← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαήλ ΧΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 20232/07, 21.1.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαήλ ΧΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 20232/07, 21.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ.. Αρ. Υπόθεσης: 20232/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαήλ ΧΑΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.1.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κα Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες, της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α, του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/00, της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης για το κοινό οδήγησης, οδήγησης χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστηρίου υπέρ τρίτου, παράληψης να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος εγκεκριμένου τύπου από τον Έφορο οδήγησης, χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, της παράληψης να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράχτηκε από την Αρμόδια Αρχή στο κατάστρωμα του δρόμου, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή, χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας, δηλαδή πινακίδες εγγραφής και χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας από τις 31.12.

  1. Όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο τα αδικήματα που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο έλαβαν χώρα στις 21.9.2006 στην Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ, στο Στρόβολο, της επαρχίας Λευκωσίας, όταν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, με αρ. εγγραφής ΚΗΥ
  2. Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες 3, 4, 5, 7 και 8 ενώ δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1, 2 και 6 οι οποίες αφορούν αμελή οδήγηση, αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση και παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας αντίστοιχα. Σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας, Μ.Κ.1, ήταν ο Αστυφ. 37 Γ. Παπαδόπουλος ο οποίος κατέθεσε την γραπτή κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με αυτή, ο Μ.Κ. 1 σταθμεύει στην ΑΔΕ Λευκωσίας και είναι αποσπασμένος στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι σχεδιαστής επί κλίμακος, εξουσιοδοτημένος χειριστής συσκευών για προκαταρκτικό και τελικό έλεγχο αλκοόλης, εξουσιοδοτημένος μηχανικός εξεταστής και χειριστής ραντάρ και εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Την 21.9.2006 και περί ώρα 22:30 κατόπιν πληροφορίας επισκέφθηκε τη σκηνή οδικού τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβηκε στη Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ, στο Στρόβολο εκείνη την ημέρα και περί ώρα 22:10 στο οποίο ενεπλάκηκαν η μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με αρ. εγγραφής ΚΗΧ807 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΝ335 που οδηγούσε ο Νικόλας Μάρκου. Στη σκηνή του δυστυχήματος βρισκόταν πλήθος κόσμου. Οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί είχαν ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Και οι δύο είχαν σοβαρούς τραυματισμούς και κρατήθηκαν στο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Ο μάρτυρας με την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος σημείωσε τα στοιχεία ανθρώπων που είδαν το συμβάν. Στην απουσία των ενεχομένων οδηγών ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής με όλες τις αναγκαίες καταμετρήσεις και σημείωσε με το «Χ» και το «Χ1» τα σημεία σύγκρουσης που εντόπισε. Παρατήρησε ότι η άσφαλτος ήταν ξηρή, ο καιρός ήταν αίθριος, η ορατότητα ήταν καλή περί τα 50 μέτρα ως η πορεία των δύο οχημάτων, ο δρόμος ευθύς και επίπεδος. Παρατήρησε επίσης ότι στην περιοχή υπάρχουν λαμπτήρες υψηλής τάσης, οι οποίοι από την ώρα άφιξης του μέχρι και που αποχώρησε άναβαν κανονικά. Η Λεωφόρος φωτιζόταν κανονικά. Ο Μ.Κ.1 την 5.10.2006 και μεταξύ των ωρών 10:50 και 11:40 στην Τροχαία Λευκωσίας, πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Μάρκου Νικόλα, οδηγό του ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου ΕΤΝ
  4. Του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε στην απουσία του με το οποίο και συμφώνησε και δεν ήθελε να πάει στη σκηνή. Ακολούθως τον κατηγόρησε επί του ότι οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε δυστύχημα και ότι παραβίασε σήμα τροχαίας, δηλαδή άσπρη συνεχόμενη γραμμή και όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Παραδέχομαι την 2η κατηγορία αλλά την 1η όχι». Ακολούθως την 15.10.2006 ο Μ.Κ.1 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε στην απουσία του με το οποίο και συμφώνησε και δεν ήθελε να πάει στη σκηνή. Ακολούθως τον κατηγόρησε επί του ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα αλόγιστα, επικίνδυνα και απερίσκεπτα και προκάλεσε δυστύχημα, χωρίς ασφάλεια, χωρίς κράνος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το Β΄ εξάμηνο του 2006 η οποία ήταν ληγμένη από 31.12.2005, χωρίς άδεια οδηγού η οποία ήταν ληγμένη από 27.4.2006, ότι παραβίασε σήμα τροχαίας, δηλαδή άσπρη συνεχόμενη γραμμή και χωρίς αριθμούς εγγραφής. Όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Παραδέχομαι εκτός από τις κατηγορίες 1 και 6». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο άλλος εμπλεκόμενος οδηγός κατηγορήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης και της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας δηλαδή παραβίασης άσπρης συνεχόμενης γραμμής, τις οποίες και παραδέχτηκε στο Δικαστήριο. Η τελική θέση του αυτοκινήτου ήταν διαγώνια και σχεδόν καταλάμβανε όλη την δεξιά λωρίδα του δρόμου. Οι ζημιές του αυτοκινήτου ήταν σε ολόκληρη σχεδόν τη δεξιά πλευρά του, από την πόρτα οδηγού προς τα πίσω. Το πρώτο κτύπημα κατά τη θέση του, ήταν περίπου στο μέσο, μεταξύ των δύο πόρτων του αυτοκινήτου στη δεξιά πλευρά. Στη σκηνή βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, εξήγησε στο Δικαστήριο τις διάφορες μετρήσεις που έλαβε, είπε ότι το σημείο σύγκρουσης σίγουρα βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, η σύγκρουση ήταν βίαιη, υπήρχαν σοβαρές ζημιές στη μοτοσικλέτα στο μπροστινό της μέρος και είπε ότι οι λαμπτήρες του δρόμου είναι υψηλής τάσης και φωτίζουν ικανοποιητικά τη Λεωφόρο, η ορατότητα μπροστά και πίσω ήταν πολύ καλή και η σύγκρουση επεσυνέβη όταν ο οδηγός του οχήματος προσπάθησε να κάνει επαναστροφή και να αλλάξει πορεία οπόταν και συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου ο οποίος οδηγούσε κατά μήκος της οδού. Ρωτήθηκε κατά πόσο διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος μιλούσε στο τηλέφωνο την ώρα που προσπαθούσε να πραγματοποιήσει την επαναστροφή αναφέροντας ότι ζήτησε από τον άλλο οδηγό την συγκατάθεση του για να διερευνηθεί το κατά πόσο μιλούσε στο κινητό τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα αλλά ο άλλος οδηγός ήταν αρνητικός. Ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία των Κώστα Λουλλούδη, Ρένου Αντωνίου και Αντώνη Καλογήρου ο Κατηγορούμενος για κάποιο χρονικό διάστημα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης, σε σχέση με τη θέση του ανεξάρτητου μάρτυρα Κώστα Λουλούδι και είπε ότι δεν την σημείωσε ούτε στο Τεκμήριο 2 που είναι το τελικό σχέδιο ούτε και στο Τεκμήριο 5 που ήταν το πρόχειρο σχέδιο. Ο Μ.Κ.2 Κώστας Λουλούδης, κατέθεσε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στον Μ.Κ.1 στις 13.10.2006, Τεκμήριο 6, της οποίας και υιοθέτησε το περιεχόμενο. Σύμφωνα με την κατάθεση του, τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα 2210, βρισκόταν στην οικία του που βρίσκεται στην οδό Λόγκου 11 στο Στρόβολο. Συγκεκριμένα, βρισκόταν στο δρόμο έξω από το σπίτι του και έβλεπε στο δρόμο προς τη Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ. Εκείνη τη στιγμή παρατήρησε πως δεν είχε καθόλου τροχαία κίνηση στη Λεωφόρο. Σε μια στιγμή του κίνησε την περιέργεια ο ήχος μοτοσικλέτας που βρισκόταν στα φώτα που είναι το «Οκτάγωνο». Έτσι συγκεντρώθηκε προς το μέρος της μοτοσικλέτας την οποία είδε να κινείται με ταχύτητα μεγάλη και να οδηγείται από κάποιο άτομο και μάλιστα στον πισινό τροχό. Δηλαδή την σήκωσε και έκανε σούζα. Δεν πρόσεξε από το σημείο που στεκόταν αν ο οδηγός της φορούσε κράνος, ούτε και πρόσεξε αν μπροστά από τη μοτοσικλέτα υπήρχε οποιοδήποτε άλλο όχημα, αλλά ήταν σίγουρος πως η μοτοσικλέτα ήταν συνέχεια στον ένα τροχό από την ώρα που την είδε μέχρι του σημείου που έχασε οπτική επαφή. Μόλις έχασε οπτική επαφή μαζί με τον μοτοσικλετιστή, σε ζήτημα δευτερολέπτων άκουσε ένα εκκωφαντικό ήχο που έμοιαζε με έκρηξη. Αμέσως έτρεξε προς το σημείο και είδε ένα αυτοκίνητο, μια μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα πεσμένη στο έδαφος και ένα νεαρό πρόσωπο να βρίσκεται κάτω στο έδαφος αναίσθητος. Ο μοτοσικλετιστής δεν έφερε κράνος. Σε λίγο έφθασαν ασθενοφόρο και Αστυνομία. Έδωσε τα στοιχεία του στον Μ.Κ.1 ο οποίος ήρθε στη σκηνή και του εξήγησε τι είδε. Μετά αποχώρησε από τη σκηνή. Ο Μ.Κ.2 δεν γνωρίζει κανένα από τους δύο οδηγούς. Ανέφερε ότι έβλεπε συνεχώς από το σημείο που βρισκόταν τη μοτοσικλέτα και την πορεία που ακολουθούσε, δεν είχε όμως οπτική επαφή την ώρα της σύγκρουσης ούτε και με το σημείο της σύγκρουσης και επέμενε σταθερά ότι καθ΄ όλα τα χρονικά διαστήματα που είχε οπτική επαφή με τη μοτοσικλέτα, αυτή οδηγείτο με ταχύτητα πιο ψηλή από το επιτρεπτό όριο και συνεχώς στον ένα τροχό. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθη η θέση ότι ο Κατηγορούμενος κατέβασε τη μοτοσικλέτα και στους δύο τροχούς μόλις πέρασε τα φώτα για να απαντήσει ότι ίσως έτσι έγινε, επαναλαμβάνοντας όμως ότι μέχρι το σημείο που ο ίδιος είχε οπτική επαφή με τον μοτοσικλετιστή, τον έβλεπε στον ένα τροχό, τουλάχιστον για απόσταση 150 μέτρων. Είπε ότι ο φωτισμός της Λεωφόρου Χατζηϊωσήφ είναι πολύ ικανοποιητικός και ότι η ορατότητα είναι πάρα πολύ καλή, πέραν των 200 μέτρων. Ο Μ.Κ.3 Νικόλας Μάρκου κατέθεσε την ανακριτική γραπτή κατάθεση που έδωσε στον Μ.Κ.1 στις 5.10.2006, Τεκμήριο 7, της οποίας και υιοθέτησε το περιεχόμενο. Σύμφωνα με την κατάθεση του, τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα 22:10, οδηγούσε το αυτοκίνητο ΕΤΝ335 στη Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ, στο Στρόβολο, με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Σταυρού προς την Ανδρέα Αβρααμίδη. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος, φορούσε τη ζώνη του και η ταχύτητα του ήταν πολύ χαμηλή, περί τα 40 ΧΑΩ. Υπήρχε πολύ λίγη κίνηση στο δρόμο συγκεκριμένα από απέναντι του πολύ μακριά είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται. Μπροστά του δεν είχε άλλο όχημα που να προπορεύεται. Πίσω του δεν υπήρχε κανένα όχημα. Σε ένα σημείο του δρόμου θυμήθηκε ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει επείγον σε μια φίλη του που θα έφευγε στο εξωτερικό και έπρεπε να την δει πριν φύγει. Εκεί που βρισκόταν είδε ότι υπήρχε στάση Λεωφορείου στα δεξιά του δρόμου λίγα μέτρα πιο κάτω και έτσι παρόλο που στο δρόμο υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τα εκεί και να σταματήσει στη στάση για να κάνει το τηλεφώνημα. Έτσι αφού προχώρησε λίγο και έλεγξε όλες τις κατευθύνσεις, μπροστά του, απέναντι και πίσω του και έβαλε το δεξί του τραφικέϊτορ, επιχείρησε να μπει με δεξιά κλίση για να προχωρήσει προς τη στάση όπως ανέφερε. Είχε κοιτάξει πολύ καλά από τα δύο καθρεφτάκια του, το κεντρικό και το δεξί προς τα πίσω και αφού ήταν βέβαιος ότι δεν είχε άλλο όχημα μπήκε με κλίση δεξιά. Μόλις μπήκε είδε από το παράθυρο του ξαφνικά φως και πριν προλάβει να κάνει οποιαδήποτε κίνηση δέχτηκε πολύ δυνατό χτύπημα στη δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου του και αμέσως μετά είδε πάνω του, ειδικά στο πουκάμισο του αίματα που έπεφταν από το πρόσωπο του και πονούσε πολύ το δεξιό του πλευρό στο θώρακα. Δεν είδε τι του χτύπησε και δεν κατάλαβε τι έγινε. Από το αριστερό του παράθυρο κάποιος ήρθε και έβλεπε προς τα μέσα. Όταν του ζήτησε βοήθεια αυτός τον έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο. Είδε μια μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα να βρίσκεται στην άσφαλτο και ένα νεαρό να είναι κάτω στο δρόμο χωρίς να κινείται. Πήγε και έκατσε στο παγκάκι της στάσης γιατί δεν ανάπνεε καλά. Ο μικρός που τον βοήθησε του είπε πως είδε τι έγινε και ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτα πήγαινε σούζα. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν έφερε κράνος ασφαλείας. Ήρθε ασθενοφόρο στη σκηνή και τον μετέφερε μαζί με τον Κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών κρατήθηκε για νοσηλεία. Ανέφερε πως συμφωνεί με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που έγινε στην απουσία του και πως δεν επιθυμεί να πάει στη σκηνή. Συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης στο «Χ» αλλά ανέφερε πως δεν κατάλαβε ότι συγκρούστηκαν και σε δεύτερο σημείο. Έχει παράπονο για τις ζημιές του όσο και για τα σοβαρά τραύματα του. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό της μοτοσικλέτας με την οποία συγκρούστηκε και επανέλαβε ότι πριν να επιχειρήσει την επαναστροφή του στον δρόμο, κοίταξε μπροστά του και πίσω του μέσα από τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου, ο δρόμος ήταν καθαρός, ερχόταν ένα αυτοκίνητο από πολύ μακρινή απόσταση, έδειξε με τον δείκτη του την πρόθεση του για στροφή και ενώ είχε ήδη στρίψει το αυτοκίνητο του και βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου και οδηγούσε πολύ σιγά είδε αστραπιαία και σε πολύ κοντινή απόσταση ένα φως και αμέσως μετά έγινε το δυστύχημα. Είπε ότι όταν είδε το φως, δεν αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου. Κατά την αντεξέταση του, δεν δέχτηκε τις υποβολές για τον ανορθόδοξο τρόπο όπως χαρακτηρίστηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου που επιχείρησε να κάνει επαναστροφή στη Λεωφόρο και μάλιστα ενώ είδε αυτοκίνητο να έρχεται και ισχυρίστηκε ότι υπήρχε αρκετή απόσταση για να μπορεί να στρίψει. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο αλλά και ότι του ζητήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης η συγκατάθεση του για να ελεγχθεί το τηλέφωνο του και ο ίδιος δεν την έδωσε. Δέχτηκε ότι παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατηγορία για παραβίαση σήματος τροχαίας δηλαδή συνεχόμενης άσπρης γραμμής αλλά δεν παραδέχτηκε την κατηγορία για αμέλεια. Είπε ότι το δυστύχημα έγινε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου σε σχέση με την αρχική του πορεία και επανέλαβε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου εκτός από το ότι είδε φως πολύ κοντά στο παράθυρο. Είπε ότι η ορατότητα ήταν πολύ καλή και σιγουρεύτηκε ότι μπορούσε να πράξει την επιθυμία του για επαναστροφή με ασφάλεια πριν το επιχειρήσει. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να μην προβεί σε οποιαδήποτε κατάθεση. Αυτή ήταν η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Αξιολόγηση Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.1, ο εξεταστής της υπόθεσης, κρίνεται ως καθ' όλα αξιόπιστος μάρτυρας. Αναφέρω ότι ουσιαστικά η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε αφού η αντεξέταση του ουσιαστικά περιορίστηκε στις διάφορες μετρήσεις του, τις ζημιές στα δύο οχήματα, αλλά και στη μαρτυρία των ανεξάρτητων μαρτύρων Κώστα Λουλούδη ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο και έδωσε προφορική μαρτυρία και τον Ρένου Αντωνίου και Αντώνη Καλογήρου οι οποίοι όμως δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορουμένου και δη το ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό. Πάρα πολύ καλή εντύπωση μου έκανε ο ανεξάρτητος και αυτόπτης μάρτυρας Κ. Λουλούδης, Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας αυτός, ήρθε στο Δικαστήριο και είπε την αλήθεια σε σχέση με τα όσα αντελήφθηκε από την οπτική επαφή που είχε με την μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να εισάξει μαρτυρία ή γεγονότα τα οποία δεν είχε αντιληφθεί, ήταν σταθερός στη θέση του για τα όσα είχε ο ίδιος δει και ουσιαστικά και από την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η θέση του για τα όσα έχει αναφέρει. Δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 που ήταν ο άλλος εμπλεκόμενος οδηγός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ολοφάνερο ότι προσπάθησε να αποποιηθεί της δικής του ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος και τούτο παρόλο που παραδέχτηκε ενοχή ενώπιον του Δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, προφανώς λόγω του ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ενώπιον του Δικαστηρίου πολιτικές αγωγές για αποζημιώσεις σε σχέση με τα τραύματα και τις ζημιές τους. Προσπάθησε να πείσει ότι ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε επαναστροφή τη δεδομένη στιγμή και μάλιστα σε μια Λεωφόρο ήταν σωστός. Επίσης, ανέφερε ότι δεν θυμόταν ότι του είχε ζητηθεί να ελεγχθεί το κινητό του τηλέφωνο για να διαπιστωθεί κατά πόσο μιλούσε την ώρα της σύγκρουσης και ότι αρνήθηκε. Έχω ήδη αναφέρει ότι έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με το θέμα αυτό και επομένως η θέση του Μ.Κ.3 επί του προκειμένου δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Όπως έχει αναφερθεί ο Κατηγορούμενος επέλεξε τη στάση της σιωπής, το Δικαστήριο με βάση τη Νομολογία δεν μπορεί να προχωρά και να εξάγει συμπεράσματα για την ενοχή του Κατηγορουμένου από την επιλογή του αυτή. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αποτελεί εύρημα μου ότι στις 21.9.2006 και περί ώρα 22:10 στη Λεωφόρο Χατζηϊωσήφ, στο Στρόβολο επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν η μοτοσικλέτα ΚΗΥ807 η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο ΕΤΝ335 που οδηγούσε ο Μ.Κ.3 Νίκος Μάρκου. Και τα δύο οχήματα οδηγούσαν στην ίδια πορεία. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας δηλαδή ο Κατηγορούμενος για κάποια απόσταση τουλάχιστον αμέσως πριν να επισυμβεί το δυστύχημα οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό. Το δυστύχημα επεσυνέβηκε όταν ο οδηγός του οχήματος Νίκος Μάρκου σε κάποιο σημείο σε σχέση με την πορεία του αποφάσισε να σταματήσει σε στάση Λεωφορείου που βρισκόταν κατά μήκος της Λεωφόρου λίγα μέτρα πιο δεξιά σε σχέση με την πορεία του, για αυτό του το εγχείρημα έπρεπε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο Χατζηϊωσήφ και επιχείρησε να πράξει τούτο ενώ είχε αντιληφθεί να υπάρχει όχημα εξ αντιθέτου, θεωρώντας όμως ότι του παρείχετο η ευκαιρία να πραγματοποιήσει την σκέψη του. Τα σημεία σύγκρουσης, είναι αυτά που αναφέρονται με τα γράμματα «Χ» και «Χ1» στο Τεκμήριο
  2. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος δεν έχει παραδεχθεί είναι οι κατηγορίες που αφορούν αμελή οδήγηση, αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση και παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας και συγκεκριμένα ότι παραβίασε άσπρη γραμμή. Σε ότι αφορά την κατηγορία για αμελή οδήγηση που όπως φάνηκε και από την προφορική μαρτυρία αποδίδεται στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την πρόκληση του δυστυχήματος αναφέρω τα ακόλουθα: Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μία τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί:- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία έχω προβεί, ειδικά σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε συνδυασμό με το τι απαιτείται να αποδειχθεί σε σχέση με το αδίκημα της αμέλειας και έχοντας υπόψη ότι η απόδειξη της κατηγορίας πρέπει να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε σχέση με την κατηγορία της αμελούς οδήγησης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και έτσι σε σχέση με αυτή την κατηγορία ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Σε ότι αφορά την κατηγορία για αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αναφέρω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν. 87/72 «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τίνος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικίνδυνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ΄ όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6753 ημερ. 23.2.2000 το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ασχολήθηκε με την ερμηνεία του όρου αλόγιστη οδήγηση όπως έχει αποδοθεί στην υπόθεση R. v. Laurence [1981] 1 All E.R. 974 εξέτασε και τα όσα είχαν αναφερθεί στην υπόθεση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502 αναφορικά με την έννοια της επικίνδυνης οδήγησης. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το αδίκημα δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Για να αποδειχθεί η κατηγορία της αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης χρειάζεται μια μεμπτή συμπεριφορά, δεν είναι αρκετή μια απροσεξία. Έχω ήδη αναφέρει ότι έχω αποδεχθεί την μαρτυρία του Μ.Κ.2 Κ. Λουλούδη στην ολότητα της. Σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό και με ψηλή ταχύτητα καθ΄ όλη τη χρονική διάρκεια που ο ίδιος είχε οπτική επαφή μαζί του. Από την αντεξέταση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορουμένου διαφάνηκε ότι όντως ο μάρτυρας είχε καλή οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο στο σημείο που τον έβλεπε γιατί δέχτηκε ότι μετά που έχασε επαφή μαζί του, ίσως ο Κατηγορούμενος είχε κατεβάσει την μοτοσικλέτα του και στους δύο τροχούς. Σε καμία περίπτωση εν πάση περιπτώσει δεν υπεβλήθει στον μάρτυρα ότι ουδέποτε οδήγησε τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό. Έχοντας κατά νου τη Νομολογία σε σχέση με το αδίκημα αυτό, είναι η θέση μου ότι η οδήγηση της μοτοσικλέτας στον ένα τροχό υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή τη δεδομένη στιγμή, αυτή η οδήγηση του Κατηγορουμένου συνιστά επικίνδυνη οδήγηση και ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία. Όσον αφορά την έκτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, δηλαδή παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, δηλαδή παραβίαση άσπρης συνεχόμενης γραμμής, με βάση τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί και τα ευρήματα μου, η κατηγορία αυτή δεν έχει αποδειχθεί στο μέτρο που απαιτείται για τις Ποινικές υποθέσεις, έτσι ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την έκτη κατηγορία. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων που έχουν δημιουργηθεί σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 6 θεωρώ ότι η δίκαιη διαταγή για έξοδα υπό τις περιστάσεις είναι όπως τα έξοδα επωμισθούν εξ ημισείας ο Κατηγορούμενος και η Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.