← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μαρίας Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14751/08, 18 Ιανουαρίου, 2010

Δημοκρατία ν. Μαρίας Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14751/08, 18 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14751/08 Δημοκρατία ν.

  1. Μαρίας Ιωάννου
  2. Νίκης Τσιάκκα
  3. Παντελή Ιωάννου Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Ιανουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Α. Κάρνου Για την Κατηγορούμενη 2: Ο κ. Λ. Κυριακίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Λ. Κυριακίδης για Χ. Χριστοδουλίδη Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν διάφορες κατηγορίες, είτε από κοινού είτε από μόνοι τους, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί και του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Οι κατηγορίες αυτές είναι οι ακόλουθες: 1η και 6η κατηγορία: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 την 12.9.08 στη Λευκωσία, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', δηλ. 48,0943 γρ. ηρωίνης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά το χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της κατοχής των ναρκωτικών που αναφέρονται στην 1η κατηγορία με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. 2η κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α'. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχαν στην κατοχή τους 48,0943 γρ. ηρωίνης. 5η κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχαν στην κατοχή τους 48,0943 γρ. ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. 3η κατηγορία: Προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' σε άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος 3, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προμήθευσε τη Νίκη Τσιάκκα 48,0943 γρ. ηρωίνης. 4η κατηγορία: Προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' σε άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο η Κατηγορούμενη 2, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προμήθευσε τη Μαρία Ιωάννου 48,0943 γρ. ηρωίνης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς στοιχειοθέτηση των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε συνολικά τη μαρτυρία 8 μαρτύρων. Προχωρούμε στη σύνοψη της μαρτυρίας τους. Ο Αστ. 479 Σάββας Θεοδοσίου (ΜΚ1) κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ Αρχηγείου. Στις 12.9.08 και ώρα 17:30 ανέλαβε καθήκον. Πήραν οδηγίες με τον Α/Αστ.690 από τον Λοχία 4743 να εγκατασταθούν στο οδόφραγμα της οδού Λήδρας για παρακολούθηση και έρευνα υπόπτων προσώπων. Περί ώρα 18:00 βρίσκονταν στο οδόφραγμα. Περί ώρα 18:50 εξήλθαν του οδοφράγματος προς τις ελεύθερες περιοχές η Μαρία Ιωάννου (πρώην Κατηγορούμενη 1) μητέρα του Παντελή Ιωάννου (Κατηγορούμενου 3) από το Στρόβολο γνωστού στην ΥΚΑΝ μαζί με μια νεαρή που, από εξετάσεις που έγιναν αργότερα, διαφάνηκε ότι επρόκειτο για την Κυριακή Ιωάννου, εγγονή της Μαρίας Ιωάννου. Οι πιο πάνω κατευθύνθηκαν προς την οδό Λήδρας. Έχοντας υπόψη ότι προηγουμένως εξήλθαν από το οδόφραγμα ο Κατηγορούμενος 3 με τη γυναίκα του Νίκη Τσιάκκα (Κατηγορούμενη 2) και αφού υπήρχε πληροφορία στο παρελθόν ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 μετέφεραν ναρκωτικά από τα κατεχόμενα ο μάρτυς αμέσως ξεκίνησε με τον Α/Αστ.690 την παρακολούθηση. Πρόσεξαν τις δύο γυναίκες να είναι ανήσυχες και να κοιτάνε δεξιά και αριστερά και η νεαρή μιλούσε συνεχώς στο κινητό τηλέφωνο της. Περί ώρα 19:05 έφθασαν και οι δύο στην πλατεία Ελευθερίας όπου μπήκαν στο ταξί με αριθμούς εγγραφής ΤΒΑΤ
  6. Μόλις το ταξί ξεκίνησε ο ΜΚ1 έκανε σήμα στον οδηγό για να σταματήσει και του φώναξε «Αστυνομία». Όταν το ταξί σταμάτησε πήγε από τη μεριά του συνοδηγού και ο Α/Αστ.690 προς τη μεριά του οδηγού. Πριν η Μαρία Ιωάννου ανοίξει την πισινή πόρτα, πίσω από τη θέση του συνοδηγού, ο μάρτυς έβγαλε την ταυτότητα του για να της την επιδείξει. Πριν προλάβει να της την επιδείξει η Μαρία Ιωάννου άνοιξε την πόρτα, έβγαλε ένα διαφανές σακούλι από το στήθος της και το πέταξε κάτω στο δρόμο. Αφού διαπίστωσε ότι το σακούλι περιείχε μπεζ σκόνη όμοια με ηρωίνη, ο ΜΚ1 την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και επέστησε την προσοχή της στο νόμο. Αυτή απάντησε «δεν είναι δικά μου». Τότε την συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών. Επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «έδωσε μου τα ο Παντελής και η Νίκη». Ακολούθως στην παρουσία της συλληφθείσας παρέλαβε το διαφανές σακούλι με το περιεχόμενο του και κάλεσε την Κυριακή Ιωάννου να τον ακολουθήσει στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας για περαιτέρω εξετάσεις. Η Κυριακή Ιωάννου τον ακολούθησε και μαζί με τον Α/Αστ. 690 μετέφερε τις δύο γυναίκες στο κλιμάκιο Λευκωσίας έχοντας το τεκμήριο στην κατοχή του. Στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας περί ώρα 20:00 παρέδωσε το τεκμήριο και τη συλληφθείσα Μαρία Ιωάννου στην Γ/Αστ. 708 η οποία ανέλαβε για τα περαιτέρω. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ρωτήθηκε αν το εν λόγω σακούλι ήταν σχισμένο όταν το παρέλαβε. Απάντησε «νομίζω ήταν λίγο σχισμένο, δεν θυμάμαι όμως ακριβώς.» Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα στην Πλατεία Ελευθερίας τη στιγμή που ανέκοψαν το ταξί στο οποίο επέβαιναν η πρώην Κατηγορούμενη 1 και η εγγονή της απάντησε: «πιθανό, δε θυμάμαι αν υπήρχαν άλλα, εμένα η προσοχή μου ήταν στη Μαρία Ιωάννου και στον εν λόγω ταξί». Επανέλαβε ότι είδε την πρώην Κατηγορούμενη 1 να ρίχνει το εν λόγω σακούλι στο δρόμο. Ο αρχιαστυφύλακας 690 Ανδρέας Κουτσίδης (ΜΚ2) κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο ίδιο Τμήμα του Αρχηγείου στο οποίο υπηρετούσε και ο ΜΚ1, η δε ουσία της μαρτυρίας του κινήθηκε στις ίδιες γραμμές με εκείνη του ΜΚ
  7. Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να την επαναλάβουμε. Να προσθέσουμε μόνο ότι κατέθεσε πως μόλις σταμάτησε το ταξί επέδειξε τόσο στον οδηγό όσο και στην Κυριακή Ιωάννου την αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε από την τελευταία να κατέβει από το ταξί για να ερευνηθεί αφού στο μέρος θα ερχόταν γυναίκα αστυνομικός. Τότε ο ΜΚ1 του είπε ότι η Μαρία Ιωάννου πέταξε ένα σακούλι, από την αριστερή μεριά του ταξί, κάτω στο δρόμο. Διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα διαφανές σακούλι που περιείχε μπεζ ουσία που έμοιαζε με ηρωίνη. Στην παρουσία του ο ΜΚ1 τη συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και η Μαρία Ιωάννου απάντησε ότι: «Έδωσε μου τα ο Παντελής και η Νίκη». Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ρωτήθηκε και αυτός αν το εν λόγω σακούλι ήταν σχισμένο. Απάντησε: «Απ' ότι θυμάμαι ναι, νομίζω ήταν λίγο (σχισμένο) αν δεν κάνω λάθος.» Όταν του ζητήθηκε από τον κ. Κυριακίδη να περιγράψει το εν λόγω σακούλι απάντησε: «Δε μπορώ να θυμηθώ ακριβώς την περιγραφή του σακουλιού μετά από τόσο διάστημα και τόσες επιχειρήσεις που κάμνουμε.» Η Κυριακή Ιωάννου (ΜΚ3) κατέθεσε τα ακόλουθα. Μένει μαζί με τη γιαγιά της, Μαρία Ιωάννου στην Επαμεινώνδα 21, διαμ. 8, Συνοικισμό Στρόβολος 3 και κάποιες φορές μένει και ο θείος της ο Παντελής (Κατηγορούμενος 3) ο αδελφός της μητέρας της. Ο Κατηγορούμενος 3 είναι παντρεμένος με τη Νίκη Τσιάκκα (Κατηγορούμενη 2) και ξέρει ότι και οι δύο είναι χρήστες ναρκωτικών. Η Νίκη Τσιάκκα μένει με τη μάνα της στο Συνοικισμό 2 στο Στρόβολο. Δεν ξέρει γιατί δε μένει μαζί με το θείο της τον Παντελή. Ο Παντελής δεν μένει πάντα μαζί τους και δεν έχει σταθερές ώρες που είναι στο σπίτι. Στις 12.9.08 σχόλασε από το σχολείο και πήγε σπίτι γύρω στις 13:45 και ύστερα από λίγο ήρθε ο Παντελής, πήγε στο υπνοδωμάτιο της και μιλούσε στο τηλέφωνο και η ίδια ήταν έξω από την πόρτα και κρυφάκουγε. Τον άκουσε να μιλά με κάποιο πρόσωπο που αυτή δε γνωρίζει και να του λέει με σπαστά αγγλικά διάφορα που η ίδια δεν καταλάβαινε. Ο λόγος που ακολούθησε τον Παντελή στο δωμάτιο της και κρυφάκουγε είναι επειδή κάποιος άλλος του τηλεφώνησε και άκουσε το τηλέφωνο να κτυπά και από περιέργεια πήγε να δει τι θα πουν. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο ο Παντελής τον άκουσε να λέει μόνος του, στον εαυτό του: «Ευτυχώς, που με έπιασε τηλέφωνο γιατί νόμιζα ότι έπιασαν τον με το τηλέφωνο και τον εβάλαν στη κλειστή φυλακή». Όταν ο Κατηγορούμενος 3 βγήκε από το δωμάτιο και την είδε της· είπε: «Ευτυχώς ρε Κυριακούλα έπιασε με τηλέφωνο γιατί διαφορετικά ήταν να πάω Λεμεσό». Όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα ο Παντελής η γιαγιά της είχε ήδη έρθει στο σπίτι και ήταν στο καθιστικό και έβλεπε τηλεόραση. Μετά από το τηλεφώνημα ο Παντελής έφυγε από το σπίτι αλλά δε γνωρίζει που πήγε, ούτε μίλησε καθόλου με την γιαγιά της. Ύστερα από κανένα μισάωρο περίπου ήρθε ο Παντελής με τη Νίκη, βγήκε ο Παντελής πάνω στο διαμέρισμα και η Νίκη τον περίμενε στο αυτοκίνητο. Η μάρτυς ήταν στο μπαλκόνι και είδε τη Νίκη κάτω στο αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού, με ένα αυτοκίνητο μάρκας NISSAN, νομίζει, χρώματος ασημί το οποίο είναι «Ζ», αλλά δεν ξέρει τα νούμερα. Ο Παντελής πήγε τουαλέτα, ήπιε νερό και μετά από πέντε λεπτά έφυγε. Δεν της μίλησε ούτε αυτής ούτε της γιαγιάς της. Κατέβηκε κάτω μπήκε στο «Ζ» και έφυγαν. Κατά τις 16:30 περίπου, ήρθε πάλι ο Παντελής και η Νίκη τον περίμενε πάλι στο αυτοκίνητο. Γύρω στις πέντε παρά η μάρτυς και η γιαγιά της έφυγαν για να πάνε περίπατο στα κατεχόμενα και στη Λήδρας για ψώνια. Όταν ετοιμάζοντο να φύγουν τους είπε ο Παντελής να φωνάξουν της Νίκης να βγει πάνω. Τίποτε άλλο δεν τους είπε. Αυτές έκαναν ότι τους είπε, δηλαδή είπαν στη Νίκη όταν κατέβηκαν κάτω, να πάει πάνω στο διαμέρισμα και αυτές έφυγαν. Η γιαγιά της επειδή δεν οδηγά είχε τηλεφωνήσει σε ταξί για να έρθει να τις πιάσει και τις περίμενε κάτω από το σπίτι τους. Το ταξί τις άφησε στην Πλατεία Ελευθερίας και πήγαν περίπατο στη Λήδρας και μετά πέρασαν στα κατεχόμενα, από το οδόφραγμα στη Λήδρας. Πήγαν σε δύο- τρία καταστήματα και είδαν φορέματα που ήθελε για τα γενέθλια της αλλά δεν βρήκε τίποτε. Ήταν στην κατεχόμενη Λευκωσία περπατητές και πήγαν σε ένα περίπτερο για να πιάσει η μάρτυρας τσιγάρα. Στο περίπτερο ήρθε και ο Παντελής με τη Νίκη εντελώς τυχαία. Ο Παντελής της είπε να της κεράσει τα τσιγάρα και το ice tea που πήρε και η Νίκη που στεκόταν δίπλα της είπε της γιαγιάς της σιγά: «Έλα να σου πω». Η γιαγιά της δεν άκουσε και της φώναξε ξανά η Νίκη: «Έλα να σου πώ κάτι». Δεν είδε αν κρατούσε τίποτα ο Παντελής και η Νίκη. Η γιαγιά της όταν της φώναξε η Νίκη τη δεύτερη φορά πήγε κοντά της. Προχώρησαν και οι δύο προς την τουαλέτα και αυτή έμεινε με το θειο της στο περίπτερο. Μετά από δύο λεπτά ήρθαν και οι δύο πίσω στο περίπτερο και η Νίκη πέρασε από πίσω της και της είπε σιγά: «Ότι και να γίνει μεν με δώκεις εμένα.» Την ώρα που η γιαγιά της έβγαινε από την τουαλέτα μαζί με τη Νίκη, η μάρτυς είδε τη Νίκη να φτιάχνει το γιακά του φορέματος της γιαγιάς της. Ο Παντελής ήταν πιο κάτω και δεν άκουσε τι της είπε. Αυτή δεν είπε τίποτε της Νίκης και έφυγε από εκεί αλλά κατάλαβε ότι έδωσε της γιαγιάς της ή θα της έδινε της ίδιας ναρκωτικά που βάζει ο Παντελής ή εκείνη. Αυτή με τη γιαγιά της έφυγαν από το περίπτερο και δεν ξέρει πού πήγαν ο Παντελής και η Νίκη. Ήταν πάντως περπατητοί. Πριν ακόμα περάσουν από το οδόφραγμα της είπε η γιαγιά της ότι η Νίκη της έδωσε κάτι να το χώσει και το έβαλε στο στήθος της και η μάρτυς της είπε αμέσως ότι πρέπει να είναι από εκείνο που πίνει ο Παντελής και η Νίκη. Δεν της το έδειξε η γιαγιά της, ούτε της είπε τίποτε άλλο και πέρασαν από το οδόφραγμα στη Λήδρας. Περπάτησαν με τη γιαγιά της και πήγαν στην Πλατεία Ελευθερίας και πήραν ένα ταξί από εκεί για να πάνε σπίτι. Δεν πρόλαβε το ταξί να ξεκινήσει και τις σταμάτησαν κάποια πρόσωπα που τους είπαν ότι είναι αστυνομικοί και τους έδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα. Τους είπαν ότι είναι για έλεγχο και να κατέβουν από το ταξί. Η γιαγιά της καθόταν στη θέση πίσω από τον συνοδηγό και η ίδια στη θέση πίσω από τον οδηγό. Κατέβηκαν η καθεμιά από την πλευρά της και τις ρώτησαν αν έχουν τίποτα πάνω τους. Η ίδια δεν είδε τι έκανε η γιαγιά της, ούτε αν τους έδωσε αυτό που της έδωσε η Νίκη. Δεν άκουσε τι έλεγαν της γιαγιάς της οι αστυνομικοί γιατί την ίδια την πήραν λίγο πιο κάτω. Όταν θα τις έβαζαν στο αυτοκίνητο είδε δίπλα από το ταξί, στην πλευρά της γιαγιάς της, ένα σακουλάκι διαφανές που μέσα είχε μια σκόνη καφέ. Κατάλαβε ότι είναι ναρκωτικά και ότι ήταν εκείνο το πράγμα που έδωσε η Νίκη στη γιαγιά της. Το σακουλάκι που ήταν χάμω ήταν ανοικτό και φαινόταν η σκόνη. Στην παρουσία της ίδιας και της γιαγιάς της το πήραν οι αστυνομικοί από χάμω. Τον τελευταίο μήνα η Νίκη της έλεγε να πάει μαζί της στα κατεχόμενα να της φέρει ναρκωτικά και να τα χώνει «πουκάτω της», όπως έκανε εκείνη. «Πουκάτω της» εννοεί να τα βάλει μέσα της, όπως της έλεγε ότι έκανε εκείνη. Η μάρτυς ποτέ δεν πήγε μαζί της και ούτε της είπε ποτέ ο Παντελής έτσι πράγμα. Ο Παντελής και η Νίκη αρκετές φορές φώναζαν της γιαγιάς της και την απειλούσαν αλλά δεν άκουσε ποτέ για ποιο λόγο. Αυτή με τη γιαγιά της πήγαν ακόμη δυο-τρεις φορές στα κατεχόμενα περίπατο και την τελευταία φορά είδαν πάλιν τον Παντελή χωρίς τη Νίκη. Ήταν μόνος του ο Παντελής και πάλιν τυχαία τον είδαν και τους μίλησε. Δεν είδε αν έδωσε τίποτε ο Παντελής της γιαγιάς της, ούτε της είπε τίποτε η γιαγιά της. Με αυτή την υπόθεση η ίδια δεν έχει καμία σχέση, ούτε ήξερε τίποτε. Το σακουλάκι που βρήκε η αστυνομία το είδε για πρώτη φορά όταν ήταν χάμω στην Πλατεία Ελευθερίας και δεν άγγιξε πάνω καθόλου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 ανέφερε πως είδε ένα σακούλι στο δρόμο ανοικτό και χυμένο χάμω. Κάποιος αστυνομικός φόρεσε γάντια, πήρε το σακούλι με τη σκόνη που υπήρχε μέσα και με μπουκάλι έριξε νερό στο δρόμο στο σημείο όπου είχε χυθεί η σκόνη, ως αντιλήφθηκε για να καθαρίσει. Ο εν λόγω αστυνομικός δεν πήρε τη σκόνη που είχε χυθεί στο δρόμο. Ανέφερε επίσης ότι το εν λόγω σακούλι «πρέπει να πατήθηκε από αυτοκίνητο.» Δεν ήταν σίγουρη για το διαρρεύσαν διάστημα από την ώρα που κατέβηκε από το ταξί μέχρι που είδε το εν λόγω σακούλι στο δρόμο. Σε ερώτηση κατά πόσο άκουσε τη γιαγιά της να λέγει στους αστυνομικούς ότι εκείνο το πράγμα, δηλαδή το νάιλον σακούλι με τη σκόνη, είναι του Παντελή και της Νίκης, η ΜΚ3 απάντησε ως ακολούθως: «΄Οϊ, δεν είπε τίποτε, απλά τους άκουσα που είπαν έδωσε σου το ο Παντελής τζιαι η Νίκη, τζιαι η γιαγιά μου είπε δε μου το έδωσε τζιαι δεν είναι δικό μου τούτο το πράγμα.» Σε υποβολή ότι δεν είπε η ίδια τα όσα αναφέρονται στις γραπτές της καταθέσεις (Έγγραφα Γ και Δ) αλλά η αστυνομικός που τις έλαβε η ΜΚ3 απάντησε αρνητικά εκτός από την απάντηση στην ερώτηση 16 του εγγράφου Δ την οποία διαφοροποίησε. Η Γ/Αστ. 708, ΄Ανδρια Χ' Σωτηρίου (ΜΚ4) κατέθεσε ότι υπηρετεί στην ΥΚΑΝ, Κλιμάκιο Λευκωσίας. Την 12.9.08 και περί ώρα 19:45 ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση υπόθεσης παράνομης κατοχής και προμήθειας ναρκωτικών, που διαπράχθηκε την ίδια μέρα από την Μαρία και Κυριακή Ιωάννου, Δ.Τ.498953 και 1007212 αντίστοιχα, από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές. Την ίδια μέρα και περί ώρα 20:00 ο Αστ.479 Σ.Θεοδοσίου, φ/δι ΥΚΑΝ Αρχηγείου, της παρέδωσε ένα μικρό σακούλι νάιλον διαφανές το οποίο περιείχε μπεζ σκόνη όμοια με ηρωίνη και της ανάφερε ότι το πιο πάνω σακούλι το πέταξε η Μαρία Ιωάννου στην Πλατεία Ελευθερίας όταν ανέκοψαν το ταξί στο οποίο επέβαιναν. Παρέλαβε το σακούλι με το περιεχόμενο του με προφυλάξεις και το σφράγισε σε καφέ φάκελο (Τεκμήριο 3) στην παρουσία της Μαρίας και Κυριακής Ιωάννου, τις οποίες κάλεσε να υπογράψουν, γεγονός που έπραξαν. Την ίδια μέρα 12.9.08 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα της Μαρίας Ιωάννου, τα οποία σφράγισε σε φάκελο ως τεκμήριο αστυνομίας 2 και την κάλεσε να υπογράψει, πράγμα που έπραξε. Μεταξύ των ωρών 23:00-00:50 των ημερομηνιών 12 - 13.9.08 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, στη παρουσία του Α/Αστ.1795 και της Ελένης Ιωάννου, μητέρας της Κυριακής Ιωάννου, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κυριακή Ιωάννου, αφού την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε και επέστησε γραπτώς την προσοχή της στο Νόμο. Την 13.9.08 και ώρα 01:00 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος την Κυριακή Ιωάννου, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας στην παρουσία της μητέρας της Ελένης Ιωάννου. Της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της, επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και δεν απάντησε τίποτε. Στη συνέχεια την ενημέρωσε για τα δικαιώματα της στην παρουσία πάντα της μητέρας της. Την ίδια μέρα και ώρα 01:05 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τη Μαρία Ιωάννου. Της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της, τής επέστησε την προσοχή στο Νόμο και δεν απάντησε τίποτε. Ακολούθως, την ενημέρωσε για τα δικαιώματά της. Μεταξύ των ωρών 01:10-03:10 της 13.9.08 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας στη παρουσία του Α/Αστ.1795, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Μαρία Ιωάννου (Τεκμήριο 4) με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, αφού πρώτα την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε και της επέστησε γραπτώς την προσοχή της στο Νόμο. Περί ώρα 03:30 της 13.9.08 παρέλαβε από τον Αστ.696 Α. Κοντεμενιώτη, ένα σφραγισμένο φάκελο ο οποίος περιείχε τα παρειακά επιχρίσματα της Κυριακής Ιωάννου, ως τεκμήριο αστυνομίας
  8. Την 15.9.08 μετέφερε το Τεκμήριο 3 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας σύμφωνα με τα Έντυπα Αστ. 161 (Τεκμήρια 1 και 2) μαζί με παρειακά επιχρίσματα τα οποία είχαν ληφθεί νόμιμα από τους Κατηγορούμενους 2 και 3, την πρώην Κατηγορούμενη 1 και τη ΜΚ3 για τυχόν απομόνωση γενετικού υλικού από το Τεκμήριο 3 και σύγκριση αυτού με το γενετικό υλικό των πιο πάνω προσώπων όπου περί ώρα 09:45 τα παρέδωσε στον Κωνσταντίνο Σάββα, για περαιτέρω επιστημονικές εξετάσεις. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Ινστιτούτου Γενετικής η ποσότητα του γενετικού υλικού που ανευρέθηκε στο Τεκμήριο 3 δεν ήταν ικανοποιητική ώστε να μπορούν να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις Την 16.9.08 και περί ώρα 09:00 παρέλαβε από τον Δρα Μάριο Καριόλου, φ/δι Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, τα Τεκμήρια 1, 2 και
  9. Την ίδια μέρα μετέφερε το Τεκμήριο 3 στο Γενικό Χημείο του Κράτους όπου περί ώρα 09:30 το παρέδωσε στην Τ. Κοζάκου, για να διαπιστωθεί κατά πόσο περιείχετο σε αυτό οποιαδήποτε ναρκωτική ουσία, το είδος και το βάρος της. Την ίδια μέρα 16.9.08 και μεταξύ των ωρών 11:30-13:00 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας και στη παρουσία του Α/Αστ.1795, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κυριακή Ιωάννου, με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων, αφού την πληροφόρησε για τα διερευνόμενα αδικήματα και επέστησε γραπτώς την προσοχή της στο Νόμο. Περί ώρα 08:00 της 17.9.08 παρέλαβε από τον Αστ.3453 Κ. Χριοτοδούλου, ένα σφραγισμένο φάκελο ο οποίος περιείχε τα παρειακά επιχρίσματα του Παντελή Ιωάννου, Δ.Τ.663688, ως τεκμήριο αστυνομίας
  10. Την ίδια μέρα 17.9.08 και περί ώρα 08:20 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα της Νίκης Τσιάκκα, Δ.Τ.783235, τα οποία σφράγισε σε φάκελο ως τεκμήριο αστυνομίας 5 και την κάλεσε να υπογράψει, πράγμα που έπραξε. Την 17.9.08 μετέφερε τα τεκμήρια αστυνομίας 4 και 5 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας όπου περί ώρα 13:25 τα παρέδωσε στον Κωνσταντίνο Σάββα, για περαιτέρω επιστημονικές εξετάσεις. Στη συνέχεια της ίδιας μέρας, 17.9.08 και μεταξύ των ωρών 15:45-17:15 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, στη παρουσία του Α/Αστ.1795, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη Νίκη Τσιάκκα, αφού την πληροφόρησε για τα διερευνόμενα αδικήματα εναντίον της και επέστησε γραπτώς την προσοχή της στο Νόμο. Την 18.9.08 και μεταξύ των ωρών 11:45-12:45 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, στη παρουσία του Α/Αστ.1795, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Παντελή Ιωάννου, αφού τον πληροφόρησε για τα διερευνόμενα αδικήματα και επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Οι ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 αποτέλεσαν αντικείμενο Δίκης εντός Δίκης και, αφού κρίθηκαν από το Δικαστήριο ως θεληματικές και νομίμως ληφθείσες, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Η Τασούλλα Κοζάκου (ΜΚ5) είναι Χημικός στο Γενικό Χημείο του Κράτους, Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας. Κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα (Τεκμήριο 7) και τα προσόντα της δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Παρέλαβε από τη ΜΚ4 τον σφραγισμένο φάκελο στον οποίο βρισκόταν η μπεζ σκόνη που ανευρέθηκε στη σκηνή (Τεκμήριο 3) για σκοπούς εξετάσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Εξέτασης (Τεκμήριο 8) την οποία υιοθέτησε η μπεζ σκόνη ήταν διαμορφίνη, μονοακετυλομορφίνη (6-ΜΑΜ), ακετυλοκωδεϊνη (Α6), που είναι συστατικά της παράνομα παρασκευασθείσας ηρωίνης με τη διαδικασία ακετυλίωσης οπίου. Το συνολικό βάρος της ηρωίνης ήταν 48,0943 γραμμάρια. Η ηρωίνη περιλαμβάνεται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος Ι (φάρμακα τάξεως Α') των Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 (Τροποποιήσεων και Κανονισμών) έως
  11. Η ΜΚ5 εξήγησε τη μέθοδο εξέτασης που ακολούθησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα της και τον τρόπο ζυγίσματος της σκόνης που περιείχετο στο Τεκμήριο
  12. Έγινε παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι το Τεκμήριο 3 περιείχε ηρωίνη και αμφισβητήθηκε μόνο το βάρος και η καθαρότητα αυτής. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι ολόκληρο το σκεύασμα, δηλαδή η σκόνη που περιείχετο στο Τεκμήριο 3, ονομάζεται ηρωίνη, ασχέτως της καθαρότητας αυτής, δηλαδή της περιεκτικότητας της σε διαμορφίνη. Ανέφερε επίσης ότι 100% διαμορφίνη μπορούν να παράξουν μόνο οι φαρμακευτικές βιομηχανίες και όχι τα παράνομα υποστατικά. Ο Αστ. 2292 Κλεάνθης Γρηγορίου (ΜΚ6) κατέθεσε ότι υπηρετεί στην ΥΚΑΝ στο Κλιμάκιο Λευκωσίας. Την 17.9.08 και περί ώρα 03:45 λήφθηκε πληροφορία ότι η Νίκη Τσιάκκα, Δ.Τ.783235 και ο Παντελής Ιωάννου άλλως «Φτύρης», Δ.Τ.663688, οι οποίοι αναζητούνταν με δικαστικά εντάλματα σύλληψης, επέβαιναν στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KHG041 και βρίσκονταν στη περιοχή Αγλαντζιάς. Περί ώρα 04:10 της ίδιας μέρας εντόπισε μαζί με τον Αστ. 3453, Αστ. 3461 και Αστ. 3552 το πιο πάνω αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς όπου και το ανέκοψαν. Οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Γεώργιος Στρούθος, Δ.Τ.766925, γνωστός στην υπηρεσία, συνοδηγός ο Κύπρος Γονατάς, Δ.Τ.807894 ενώ στο πίσω κάθισμα επέβαιναν ο Παντελής Ιωάννου και η Νίκη Τσιάκκα (οι Κατηγορούμενοι 3 και 2). Περί ώρα 04:20 της ίδιας μέρας στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τεκμήριο 9) τη Νίκη Τσιάκκα, Δ.Τ.
  13. Την πληροφόρησε για τα αδικήματα που εκκρεμούσαν εναντίον της, επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και αυτή απάντησε: «Κάνε τη δουλειά σου». Ακολούθως την ενημέρωσε για τα δικαιώματά της, δίδοντας της Έντυπο Δικαιωμάτων Κρατουμένων (Τεκμήριο 10) το οποίο διάβασε και υπέγραψε στην παρουσία του. Ο Αστ. 3453 Κυριάκος Χριστοδούλου (ΜΚ7) κατέθεσε ότι υπηρετεί στην ΥΚΑΝ στο Κλιμάκιο Λευκωσίας. Την 17.9.08 και περί ώρα 04:10 κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε ανέκοψαν με τον Αστ. 2292, Αστ. 3461 και Αστ. 3552 στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KHG
  14. Οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Γεώργιος Στρούθος, Δ.Τ.766925, γνωστός στην υπηρεσία, συνοδηγός ο Κύπρος Γονατάς, Δ.Τ.807894 ενώ στο πίσω κάθισμα επέβαιναν ο Παντελής Ιωάννου και η Νίκη Τσιάκκα (οι Κατηγορούμενοι 3 και 2) εναντίον των οποίων εκκρεμούσαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης για διερευνόμενη υπόθεση παράνομης κατοχής και προμήθειας ναρκωτικών. Την ίδια μέρα 17.9.08 και περί ώρα 04:25 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τεκμήριο 12) τον Παντελή Ιωάννου άλλως «Φτύρη». Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Εν ηξέρω τίποτε». Ακολούθως τον ενημέρωσε για τα δικαιώματά του, δίδοντας του Έντυπο Δικαιωμάτων Κρατουμένων (Τεκμήριο 11) το οποίο ο Κατηγορούμενος 3, αφού διάβασε, υπέγραψε στην παρουσία του. Περί ώρα 07:30 της 17.9.08 έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Παντελή Ιωάννου, τα οποία σφράγισε σε φάκελο και τον κάλεσε να υπογράψει πράγμα το οποίο έπραξε. Την ίδια μέρα και περί ώρα 08:00 παρέδωσε τον φάκελο με τα παρειακά του επιχρίσματα στην Αστ.
  15. Την 22.9.08 παρέλαβε από την Τασούλα Κοζάκου του Γενικού Χημείου του Κράτους το τεκμήριο της υπόθεσης αρ. εργαστηρίου ΥΠΕΓΕ 4924/08 και αρ. Γενικού Χημείου 11975/08 (Τεκμήριο 3), το οποίο και παρέδωσε την ίδια μέρα και ώρα 16:00 στην Αστ. 708 της ΥΚΑΝ Λευκωσίας εξεταστή της υπόθεσης, χωρίς ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος να αλλοιώσει το περιεχόμενο του όσο αυτό ήταν στην κατοχή του. Η Λοχίας 39 Μαρία Ευαγγέλου (ΜΚ8) κατέθεσε τα ακόλουθα. Είναι υπεύθυνη για τη φύλαξη τεκμηρίων που έχουν σχέση με ναρκωτικά στην ΥΚΑΝ, Κλιμάκιο Λευκωσίας. Τα τεκμήρια αυτά φυλάγονται σε συγκεκριμένη αποθήκη πρόσβαση στην οποία έχει μόνο η ίδια και σε έκτακες περιπτώσεις που απουσιάζει, ο υπεύθυνος του κλιμακίου. Τα επίδικα ναρκωτικά (Τεκμήριο 3) της τα παρέδωσε η Γ/Αστ. 708 (ΜΚ4) και τα φύλαξε στην εν λόγω αποθήκη. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση πάνω στο Τεκμήριο
  16. Πρέπει να παρέλαβε το Τεκμήριο 3 μετά τις εργαστηριακές εξετάσεις. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 επαρκώς ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους, το Δικαστήριο τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπιση τους πληροφορώντας τους αναφορικά με τα δικαιώματα τους. Η Κατηγορούμενη 2 επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη κατάθεση από το εδώλιο υιοθετώντας την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: Την Παρασκευή 12.9.08 το πρωί ήταν σπίτι της μάνας της στην οδό Αριστοφάνους 98, Συνοικισμός Στρόβολος 2 και κοιμόταν. Ήρθε ο άντρας της Παντελής (ο Κατηγορούμενος 3) και την ξύπνησε να πάνε κατεχόμενα για να ψωνίσουν ρούχα, όπως της είπε. Αυτή δεν ήθελε να πάει, είχε άσχημο προαίσθημα αλλά την έπεισε ο Παντελής και πήγαν. Πάρκαραν το αυτοκίνητο που νοικιάζουν με τον Παντελή στο χώρο των Δικαστηρίων και πέρασαν πεζοί από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας. Το αυτοκίνητο που νοικιάζουν είναι «Ζ», χρώματος ασημί. Το ενοικίασαν από μια μάντρα στο Καϊμακλί και πλήρωνε ο Παντελής. Αφού πέρασαν από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας πήγαν και πήραν διάφορα ρούχα. Μετά πήγαν μαζί με τον Παντελή σε ένα κατάστημα που πουλά τσιγάρα στην κατεχόμενη Λευκωσία. Σε κάποια στιγμή είδε τον Παντελή να μιλά στο τηλέφωνο και ήταν η «καλαμαρού», δηλαδή η μάνα του, και αφού του είπε ότι ήταν στα κατεχόμενα και εκείνη, της εξήγησε που ήσαν αυτοί. Πήγε λίγο παρακάτω και συνάντησε την μάνα του που ήταν με την ανεψιά του, την Κυριακούλλα και ήρθαν εκεί στο περίπτερο που ήταν αυτή. Ο Παντελής κρατούσε μια τσάντα που μέσα φαινόταν να έχει κάτι τυλιγμένο με εφημερίδα. Της έδωσε τη τσάντα και της είπε να πάει να τη βάλει στο αποχωρητήριο για να περάσει τα τσιγάρα η μάνα του από τα κατεχόμενα. Της είπε ότι η τσάντα ήταν γεμάτη τσιγάρα και επειδή αν δοκίμαζαν να τα περάσουν αυτοί θα τους έπιαναν στο τελωνείο, θα τα περνούσε η μάνα του. Αυτή με την «καλαμαρού» δεν μίλησε εκεί στο περίπτερο. Ο Παντελής της είπε ότι θα έδινε τσιγάρα της μάνας του, πριν ακόμα έλθει η «καλαμαρού» εκεί. Αυτή αν και υποψιάστηκε έπιασε την τσάντα που ήταν νάιλον, χρώματος μπλε ή άσπρου και τυλιγμένη από πάνω με εφημερίδα. Ήταν ένα πακετάκι διαστάσεων 20 x 10 εκατοστών περίπου, μαλακό. Της είπε ο Παντελής να το βάλει μέσα στην τουαλέτα, να το χώσει και θα τα έπιανε η μάνα του. Αυτή επειδή άγγιξε πάνω και κατάλαβε ότι δεν είναι τσιγάρα, πήγε ολόισια στην τουαλέτα και τα έβαλε κάτω από ένα τραπεζάκι και βγήκε έξω και είπε στον Παντελή να φύγουν επειδή πανικοβλήθηκε. Είδε την «καλαμαρού» και της είπε ότι είναι κάτω από το τραπεζάκι και αυτή πήγε στην τουαλέτα. Επειδή δεν τα βρήκε η «καλαμαρού» βγήκε έξω και φώναξε δυνατά: «Που εν που είναι;». Πήγε πίσω η Κατηγορούμενη 2 στην τουαλέτα και της έδειξε που είναι ακριβώς και έτρεξε και έφυγε επειδή υποψιάστηκε ότι έχει ηρωίνη μέσα και δεν ήθελε να μπλέξει. Ύστερα από ένα λεπτό βγήκε έξω η «καλαμαρού» και της είπε ο Παντελής: «Εντάξει;», «εντάξει» του απάντησε εκείνη, και της είπε ότι αυτοί θα έβγαιναν από το οδόφραγμα Λήδρας και εκείνη του είπε ότι θα έβγαιναν από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας και θα έπιαναν ταξί να πάνε σπίτι. Αυτή όλη τη σκηνή η Κυριακούλα δεν την είδε, ήταν πιο κάτω από το περίπτερο. Ήρθε μετά που βγήκε η «καλαμαρού» από την τουαλέτα και έπιασε τσιγάρα και κάτι να πιει και τα πλήρωσε ο Παντελής. Η Κατηγορούμενη 2 επειδή είχε φοβηθεί μουρμουρούσε του Παντελή να φύγουν. Με την Κυριακούλα αυτή δεν μίλησε καθόλου. Ο Παντελής πριν έρθει η ανεψιά του είπε τη μάνας του, αν πάει κάτι στραβά να πετάξει το σακούλι. Αυτοί έφυγαν και πέρασαν από το οδόφραγμα Λήδρας και πήγαν με ταξί στο χώρο των Δικαστηρίων, πήραν το αυτοκίνητο το «Ζ» και πήγαν σπίτι του Παντελή στο συνοικισμό 3, δηλαδή στο σπίτι της «καλαμαρούς». Όταν βγήκαν από το οδόφραγμα Λήδρας ο Παντελής τηλεφώνησε της «καλαμαρούς» και του είπε ότι βγήκαν και αυτές και θα πήγαιναν σπίτι. Αυτή με τον Παντελή έκαναν από μια δόση κοκαΐνη και ο Παντελής έπιανε την μάνα του τηλέφωνο γιατί άργησε. Δεν του απαντούσε ούτε η μάνα του, ούτε η Κυριακούλα και πανικοβλήθηκε. Κατάλαβε ότι κάτι πήγε στραβά και έφυγαν από το διαμέρισμα με το «Ζ». Άρχισαν οι αδελφές του και τηλεφωνούσαν στον Παντελή και τον ρωτούσαν τι έγινε. Αυτοί έκαναν γύρους μέσα στη Λευκωσία και το Σάββατο πήρε τηλέφωνο την αδελφή του τη Δέσπω και την ρώτησε τι έγινε και του είπε ότι η αστυνομία συνέλαβε την Κυριακούλλα και την «καλαμαρού» γιατί έφεραν ναρκωτικά από τα κατεχόμενα. Η Κατηγορούμενη 2 κατάλαβε ότι επρόκειτο για την τσάντα που έβαλε μέσα στην τουαλέτα και είπε στον Παντελή τι έγινε με την «καλαμαρού» και την ανεψιά του. Ο Παντελής της είπε ότι δεν ήταν με το ζόρι που τα έδωσε της μάνας του. Της είπε αν μπορεί να πάει στα κατεχόμενα να του τα φέρει και να της δώσει λεφτά και εκείνη είπε ότι είναι εντάξει. Αυτές τις μέρες που τους γύρευε η αστυνομία κρυβόντουσαν λόγω φόβου και ο Παντελής όσες φορές του είπε να έλθουν να παραδοθούν της έλεγε όχι. Αυτή είναι χρήστης ηρωίνης τα τελευταία έξι χρόνια, όπως και κοκαΐνης. Αυτή έλεγε του Παντελή ότι θα πάει να παραδοθεί μόνη της και της έλεγε ότι θα μπερδέψει επειδή άγγιξε πάνω στο σακούλι. Ο Παντελής της είπε ότι κρατούσε πάνω του €3.000 τα οποία σπατάλησαν αυτές τις μέρες που κρυβόντουσαν σε βενζίνη, φαγητό και κοκαΐνη. Δεν είπε ποτέ της Κυριακής ή της «καλαμαρούς» να πάνε στα κατεχόμενα να της φέρουν ναρκωτικά. Ούτε προσωπικά ξανασυναντήθηκε με την «καλαμαρού» και την Κυριακή στα κατεχόμενα, και ήταν η πρώτη φορά. Αυτή δεν έβαλε το σακούλι στο σουτιέν της «καλαμαρούς», το έβαλε κάτω από το τραπεζάκι της τουαλέτας. Ούτε είδε που το έκρυψε η «καλαμαρού». Δεν είπε της Κυριακής πως ότι και να γίνει να μην την καταδώσει στην αστυνομία. Δεν ήξερε ότι την Παρασκευή που ήσαν στα κατεχόμενα θα ήταν και η «καλαμαρού» με την Κυριακή. Υποψιάστηκε ότι και αυτές πήγαν στα κατεχόμενα για να φέρουν ναρκωτικά του Παντελή, η «καλαμαρού» βασικά όχι η Κυριακή. Και ο Παντελής είναι χρήστης ηρωίνης και κοκαΐνης τα τελευταία 4 χρόνια. Δεν μένει μαζί με τον Παντελή μήπως και καταφέρουν να κόψουν τα ναρκωτικά. Για να μη παρασύρει ο ένας τον άλλο. Ο Παντελής μένει με τη μάνα του στο Συνοικισμό
  17. Ο Κατηγορούμενος 3 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κύρια εξέταση του τέθηκε ενώπιον η κατάθεση του (Τεκμήριο 6) και ρωτήθηκε αν αυτή είναι η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Απάντησε ότι δε θυμόταν να έδωσε τέτοια κατάθεση και αναίρεσε το περιεχόμενο της ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν υπό την επήρεια ηρωίνης όταν λαμβάνετο η κατάθεση του και δεν αντιλαμβάνετο τι τον ρωτούσε η αστυνομία και τι απαντήσεις έδινε. Αρνήθηκε ότι τα καταγραφέντα στην κατάθεσή του είναι δικά του. Ισχυρίστηκε ότι στις 12.9.08 πήγε με την Κατηγορούμενη 2 στα κατεχόμενα για να αγοράσουν ρούχα και εκεί συνάντησαν τη μητέρα του και την ανεψιά του Κυριακή. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο Κατηγορούμενος 3 (Τεκμήριο 6), η οποία, κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης, κρίθηκε ότι ήταν θεληματική ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Την Παρασκευή 12.9.08 κατά το απόγευμα, πριν να νυκτώσει, αποφασίσαμε με την γυναίκα μου, την Νίκη, να πάμε κατεχόμενα να φέρουμε πράμα. Όταν λαλώ πράμα εννοώ ηρωίνη. Ετηλεφώνησε μου ο Τούρκος που μας διά που το μεσομέρι τζιαι είπε μου ότι έχει να μου δώκει τζιαι να πάω ποτζιή. Ερέξαμε που λαλείς με την Νίκη που το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας περπατητοί τζιαι εβρεθήκαμε με τον τούρκο ποτζιή στη κατεχόμενη Λευκωσία τζιαι έδωκε της Νίκης τζιαι εβάστα ένα σακκούλι με ηρωϊνη, ενι ξέρω το βάρος του όμως. Μεν με ρωτήσεις το όνομα του τούρκου, εν το ξέρω, ποτέ εν μου το είπε. Εγιώ εν έτζιησα πας το σακκούλι που ήταν νάυλον. Ήταν ένα μιτσί σακκούλι πάντως, εν θυμούμαι το χρώμα του, τζιαι μέσα ήταν η ηρωϊνη. Λεφτά εν εδώκαμε του τούρκου, εν βερεσιέ που το πιάνουμε τζιαι άμα το πουλήσουμε διούμε του τα λεφτά. Ύστερα που εφύαμε που τζιαμέ στο Τούρκο εβρεθήκαμε με την μάνα μου τζιαι την μιτσιά την αρφότεχνη μου, την Κυριακή, σε ένα περίπτερο. Το σακκούλι εκράτα το συνέχεια η Νίκη εγώ εν έτζιησα πάνω. Εγιώ είπα της μάνας μου που το μεσομέρι που εσχόλασε να έρτει κατεχόμενα τζιαι θέλω την. Εν της είπα γιατί όμως. Τζιαμέ στο περίπτερο που βρεθήκαμε με την μάνα μου είπα της ότι εννα της δώκω ένα σακκούλι να μου πάρει έσσω. Εν της είπα ίντα που είχε μέσα. Η μάνα μου εδέκτηκε τζιαι επήε με την Νίκη μες την τουαλέτα τζιαι έδωκε της το σακκούλι. Εν είδα που το έχωσε η μάνα μου, ούτε μου είπε η Νίκη. Ύστερα που ένα δκυο λεπτά εφκήκαν που την τουαλέτα τζιαι άκουσα την Νίκη να λαλεί της μάνας μου, που εννα περάσει που το οδόφραγμα να την πιάσει τηλέφωνο. Εγιώ με την Νίκη εφύαμε, τζιαι εφκήκαμε που το οδόφραγμα της Λήδρας. Η μιτσιά την ώρα που έγινε η κουβέντα με την μάνα μου τζιαι την Νίκη ήταν μες το περίπτερο τζιαι έπιανε τσιάρα τζιαι εγιώ επήα να της τα πληρώσω. Εν είδε τούτη την κουβέντα και ούτε της είπαμε τίποτε. Ενιξέρω πόθεν έφκηκε η μάνα μου με την μιτσιά αλλά εμείς επήαμε έσσω μου. Εν θυμούμαι αν είχε κανένα τζιαμέ. Έπιασα τηλέφωνο την μάνα μου τζιαι είπε μου ότι εφκήκαν τζιαι τζιήνες που τα κατεχόμενα. Ύστερα εδοκίμαζα την στο τηλέφωνο τζιαι εν μου απαντούσε ούτε τζιήνη ούτε η Κυριακή. Ούτε της Νίκης απαντούσαν τζιαι εκατάλαβα ότι κάτι έγινε. Εμείς εφύαμε που έσσω της μάνας μου τζιαι εγυρίζαμε με το αυτοκίνητο το «Ζ» που νοικιάσαμε τον τελευταίο καιρό. Εν θυμούμαι νούμερα, μάρκα τζιαι τα λοιπά. Το Σάββατο ετηλεφώνησε η Νίκη της Δέσπως της αρφής μου τζιαι η Δέσπω είπε της ότι εσυλλαβετε την μάνα μου τζιαι την Κυριακή επειδή ήβρετε το σακκούλι με την ηρωϊνη πας την μάνα μου. Τούτες τις μέρες ως εκτές που μας εσυλλαβετε εγυρίζαμε με την Νίκη τζιαι εχωνούμαοτε για να μεν μας έβρετε επειδή εφοούμαστε. Εκτές ξημερώματα επήαμε στο παρέα μας τον Γιώρκο τον Στρούθο στην Αγλαντζιά και ήταν να μας πάρει κανένα γυρό με το αυτοκίνητο του αλλά ήβρετε μας. Μαζί μας ήταν τζιαι ο Γονατάς, ένας γνωστός του Στρούθου. Είμαι χρήστης ηρωίνης και κοκαΐνης τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Με την μάνα μου εξαναβρεθήκαμε στα κατεχόμενα αλλά εν της έδωκα τίποτε να μου φέρει ποδά. Τζιαι τωρά μπορεί να κανονίσαμε μαζί με την Νίκη να πάμε ποτζιή να πιάσουμε ηρωίνη τζιαι να την δώκουμε της μάνας μου να την περάσει που το οδόφραγμα αλλά εγώ εν έντζιησα ούτε λεπτό πάνω στο σακκούλι. Η Κυριακή πάντως εν είχε ιδέα για τούτη την κουβέντα, εν για περίπατο με την γιαγιά της που επήε κατεχόμενα.» Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι η υπογραφή στην κατάθεσή του είναι δική του αλλά η αστυνομία τον πίεσε να υπογράψει. Παραδέχτηκε ότι είναι χρήστης ναρκωτικών για αρκετά χρόνια. Την αγοράζει προς €120 το γραμμάριο από τις ελεύθερες περιοχές και όχι από τα κατεχόμενα. Αρνήθηκε επίσης ότι εμπορεύεται ηρωίνη ή άλλα ναρκωτικά. Ανέφερε επίσης ότι έπαιρνε ηρωίνη με τη γυναίκα του και ότι έδιδε και σε εκείνη από την ηρωίνη που είχε ο ίδιος. Ανέφερε επίσης ότι συνήθως κατέχει ένα ή μισό ή ποσοστό του γραμμαρίου ηρωίνης και αγοράζει ηρωίνη κάθε 8 μέρες. Τηλεφωνεί σε 2-3 προμηθευτές και αυτοί τον προμηθεύουν με ηρωίνη. Είπε επίσης ότι στις 12.9.08 είχε στην κατοχή του «δύο point γραμμάρια» ηρωίνης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Είναι θέση της κ. Κάρνου ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο σύνολο της δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία ότι στις 12.9.08 στη Λευκωσία οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνωμότησαν να κατέχουν, κατείχαν και κατείχαν με σκοπό την προμήθεια 48,0943 γραμμάρια ηρωίνης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Νόμου 29/77 και του άρθρου 371 του Κεφ.
  18. Η θέση των συνηγόρων Υπεράσπισης είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των Κατηγορούμενων 2 και 3 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσαν το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει αυτούς. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον μας, θεωρούμε πρακτικά χρήσιμο στο σημείο αυτό να θέσουμε τη νομική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο αντικρίζει την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της υπεράσπισης (R. v. Young

(1964)2 All E.R. 480 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309). Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη κατάθεση από το εδώλιο του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι αυτή δεν έγινε με όρκο και ότι επομένως δεν τέθηκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο έχει όμως την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. (R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284) και R. v. Hale
(1964)48 Cr. App. R. 284). Τέτοια ανώμοτη κατάθεση βέβαια δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση (R. ν. Campbell and others
(1979)69Cr. App. R. 221). Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκαν στη σελίδα 17 τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση στην ελληνική): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλον τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον των ενόρκων, μπορεί όμως να κάνει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν από αυτά με διαφορετικό φως.» Η Κατηγορούμενη 2 είχε απόλυτο νομικό δικαίωμα να επιλέξει να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου και η επιλογή αυτής της πορείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για την ίδια, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (R. ν. Bathurst
(1968)2 Q.B.99, R. ν. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. v. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια η ανώμοτη κατάθεση της Κατηγορουμένης 2 θα εξετασθεί υπο το πιο πάνω πρίσμα. Μια ομολογία από ένα κατηγορούμενο δεν αποτελεί μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου (βλ. R v. Rhodes
(1959)44 Cr. App. R. 23 και R v. Dibble
(1908)1 Cr. App. R. 155). Όταν δύο κατηγορούμενοι δικάζονται μαζί στην ίδια δίκη, η κατάθεση ενός από αυτούς μπορεί να αναγνωσθεί στο Δικαστήριο παρόλο ότι εμπλέκει τον άλλο (βλ. R v. Dibble (ανωτέρω), R v. Walkely and Clifford
(1833)6 C & P 175, R v. Gunewardene
(1951)35 Cr. App. R. 80). Έτσι η ομολογία ενός κατηγορούμενου είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του αλλά η κατάθεση ενός κατηγορούμενου, η οποία δεν έγινε με όρκο κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν συνιστά απόδειξη εναντίον άλλου συγκατηγορούμενου του και πρέπει να αγνοηθεί εντελώς (βλ. R v. Gunewardene (ανωτέρω), R v. Rhodes (ανωτέρω) και Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38). Επομένως, η θεληματική κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 5) που περιέχει παραδοχή, θα είναι αποδεκτή μαρτυρία μόνον εναντίον της. Αποτελεί ουσιαστικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι καταθέσεις που γίνονται από ένα κατηγορούμενο είτε προς την αστυνομία είτε προς άλλα πρόσωπα (εκτός από καταθέσεις που γίνονται στην παρουσία ή στην απουσία άλλου συγκατηγορούμενου στην πορεία της εκτέλεσης μιας κοινής εγκληματικής πράξης στην οποία συμμετείχε ο συγκατηγορούμενος), δεν αποτελούν αποδεικτική μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου, εκτός αν ο συγκατηγορούμενος έχει ρητά ή συμπερασματικά υιοθετήσει τις καταθέσεις και τις μετατρέψει σε δικές του (R v. Rudd
(1948)32 Cr. App. R. 138, R v. Gunewardene (ανωτέρω), R v. Rhodes (ανωτέρω), Miliotis v. Police
(1971)2 CLR 292, Nestoros v. Republic
(1961)CLR 217, Vrakas and Another v. Republic
(1973)2 CLR 139, Κίτα v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212 και Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, 45). Επίσης η χωρίς όρκο κατάθεση ενός κατηγορούμενου στο Δικαστήριο με την οποία ενοχοποιεί ένα συγκατηγορούμενο δεν έχει καμία αποδεικτική αξία εναντίον του συγκατηγορούμενου (R v. George
(1979)68 Cr. App. R. 210). Έχουμε εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου τις θέσεις και εισηγήσεις της υπεράσπισης. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσουμε (C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σε ό,τι αφορά τις αντιφάσεις, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία του σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (Ομήρου [ανωτέρω]). Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραλάβει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1056, 1061, 1062). Αφού διαβουλευθήκαμε πάνω στη μαρτυρία και στην υπόθεση στο σύνολό τους έχουμε καταλήξει σε αποφάσεις, ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω με τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δυνατή δομή της απόφασης μας (Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR
  1. 97). Θα αρχίσουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ
  2. Δεδομένου του τρόπου εμπλοκής της στα διαδραματισθέντα και του ενδεχομένου να μπορούσε να θεωρηθεί ως συναυτουργός των Κατηγορούμενων 2 και 3 στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, θεωρήσαμε σκόπιμο να προσεγγίσουμε τη μαρτυρία της με την απαιτούμενη επιφύλαξη. Όσον αφορά το ποιος θεωρείται «συναυτουργός» παραθέτουμε τον ακόλουθο ορισμό από την απόφαση Davies v. D.P.P.
(1954)A.C. (Η. L.) 378 ο οποίος υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ.1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24:- «...persons who are "participes criminis" in respect of the actual crime charged, whether as principals accessories before or after the fact ( in felonies) or persons committing, procuring or aiding and abetting (in the case of misdemeanours).» Στη Mousoulides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 336, το θέμα τέθηκε ως εξής: «For a witness to be treated as an accomplice, he must either be a self-confessed accomplice or his evidence must, judged solely or in combination with other evidence in the case, raise the issue of his complicity in the crimes committed.» Δηλαδή, για να θεωρηθεί ένας μάρτυρας συναυτουργός, θα πρέπει είτε ο ίδιος να ομολογήσει τη συμμετοχή του στο αδίκημα ή η μαρτυρία του κρινόμενη μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία στην υπόθεση, να εγείρει το θέμα της συμμετοχής του στα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί. Αν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, σαν θέμα αξιοπιστίας, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το Δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου συναυτουργού, και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου βέβαια ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται θετικά από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα. Αν όμως το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία ενός συναυτουργού χωρίς άλλο στήριγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από μαρτυρία που προέρχεται από άλλο συναυτουργό), η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το έγκλημα. Και η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει πού το Δικαστήριο βρήκε μια τέτοια ενίσχυση (Zacharia ν. Republic
(1962)C.L.R. 52 και Λοϊζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 46). Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας ότι ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο χρειάζεται ή δίνεται όταν ο μάρτυρας που την χρειάζεται ή τη δίνει κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος (Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)Α.Α.Δ 628 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482). Όμως η αξιολόγηση της μαρτυρίας συναυτουργού διενεργείται ενιαία [Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, 266 και Παρμαξής (ανωτέρω)]. Προκύπτει από τη Mousoulides (ανωτέρω) ότι ο κανόνας για προειδοποίηση δεν καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις συναυτουργών. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες είναι επιθυμητό να δίνεται η πιο πάνω προειδοποίηση. Μια από αυτές είναι η περίπτωση μάρτυρα που έχει κάποιο δικό του ιδιαίτερο σκοπό να εξυπηρετήσει με τη μαρτυρία του και που τεχνικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συναυτουργός. Για να μπορεί να λεχθεί ότι μάρτυρας έχει ίδιο συμφέρον να εξυπηρετήσει πρέπει να υπάρχει μαρτυρία που να τείνει να δείξει την εμπλοκή του στη διάπραξη του αδικήματος, αλλά όχι σε βαθμό που να καθίσταται συναυτουργός. Σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία του πρέπει να προσεγγιστεί έχοντας κατά νου τους εγγενείς κινδύνους που μπορεί να προκύπτουν από την αποδοχή της [Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω και τα γεγονότα όπως η ίδια ΜΚ3 τα έχει θέσει ενώπιον μας, για σκοπούς αξιολόγησης την θεωρούμε συναυτουργό των Κατηγορούμενων 2 και 3 και έτσι θα προσεγγίσουμε τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της ΜΚ3 η οποία ήταν γενικά θετική και ειλικρινής κρίνεται αξιόπιστη. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ακόμα και η εκδοχή της στη γραπτή της κατάθεση ότι δεν άκουσε τι έλεγαν στη γιαγιά της - πρώην Κατηγορούμενη 1 - οι αστυνομικοί όταν η γιαγιά της αναφέρθηκε, μετά την επίστηση της προσοχής της στο νόμο, ποιοι της είχαν δώσει τα ναρκωτικά (επειδή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε μεταφερθεί λίγο πιο κάτω από εκεί που έλαβε χώραν η στιχομυθία), συσχετιζόμενη με την αναφορά της κατά την αντεξέταση ότι, σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών προς την πρώην Κατηγορούμενη 1 αν το σακούλι με τη ναρκωτική ουσία ανήκε στους εν λόγω Κατηγορούμενους 2 και 3, η γιαγιά της απάντησε ότι δεν τής το έδωσε και ότι δεν είναι δικό της, δεν θα μπορούσε να καταταχθεί ως δεικτική ανακολουθίας. Η μάρτυς δεν προσδιόρισε με τρόπο συγκεκριμενοποιημένο το χρονικό σημείο της στιχομυθίας μεταξύ της αστυνομίας και της γιαγιάς της και, ειδικότερα, αν αυτό αφορούσε στη στιγμή που η τελευταία έδωσε την απάντησή της στο ΜΚ1 παρουσία του ΜΚ2, ότι δηλαδή το σακουλάκι με τα ναρκωτικά της το έδωσε ο Παντελής και η Νίκη. Εν πάση περιπτώσει οι ΜΚ1 και ΜΚ2 αλλά, κατ' επέκταση, και η ΜΚ3 περιορίστηκαν στην αναφορά της πρώην Κατηγορούμενης 1 για το ότι το σακουλάκι με τα ναρκωτικά της το είχε δώσει ο Παντελής και η Νίκη και όχι για το κατά πόσον το εν λόγω σακουλάκι ανήκε ή «ήταν» του Παντελή και της Νίκης. Επισημαίνουμε επίσης ότι οι ερωτήσεις κατά την αντεξέταση επί του σημείου δεν αφορούσαν στη δήλωση της πρώην Κατηγορούμενης 1 ότι το σακουλάκι της το είχε δώσει ο Παντελής και η Νίκη αλλά για το κατά πόσο η γιαγιά είχε πει τα ναρκωτικά ήταν δικά της ή αν ανήκαν ή «ήταν» του Παντελή και της Νίκης. Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τη μοναδική φορά που υπήρξε μια κάπως πιο στοχευμένη αντεξέταση στο κατά πόσο πράγματι η ΜΚ3 είχε ακούσει τη γιαγιά να λέγει προς τους αστυνομικούς ότι τα ναρκωτικά της τα είχαν δώσει ο Παντελής και η Νίκη, η σχετική ερώτηση ήταν πολυσύνθετη, κάτι που εμφανώς οδήγησε τη μάρτυρα να απαντήσει με γενικότητα χωρίς να καθίσταται σαφές αν η αρνητική απάντηση της μάρτυρος αφορούσε σε οποιαδήποτε πτυχή του ερωτήματος. Παραθέτουμε πιο κάτω τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις της μάρτυρος: «Ε: Όμως το ερώτημα μου είναι άλλο. Ήσουν που την πρώτη στιγμή που ήταν σιονοσμένο το σακούλι; Α: Οϊ. Αφού εφύαμε εμείς τζιαί έμεινε ένας αστυνομικός πίσω ..... Ε: Εσύ άκουσες σε κάποιο στάδιο τη γιαγιά σου να λέει στους αστυνομικούς ότι τζιείνο το πράγμα είναι του Παντελή τζιαί της Νίκης; Α: Οϊ. Ε: Δεν μου το έδωσε ούτε ο Παντελής, ούτε η Νίκη, αλλά δεν είναι δικό μου τούτο το πράγμα; Α: Οϊ τζιαι ύστερα ελάλεν της έσυρες το εσύ χαμαί τζιαι ελάλεν του η γιαγιά μου δεν έσυρα τίποτε χαμαί.» Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η εκδοχή της ΜΚ3 ότι δεν είχε ακούσει την αναφορά της γιαγιάς για το ποιος της έδωσε τα ναρκωτικά είναι αληθής. Επισημαίνουμε ότι επαναβεβαίωσε αντεξεταζόμενη το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεση της, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι και εύλογη αφού προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι δεν βρισκόταν κοντά στη γιαγιά της ώστε να μπορεί να ακούσει αυτά που έλεγε ή της έλεγαν οι αστυνομικοί καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους. Εν κατακλείδι δεχόμαστε τη μαρτυρία της ΜΚ3 ως αξιόπιστη και ελεύθερη οποιουδήποτε αλλότριου ή ύποπτου κινήτρου ή προσωπικού συμφέροντος πλην της παράθεσης της αλήθειας ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχοντας κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΚ3 προχωρούμε να προειδοποιήσουμε τους εαυτούς μας για τον κίνδυνο καταδίκης των Κατηγορουμένων 2 και 3 στη βάση μόνο μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων. Κρίνουμε ότι είναι ασφαλές να καταδικάσουμε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 στη βάση μόνο της μαρτυρίας της ΜΚ3. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Χημικού Τασούλας Κοζάκου (ΜΚ5) έχουμε να πούμε τα ακόλουθα. Αφού λάβαμε υπόψη την πείρα και τις γνώσεις της και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou and Another v. Ambizas and Another
(1982)1 CLR 41, 57) είναι η κατάληξη μας ότι η μάρτυς είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας. Επομένως η μαρτυρία της θα προσεγγιστεί και αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. v. Lanfear
(1968)1 All. E.R. 683, Θεοσκέπαστη Farm v. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τον κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει την οποιαδήποτε άποψη του εμπειρογνώμονα, ακόμη και όταν αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί με αντεξέταση. Η υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους για να δυνηθεί έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελίδα 446, Kouppis v. Republic
(1977)2 CLR 361, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Khadar v. Republic
(1978)2 CLR 132). Κατά τα άλλα η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων μαρτύρων υπόκειται στους κανόνες αξιολόγησης που διέπουν τη μαρτυρία των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Η επιστημονική κατάρτιση της ΜΚ5 έγινε αποδεκτή από την Υπεράσπιση. Από τα όσα περιέχονται στην Έκθεση της (Τεκμήριο 8) και τη μαρτυρία της προκύπτει ότι είναι εμπειρογνώμονας στη Δικανική Χημεία και Τοξικολογία με πλούσια εμπειρία στη διενέργεια εξετάσεων σε αστυνομικά τεκμήρια, η δε ορθότητα της μεθοδολογίας που ακολουθεί καθώς και τα ευρήματα και συμπεράσματα της δεν αμφισβητήθηκαν. Η Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης επεδίωξε, απλώς, να διευκρινίσει ορισμένα ζητήματα. Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό κρίνουμε ότι η μαρτυρία της ΜΚ5 ήταν εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη και, επομένως, αποδεχόμαστε πλήρως τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της σε σχέση με την εξέταση που διενήργησε στο Τεκμήριο 3 της παρούσας υπόθεσης. Θεωρούμε ότι ήταν μια καθόλα ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας η οποία κατέθεσε με τρόπο θετικό και με σαφήνεια παραθέτοντας όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η μαρτυρία της να γίνει πλήρως αντιληπτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία των πέντε αστυνομικών μαρτύρων - ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ4, ΜΚ6, ΜΚ7 και ΜΚ8 - για τις ενέργειες και την εμπλοκή τους στην παρούσα υπόθεση ήταν σαφής, θετική και ειλικρινής, χωρίς παλινδρομήσεις και αντιφάσεις και την αποδεχόμαστε στο σύνολό της ως αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος 3 με την ένορκη του μαρτυρία ουσιαστικά επανήλθε στη θεληματικότητα της κατάθεσής του, αντικείμενο της οποίας, να λεχθεί, ήταν η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης με σχετική έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Ήταν αφενός η θέση του ότι δεν έδωσε τέτοια κατάθεση γιατί ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και περαιτέρω ότι τον πίεζε η αστυνομία να την υπογράψει. Η ΜΚ 4, Γ/Α Αντρια Χατζησωτηρίου που έλαβε την κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 ήταν σαφής, ρητή και κατηγορηματική σε σχετική υποβολή ότι κατέγραφε αυτά που της ανέφερνε ο Κατηγορούμενος 3. Σημειώνουμε ακόμη ότι σε κανένα στάδιο δεν της υπεβλήθη ότι πίεσε είτε αυτή είτε κάποιος άλλος συνάδελφος της τον Κατηγορούμενο 3 να υπογράψει την κατάθεσή του. Ο Κατηγορούμενος 3 άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων και η ξεκάθαρη εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν μια έντονη και αντιφατική προσπάθεια να αποποιηθεί αλλά και να αποστασιοποιηθεί από την κατάθεση του. Προς επίρρωση της άποψης που σχηματίσαμε για τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, ενώ αρχικά κατέθεσε ότι δεν έδωσε με τη θέλησή του την κατάθεση, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε εντελώς προβάλλοντας ότι δε θυμόταν να έδωσε τέτοια κατάθεση αν και δεν βρισκόταν όπως είπε «Τέλλια σε κωματώδη» (κατάσταση), ό,τι και να σημαίνει αυτό και τέλος ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και τον πίεσε η αστυνομία να την υπογράψει. Η αντιφατικότητα των προβληθέντων ισχυρισμών του αναδεικνύει αβίαστα την αναξιοπιστία του και επιβεβαιώνει την αρνητική εικόνα της μαρτυρίας του. Πέραν της πλήρους και ολοκληρωτικής αναξιοπιστίας του δεν έθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό ή καινούριο που να διαφοροποιεί τα θέματα που έτυχαν εξέτασης κατά το στάδιο της δίκης εντός δίκης και, κατ' επέκταση, που να διαφοροποιεί την κρίση μας ως προς το εθελούσιο και νόμιμο της ομολογίας του. Στην υπόθεση Kenneth Crampton
(1991)92 Cr. App. R.369, όπου ο κατηγορούμενος, χρήστης ναρκωτικών, ισχυρίστηκε ότι έδωσε την επίδικη ομολογία ενώ βρισκόταν σε στερητικό σύνδρομο υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «The mere fact that someone is withdrawing and may have a motive for making a confession, does not mean the confession is necessarily unreliable.» Επομένως, το απλό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο, και αν ακόμα δεχτούμε ότι έτσι είχαν τα πράγματα, όταν προβαίνει σε ομολογία δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για τον αποκλεισμό της ομολογίας. Αναφέρεται δε στην εν λόγω απόφαση ότι το κατά πόσο ένας χρήστης ναρκωτικών είναι σε θέση να ανακριθεί, με την έννοια ότι κάποιος μπορεί να θεωρήσει τις απαντήσεις του αληθείς, ανάγεται στην κρίση των παρευρισκομένων κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Και αντίθετη περί τούτου μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μας, ούτε και αντεξετάστηκε προς αυτή την κατεύθυνση η ΜΚ4 που έλαβε την κατάθεση του Κατηγορουμένου 3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 απορρίπτεται ως εντελώς αναξιόπιστη και αποδεχόμαστε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ως εισηγήθηκε και η Κατηγορούσα Αρχή, ως αληθές και πλήρως ενοχοποιητικό για τον ίδιο. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι προφορικές και γραπτές δηλώσεις του κατηγορούμενου που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και συνιστούν ομολογίες μπορούν να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα γεγονότα που περιγράφουν (R. v. Donaldson and others
(1976)64 Cr. App. R. 59, R. v. Pearce
(1979)69 Cr. App. R. 365 και Ταμ. Πρ. Προσ. Βιομ. (ΣΕΚ) v. Sam Cl. Ind. Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, 625). Η ομολογία του εγκλήματος η οποία έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών, μπορεί μάλιστα εφόσον γίνει δεκτή ως εθελούσια, να θεμελιώσει αφ' εαυτής καταδίκη (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 και Ιωσηφίδης (Ππαίλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204). Αναφέρεται δε στην Ανδρέου (ανωτέρω) ότι έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Στην αγγλική υπόθεση R. ν. Mallinson
(1977)Crim. L. Rev. 161, η οποία επιδοκιμάστηκε στην Ανδρέου (ανωτέρω), διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορούμενου σε εκείνη την υπόθεση για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δεν συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ (Α) ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν 2 κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το άρθρο 371 προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπέυεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Στην υπόθεση Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, αναφέρεται ότι το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσο αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος. Η ηρωίνη, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)και το Μέρος I του Πρώτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77)(όπως έχει τροποποιηθεί), είναι ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α'. Η προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης δια βίου (βλ. άρθρο 5 και Τρίτο Πίνακα του Πρώτου Παραρτήματος του πιο πάνω Νόμου). Ως εκ τούτου συνιστά κακούργημα (Βλ. άρθρο 4 Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154). (Β) KATOXH Σύμφωνα με το Άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου αρ. 29/77, όπως τροποποιήθηκε, η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου συνιστά αδίκημα όπως και η κατοχή τέτοιου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο ή άλλα πρόσωπα σύμφωνα με τα Άρθρα 5
(1)(β) και 6
(1)και
(3)του Νόμου. Όσον αφορά την κατηγορία της κατοχής θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Άρθρο 2
(3)του Νόμου προνοείται ότι κατοχή, εκτός από τη φυσική, σημαίνει και τον έλεγχο των αντικειμένων αν και αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου ατόμου. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)
(2)του Νόμου 29/77 είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, φυσικού ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Αυτό έχει κατ' επανάληψη αναφερθεί σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφερόμαστε σχετικά στην υπόθεση Queiss ν. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, όπου στη σελίδα 61 διαβάζουμε: «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Παρόμοια προσέγγιση διαπιστώνεται και στις μεταγενέστερες υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομία
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Η κατοχή προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη ενός πράγματος (από ένα πρόσωπο), γνώση του συγκεκριμένου προσώπου ότι έχει αυτό το πράγμα υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του και γνώση για τη φύση του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v. Republic (ανωτέρω) και Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.662). Στην υπόθεση R. ν. McNamara
(1988)87 Cr. Αρρ. R. 246 υποδεικνύεται ότι πρέπει να στοιχειοθετηθεί τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2004 (παράγραφος Β20.13) αναφέρεται σχετικά το εξής: « The basic proposition is that a person must know that he is in possession of something which is, in fact a controlled drug. This is abundantly clear from Warner v. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 and McNamara
(1988)87 Cr App R 246. Further confirmation is to be found in Lambert
(2002)2 AC 545, where, for example, Lord Clyde states, "The second element involves that the defendant knows that the thing in question is under his control. He need not know what its nature is, but so long as he knows that the thing, whatever it is, is under his control, it is in his possession".» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η βασική θέση είναι ότι κάποιο πρόσωπο πρέπει να γνωρίζει ότι έχει στην κατοχή του κάτι, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι ελεγχόμενο φάρμακο. Αυτό είναι εντελώς ξεκάθαρο από την υπόθεση Warner ν. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 και McNamara
(1988)87 Cr. App. R. 246. Περαιτέρω επιβεβαίωση αυτής της θέσης υπάρχει στην υπόθεση Lambert
(2002)2 AC 545, όπου, για παράδειγμα, ο Λόρδος Clyde αναφέρει, "Το δεύτερο στοιχείο εμπεριέχει γνώση του κατηγορούμενου ότι το επίδικο αντικείμενο βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του. Δεν απαιτείται να γνωρίζει τη φύση του, αλλά ενόσω γνωρίζει ότι το αντικείμενο, ό, τι και αν είναι αυτό, βρίσκεται υπό τον έλεγχο του, αυτό είναι στην κατοχή του".» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Warner (ανωτέρω) στην οποία τονίστηκε ότι η φύση του αντικειμένου, οι περιστάσεις της παραλαβής του, το δικαίωμα και η ευχέρεια πρόσβασης στο αντικείμενο είναι στοιχεία που μπορούν να καθορίσουν τη νοητική διάθεση κατοχής μιας συγκεκριμένης ουσίας με ταυτόχρονη γνώση του περιεχομένου, σε αντιπαράθεση με απλή φυσική κατοχή. Υποδεικνύεται στην υπόθεση Youssef ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ότι επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. Στη Lambert (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι όταν ένας κατηγορούμενος κατέχει ένα δοχείο γνωρίζοντας ότι περιέχει κάτι, θεωρείται ότι κατέχει το περιεχόμενο του. Όταν το ελεγχόμενο φάρμακο ευρίσκεται εντός του δοχείου, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο του δοχείου, ότι γνώριζε για την ύπαρξη του και ότι περιείχε κάτι, και ότι αυτό που περιείχε ήταν όντως το ελεγχόμενο φάρμακο που η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι είναι. Δεν απαιτείται όπως η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό το κάτι ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Αναφέρεται στη McNamara (ανωτέρω) η οποία υιοθετήθηκε στη Lambert (ανωτέρω) ότι από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει τα πιο πάνω, εναπόκειται στον κατηγορούμενο να επικαλεστεί μία από τις υπερασπίσεις του άρθρου 28 του Misuse of Drugs Act 1971 το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 32 του Νόμου 29/77. (Γ) ΚΑΤΟΧΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ Όσον αφορά την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, σύμφωνα με το Άρθρο 6
(3)του Νόμου 29/77, αποτελεί αδίκημα τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 32 το οποίο προνοεί ορισμένες υπερασπίσεις για τον κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο νόμιμα ή μη προς το σκοπό όπως το προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του Άρθρου 5
(1)του Νόμου. Το Άρθρο 5
(1)απαγορεύει την παραγωγή ή την προμήθεια ή την προσφορά προς προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι: (α) η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και (β) η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ο Νόμος έχει δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο περί του σκοπού της προμήθειας εφόσον αποδειχθεί ότι η ποσότητα που παράνομα κατέχεται, καλλιεργείται ή μεταφέρεται, υπερβαίνει συγκεκριμένη ποσότητα που καθορίζεται στις δύο στήλες του Άρθρου 30Α του Νόμου. Συνεπώς σε μια τέτοια περίπτωση η κατοχή αυτή θεωρείται πως είναι με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, εκτός εάν ο κατηγορούμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Hurbanek κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει με βάρος απόδειξης την πιθανολόγηση ή την εύλογη αμφιβολία πως δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Αναμφισβήτητα το αποδεικτικό βάρος για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθόλη τη διάρκεια της δίκης μέχρι τέλους και δεν μετατίθεται με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου. Όσον αφορά δε το αποδεικτικό βάρος το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσειση του τεκμηρίου δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας. Η περαιτέρω επέκταση και ενασχόληση με θέμα κρίνεται αχρείαστη ενόψει της απουσίας μαρτυρίας από την πλευρά των κατηγορουμένων. Στην υπόθεση R. v. Maginnis
(1987)AC 303, τέθηκε το ακόλουθο ερώτημα, όπως αυτό διαφοροποιήθηκε με την απόφαση του Κοινοβουλίου των Λόρδων (σε ελεύθερη μετάφραση): «Κατά πόσο πρόσωπο που κατέχει παράνομα ελεγχόμενο φάρμακο, το οποίο κατατέθηκε σε αυτό (deposited with him) για ασφαλή φύλαξη, έχει την πρόθεση να προμηθεύσει σε άλλο το εν λόγω φάρμακο εάν η πρόθεσή του είναι να επιστρέψει το εν λόγω φάρμακο στo πρόσωπο που το κατάθεσε (to the person who deposited it with him)». Η απάντηση που δόθηκε ήταν καταφατική. Ο Λόρδος Keith εξετάζοντας την ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στη λέξη «supply» («προμήθεια»), όπως αυτή εμφανίζεται στα άρθρα
(4)και 5
(3)του Misuse of Drugs Act 1971, τα οποία είναι ταυτόσημα με τα άρθρα 5
(1)και 6
(3)αντίστοιχα του δικού μας Νόμου 29/77, ανέφερε τα ακόλουθα: «The world (supply), in its ordinary natural meaning, conveys the idea of furnishing or providing to another something which is wanted or required in order to meet the wants or requirements of that other. It connotes more than the mere transfer of physical control of some chattel or object from one person to another. No one would ordinarily say that to hand over something to a mere custodier was to supply him with it. The additional concept is that of enabling the recipient to apply the thing handed over to purposes for which he desires or has a duty to apply it.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Η λέξη (προμήθεια), με τη συνήθη φυσική έννοια της, μεταφέρει την ιδέα του εφοδιασμού ή παροχής σε άλλο πρόσωπο ενός αντικειμένου το οποίο χρειάζεται ή απαιτείται για να καλύψει τις ανάγκες ή απαιτήσεις του. Υποδηλοί κάτι περισσότερο από την απλή μετάθεση του φυσικού ελέγχου κάποιου πράγματος ή αντικειμένου από ένα πρόσωπο σε άλλο. Κανένας δεν θα έλεγε συνήθως ότι με το να παραδοθεί κάτι σε ένα απλό φύλακα συνιστά προμήθεια σε αυτό. Η επιπρόσθετη έννοια είναι αυτή της παροχής της δυνατότητας στον παραλήπτη να χρησιμοποιήσει το αντικείμενο που του παραδόθηκε για σκοπούς που αυτός επιθυμεί ή έχει καθήκον να το χρησιμοποιήσει.» Στην ίδια υπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το υπό εξέταση θέμα (σελ. 909): «In my opinion it is not a necessary element in the conception of supply that the provision should be made out of the personal resources of the person who does the supplying. Thus, if an employee draws from his employer's store materials or equipment which he requires for purposes of his work, it involves no straining of language to say that the storekeeper supplies him with those materials or that equipment, notwithstanding that they do not form part of the storekeeper's own resources and that he is merely the custodier of them. I think that the same is true if it is the owner of the business who is drawing from his own storekeeper tools or materials which form part of his own resources. The storekeeper can be said to be supplying him with what he needs. If a trafficker in controlled drugs sets up a store of these in the custody of a friend whom he thinks unlikely to attract the suspicions of the police, and later draws on the store for the purposes of his trade, or for his own use, the custodier is in my opinion rightly to be regarded as supplying him with drugs.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά την άποψη μου δεν αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο της έννοιας της προμήθειας όπως ο εφοδιασμός γίνει από τους προσωπικούς πόρους του προσώπου που προβαίνει στην προμήθεια. Επομένως, εάν κάποιος εργοδοτούμενος πάρει από το κατάστημα του εργοδότη του υλικά ή εφόδια τα οποία απαιτούνται για τους σκοπούς της εργασίας του, δεν παρουσιάζεται καμία δυσκολία ερμηνείας και μπορεί να λεχθεί ότι ο καταστηματάρχης τον προμηθεύει με αυτά τα υλικά ή εφόδια, παρόλο που αυτά δεν αποτελούν μέρος των πόρων του καταστηματάρχη και είναι απλά ο φύλακας τους. Πιστεύω ότι ισχύει το ίδιο και στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης παίρνει από τον δικό του καταστηματάρχη εργαλεία ή υλικά τα οποία αποτελούν μέρος των δικών του πόρων. Μπορεί να λεχθεί ότι ο καταστηματάρχης τον προμηθεύει με ό,τι χρειάζεται. Εάν κάποιος έμπορας ελεγχόμενων φαρμάκων θέσει αυτά υπό τη φύλαξη κάποιου φίλου τον οποίο θεωρεί απίθανο να προκαλέσει τις υποψίες της Αστυνομίας και αργότερα πάρει από τα φυλαχθέντα για τους σκοπούς της επιχείρησης του ή για δική του χρήση, ο φύλακας κατά τη γνώμη μου ορθά μπορεί να θεωρηθεί ότι τον προμηθεύει με ναρκωτικά.» Στην πιο πάνω υπόθεση είχε αφεθεί δέμα εντός του οποίου υπήρχε ελεγχόμενο φάρμακο (ρητίνη κάνναβης) στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα κάτω από τη θέση του οδηγού. Ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στην Αστυνομία ότι την προηγούμενη της σύλληψής του ημέρα ένας φίλος του άφησε το δέμα και τον ανέμενε να περάσει για να το παραλάβει («I expected him to come around and pick it up».) Στην υπόθεση R v. Panton
(2001)The Times, 27 March 2001, λέχθηκε ότι ο ορισμός της λέξης «προμήθεια» στη Maginnis (ανωτέρω), ο οποίος περιλαμβάνει και την κατακράτηση και επιστροφή ελεγχόμενων φαρμάκων που έχουν κατατεθεί από άλλο πρόσωπο σε «φύλακα», εφαρμόζεται έστω και αν ελλείπει η συγκατάθεση του «φύλακα». Η συγκατάθεση και των δύο μερών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του ορισμού της «προμήθειας» στην Maginnis (ανωτέρω). Η συγκατάθεση μπορεί να είναι σχετική όσον αφορά το θέμα της κατοχής και καταπίεσης (duress). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Donnelly ν. ΗΜ Advocate
(1985)SLT 243 στην οποία η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι ποσότητα ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή της είχε τεθεί υπό τη φύλαξη της από κάποιο Colin Stewart. Το Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «if the appellant intended to part with all or some of the drugs in her possession to Colin Stewart, even for his own use, she intended to supply Colin Stewart, and it matters not whether his intention was to use them himself or to supply others.» Στην υπόθεση R. v. Delgado
(1984)1 All ΕR 449, ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να προσέχει (look after) τα ναρκωτικά για κάποιες ώρες και αυτός δέχτηκε. Συνελήφθηκε ενόσω ήταν καθοδόν για να τα επιστρέψει αυτούς που του τα είχαν δώσει. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «In the present case on his own evidence the appellant had possession of a substantial quantity of cannabis. His intention was to transfer control of it to his two friends at an agreed time and place. In those circumstances it seems to us that the judge was entirely right in his ruling, and that therefore the argument put forward by counsel for the appellant has no foundation. » Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν μαζί κατηγορίες συνωμοσίας για κατοχή (1η κατηγορία), συνωμοσίας για κατοχή με σκοπό την προμήθεια (6η κατηγορία), κατοχή (2η κατηγορία) και κατοχή με σκοπό την προμήθεια (5η κατηγορία) 48,0943 γραμμαρίων ηρωίνης. Η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει επιπρόσθετα κατηγορία για προμήθεια της προαναφερόμενης ποσότητας στην πρώην Κατηγορούμενη 1 (4η κατηγορία) και ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει κατηγορία προμήθειας της εν λόγω ποσότητας στην Κατηγορούμενη 2 (3η κατηγορία). Σε ό,τι αφορά στην παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια της πιο πάνω ποσότητας θα πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο φυσικός έλεγχος και η ταυτόχρονη γνώση της φύσης της ουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 [Καΐμης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Η έννοια της κατοχής είναι ευρεία και δεν απαιτείται απόδειξη φυσικής κατοχής (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, σελ.416-417). Σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77(ο Νόμος) όπως τροποποιήθηκε: «παν πρόσωπο θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου». Στη Warner v. Metropolitan Police Commissioner (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η φύση του αντικειμένου, οι περιστάσεις της παραλαβής του και η ευχέρεια πρόσβασης στο αντικείμενο είναι στοιχεία που μπορούν να καθορίσουν την νοητική διάθεση κατοχής μιας συγκεκριμένης ουσίας με ταυτόχρονη γνώση του περιεχομένου σε αντιδιαστολή με απλή κατοχή. Η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι το οποίο συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Στη Youssef ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) τονίστηκε ότι επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση του κατηγορούμενου. Αναφορικά με την περιστατική μαρτυρία παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Wills' Principles of Circumstantial Evidence όπου αναφέρονται τα εξής: «Circumstantial evidence going to prove the guilt of a person is this: One witness proves one thing and another proves another thing, and all these things prove to conviction beyond reasonable doubt; but neither of them separately proves the guilt of the person. But taken together they do lead to the one inevitable conclusion, and if that is the result of circumstantial evidence it is a very much safer conclusion you come to than if one witness gets into the box and gives direct evidence and says Ί saw this crime committed' (R v. Armstrong, Herefordshire Assizes, April, 1922)» Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 192, σελ. 200 λέχθηκαν τα εξής: «Ξεχωριστά μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά προσομοιάζουν με τους κρίκους της αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να στερεώνονται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο.» Αναφορικά με την απόδειξη ενοχής της Κατηγορούμενης 2 επισημαίνουμε τα ακόλουθα τα οποία γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου: (Α) Στις 12.9.08 η πρώην Κατηγορούμενη 1 είχε στην κατοχή της το σακούλι με την ηρωίνη (Τεκμήριο 3) και μόλις διαπίστωσε την παρουσία των αστυνομικών ΜΚ1 και 2 στην Πλατεία Ελευθερίας, το πέταξε στο δρόμο. (Β) Όταν ο ΜΚ1 υπέδειξε στην πρώην Κατηγορούμενη 1 το εν λόγω σακουλάκι και τη συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα κατοχής ναρκωτικών η πρώην Κατηγορούμενη 1 απάντησε «έδωσε μου τα ο Παντελής και η Νίκη». Την απάντηση αυτή άκουσε και επιβεβαίωσε ο ΜΚ
  1. (Γ) Εκείνη την ημέρα πριν τη σύλληψη της πρώην Κατηγορούμενης 1, αυτή μαζί με τη ΜΚ3 είχαν συναντήσει τους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε ένα περίπτερο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Η ΜΚ3 κατέθεσε ενόρκως ότι οι αναφορές της στις γραπτές της καταθέσεις τις οποίες έδωσε στην αστυνομία και υιοθέτησε ενόρκως στο Δικαστήριο, σε κάποιους Παντελή και Νίκη αφορούν τον θείο και τη θεία της, Κατηγορούμενους 2 και 3 τους οποίους υπέδειξε στο εδώλιο των κατηγορούμενων. Τη συνάντηση αυτή παραδέχτηκε ότι είχε και η Κατηγορούμενη 2 στην ανώμοτη δήλωση της. (Δ) Η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι στις 12.9.08 στην κατεχόμενη Λευκωσία είχε στην κατοχή της «κάτι» το οποίο διαπίστωσε ότι ήταν «μαλακό» και υποψιάστηκε ότι ήταν ηρωίνη. Σύμφωνα πάντα με την ίδια, αυτό το «κάτι» το τοποθέτησε σε μια τουαλέτα από όπου το πήρε η πρώην Κατηγορούμενη
  2. (Ε) Η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι είναι χρόνια χρήστης ηρωίνης. Σύμφωνα με τη ΜΚ 3: (ΣΤ) Η Κατηγορούμενη 2 κάποια στιγμή στο περίπτερο όπου είχαν βρεθεί είπε στην πρώην Κατηγορούμενη 1 «έλα να σου πω» και απομακρύνθηκαν για λίγο. (Ζ) Έπειτα επέστρεψαν και η Κατηγορούμενη 2 είπε χαμηλόφωνα στη ΜΚ3 «ότι και να γίνει μεν με δώκεις εμένα». (Η) Μόλις έφυγαν η ΜΚ3 και η πρώην Κατηγορούμενη 1 από το περίπτερο, η τελευταία είπε στη ΜΚ3 ότι η Κατηγορούμενη 2 της είχε δώσει κάτι να κρύψει στο στήθος της και αμέσως η ΜΚ3 απάντησε: «πρέπει να είναι ποτζίνο που πίνουν ο Παντελής τζαι η Νίκη». (Θ) Η Κατηγορούμενη 2 είχε πει αρκετές φορές, περίπου ένα μήνα πριν την 12.9.08, στη ΜΚ3 να πάει στα κατεχόμενα και να της φέρει ναρκωτικά βάζοντας τα «πουκάτω της» όπως έκανε η ίδια. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό το «κάτι» το «μαλακό» το οποίο κρατούσε η Κατηγορούμενη 2 ήταν το σακουλάκι το οποίο η πρώην Κατηγορούμενη 1 πέταξε στην Πλατεία Ελευθερίας όταν ανακόπηκε από το ΜΚ 1 και ότι η Κατηγορούμενη 2 γνώριζε ότι αυτό το σακουλάκι περιείχε ηρωίνη. Αναφορικά με την απόδειξη ενοχής του Κατηγορούμενου 3 επισημαίνουμε τα ακόλουθα, τα οποία και γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου : (Α) Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σακούλι με την ηρωίνη (Τεκμήριο 3), βρισκόταν στις 12/9/08 στην κατοχή της πρώην Κατηγορούμενης 1 η οποία μόλις διαπίστωσε την παρουσία των αστυνομικών ΜΚ 1 και 2 στην Πλατεία Ελευθερίας, το πέταξε στο δρόμο. (Β) Σύμφωνα με το ΜΚ 1 όταν αυτός υπέδειξε στην πρώην Κατηγορούμενη 1 το σακουλάκι με την ηρωίνη (τεκμήριο 3) και την συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα κατοχής ναρκωτικών αυτή απάντησε «έδωσε μου τα ο Παντελής και η Νίκη». Την απάντηση αυτή άκουσε και επιβεβαίωσε ο ΜΚ
  3. (Γ) Εκείνη την ημέρα πριν τη σύλληψη της πρώην Κατηγορούμενης 1, αυτή μαζί με τη ΜΚ 3 είχαν συναντήσει τους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε ένα περίπτερο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Η ΜΚ 3 κατέθεσε ενόρκως ότι οι αναφορές της στις γραπτές της καταθέσεις τις οποίες έδωσε στην αστυνομία και υιοθέτησε ενόρκως στο Δικαστήριο, σε κάποιους Παντελή και Νίκη, αφορούν τον θείο και τη θεία της, Κατηγορούμενους 2 και 3 τους οποίους υπέδειξε στο εδώλιο των κατηγορούμενων. Τη συνάντηση αυτή παραδέχτηκε ότι είχε και ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος ανάφερε ότι εκείνη την ημέρα είχε μεταβεί στα κατεχόμενα με την σύζυγο του Κατηγορούμενη
  4. (Δ) Ο Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ενόρκως ότι είναι χρόνιος χρήστης ηρωίνης και ότι προμηθεύεται ηρωίνη από άτομα στα οποία τηλεφωνεί. (Ε) Στις 12.9.08 το μεσημέρι η ΜΚ3 κρυφάκουσε τον Κατηγορούμενο 3 να λέει μετά από τηλεφώνημα που δέχτηκε «ευτυχώς που με έπιασε τηλέφωνο γιατί νόμιζα ότι έπιασαν τον και τον εβάλαν στην κλειστή φυλακή» Έπειτα ο Κατηγορούμενος 3 είπε στη ΜΚ 3 «Ευτυχώς ρε Κυριακούλα έπιασε με τηλέφωνο γιατί διαφορετικά ήταν να πάω Λεμεσό» Αυτή η μαρτυρία συνάδει απόλυτα με την αναφορά του Κατηγορούμενου 3 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6) ότι: «ετηλεφώνησε μου ο Τούρκος που μας δια [πράμα] που το μεσημέρι τζαι είπε μου ότι έχει να μου δώκει τζαι να πάω ποτζί». Διευκρινίζει πως όταν λέιε πράμα εννοεί ηρωίνη. Η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 (Τεκμήριο 6), κρίθηκε από το Δικαστήριο θεληματική στα πλαίσια Δίκης εντός Δίκης και τίποτα δεν παρουσιάστηκε μεταγενέστερα στα πλαίσια της κυρίως Δίκης που να μπορεί να ανατρέψει το συμπέρασμα αυτό ως έχουμε ήδη εξηγήσει. (ΣΤ) Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6) ο Κατηγορούμενος 3 ομολογεί τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει περιγράφοντας με πολλή λεπτομέρεια και σαφήνεια τα γεγονότα. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «...η ομολογία του εγκλήματος...μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του [κατηγορούμενου]. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πορωμένη και αν είναι, έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης...» (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας [1990] 2 Α.Α.Δ 203 σελ. 225) Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) τονίστηκε ότι έστω και αν ομολογία κρίνεται θεληματική και γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει στο τέλος να προβληματιστεί για την αλήθεια του περιεχομένου της και για το κατά πόσο αυτή συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων ως αυτά έχουν διακριβωθεί ώστε να οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ4 και του Κατηγορούμενου 3 δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ομολογία του Κατηγορούμενου 3 ως καταγράφεται στο Τεκμήριο 6 είναι καθ' όλα εκούσια και λήφθηκε νόμιμα από τη ΜΚ 4 στα πλαίσια των καθηκόντων της (όπως εξάλλου αποφανθήκαμε μετά τη διεξαγωγή σχετικής δίκης εντός δίκης). Επίσης τα όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος 3 στο Τεκμήριο 6 συνιστούν την αλήθεια και συνάδουν απόλυτα με το γεγονός ότι εκείνη την ημέρα ο ίδιος είχε μεταβεί με την Κατηγορούμενη 2 στην κατεχόμενη Λευκωσία για να παραλάβει ηρωίνη, όπου σε περίπτερο συνάντησαν την πρώην Κατηγορούμενη 1 και τη ΜΚ3 και ότι εκεί η Κατηγορούμενη 2 έδωσε στην πρώην Κατηγορούμενη 1 σακουλάκι με ηρωίνη για να το μεταφέρει στις ελεύθερες περιοχές όπου και ανακόπηκε από τους ΜΚ1 και
  5. Συνάδει επίσης με την λογική αλληλουχία και συνοχή της αλυσίδας των γεγονότων, ότι είπε της μάνας του, πρώην Κατηγορούμενης 1, ότι θα της έδινε ένα σακούλι να το πάρει σπίτι, με το γεγονός ότι μόλις η πρώην Κατηγορούμενη 1 ανακόπηκε από τους ΜΚ1 και 2 πέταξε το σακούλι στο δρόμο. 2η κατηγορία Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν στην κατεχόμενη Λευκωσία κοινή κατοχή της ηρωίνης που περιέχεται στο τεκμήριο 3 από τη στιγμή που την προμηθεύτηκαν μέχρι την στιγμή που η Κατηγορούμενη 2 παρέδωσε το σακουλάκι με την ηρωίνη στην πρώην Κατηγορούμενη
  6. Το κριτήριο της «κοινής κατοχής» συνίσταται στο κατά πόσο τα ναρκωτικά αποτελούν μια κοινή παρακαταθήκη από την οποία οι εμπλεκόμενοι, εδώ οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είχαν δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη κατά βούληση (R v. Searle
(1971)Cr. L.R. 592 όπως υιοθετήθηκε στη Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 9. Βλ. επίσης Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 102/08, 104/08 και 105/08, ημερομηνίας 17.12.09). Εν όψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι η 3η κατηγορία που αφορά προμήθεια της ηρωίνης από τον Κατηγορούμενο 3 στην Κατηγορούμενη 2 δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Εξάλλου αυτή ήταν και η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. 4η κατηγορία Η πράξη της Κατηγορούμενης 2 να δώσει το σακουλάκι με τα ναρκωτικά στην πρώην Κατηγορούμενη 1 στοιχειοθετεί το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' σε άλλο πρόσωπο ως αναφέρεται στην 4η κατηγορία. Σχετικά με την έννοια του όρου προμήθεια έχουμε αναφερθεί εκτεταμένα. Παραπέμπουμε στην υπόθεση R. ν Magginis (ανωτέρω) όπου η πλειοψηφία της Βουλής των Λόρδων προσδιόρισε τον όρο προμήθεια ως ακολούθως: « The word 'supply' in its ordinary natural meaning, conveys the idea of furnishing or providing to another something which is wanted or required in order to meet the wants or requirements of that other....» Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Komurgu ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ
  1. 5η κατηγορία Αναφορικά με την κατηγορία της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα το άρθρο 30Α του Νόμου προβλέπει ότι κατοχή 10 ή περισσότερων γραμμαρίων παρασκευασμένου οπίου ή παράγωγων αυτού, όπως είναι η ηρωίνη, δημιουργεί τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ο κάθε κατηγορούμενος οφείλει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν κατείχε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια. Στην παρούσα περίπτωση οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αρνήθηκαν ότι κατείχαν τα 48,0943 γραμμάρια ηρωίνης του Τεκμηρίου 3 και ως εκ τούτου δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να ανατρέψουν το τεκμήριο του άρθρου 30 Α. Το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι χρήστες ηρωίνης υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε καμία περίπτωση δεν ανατρέπει το τεκμήριο του άρθρου 30 Α. Η ποσότητα για την οποία οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται είναι πέραν της τετραπλάσιας από αυτήν για την οποία ο Νόμος δημιουργεί τεκμήριο σκοπού προμήθειας. Εξάλλου ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6) ότι προμηθεύτηκαν αυτή την ποσότητα βερεσιέ με σκοπό να την πουλήσουν και να πληρώσουν τον προμηθευτή τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι συνήθως αγοράζει ένα ή μισό γραμμάριο ή μικρότερη ποσότητα ηρωίνης κάθε 8 μέρες περίπου καθότι δεν έχει πάντοτε λεφτά για να αγοράζει μεγαλύτερη ποσότητα. Αυτά τα δεδομένα δεν αφήνουν περιθώριο για ανατροπή του νομικού τεκμηρίου ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατείχαν την ποσότητα ηρωίνης του Τεκμηρίου 3 με σκοπό να προμηθεύσουν και τρίτα πρόσωπα. 1η και 6η κατηγορία Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν επίσης και 2 κατηγορίες συνωμοσίας. Συνωμοσία είναι η συμφωνία δύο ή περισσότερων ατόμων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Δεν είναι αναγκαίο να γίνει οποιαδήποτε πράξη πέραν από την ίδια τη συμφωνία [Gani ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Στην παρούσα υπόθεση έχει αποδειχτεί ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συμφώνησαν μεταξύ τους όπως κατέχουν την επίδικη ποσότητα ηρωίνης με σκοπό να προμηθεύσουν τρίτα πρόσωπα. Επίσης συμφώνησαν μεταξύ τους και με την πρώην Κατηγορούμενη 1 όπως κατέχουν την εν λόγω ποσότητα καθ' όλη την διάρκεια που αυτή ήταν στη φυσική κατοχή της πρώην Κατηγορούμενης
  2. Επομένως και αυτές οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Διακίνηση Τεκμηρίου 3 Κρίνουμε ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κανένα πρόσωπο δεν παρενέβη ώστε να αλλοιώσει με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του σακουλιού (Τεκμήριο 3), από την ώρα που αυτό παραλήφθηκε από το ΜΚ 1 μέχρι την ώρα που αυτό κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τη ΜΚ 4, εκτός από την παρέμβαση που έκανε η ΜΚ5 για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων όπως η ίδια εξήγησε. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία των ΜΚ 1, ΜΚ 4, ΜΚ 5, ΜΚ 7 και ΜΚ 8 αναφορικά με την διακίνηση του τεκμηρίου
  3. Καθαρότητα ηρωίνης Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι η ποσότητα των 48,0943 γραμμαρίων δεν είναι 100% ηρωίνη, εννοώντας διαμορφίνη και ότι αυτό έπρεπε να είχε εξεταστεί από το Γενικό Χημείο του Κράτους κάτι το οποίο δεν έγινε. Σύμφωνα με αγγλική νομολογία, σε ορισμένες περιπτώσεις η ποιότητα της ηρωίνης θεωρείται σχετική για σκοπούς επιβολής ποινής. Στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου, R. v. Harold Linden Morris [2001] 1 Cr. App.R.4 λέχθηκε ότι ανάλυση της ηρωίνης ως προς την καθαρότητα χρειάζεται για σκοπούς επιβολής ποινής σε περιπτώσεις εισαγωγής ή σε άλλες περιπτώσεις όπου η κατασχεθείσα ποσότητα είναι ίση ή μεγαλύτερη από 500 γραμμάρια ηρωίνης. Όμως, συνέχισε το Δικαστήριο, τέτοιου είδους ανάλυση είναι ακριβή και χρονοβόρα και ως εκ τούτου όταν κατηγορούμενος κατέχει μόνο μικρή ποσότητα ηρωίνης για σκοπούς δικής του χρήσης ή περιορισμένης προμήθειας σε τρίτους, τέτοια ανάλυση δεν είναι θεμιτή. Στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του λίγο περισσότερα από 42.5 γραμμάρια ηρωίνης και για αυτή την ποσότητα κρίθηκε πως δεν υπήρχε καμία ανάγκη για διεξαγωγή ποιοτικού ελέγχου της ηρωίνης για σκοπούς επιβολής ποινής. Τέλος ο κ. Χρ. Χριστοδουλίδης επικαλέστηκε το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε στο τεκμήριο 3 γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου
  4. Όμως, από το ότι θα είχε σημασία η ύπαρξη γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 3, δεν ακολουθεί ότι σημασία είχε και η ανυπαρξία του [Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 123, 127 και Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Εξάλλου όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΚ4, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Ινστιτούτου Γενετικής η ποσότητα γενετικού υλικού που ανευρέθηκε στο Τεκμήριο 3 δεν ήταν ικανοποιητική ώστε να μπορούν να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε στο σύνολο της δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία ότι στις 12.9.08 στην κατεχόμενη Λευκωσία οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνωμότησαν να κατέχουν, κατείχαν και κατείχαν παράνομα με σκοπό την προμήθεια 48,0943 γραμμάρια ηρωίνης κατά παράβαση των προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/77όπως τροποποιήθηκε ως επίσης και του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα. Η μαρτυρία η οποία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδει με καμία άλλη λογική εξήγηση των γεγονότων. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των Κατηγορούμενων 2 και 3 τις κατηγορίες 1, 2, 5 και 6 στις οποίες και τους κρίνουμε ένοχους. Έχει επίσης αποδείξει εναντίον της Κατηγορούμενης 2 την 4η κατηγορία στην οποία και την κρίνουμε ένοχη. Δεν έχει όμως αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου 3 την 3η κατηγορία στην οποία ο τελευταίος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.