← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αγαθοκλή Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 1636/08, 22.01.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αγαθοκλή Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 1636/08, 22.01.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1636/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. Αγαθοκλή Μιχαήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 22.01.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ευριπίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα κλοπής του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η παρούσα απόφαση άπτεται αιτήματος της υπεράσπισης περί μη απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Δεν κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το σχετικό αίτημα, εφόσον έχουν ευσύνοπτα αποσαφηνισθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου

(1990)2 ΑΑΔ 133. Είναι όμως νομολογημένο πως σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (Βλ. R. v. Calbraith
(1981)2 All E.R. 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Εξέτασης όμως τυγχάνει και η κατάθεση του προσώπου που κατηγορείται, εκ της οποίας το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει σχετικές πληροφορίες (Βλ. Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Η προσκομισθείσα, προς υποστήριξη της κατηγορίας, μαρτυρία, αποτελείται από τέσσερα πρόσωπα. Πρόκειται για τους λοχία 4719 Κ. Κλεάνθους (στη συνέχεια ΜΚ1), λοχία 500 Ι. Αζά (στη συνέχεια ΜΚ2), Κορίνα Πέτσα (στη συνέχεια ΜΚ3) και Αντώνη Οικονομίδη (στη συνέχεια ΜΚ4). Σύμφωνα με το ΜΚ2 την 4.12.06 ο Σάββας Κωνσταντινίδης μετέβη στα γραφεία του ΤΑΕ και κατήγγειλε ότι μεταξύ Μαΐου 2006 και 2.12.06 άγνωστος/οι έκλεψε/αν τέσσερις κινητήρες αεροπλάνου που ο καταγγέλλον είχε αποσυναρμολογημένους από αεροπλάνο και τοποθετημένους σε ανοικτό χώρο στην περιοχή Λακατάμειας. Την 6.12.06 ο ΜΚ2 μετέβη στη βιομηχανική περιοχή Γερίου στις εγκαταστάσεις εταιρείας με την επωνυμία Economides Mental Recycling Ltd, αφού είχε πληροφορηθεί από το διευθυντή της εταιρείας ότι εκεί, δηλαδή σε ανοικτό αποθηκευτικό χώρο, υπήρχαν πέντε κινητήρες αεροπλάνου μέσα σε σωρούς από παλιοσίδερα. Στο μέρος κλήθηκε και ο παραπονούμενος όπου παρουσία του ΜΚ2 αναγνώρισε πέντε, εν τέλει, κινητήρες. Σε δεύτερη κατάθεση που έλαβε ο ΜΚ2 από τον καταγγέλοντα συμπεριελήφθη στην καταγγελία και ο πέμπτος κινητήρας που εντοπίστηκε, ενώ χρόνος κλοπής τούτου προσδιορίστηκε το διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2005 και Δεκεμβρίου
  1. Την 6.12.06 στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Economides μετέβη και ο ΜΚ1 ο οποίος καθ΄ υπόδειξη του ΜΚ2 έλαβε διάφορες φωτογραφίες (βλ. τεκμήριο 2). Φωτογραφίες λήφθησαν από τον ΜΚ1 και την 4.12.06 σε εκείνη όπως την περίπτωση από τις εγκαταστάσεις του παραπονουμένου, απ΄ όπου εκλάπησαν οι κινητήρες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η εταιρεία του ΜΚ4 παρέλαβε τους κινητήρες αεροπλάνων που εντοπίστηκαν στα υποστατικά της, από τον κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε ο ΜΚ4 (βλ. τεκμήρια 9 και 10), ενώ αρχικά δεν ενθυμείτο ποιος παρέδωσε τους εν λόγω κινητήρες, όταν στη συνέχεια συνεννοήθηκε με την αρμόδια υπάλληλο του γραφείου της εταιρείας του στο Γέρι, διαπίστωσε ότι οι κινητήρες παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο. Προς τούτο εντοπίστηκαν και δύο δελτία ζυγίσεως, διαφορετικών ημερομηνιών, με αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής (βλ. τεκμήρια 6α και 6β - αποδείξεις πληρωμής - και τεκμήρια 7 α και 7 β- δελτία ζυγίσεως). Η εταιρεία Economides, σύμφωνα με το ΜΚ4, ασχολείται με αγορά παλαιών μετάλλων τα οποία επεξεργάζεται και εν συνεχεία εξάγει στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τη ΜΚ3, η οποία είναι υπάλληλος στην εταιρεία Economides, περί το τέλος του 2005 με αρχές του 2006, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις είδε τον κατηγορούμενο στο χώρο εργασίας της να φέρνει κινητήρες αεροπλάνων. Η μάρτυρας ήτο σίγουρη ότι επρόκειτο για κινητήρες αεροπλάνων, εφόσον μάλιστα σχετική επιβεβαίωση έλαβε και από τον επιστάτη της εταιρείας ονόματι Νέαρχο Ανθίμου. Παρόλα αυτά, οι αποδείξεις που της υποδείχθηκαν και οι οποίες φέρνουν αριθμό 31946 και 32462 αντίστοιχα, δεν εκδόθηκαν από την ίδια. Στην κατάθεση που ο κατηγορούμενος έδωσε στην αστυνομία (βλ. τεκμήριο 4) ανέφερε ότι στο παρελθόν ασχολείτο με συλλογή παλαιών μετάλλων. Τα δε μέταλλα που μάζευε τα πωλούσε στην εταιρεία του ΜΚ
  2. Ο αγοραστής των πλήρωνε με επιταγές της τράπεζας Κύπρου ενώ ο ίδιος υπέγραφε σε τιμολόγια που εκδίδοντο από τον αγοραστή. Περαιτέρω, αναγνώρισε την υπογραφή του σε αποδείξεις πληρωμής που του υποδείχθηκαν από τον ανακριτή και οι οποίες έφεραν αριθμό 32462 και 3194, αντίστοιχα. Εντούτοις, ερωτηθείς ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι πήρε από τις εγκαταστάσεις του παραπονουμένου οποιοδήποτε εξάρτημα, καθώς και ότι πώλησε στην εταιρεία του ΜΚ4 κινητήρες αεροπλάνων. Τα πιο πάνω είναι όσα συνιστούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δυνάμει του οποίου καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει το αίτημα της υπεράσπισης. Πριν οτιδήποτε άλλο αναγκαίο κρίνεται η παράθεση των ουσιαστικών στοιχείων του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στην απόφαση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 238/07 και 239/07, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 2008, τούτα τα ουσιαστικά στοιχεία προσδιορίστηκαν ως ακολούθως: (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης, και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Ήταν εν προκειμένω θέση της υπεράσπισης ότι εφόσον ο παραπονούμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, δεν αποδείχθηκε πως η κατ΄ ισχυρισμό κλαπείσα περιουσία λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Συμπληρώνω εδώ πως αυτή ήταν η μοναδική θέση που υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση διά της εισηγήσεως ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ως προς την ετέρα παράμετρο που εξετάζεται, αντινομικότητα μαρτυρίας, η συνήγορος του κατηγορούμενου ρητά δήλωσε πως δεν επικαλείτο κάτι τέτοιο. Αξίζει να ειπωθεί ότι ομόγνωμη με την υπεράσπιση ήτο και η κατηγορούσα αρχή, δηλαδή ότι δεν απεδείχθη πως η περιουσία λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Παρότι η δυναμική του μαρτυρικού υλικού, γι΄ αυτό πάντα το στάδιο, δεν τίθεται εν αμφιβόλω η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξέταση τούτης δεν αίρεται. Έχοντας εξετάσει λοιπόν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν διαπιστώνω αντιφάσεις τέτοιες που να προκαλούν θεμελιώδη ρήγματα στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας, τα οποία να είναι αδύνατο να υπερπηδηθούν στο κατάλληλο στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το κατά πόσο πληρούνται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος. Κρίνω πως η θέση της υπεράσπισης, η οποία υιοθετήθηκε και από την κατηγορούσα αρχή, αναφορικά με τυχόν συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για κατοχή της περιουσίας, δεν μπορεί να επιτύχει. Μπορεί μεν ο ιδιοκτήτης να μην προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, η σχετική όμως μαρτυρία του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο έστω και εξ ακοής. Επί του προκειμένου ο ΜΚ2 έκανε λόγο σε παράπονο που δέχτηκε από τον παραπονούμενο αναφορικά με κλοπή. Συνάγεται συνεπώς, τουλάχιστον γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, πως ο παραπονούμενος δεν έδωσε τη συγκατάθεση του εν σχέσει με τους εν λόγω κινητήρες. Παρόλα αυτά, κρίνω πως το αίτημα της υπεράσπισης επιτυγχάνει, σε άλλο όμως συστατικό στοιχείο. ΄Ο,τι παρέμεινε εν προκειμένω μετέωρο είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που έλαβε ή άλλως πως κτήθηκε κατοχής των εν λόγω κινητήρων από το υποστατικό του παραπονουμένου. Γι΄ αυτό το θέμα η σχετική μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος. Ουδείς είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει αυτούς τους κινητήρες από τα υποστατικά του παραπονουμένου και καμία άλλη μαρτυρία συνδέει τον κατηγορούμενο με τέτοια ενέργεια. Μοναδική μαρτυρία η οποία, υπό προϋποθέσεις, κρίνεται σχετική είναι εκείνη της ΜΚ3. Η σχετικότητα αυτής της μαρτυρίας εντοπίζεται κάτω από τις αρχές του κανόνος περί κατοχής προσφάτως κλαπείσας περιουσίας. Αναφέρομαι σε κανόνα και όχι σε οτιδήποτε άλλο εφόσον σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence And Practice, 2007, para 21-125 έως 21-128 δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο εφαρμογή κανόνων της κοινής λογικής. Το δε Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας απασχολούμενο με αυτό το θέμα στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R 75, υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση DPP v. Nieser
(1959)1 Q.B. 254. «It may, we think, be misleading to speak of the ´doctrine´ of recent possession in cases of receiving. It is a convenient way of referring compendiously to the inferences of fact which, in the absence of any satisfactory explanation by the accused, may be drawn as a matter of common sense from other facts, including, in particular, the fact that the accused has in his possession property which it is proved had been unlawfully obtained shortly before he was found to be in possession of it. The so-called ´doctrine of recent possession´ is not limited to cases of receiving nor to inferences as to the accused´s knowledge or state of mind. The right inference from recent possession may be that the accused himself has stolen the property, as where he is found in the street near the scene of the house-breaking in possession of the property which has been taken from the house which has been entered. On the other hand, where property has been stolen and there is nothing in the circumstances to point to the accussed´s having himself committed the crime of stealing, the proper inference from its being found in his possession may be that he received the property knowing, not merely that it had been unlawfully obtained, but knowing that it had been stolen.» Τι συνιστά πρόσφατη κατοχή (recent possession) επεξηγείται στο σύγγραμμα Βlackstone´s
(1995)όπου στη σελίδα 1824, παράγραφος F 3:28 αναφέρεται ότι: «Whether possession is ´recent´is a question of fact and degree dependent on all the circumstances of the case in question. Relevant factors include the nature of the property, its saleability and any evidence, other than that of the accussed´s possession of the goods, connecting him with the offence charged. In Smythe
(1980)72 Cr. App. R.8 Kilner Brown J. said (at p.11): «Nearly every reported case is merely a decision of fact as an example of what is no more than a rule of evidence. The precedents therefore, are of somewhat limited value»». Στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία και δη εκείνη της ΜΚ3 και όχι τα τεκμήρια 6α, 6β, 7α και 7β, εφόσον η ΜΚ3 δεν αναγνωρίζει ότι τα εξέδωσε η ίδια, θέλει λοιπόν τον κατηγορούμενο περί το τέλος του 2005 με αρχές του 2006 να παραδίδει στην εταιρεία Economides κινητήρες αεροπλάνων. Αυτό είναι και το χρονικό διάστημα που αναφέρεται και στις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου. Δεν παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εν τούτοις, τα αντικείμενα, που σύμφωνα με τη ΜΚ3 ήταν τότε στην κατοχή του κατηγορούμενου, δεν είναι συνηθισμένα όπως ούτε και ευκολοχρησιμοποίητα ή διαθέσιμα. Κρίνω συνεπώς πως η μαρτυρία της ΜΚ3 ικανοποιεί, γι΄αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας, πως η κατοχή των κινητήρων από τον κατηγορούμενο ήταν πρόσφατη της διάπραξης της κλοπής. Παρόλα αυτά η εξέταση του όλου θέματος δεν τελματώνεται εδώ. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) para 21-126 «Every case depends on its own facts. There is no magic in any given length of time. However, it is submitted that in many cases where the only evidence is that of recent possession, it will be impossible to exclude the possibility that the defendant was merely a receiver of the stolen property; in such cases, a count of burglary ought not to be left to the jury. However, that applies where recent possession is literally the only evidence. The reality is that in the great majority of cases there are other pieces of evidence which tend to point the case one way or the other. It would be impossible to compile a definitive list of circumstances which might be relevant. They will include, however, the time and place of theft, the type of property stolen, the likelihood of it being sold on quickly, the circumstances of the defendant, whether he has any connection with the victim or with the place where the theft occurred, anything said by the defendant and how that fits in or does not fit in with the other available evidence». Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και παρά το μεγάλο μέγεθος των αντικειμένων που εκλάπησαν όπως και της τυχόν δυσκολίας μεταπώλησής τους, εν τούτοις ουδόλως μπορώ να συμπεράνω ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που προέβη στην κλοπή των εν λόγω κινητήρων ή έστω ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι παρά μόνο ο κλεπταποδόχος ή ο παραλήπτης. Όλα τα πιο πάνω, εν τη απουσία οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, πέραν της πρόσφατης κατοχής, που να δεικνύει τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που διενήργησε την κλοπή, κρίνω πως το εν λόγω συστατικό στοιχείο, ήτοι ´κτάται κατοχής´, παρέμεινε αναπόδεικτο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν έχει παρά να απορρίψει την κατηγορία, ιδιαίτερα δε εφόσον τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια προσθήκης κατηγορίας που αφορά το αδίκημα παράνομης κατοχής, δεν θα ήτο θεωρητικό μόνο εγχείρημα, ένεκα όλων των πιο πάνω, αλλά και άδικο για τον κατηγορούμενο, εφόσον η υπεράσπισή του, ουδέποτε προσανατολίστηκε σε κάτι τέτοιο, ενώ η εν λόγω τροποποίηση καλείται να διενεργηθεί σε προχωρημένο στάδιο (βλ. Criminal Procedure in Cyprus σελ. 71 - 72). Για όλους τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα, η κατηγορία απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Λ. Α Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.