← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικόλας Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 14891/08, 15 Ιανουαρίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικόλας Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης: 14891/08, 15 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14891/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Νικόλας Αχιλλέως 15 Ιανουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: κος Α. Ενταφιανός ----------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Την 09.08.2007 ο Βαλεντίνος Κώστα (στη συνέχεια ο παραπονούμενος) μετέβη στο γυμναστήριο OXYGEN στη Λευκωσία με σκοπό να γυμναστεί. Κατά τον ίδιο χρόνο στο γυμναστήριο βρίσκετο και ο Νικόλας Αχιλλέως (στη συνέχεια ο κατηγορούμενος). Περαιτέρω, αποτελεί κοινό τόπο ότι οι δύο άντρες συναντήθηκαν εντός του γυμναστηρίου και ενώ σε μια από τις συναντήσεις τους συζήτησαν, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν ο παραπονούμενος κτυπήθηκε στην κάτω γνάθο. Πόσες ακριβώς φορές συναντήθηκαν, τι διεμείφθει μεταξύ των δύο στις διάφορες συναντήσεις και πώς ο παραπονούμενος κτυπήθηκε στην τελευταία συνάντησή τους, τελεί εν αμφιβόλω και ως εκ τούτου σε αυτά θα αναφερθώ στη συνέχεια. Για την ώρα ό,τι έχει σημασία είναι πως μετά το τελευταίο συναπάντημα των δύο στο γυμναστήριο OXYGEN την 09.08.2007, ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά την κάτω γνάθο, ενώ στη συνέχεια εναντίον του κατηγορουμένου προσάχθηκε η επίδικη κατηγορία. Αντικείμενο της παρούσης αποτελεί εν προκειμένω η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τούτη αφορά αδίκημα βαριάς σωματικής βλάβης δυνάμει του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες. Τούτοι είναι· η γυναίκα αστ. 1911 Χρ. Ξερού (στη συνέχεια ΜΚ1), ο παραπονούμενος (Βαλεντίνος Κώστα - ΜΚ2), ο Χαρίλαος Κώστα (στη συνέχεια ΜΚ3) και ο Δρ. Γιώργος Παντέλας (στη συνέχεια ΜΚ4). Περαιτέρω, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε «υιοθετώ την κατάθεσή μου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο» και στη συνέχεια κάλεσε και δύο μάρτυρες. Ως μάρτυρες υπεράσπισης κλήθηκαν ο Μάριος Κούτσιης (στη συνέχεια ΜΥ1) και ο Άρης Χ'' Παναγή (στη συνέχεια ΜΥ2). Περιγραμματικά η μαρτυρία έχει ως ακολούθως· Η ΜΚ1 ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης μετά από καταγγελία που υπέβαλε ο παραπονούμενος και έλαβε διάφορες καταθέσεις. Ο ΜΚ3 είναι ο πατέρας του παραπονουμένου και το πρόσωπο που παρέλαβε τούτον από το γυμναστήριο μετά τον τραυματισμό του. Στη συνέχεια τον μετέφερε, πρώτα στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού για καταγγελία, και εν συνεχεία στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο ΜΚ4, ιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ειδικότητα γναθοπροσωποχειρουργού, την 09.08.2007 εξέτασε τον παραπονούμενο και στη συνέχεια, την 10.08.2007, τον υπέβαλε σε εγχείρηση. Την 09.08.2007, δηλαδή την επίδικη ημερομηνία, τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2 ευρίσκοντο, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, στο γυμναστήριο OXYGEN. Η μαρτυρία τους δεν αφορά αυτό καθεαυτό το επεισόδιο, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο τραυματίστηκε ο παραπονούμενος, αλλά ό,τι προηγήθηκε όπως και ό,τι ακολούθησε τούτου. Θέση και των δύο ήταν πως πριν το επεισόδιο οι δύο άντρες διαπληκτίστηκαν και με παρέμβαση τόσο των ιδίων όσο και τρίτων, επανέφεραν τα πράγματα σε τάξη. Αργότερα, τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2 άκουσαν θόρυβο και είδαν τα δυο πρόσωπα πιασμένα και πεσμένα στο έδαφος παρά την είσοδο του γυμναστηρίου. Επενέβησαν εκ νέου να τους χωρίσουν για να διαπιστώσουν ότι ο παραπονούμενος είχε τραυματιστεί. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκετο στο γυμναστήριο. Προσεγγίστηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος και του έκαμε παρατήρηση αναφορικά με τη συμπεριφορά του έναντι άλλων πελατών, παρατήρηση που ο παραπονούμενος δεν απεδέχθη, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να του επιτεθεί φραστικά και να τον προκαλέσει σε μονομαχία. Επενέβησαν τότε τρίτα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων οι ΜΥ1 και ΜΥ2, και το επεισόδιο έληξε εκεί. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος προσέγγισε διάφορους από τους θαμώνες του γυμναστηρίου, μεταξύ των οποίων είναι και ο ΜΥ1, και τους ρώτησε εάν είχαν οιονδήποτε πρόβλημα μαζί του, ως η παρατήρηση του κατηγορουμένου, και έλαβε διάφορες απαντήσεις. Μετά από αυτό συνέχισε να γυμνάζεται ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο είδε τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται προς το μέρος του. Όταν ο κατηγορούμενος τον πλησίασε, έσκυψε, ως εάν να έδενε το κορδόνι του παπουτσιού του, και αμέσως μετά ανασήκωσε τον κορμό του προς τα πάνω και τον κτύπησε με γροθιά στο πηγούνι. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να αντιδράσει εφόσον οι θαμώνες του γυμναστηρίου επενέβησαν εκ νέου και τους σταμάτησαν. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας του κατηγορουμένου ήταν ο τραυματισμός του, εφόσον, σύμφωνα με τον ίδιο, αφότου τους χώρισαν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε την κάτω γνάθο του μοιρασμένη και αίματα να αναβλύζουν από την πληγή εντός του στόματός του. Την ίδια ημέρα μετέβη στην αστυνομία και κατήγγειλε το συμβάν ενώ αργότερα εισήχθη στο νοσοκομείο για περίθαλψη. Εφόσον με την ανώμοτη δήλωσή του ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, παρεμβάλλω εδώ την ουσία όλων όσων εκεί αναφέρονται. Σύμφωνα λοιπόν με την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος (βλ. τεκμήριο. 2) κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκετο στο γυμναστήριο OXYGEN. Εκεί είδε τον παραπονούμενο και τον προσέγγισε για να τον ρωτήσει, κατά πόσο ηρέμησε (you calm down my firend), ένεκα συζήτησης που προηγήθηκε μεταξύ τους σε χρόνο άλλο από τον επίδικο. Ο παραπονούμενος όμως τον εξύβρισε και ο κατηγορούμενος απεχώρησε για να βρει χώρο να γυμναστεί. Οι δύο τους συναπαντήθηκαν εκ νέου μετά από λίγο και ξανασυζήτησαν με έντονο ύφος. Αποτέλεσμα της δεύτερης συζήτησης που είχαν ήταν ο κατηγορούμενος να αποχωρήσει εκ νέου, με πρόθεση να φύγει και από το γυμναστήριο οριστικά. Προτού όμως φύγει κάθισε για λίγο στο μπαρ του γυμναστηρίου να ηρεμήσει, ενώ άλλοι πήραν τον παραπονούμενο για να ηρεμήσουν και εκείνον. Στη συνέχεια αποφάσισε να φύγει και ενόσω κατευθύνετο προς την έξοδο του γυμναστηρίου, ο παραπονούμενος, ο οποίος χρησιμοποιούσε μηχάνημα δίπλα από την έξοδο, κατευθύνθηκε προς το μέρος του, τον ύβρισε, τον άρπαξε από το λαιμό και τον έσπρωξε προς τα πίσω. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να μην πέσει κάτω άρπαξε τον παραπονούμενο από τη φανέλα και οι δύο τους βρέθηκαν στο έδαφος, με τον παραπονούμενο να βρίσκεται από πάνω. Όταν μετά επενέβησαν άλλα πρόσωπα και τους χώρισαν είδε αίματα στο πρόσωπο του παραπονουμένου. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιόρισαν τις αγορεύσεις τους σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας που, κατά την άποψή τους, υποστηρίζουν ότι αξιόπιστη είναι η μαρτυρία που οι ίδιοι προσκόμισαν. Ο μεν κος Ενταφιανός ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια, ότι το τεκμήριο 5, δήλωση που ο παραπονούμενος ετοίμασε αφότου έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, είναι εμβολιασμένο με υστεροβουλία και αναλήθεια, καθώς ότι η μαρτυρία του παραπονουμένου συγκρούεται με τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, η οποία είναι αξιόπιστη. Στον αντίποδα η κα Μιχαήλ εισηγήθηκε ότι αξιόπιστη είναι η μαρτυρία του παραπονουμένου και όχι των ΜΥ1 και ΜΥ
  2. Κάλεσε συνεπώς το Δικαστήριο να εδράσει τις όποιες διαπιστώσεις του στη μαρτυρία τούτου. Όπως δυνατό να έχει ήδη διαφανεί στα επίδικα θέματα συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κτύπησε, και έτσι τραυμάτισε, τον παραπονούμενο, αλλά και ό,τι προηγήθηκε της συμπλοκής. Συγκεκριμένα, σε πόσες περιπτώσεις συναντήθηκαν οι δυο άνδρες την 09.08.2007 και τι συζήτησαν σε αυτές; Ποιος επιτέθηκε και πότε; Περαιτέρω, επίδικος καθίσταται και ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι όταν οι δυο τους, κατηγορούμενος και παραπονούμενος, πιάστηκαν στα χέρια, έπεσαν στο έδαφος, καθώς ότι από αυτή των πτώση είναι που τραυματίστηκε ο παραπονούμενος, δηλαδή κτυπώντας είτε στο έδαφος είτε σε κάποιο μηχάνημα. Είναι συνεπώς στη βάση αυτών των ερωτημάτων που πιο κάτω προβαίνω σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου είχα πάντα κατά νου ότι ο χαρακτήρας τέτοιας δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά δύναται να επεξηγήσει αποδεδειγμένα μόνο γεγονότα (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97). Οι ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ4 μου άφησαν θετικές εντυπώσεις. Σημειώνω εν πρώτοις πως η μαρτυρία τους δεν αφορά τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, αυτοί οι μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν για όλα όσα ανέφεραν. Η δε μαρτυρία τους στο Δικαστήριο ήτο σταθερή, χωρίς περιστροφές και αντιφάσεις και δεν συγκρούεται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Αναφορικά με το ΜΚ4 αξίζει να λεχθεί περαιτέρω ότι δεν αμφισβητήθηκε η εμπειρογνωμοσύνη του όπως ούτε οι διαπιστώσεις του. Κατά τα λοιπά ο μάρτυρας ήτο επεξηγηματικός τόσο για τις παρατηρήσεις όσο και τις ενέργειές του. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ4 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και την υιοθετώ πλήρως. Τη μαρτυρία τόσο του παραπονουμένου όσο και των ΜΥ1 και ΜΥ2 κρίνω ευχερέστερο να σχολιάσω σωρευτικά. Εκ προοιμίου αναφέρω ότι και οι τρείς μου έκαναν καλή εντύπωση και δη ότι επρόκειτο για μάρτυρες της αλήθειας. Αυτό όμως ας μην εκληφθεί πως τη μαρτυρία τους είτε την αποδέχομαι στην ολότητα της είτε την απορρίπτω συλλήβδην. Το σκεπτικό αυτής της κατάληξης θα προσπαθήσω, πιο κάτω, να τεκμηριώσω με αναφορά σε ιδιαίτερα σημεία της μαρτυρίας. Για την ώρα αρκούμαι να αναφέρω ότι η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 υποστηρίζει ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παραπονουμένου, δηλαδή εκείνο που αφορά το αντικείμενο της πρώτης συζήτησης που είχαν παραπονούμενος και κατηγορούμενος, καθώς ότι οι συναντήσεις ήταν δυο μόνο, δηλαδή μια όταν ο παραπονούμενος τραυματίστηκε και μια που προηγήθηκε του εν λόγω επεισοδίου. Παρεμβάλλω εδώ ότι η κατηγορούσα αρχή αμφισβήτησε την ακεραιότητα των ΜΥ1 και ΜΥ2 επειδή σχετίζονται με τον κατηγορούμενο. Κρίνω πως τέτοια θέση αποτελεί δογματισμό που δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Δεν μπορεί μάρτυρας να θεωρηθεί εκ προοιμίου αναξιόπιστος για μόνο λόγο ότι σχετίζεται με κάποιο εκ των εμπλεκομένων. Φυσικά τέτοια σχέση αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο όμως συναποτιμάται με το σύνολο της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα και ιδιαίτερα την ετοιμότητά του να απαντήσει και να σχολιάσει θέματα που είτε βοηθούν είτε πλήττουν τα συμφέροντα του προσώπου που γνωρίζει. Στη δοσμένη περίπτωση οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν γνωρίζουν μόνο τον κατηγορούμενο, γνωρίζουν και τον παραπονούμενο. Περαιτέρω, η αντεξέταση της οποίας έτυχαν δεν ανέδειξε οιανδήποτε μεροληπτική προδιάθεση, εξ' ου και μέρος της μαρτυρίας τους υποστηρίζει τη μαρτυρία του παραπονουμένου. Αυτή η ακεραιτότητα τους σε συνδυασμό με το σύνολο της παρουσίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου και την αντικειμενική υπόσταση της μαρτυρίας τους, είναι όλα όσα μου άφησαν θετικές για τους ΜΥ1 και ΜΥ2 εντυπώσεις. Για τη μαρτυρία του παραπονουμένου σημειώνω οτι η αντεξέταση, παρότι εξονυχιστική, δεν ανέδειξε οιεσδήποτε αντιφάσεις. Περαιτέρω, ήτο πλούσια σε λεπτομέρειες και χαρακτηρίζετο από σαφήνεια και σταθερότητα. Για αυτή τη μαρτυρία η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως είναι υστερόβουλη, καθ' ότι το τεκμήριο 5, δήλωση που υιοθετήθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παραπονουμένου, ετοιμάστηκε μετά πάροδω μεγάλου χρονικού διαστήματος από το συμβάν, και αρκετές από τις εκεί αναφορές δεν συμπεριλήφθηκαν στην κατάθεση που ο παραπονούμενος έδωσε στην αστυνομία (βλ. τεκμήριο 4). Ούτε και αυτή την άποψη συμμερίζομαι. Δεν νοείται απόρριψη μαρτυρίας δίχως συνεκτίμηση όλων όσων πιο πάνω ανέφερα ότι με καθοδήγησαν στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Θέσεις, ως αυτή της υπεράσπισης, θέτουν άτεγκτο κανόνα που δεν βοηθά στην απονομή της δικαιοσύνης άλλα αποστερεί το Δικαστήριο ευχέρειας συνεκτίμησης του συνόλου του μαρτυρικού υλικού προς εξακρίβωση της αλήθειας. Δεν παρορώ όμως ότι κάποια σημεία της μαρτυρίας του παραπονουμένου διίστανται άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας. Παρόλα αυτά, ευθαρσώς δηλώνω ότι δεν θεωρώ πως ο μάρτυρας είχε πρόθεση να ψευσθεί εφόσον δεν διεφάνη κάτι τέτοιο από το σύνολο της μαρτυρίας του, η δε μαρτυρία του δεν είναι διαμετρικά αντίθετη της μαρτυρίας των υπόλοιπων μαρτύρων και τέλος, τα σημεία στα οποία αντίκεινται σε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία δεν κρίνονται καταλυτικής σημασίας για την αξιοπιστία του. Τα σημεία που απορρίπτω είναι τα ακόλουθα· Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 προκύπτει ότι στην πρώτη συνάντηση των δυο εμπλεκομένων ο παραπονούμενος εξύβρισε και εκείνος τον κατηγορούμενο. Αφετέρου, αναφορικά με ό, τι ακολούθησε της συμπλοκής και ιδιαίτερα της αντίδρασης των ΜΥ1 και ΜΥ2, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του παραπονουμένου εδράζεται, ως επί το πλείστον, σε εικασία και όχι πραγματικά γεγονότα. Συγκεκριμένα, η θέση του ότι αμέσως μετά την επίθεση οι μάρτυρες υπεράσπισης όρμησαν και τον συγκράτησαν, ως να γνώριζαν για την επίθεση εκ των προτέρων, δεν λέχθηκε ως γεγονός αλλά ως συμπέρασμα του μάρτυρα. Το εν λόγω όμως συμπέρασμα δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε γεγονότα, ως εκ τούτου δεν το αποδέχομαι. Το γεγονός όμως ότι ο μάρτυρας προέβη σε τούτη την εικασία δεν αλλοιώνει τη φιλαλήθεια όπως ούτε την αξιοπιστία του, εφόσον το σύνολο της μαρτυρίας του, πλούσιο σε λεπτομέριες και απαλλαγμένο αντιφάσεων, δεν δικαιολογεί άλλο συμπέρασμα. Μια αναπόδεικτη ή έστω εσφαλμένη εκτίμηση, δεν τον καθιστά αναξιόπιστο. Αυτά εν ολίγοις είναι τα σημεία της μαρτυρίας του παραπονουμένου που πιο πάνω ανέφερα ότι δεν αποδέχομαι. Επανέρχομαι όμως στην προειρημένη αναφορά μου ότι μέρος της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 υποστηρίζει τη μαρτυρία του παραπονουμένου. Περί του λόγου το ασφαλές αναφέρω τα ακόλουθα· Η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 εν σχέσει με ό,τι έλαβε χώρα πριν τη συμπλοκή, όχι μόνο υποστηρίζει, εν μέρει, τη μαρτυρία του παραπονουμένου, αλλά απορρίπτει και εκείνη του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα ο ΜΥ2 ανέφερε στη μαρτυρία του (βλ. τεκμήριο 8) ότι άκουσε τους δυο, κατηγορούμενο και παραπονούμενο, να συζητούν για παράπονο που είχαν άλλοι πελάτες με τον παραπονούμενο. Ανάλογα όμως ανέφερε και ο παραπονούμενος στη μαρτυρία του (βλ. τεκμήρια 4 και 5), δηλαδή ότι την πρώτη φορά που συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο αντικείμενο συζήτησης ήταν παρατήρηση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο για τη συμπεριφορά του έναντι άλλων πελατών του γυμναστηρίου και συγκεκριμένα αλλοδαπών. Για λογομαχία, χωρίς όμως αναφορά στο περιεχόμενο τούτης, λόγο έκανε και ο ΜΥ1 (βλ. τεκμήριο 7 όπου αναφέρεται· ¨είδα δυο πελάτες μου ..... να λογομαχούν¨). Προκύπτει συνεπώς ότι η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν υποστηρίζει τη θέση του κατηγορουμένου στο τεκμήριο 2, δηλαδή ότι προσέγγισε τον παραπονούμενο και τον ρώτησε ¨you calm down my friend¨. Όπως φαίνεται από όσα προανέφερα, εν πρώτοις η συζήτηση μεταξύ των δυο δεν ήτο σε ήπιους τόνους και περαιτέρω, αντικείμενο τούτης ήταν η παρατήρηση του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο για τη συμπεριφορά του έναντι τρίτων και σίγουρα όχι το ενδιαφέρον του κατηγορουμένου για τη ψυχική κατάσταση και ηρεμία του παραπονουμένου. Παρόλα αυτά, δεν παραγνωρίζω, όπως έχω προαναφέρει ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν υποστηρίζουν πλήρως ούτε τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε ότι λέχθησαν στην πρώτη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο παραπονούμενος στην πρώτη συνάντηση που είχαν λογομάχησαν και αντάλλαξαν χαρακτηρισμούς, εφόσον ο παραπονούμενος δεν αποδέχθη την παρατήρηση που του έκανε ο κατηγορούμενος. Επί του προκειμένου ο μεν ΜΥ1 είπε στο Δικαστήριο ότι ο παραπονουμένος χρησιμοποίησε για τον κατηγορούμενο τις φράσεις ¨mother fucker¨ και ¨you don´t know who I am¨, διευκρινίζοντας όμως ότι μεταξύ των δυο ειπώθηκαν πολύ περισσότερα καθώς ότι δεν ήταν σίγουρος πότε ακριβώς ειπώθηκαν, δηλαδή πριν ή μετά το επεισόδιο από το οποίο ο παραπονούμενος εξήλθε τραυματισμένος. Ανάλογη ήταν και η θέση του ΜΥ2 με περισσότερη όμως ακρίβεια. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι όταν ο κατηγορούμενος έκανε παρατήρηση στον παραπονούμενο, ο τελευταίος του είπε ¨Do yoυ know who I am¨ και περαιτέρω, ότι και οι δυο φώναζαν έντονα. Αυτή λοιπόν η θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν υποστηρίζει ούτε τον ισχυρισμό του παραρπονούμενου πως εκείνος δεν εξύβρισε τον κατηγορούμενο, όπως ούτε τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στο τεκμήριο 2, δηλαδή ότι ο παραπονούμενος τον εξύβριζε για τη σύζυγό του, εφόσον κανείς εκ των μαρτύρων έκανε λόγο για κάτι τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 υποστηρίζει τη μαρτυρία του παραπονουμένου σε άλλο ένα κρίσιμο ερώτημα. Και οι τρείς αυτοί μάρτυρες διαχωρίζουν την επίδικη ημερομηνία σε δυο χρόνους. Ως πρώτος καθορίζεται η συνάντηση που ο κατηγορούμενος είχε με τον παραπονούμενο, οτε και λογομάχησαν αλλά αποφεύχθηκε ο κίνδυνος ένεκα παρέμβασης των ΜΥ1 και ΜΥ2. Δεύτερη χρονική συγκυρία χαρακτηρίζεται η στιγμή που οι δυο άντρες πιάστηκαν στα χέρια, με επακόλουθο τον τραυματισμό του παραπονουμένου. Αντίθετη όμως είναι η θέση του κατηγορουμένου ο οποίος στο τεκμήριο 2 αναφέρει πως προσέγγισε τον παραπονούμενο για να τον ρωτήσει ¨you calm down my friend¨. Όταν τότε ο παραπονούμενος του μίλησε έντονα, απεχώρησε από το μέρος. Δεύτερη, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, συνάντηση, είχαν οι δυο τους όταν ο παραπονούμενος προσποιούμενος ότι επρόκειτο για λάθος, τον έσπρωξε, και τότε λογομάχησαν. Αυτή δε η συνάντηση έληξε κατόπιν παρέμβασης άλλων θαμώνων. Τότε ήταν μάλιστα που ο κατηγορούμενος απεφάσισε να φύγει από το γυμναστήριο. Το δε επίδικο επεισόδιο, τρίτο στη σειρά, διαδραματίστηκε ενόσω έφευγε από το γυμναστήριο όταν τον προσέγγισε ο παραπονούμενος και του επιτέθηκε. Ούτε και αυτή τη φορά η μαρτυρία υποστηρίζει τη θέση του κατηγορουμένου. Ουδείς εκ των μαρτύρων, ούτε ακόμη αυτοί της υπεράσπισης, κάνει λόγο για τρία επεισόδια. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος συναρτά κάθε μια από αυτές τις χρονικές στιγμές με συγκεκριμένες στιχομυθίες ή ενέργειες, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ως διαδραματιζόμενες, καταδικάζοντας έτσι αυτή την πτυχή της υπεράσπισης σε απόρριψη Το ουσιώδες βέβαια της μερικής υποστήριξης που τυγχάνει η μαρτυρία του παραπονουμένου από τους μάρτυρες υπεράσπισης, δεν είναι αυτό καθεαυτό το αντικείμενο της συζήτησης μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, όπως ούτε ο χρονικός προσδιορισμός των γεγονότων της επίδικης ημερομηνίας. Ουσιώδες καθίστανται εν προκειμένω τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν από τα δυο προαναφερόμενα γεγονότα όταν αναλογιστεί κανείς ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε τούτα στην κατάθεση του (βλ. τεκμήριο 2) και έδωσε εκδοχή άλλη, η οποία όμως δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην αξιόπιστη μαρτυρία. Καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η υπεράσπιση του κατηγορουμένου εδράστηκε επί των όσων αναφέρονται στην κατάθεσή του. Προκύπτει περαιτέρω ότι το περιεχόμενο της κατάθεσής του ξετυλίγει μια σειρά γεγονότων αλληλένδετων μεταξύ τους. Σύμφωνα με αυτά, ο λόγος που προσέγγισε τον παραπονούμενο ήταν για να τον ρωτήσει εάν ηρέμησε. Ο παραπονούμενος όμως τον έδιωξε κακήν κακώς και στη συνέχεια, δηλαδή μετά πάροδω κάποιου χρονικού διαστήματος τον προκάλεσε με κάποια κίνηση στην οποία προέβη και τότε άρχισαν να λογομαχούν. Πως όμως είναι δυνατό να μην γίνεται σε αυτή την κατάθεση καμία αναφορά περί παρατηρήσεως που ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον παραπονούμενο, τη στιγμή που τούτην άκουσε τόσο ο ΜΥ2 όσο και ο παραπονούμενος. Η θέση βέβαια του κατηγορουμένου ότι ρώτησε τον παραπονούμενο ¨you calm down my friend¨, δεν μπορεί να υπαχθεί κάτω από οιανδήποτε παρατήρηση, εφόσον λεκτικά δεν συνάδει με παρατήρηση, και ούτε συνάδει με την παρατήρηση που ο ΜΥ2 άκουσε. Περαιτέρω, ο ΜΥ2 συνδιάζει την παρατήρηση με έντονη λογομαχία που ακολούθησε, ότε και επενέβη προς αποφυγή οιονδήποτε δυσάρεστων, ενώ ο κατηγορούμενος με αποχώρηση του από το μέρος. Η δε μεταγενέστερη, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, συνάντηση με τον παραπονούμενο, ουδεμία σχέση είχε με παρατήρηση. Απορίας άξιον είναι όμως και αυτή καθεαυτή η αναφορά του κατηγορουμένου σε δεύτερη συνάντηση η οποία προηγήθηκε της συμπλοκής. Τέτοια θέση, αλληλένδετη με τα προαναφερόμενα στην κατάθεση του κατηγορουμένου, τα οποία, ως εχω ήδη υποδείξει, δεν βρίσκουν απήχηση στη μαρτυρία, δεν μπορεί να επιτύχει αυτοτελώς. Ο ΜΥ2, με τη μαρτυρία του οποίου ταυτίζεται επι του προκειμένου και η μαρτυρία του παραπονουμένου, ήταν ξεκάθαρος ότι οι παρευρισκόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, απεσώβησαν τον κίνδυνο που προέκυψε από τη λογομαχία των δυο, μια μόνο φορά. Κατ' εκείνο το χρόνο αντικείμενο συζήτησης ήταν η παρατήρηση και όχι άλλο. Δεύτερη λογομαχία, αξία παρατήρησης και σχολιασμού, δεν αναφέρθηκε. Κατά συνέπεια, όλα τα πιο πάνω απορρίπτουν τις σχετικές θέσεις του κατηγορουμένου που αναφέρονται στο τεκμήριο 2, ενώ ως ορθές και αληθείς, με μικροδιαφορές έστω, αναδεικνύουν τις θέσεις του παραπονουμένου. Στρέφομαι τώρα στο κρίσιμο επεισόδιο. Θέση της υπεράσπισης ήτο ότι ο παραπονούμενος είναι εκείνος που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και πως ο τελευταίος, στην προσπάθεια του να κρατηθεί, τον άρπαξε από τη φανέλα και έπεσαν και οι δυο στο έδαφος. Ο τραυματισμός εν προκειμένω του παραπονουμένου προέκυψε, σύμφωνα με την υπεράσπιση, από πτώση είτε στο έδαφος είτε σε κάποιο όργανο γυμναστικής. Επαναλαμβάνω κατ' αρχάς ότι αυτή η γραμμή της υπεράσπισης αποτελεί μέρος όλων όσων ο κατηγορούμενος αναφέρει στο τεκμήριο 2 ότι συνιστούν τα επίδικα γεγονότα. Η απόρριψη των θέσεων που πιο πάνω παρέθεσα αφήνει και αυτή τη θέση μετέωρη, εφόσον η ισχυριζόμενη αποχώρηση του κατηγορουμένου από το γυμναστήριο με τον τρόπο που περιγράφεται στο τεκμήριο 2, δεν εκλογικεύεται μέσα από τις θέσεις του παραπονουμένου. Εν πάση όμως περιτώσει, ο παραπονούμενος ήτο κάθετος, σαφής και επεξηγηματικός ότι, αφενός μεν δεν έπεσε στο έδαφος, αφετέρου δε δεν κτύπησε με τρόπο άλλο από εκείνο που ανέφερε, δηλαδή με γροθιά που δέχθηκε στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο. Εισηγήθηκε η υπεράσπιση πως η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 και δη ότι κατηγορούμενος και παραπονούμενος βρέθηκαν την ώρα του επίδικου επεισοδίου στο έδαφος, διίσταται από εκείνη του παραπονουμένου, εφόσον ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι δεν έπεσαν στο έδαφος. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εξαρχής πως η όποια απάντηση εμμέσως μόνο ελέγχει τη μαρτυρία και ιδιαίτερα του παραπονουμένου εφόσον, δεν υπέχει ιδιαίτερης σημασίας κατά πόσο οι δυο τους έπεσαν στο έδαφος, όταν ο παραπονουμένος ήτο σαφής ότι ο τραυματισμός του προκλήθηκε από γροθιά που του κατάφερε ο κατηγορούμενος και όχι από κτύπημα στο έδαφος ή σε μηχάνημα γυμναστικής ή άλλως πως. Εν πάση όμως περιπτώσει, εξέτασα και αυτή την εισήγηση της υπεράσπισης. Ο μεν ΜΥ1 ανέφερε ότι ¨... είδα τους δυο πελάτες μου στο έδαφος κρατημένοι ο ένας από τα χέρια του άλλου. Αν κατάλαβα καλά πιάστηκαν και έπεσαν στο έδαφος¨ (βλ. τεκμήριο 7), για να διευκρινίσει όμως στο στάδιο αντεξέτασης ότι δεν ενθυμείτο με λεπτομέρεια πως ήταν όταν τους πρωτοείδε, ότι δεν ήταν ξαπλωμένοι στο έδαφος και ότι, πιθανόν ο ένας εκ των δυο, σύμφωνα με το μάρτυρα ο κατηγορούμενος, ήταν γονατιστός και ο άλλος ήταν από πάνω του. Ο δε ΜΥ2 ανέφερε ότι ¨.. άκουσα φασαρία σαν καβγά, τότε γύρισα να δω τι έγινε στην είσοδο του γυμναστηρίου και είδα τον Βαλεντίνο και τον Νικόλα να βρίσκονται στο έδαφος...¨ (βλ. τεκμήριο 8), για να αναφέρει όμως πως δεν ήταν εις θέση να δώσει λεπτομέρειες ενώ, όπως ο ίδιος αντιλήφθηκε τη σκηνή, ήταν τέσσερα πρόσωπα ¨τουλούμι¨, δεν μπορούσε όμως να πει ποιος ήταν χάμω, ποιος πάνω και ποιος πιο πάνω. Επρόκειτο, σύμφωνα με το μάρτυρα, για κλάσματα δευτερολέπτου. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν ότι και οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης δεν ήτο βέβαιοι ως προς το ποιος έπεσε στο έδαφος. Εκτενέστερη όμως περιγραφή, έστω και με κάποια αβεβαιότητα, δόθηκε από το ΜΥ1 και από αυτήν προκύπτει πως ο παραπονούμενος ουδέποτε έγινε αντιληπτός να βρίσκεται στο έδαφος, δηλαδή ξαπλωμένος. Κρίνω συνεπώς ότι όλα τα πιο πάνω δεν μπορεί να ειπωθεί ότι διαφέρουν από τη θέση του παραπονουμένου, δηλαδή ότι δεν έπεσε στο έδαφος. Ας σημειωθεί όμως εκ νέου πως οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν ήτο απολύτως βέβαιοι για όσα συνέβησαν κατ΄ εκείνο το χρόνο σε αντίθεση από τον παραπονούμενο που έζησε ολόκληρο το επεισόδιο και απτή απόδειξη τούτου είναι τόσο η συγκεκριμένη όσο και η συνολική του μαρτυρία η οποία είναι πλούσια σε λεπτομέρεις. Ως εκ των πιο πάνω ούτε αυτή τη θέση της υπεράσπισης αποδέχομαι. Δυνάμει λοιπόν της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι πριν το επίδικο γεγονός κατηγορούμενος και παραπονούμενος συναντήθηκαν μια μόνο φορά. Αντικείμενο συζήτησης ήταν παρατήρηση που ο κατηγορούμενος έκανε στον παραπονούμενο σε σχέση με τη συμπεριφορά του έναντι τρίτων. Όταν ο παραπονούμενος δεν απεδέχθη την παρατήρηση οι δυο τους λογομάχησαν και αλληλοϋβρίστηκαν, ενώ θαμώνες του γυμναστηρίου, μεταξύ των οποίων οι ΜΥ1 και ΜΥ2, επενέβησαν και απεσόβησαν τα χειρότερα. Μετά πάροδω κάποιου χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς το μέρος του παραπονουμένου οπόταν του κατέφερε για γροθιά στην κάτω γνάθο με τον τρόπο που ο παραπονούμενος περιέγραψε. Το κτύπημα που ο παραπονούμενος δέχθηκε στην κάτω γνάθο είχε ως αποτέλεσμα τον τεμαχισμό τούτης, ως ο ίδιος επεξήγησε ότι διαπίστωσε αμέσως μετά. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος υπέστη κάταγμα κάτω γνάθου γενείου μέσης γραμμής, σύμφωνα και με τα λεχθέντα του ιατρού Παντέλα. Η δε θεραπευτική αντιμετώπιση της οποίας έτυχε ο παραπονούμενος από τον ιατρό Παντέλα σύγκειτο σε προσωρινή ιδιαγναθική τομή προστόμιου, προσπέλαση προς γραμμές κατάγματος, τοποθέτηση δυο πλακών οστεοσύνθεσης συστήματος Stryker και συρραφή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις και συγκεκριμένα οι επιπτώσεις του γρονθοκοπήματος στον παραπονούμενο, δεν μου αφήνουν καμία αμφιβολία ότι εμπίπτουν στον ορισμό του όρου βαρία σωματική βλάβη του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. και απόφαση Christou v. The Police
(1972)2 CLR 38. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο έξω από κάθε αμφιβολία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.