τούτου, η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2) διευκρίνισε πως το έντυπο διά του οποίου κοινοποιείται η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της «Tommic» να εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο αρ. 2 να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες διαδικτύου της τράπεζας και η οποία παρουσιάζεται να φέρει την υπογραφή του (τεκμήριο 18) δεν υπεγράφηκε ενώπιόν της και ούτε το παρέλαβε προσωπικά. Ομοίως, δεν υπεγράφηκε ενώπιόν της και ούτε παρέλαβε προσωπικά τη σχετική αίτηση που υπέβαλε η «Tommic» και η οποία, επίσης, παρουσιάζεται να φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου αρ. 2 (τεκμήριο 17). Περαιτέρω, δεν γνωρίζει κατά πόσον οι κωδικοί πρόσβασης της «Tommic» στις υπηρεσίες της Τράπεζας στο διαδίκτυο στάληκαν, πράγματι, στον κατηγορούμενο αρ.
- Τέλος, η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου διευκρίνισε πως, χωρίς να είναι γραφολόγος, αναγνωρίζει την υπογραφή του κατηγορουμένου αρ. 2 επί των τεκμηρίων 17 και 18 γιατί τη συγκρίνει με άλλα στοιχεία που έχει η Τράπεζα. Ο Ντίνος Κωστάμπεης (Μ.Κ.3), ο οποίος υπηρετεί σε τμήμα εκκαθάρισης επιταγών, ανεγνώρισε την ύπαρξη, επί όλων των επίδικων επιταγών (τεκμήρια 1 έως και 13), τραπεζικών σφραγίδων οι οποίες δηλώνουν και τα εξής: Οι επιταγές αυτές παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα για εξαργύρωση την 1.11.06 και επεστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν λόγω της ανάκλησής τους στις 3.11.
- Τα όσα η Ντίνα Χατζηπολυκάρπου (Μ.Κ.4) ανέφερε είναι αδιάφορα. Η κατάθεσή της περιορίσθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται όταν επιταγή, η οποία παρουσιάζεται για εξόφληση, έχει ήδη ανακληθεί ή όταν ο εκδότης της έχει ήδη καταχωριστεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.). Ο Ανδρέας Δαμιανού (Μ.Κ.6) ο οποίος, επίσης, υπηρετεί σε τμήμα εκκαθάρισης επιταγών, επιβεβαίωσε πως όλες οι επίδικες επιταγές παρουσιάσθηκαν σε τράπεζα για να εξαργυρωθούν ανεπιτυχώς. Είχαν ήδη ανακληθεί. Οι μεν επιταγή υπ' αριθμόν 59437402 και 58596375 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως) ανεκλήθηκαν στις 21.6.06, οι δε επιταγές υπ' αριθμόν 59437403, 58596376, 59437404, 59437411, 58596377, 59437412, 59437413, 58596378, 59437414, 58596379 και 58596380 (τεκμήρια 3 έως και 13, αντιστοίχως) ανεκλήθηκαν στις 29.6.
- Η ανάκληση όλων των επίδικων επιταγών έγινε μέσω του διαδικτύου (τεκμήριο 19) με τη χρήση συγκεκριμένου κωδικού αριθμού. Ο Ανδρέας Δαμιανού (Μ.Κ.6) προσέθεσε πως η χρήση του διαδικτύου για τη διεκπεραίωση απευθείας και αμέσως μιας τραπεζικής συναλλαγής ή εντολής απαιτεί τη χρήση κωδικού αριθμού. Τέτοιοι κωδικοί αριθμοί δίδονται στους συνδρομητές των σχετικών διαδικτυακών υπηρεσιών. Όμως, εν προκειμένω, συνέχισε ο μάρτυρας, ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο κωδικός που απαιτείτο για να δοθεί η εντολή της ανάκλησης των επίδικων επιταγών χρησιμοποιήθηκε, πράγματι, από το δικαιούχο συνδρομητή ή από άλλο πρόσωπο. Ο Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.5) δήλωσε πως πριν από δύο
(2)περίπου έτη, ως υπάλληλος της παραπονουμένης, έτυχε να παραλάβει από τον κατηγορούμενο αρ. 2, ως εκπρόσωπο της «Tommic», ένα φάκελο με επιταγές. Αντεξετασθείς, ο μάρτυρας αυτός απέσυρε τη βεβαιότητά του για το γεγονός αυτό. Με δήλωση χωρίς όρκο στην οποίαν προέβηκε ο κατηγορούμενος αρ. 2, μεταξύ άλλων, αρνήθηκε ρητώς όλα όσα του αποδίδονται. Έχω μελετήσει με προσοχή το κρίσιμο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία που προσεκόμισε η πλευρά της παραπονουμένης. Καταλήγω πως οι προαναφερθείσες υπερασπίσεις είναι βάσιμες. Και αυτό εν όψει των ακόλουθων διαπιστώσεων και παρατηρήσεων: Η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2), η μόνη η οποία επιφορτίσθηκε να αποδείξει τον κρίσιμο ισχυρισμό ότι όλες τις επίδικες επιταγές υπογράφει, εκ μέρους της παραπονουμένης (δηλ. του εκδότη), ο κατηγορούμενος αρ. 2, δεν υπήρξε σαφής και βεβαία στον απαιτούμενο βαθμό. Υπενθυμίζω πως η μάρτυρας αυτή ανεγνώρισε πως οι επίδικες επιταγές υπογράφονται από τον κατηγορούμενο αρ. 2, όχι γιατί τον είδε να τις υπογράφει αλλά γιατί συνέκρινε τις υπογραφές επί αυτών με τις υπογραφές επί άλλων εγγράφων που έχει στην κατοχή της. Είναι, βεβαίως, γεγονός πως η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα και της υπογραφής ορισμένου προσώπου δεν απαιτεί πάντοτε τη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα. «Η γνησιότητα του γραφικού χαρακτήρα ή της υπογραφής μπορεί να αποδειχθεί και με την μαρτυρία προσώπου το οποίο έχει καλή γνώση των συγκεκριμένων στοιχείων, γνωρίζει το συγκεκριμένο γραφικό χαρακτήρα ή την υπογραφή μέσω επαφής που είχε με εύλογο αριθμό εγγράφων με την γραφή ή την υπογραφή, ανάλογα με την περίπτωση, του συγκεκριμένου προσώπου» (Μακαρίου ν. Τσιμεντοποιϊας Βασιλικού
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ 398, 406). Όμως, εν προκειμένω η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2), η οποία δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των υπογραφών επί των επίδικων επιταγών και η οποία δεν εδήλωσε εμπειρογνώμων γραφολόγος, δεν εδήλωσε να έχει καλή γνώση της υπογραφής του κατηγορουμένου αρ.
- Κατ' αρχάς η μάρτυρας αυτή δεν εδήλωσε να γνωρίζει προσωπικώς τον κατηγορούμενο αρ.
- Περαιτέρω, αυτή δεν παρουσίασε και ούτε, καν, κατωνόμασε τα έγγραφα τα οποία φέρουν την υπογραφή του κατηγορουμένου αρ. 2, τα οποία έχει στην κατοχή της και τα οποία συνέκρινε με τις επίδικες επιταγές. Τα μόνα τέτοια έγγραφα, στα οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας, είναι το έγγραφο με την κοινοποίηση της απόφασης της «Tommic» όπως ο κατηγορούμενος αρ. 2 χρησιμοποιεί, εξ ονόματός της, την Υπηρεσία Direct Banking (τεκμήριο 18) καθώς και την αίτηση που η «Tommic» υπέβαλε σχετικώς στην «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» (τεκμήριο 17). Όμως, ούτε τα έγγραφα αυτά υπεγράφησαν ενώπιόν της. Ούτε καν παρελήφθηκαν από αυτήν. Συνεπώς, δεν υπάρχει η απαιτούμενη βεβαιότητα πως τα τεκμήρια 17 και 18, τα οποία είναι και τα μόνα που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αποδεικτικά της υπογραφής του κατηγορουμένου αρ. 2, πράγματι, υπεγράφησαν από αυτόν. Με άλλα λόγια, η Σταυρούλα Γιακουμή Χατζηπιέρου (Μ.Κ.2), η οποία δεν εδήλωσε να γνωρίζει προσωπικώς τον κατηγορούμενο αρ. 2, η οποία δεν εδήλωσε να ήταν παρούσα κατά την υπογραφή οιουδήποτε εγγράφου από τον κατηγορούμενο αρ. 2, και η οποία δεν παρουσίασε και ούτε καν κατωνόμασε ένα εύλογο αριθμό εγγράφων υπογεγραμμένων από τον κατηγορούμενο αρ. 2, που θα της χρησίμευαν για τη σύγκριση των υπογραφών, δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη όταν δηλώνει πως οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών ανήκουν στον κατηγορούμενο αρ.
- Το κενό όσον αφορά στην πατρότητα της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών δημιουργεί κενό και όσον αφορά στην έκδοσή τους. Εν πάση περιπτώσει η απουσία βεβαιότητας όσον αφορά στο ποίος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές απαλλάσσει τον κατηγορούμενο αρ. 2 από τη μομφή της συνέργειας στην έκδοσή τους, δια της υπογραφής. Αβεβαιότητα υπάρχει και όσον αφορά στην ταυτότητα του προσώπου το οποίο ανεκάλεσε τις επίδικες επιταγές. Ο ισχυρισμός της παραπονουμένης πως στην ανάκληση προέβηκε ο κατηγορούμενος αρ. 2 βασίζεται στην υπόθεση πως αυτός έδωσε, μέσω του διαδικτύου, την εντολή ανάκλησής τους γιατί μόνον αυτός είχε τον απαιτούμενο κωδικό αριθμό. Όμως, ουδείς μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε πως ο κωδικός αυτός δόθηκε, πράγματι, στον κατηγορούμενο αρ. 2 προσωπικώς. Οι μάρτυρες κατηγορίας συμπεραίνουν πως η επίδικη ανάκληση έγινε από τον κατηγορούμενο αρ. 2 όχι γιατί αυτός επεκοινώνησε μαζί τους σχετικώς αλλά γιατί αυτόν κατωνομάζουν, ως δικαιούχο των απαιτούμενων κωδικών, τα τεκμήρια 17 και
- Τέτοιο συμπέρασμα είναι επισφαλές. Άλλωστε, όταν υπεβλήθηκε στον Ανδρέα Δαμιανού (Μ.Κ.6), πως ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν προέβηκε στην επίδικη ανάκληση, αυτός δεν το απέκλεισε. Ο Ανδρέας Δαμιανού (Μ.Κ.6) απήντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο κωδικός που απαιτείτο για να δοθεί η επίδικη εντολή ανάκλησης χρησιμοποιήθηκε, πράγματι, από το δικαιούχο συνδρομητή. Από την αβεβαιότητα και τις αμφιβολίες που εντοπίζονται και καταγράφονται πιο πάνω ευεργετείται ο κατηγορούμενος αρ. 2 [Hodfield ν. Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ 414, 424 επ]. Η αβεβαιότητα και οι αμφιβολίες εν σχέσει με την πατρότητα της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών καθώς και εν σχέσει με την ταυτότητα του προσώπου που ανεκάλεσε αυτές, αφορούν σε συστατικά της αξιόποινης συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αρ. 2. Άρα, αυτές εκθεμελιώνουν την ποινική του ευθύνη. Σημειώνω ότι «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες κι αν είναι αυτές. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη» (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, 365-6). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπόθεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται σε όση έκταση αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ)........................................... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο