GPMOISEOS(Ιωάννης Μωυσή) ν. NICOS HOMES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 37012/07, 22 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 37012/07 G.P.MOISEOS(Ιωάννης Μωυσή) Κατηγορούσα Αρχή v. 1.NICOS HOMES LTD 2.Νίκος Χρίστου Κατηγορούμενοι --------- Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Πιερίδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Παπαντωνίου Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι την 6 Ιουνίου 2007 εξέδωσαν και παρέδωσαν προς όφελος του παραπονουμένου την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ΄ αριθμό 65628452 για το ποσό των Λ.Κ. 1.000 η οποία όταν παρουσιάσθηκε στην τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Για απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 3 μάρτυρες και κατατέθηκαν από αυτούς 5 τεκμήρια. Περαιτέρω δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω: (α) η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και (β) ο κατηγορούμενος 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν παραπονούμενος κ. Μωυσής. Ο παραπονούμενος, ΜΚ1, ο οποίος ασχολείται με ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ανέφερε ότι μετά από συστάσεις γνωστού του προσώπου, ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας με σκοπό να αναλάβει τις εργασίες στο Μάμμαρι. Η συνολική αξία των εργασιών που έκανε και τις οποίες κατέγραψε λεπτομερώς ανέρχοντο σε ΛΚ 2.000 περίπου. Σχετικά ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της κατάστασης στην οποία όπως εξήγησε φαίνονται οι εργασίες που έγιναν σύμφωνα με την πρώτη προσφορά η οποία ήταν για το ποσό των ΛΚ 1910 και κάποιες επιπλέον εργασίες. Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 65628452 για το ποσό των ΛΚ 1000 την οποία όπως ανέφερε την συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος 2 μπροστά του και του την παρέδωσε στις 6.6.2007 η οποία αφορούσε την αρχική τους συμφωνία. Την επιταγή αυτή ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την κατέθεσε στην Λαϊκή Τράπεζα αλλά επιστράφηκε απλήρωτη. Μετά από αυτό επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε λεφτά ο λογαριασμός τη δεδομένη στιγμή εφόσον δεν είχαν ξεκαθαρίσει κάποια χρήματα που είχε καταθέσει προηγουμένως και του ζήτησε να την καταθέσει ξανά, κάτι το οποίο ο ΜΚ1 έκανε, αλλά η επιταγή πάλιν επιστράφηκε απλήρωτη. Η επιταγή αυτή ανέφερε ο ΜΚ1 μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μετά που επιστράφηκε η επίδικη επιταγή πίσω απλήρωτη συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 από ότι καλύτερα θυμόταν περί τις 25 Ιουνίου. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα ένα έγγραφο το οποίο αφού ο ίδιος το αναγνώρισε ως την εκτίμηση για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 στις 18.6.2007 και ότι παρέλαβε ΛΚ 1000 σε μετρητά επαναλαμβάνοντας ότι η μόνη τους συνάντηση ήταν στις 25 Ιουνίου 2007 στο εργοτάξιο. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι είχαν οποιεσδήποτε διαφωνίες με τους κατηγορούμενους σε σχέση με το χρόνο που προχωρούσαν οι εργασίες ή και ως προς την ποιότητα τους. Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου των κατηγορούμενων εάν γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι στις 20.6.2007 έδωσαν εντολή στην τράπεζα τους για να σταματήσουν την πληρωμή της επιταγής ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά την κρίση του ο λόγος που έδωσαν την εντολή αυτή ήταν γιατί ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε στο εργοτάξιο γιατί, όπως είχε εξηγήσει στον κατηγορούμενο 2 δεν επρόκειτο να επιστρέψει εάν δεν έπαιρνε εντολή από την τράπεζα ότι η επιταγή που κρατούσε είχε πληρωθεί. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ακόμη ένα έγγραφο το οποίο του υπέδειξε η συνήγορος των κατηγορουμένων ως την επιστολή κατατόπισης όπως ο ίδιος είπε για το τι προέκυψε και για το τι έπρεπε να γίνει που αυτός απέστειλε με ακόμη ένα έγγραφο η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η επιστολή αυτή η οποία στάλθηκε 26.6.2007 ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επιβεβαιώνει τη συνάντηση στις 25.6.2007 και περιέχει τεχνικά ζητήματα για την πρόοδο της δουλειάς. O ΜΚ1 ανέφερε ότι ζητούσε στην ουσία να επιστρέψει μία με δύο ημέρες και από ότι φαίνεται στην εν λόγω επιστολή ζητούσε να πληρωθεί για τα 2/3 της τιμής. Η επιστολή αυτή Τεκμήριο 4 ο ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι αποτελούσε τη δεύτερη σελίδα της επιστολής που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 με αναφορά στα Τεκμήρια 1 και 4 διευκρίνισε ότι δεν αποτελούσαν νέα προσφορά προς τους κατηγορουμένους αλλά την καταγραφή της εργασίας που είχε γίνει και το τι παρέμενε να γίνει στη βάση του τι συμφώνησαν μεταξύ τους προφορικά κατά τη συνάντηση τους στο εργοτάξιο στις 25.6.
- Με τα εν λόγω τεκμήρια ζητούσε ο ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο 2 να τα υπέγραφε και να τον πλήρωνε προτού επιστρέψει πίσω στο εργοτάξιο. Ο κατηγορούμενος 2, είπε ο ΜΚ1, ήταν που του ζήτησε να στείλει τα προαναφερόμενα έγγραφα το συντομότερο δυνατόν για να τα υπογράψει, λόγω του ότι εκείνος βιαζόταν για να μην μείνουν πίσω οι εργασίες του. Ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι δεν πήγε να συνεχίσει τις εργασίες γιατί δεν τον πλήρωναν οι κατηγορούμενοι και οι τελευταίοι χωρίς να τον ειδοποιήσουν, χωρίς να υπογράψουν την επιστολή που τους έστειλε έβαλαν άλλο πρόσωπο να τελειώσει τις εργασίες. Την επιταγή των ΛΚ 1000 ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι του την έδωσαν οι κατηγορούμενοι εφόσον ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε με τις εργασίες που είχαν γίνει. Ο ΜΚ1 επίσης αρνήθηκε ότι η διαφορά στα ποσά που ζητούσε η οποία ανέρχεται σε περίπου ΛΚ 1.033 είναι το ποσό το οποίο οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν σε μετρητά και επεξήγησε ότι το ολικό ποσό με τις επιπλέον εργασίες ανήρχετο σε περίπου ΛΚ 3.100 αλλά ο ίδιος παραπέμποντας στα Τεκμήρια 1 και 4 τα οποία έκαναν αναφορά στα 2/3 της εργασίας που είχε διεκπεραιώσει επανέλαβε ότι ο ίδιος προτίμησε να τελειώσει τα 2/3 της εργασίας και να την πάρει σε ένα σημείο από όπου θα μπορούσε να αναλάβει κάποιος άλλος το υπόλοιπο της. Από το Τεκμήριο 1 φαίνεται είπε ότι παρέμεινε το 1/3 της εργασίας. Δεύτερη μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσε η κα Έλενα Λειψού Παπαζαχαρία, υπάλληλος της Τράπεζα Κύπρου στο κατάστημα Σταυρού στη Λευκωσία. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι το 2007 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν πελάτιδα τους και διατηρούσε τον αριθμό λογαριασμού 0117-11-
- Υπεύθυνος να υπογράφει για το λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν ο κ. Νίκος Χρίστου, διευθυντής της εταιρείας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2 η ΜΚ2 αναγνώρισε την επιταγή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τον προαναφερόμενο λογαριασμό η οποία υπογράφηκε από τον κ. Νίκο Χρίστου, κατηγορούμενο
- Το Τεκμήριο 2 η ΜΚ2 ανέφερε ότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα τους για πληρωμή δύο φορές, μία στις 13.6.2007 όπου και επιστράφηκε απλήρωτη με την αιτιολογία να ξαναπαρουσιαστεί μη επαρκή υπόλοιπα και τη δεύτερη φορά στις 19.6.2007 όπου επιστράφηκε απλήρωτη με την αιτιολογία αποταθείτε στον εκδότη ανεπαρκή υπόλοιπα. Τα υπόλοιπα του προαναφερόμενου λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 13.6.2007 ήταν ΛΚ 33.000 περίπου χρεωστικό και στις 19.6.2007 ΛΚ 30.000 περίπου. Το δικαίωμα παρατραβήγματος της κατηγορουμένης 1 εταιρείας στο συγκεκριμένο λογαριασμό ήταν μέχρι ΛΚ 30.
- Η συγκεκριμένη επιταγή η ΜΚ2 ανέφερε ότι τελικά δεν πληρώθηκε. Κατά την αντεξέταση της ΜΚ2 κατατέθηκαν δύο Τεκμήρια προς Αναγνώριση ως Α και Β (Τεκμήρια τα οποία σε κατοπινό στάδιο κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήρια 6 και 7) τα οποία αποτελούν τις καταστάσεις του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας οι οποίες φαίνεται να λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 από το διαδίκτυο για τις περιόδους από 14.6.2007 μέχρι 19.6.2007 και 19.6.2007 μέχρι 21.6.2007 αντίστοιχα. Ερωτηθείσα με αναφορά στο Τεκμήριο 6 η ΜΚ2 ανέφερε ότι φαίνεται στις 18.6.2007 να πληρώθηκε σε μετρητά μία επιταγή με αριθμό 65628485 για το ποσό των ΛΚ 1.
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 η ΜΚ2 ανέφερε ότι φαίνεται στις 20.6.2007 ο προαναφερόμενος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας χρεώθηκε με το ποσό των ΛΚ 4 ως έξοδα για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής με αριθμό
- Πέραν τούτου η ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή η οποία της υποδείχτηκε που στάληκε στην Τράπεζα Κύπρου από τους κατηγορουμένους ημερομηνίας 20.6.2007 με την οποία ζητούσαν την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής λόγω του ότι είχε πληρωθεί σε μετρητά. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσε ο κ. Γαβριήλ Χριστοδούλου , υπάλληλος στην Μarfin Λαϊκή Τράπεζα, στο Κεντρικό Κατάστημα στη Λάρνακα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2 ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είναι επιταγή προς τον Ιωάννη Παναγιώτη Μωυσέως ο οποίος είναι πελάτης τους και διατηρεί το λογαριασμό με αριθμό 140-11-
- Το Τεκμήριο 2 ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έγινε κατάθεση στον πιο πάνω λογαριασμό στις 11.6.2007 και στις 14.6.2007 επιστράφηκε σ' αυτούς απλήρωτη με την αιτιολογία να ξαναπαρουσιαστεί μη επαρκή υπόλοιπα. Η επιταγή Τεκμήριο 2 τότε έγινε ξανά κατάθεση στις 15.6.2007 και επιστράφηκε σ' αυτού στις 20.6.2007 με την αιτιολογία αποταθείτε στον εκδότη μη επαρκή υπόλοιπα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια Α και Β προς Αναγνώριση ανέφερε ότι τα έλαβε ο ίδιος από το διαδίκτυο και ακολούθως κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και
- Τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι τον γνώρισε μέσω κοινού τους φίλου και του ζήτησε να του δώσει μία προσφορά για μια συγκεκριμένη δουλειά για την οποία τελικά συμφώνησαν να την κάνει ο παραπονούμενος. Την επίδικη επιταγή ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι την εξέδωσε στις 6.6.2007 και δεν τιμήθηκε λόγω του ότι δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ο παραπονούμενος όταν η επιταγή δεν πληρώθηκε επικοινώνησε μαζί του και αυτός του ζήτησε μία με δύο ημέρες προθεσμία να βρει τα χρήματα να τον πληρώσει. Ο κατηγορούμενος 2 ακολούθως ανέφερε ότι πήγε στην τράπεζα και έκανε ανάληψη μετρητά εκδίδοντας την επιταγή με αριθμό 65628485 για το ποσό των ΛΚ 1.
- Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 το βιβλιάριο των επιταγών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παραπέμποντας το Δικαστήριο στο απόκομμα της προαναφερόμενης επιταγής στο οποίο ανέγραψε Μωυσής- Μάμμαρι, Ηλεκτρολόγος, ΛΚ 1000 μετρητά. Από το ποσό που πήρε σε μετρητά ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι πλήρωσε και άλλους. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 η πρακτική που ακολουθεί όταν μια επιταγή επιστραφεί απλήρωτη είναι να την πληρώνει σε μετρητά για να μην έχει άλλα προβλήματα. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι συνάντησε τον παραπονούμενο στις 18.6.2007 έξω από το χωρίο Νήσου και του έδωσε τα χρήματα. Ο παραπονούμενος, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, δεν είχε μαζί του την επίδικη επιταγή να του την επιστρέψει αφού όπως του είπε βρισκόταν κατατεθειμένη στην τράπεζα. Δεν πήρε απόδειξη από τον παραπονούμενο όπως δεν πήρε αρχικά όταν του έδωσε την επιταγή. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου 2 όταν βρέθηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα συμφώνησαν να βρεθούν στο εργοτάξιο για να συνεχίσει ο παραπονούμενος την δουλειά του. Στο εργοτάξιο βρέθηκαν, είπε ο κατηγορούμενος 2, στις 25.6.2007 και όπως αναφέρει στην επιστολή του, συμφώνησαν να συνεχίσει τις εργασίες του χωρίς να γίνει αναφορά στ' ότι του οφείλει χρήματα ή ότι δεν θα συνέχιζε εφόσον δεν πληρώθηκε. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης ανέφερε ότι στις 19.6.2007 τηλεφώνησε στην τράπεζα του για να σταματήσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής εφόσον στις 18.6.2007 ημερομηνία κατά την οποία πλήρωσε τον παραπονούμενο σε μετρητά ήταν απόγευμα και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με την τράπεζα. Στις 19.6.2007 τον ενημέρωσαν ότι η ανάκληση της πληρωμής της επιταγής πρέπει να γίνεται γραπτώς και για αυτό ετοίμασε την επιστολή ημερομηνίας 20.6.2007, Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν είχε μαζί του την επιταγή που κατ' ισχυρισμό κατέθεσε στις 18.6.2007 και πήρε ΛΚ 1700 σε μετρητά, εφόσον βρίσκεται στην τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης ανέφερε ότι ζήτησε από τον παραπονούμενο τόσο απόδειξη όσο και να του επιστρέψει την επιταγή την οποία του είπε ότι θα του την επέστρεφε όταν την παραλάμβανε από την τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε μία επιστολή που στάληκε από τους δικηγόρους του παραπονούμενου την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε επίσης ότι έστειλε την επιστολή ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής χωρίς να γνωρίζει ότι είχε κατατεθεί για δεύτερη φορά αφού αυτά τα δύο γεγονότα έγιναν ταυτόχρονα. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε επίσης ότι τη δεύτερη φορά που κατατέθηκε η επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα, αφού ο λογαριασμός παρατραβήγματος του έδειχνε ΛΚ24.777 (Τεκμήριο 6) και εδικαιούτο παρατράβηγμα μέχρι και ΛΚ 30.000, αλλά η επιταγή δεν πληρώθηκε γιατί είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος στις 19.6.2007 και ο υπάλληλος της τράπεζας του είπε να κάνει το αίτημα του γραπτώς. Αυτός είναι ο λόγος που δεν πληρώθηκε τη δεύτερη φορά η επίδικη επιταγή. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος 2 επίσης ανέφερε ότι τελικά την εργασία που αρχικά είχε αναλάβει ο παραπονούμενος την τελείωσε άλλος. Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε ότι δεν ενημέρωσε σχετικά τον παραπονούμενο και ανέφερε ότι τον πληροφόρησε προφορικά ότι δεν αποδέχονται την προσφορά του. Ο παραπονούμενος ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 εργάστηκε και πληρώθηκε για τις εργασίες που έκανε. Μετά από αυτό έκανε δεύτερη προσφορά για να συνεχίσει τις εργασίες η οποία απορρίφθηκε ως υπερβολική. Κατά την επανεξέταση του κατηγορούμενου 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 η απαντητική επιστολή που στάληκε από τους δικηγόρους του στην επιστολή Τεκμήριο
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία αλλά και στα σημεία της μαρτυρίας που κατά την άποψη τους βοηθούσαν την υπόθεση εκάστου ξεχωριστά. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ο ΜΚ1 παραπονούμενος έκανε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η πεποίθηση μου είναι ότι εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως τα γνώριζε με καθαρότητα και λεπτομέρεια. Ήταν ευθύς, σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του και έδωσε την εικόνα ενός ανθρώπου που με κάθε ειλικρίνεια εξέθεσε τα γεγονότα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και λογική και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Η θέση της συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι ο ΜΚ1 με την κατάθεση του Τεκμηρίου 1 χωρίς το Τεκμήριο 4 σκοπό είχε να παραπλανήσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον μόλις του υποδείχτηκε και προτού του ζητηθεί να κατατεθεί ο ίδιος ανέφερε ότι το έστειλε μαζί με κάποιο άλλο έγγραφο το οποίο αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 1 που κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κα Παπαντωνίου για τη διαφορά των ΛΚ 1033 στο ποσό που ζητά ο παραπονούμενος δέχομαι την εξήγηση που ο ίδιος έδωσε την οποία βρίσκω πειστική και υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και
- Κρίση μου είναι ότι ο παραπονούμενος προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Την ίδια καλή εντύπωση αποκόμισα και για τους ΜΚ2 και ΜΚ3 οι οποίοι είμαι βέβαιη ότι μετέφεραν στο Δικαστήριο με κάθε ειλικρίνεια όλα όσα γνώριζαν για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σε σχέση πάντοτε με τα καθήκοντα τους. Από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορώ να πω ότι δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του διακρινόταν από μια εμφανή και έντονη προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι εξόφλησε την επίδικη επιταγή δίδοντας μετά από πάροδο λίγων ημερών μετρητά στον παραπονούμενο. Η μαρτυρία επίσης του κατηγορούμενου 2 παρουσιάζει κάποιες ανακρίβειες οι οποίες κρίση μου είναι ότι καταρρίπτουν την αξιοπιστία του. Ειδικότερα αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι στις 18.6.2007 πήγε στην τράπεζα και εξαργύρωσε την επιταγή με αριθμό 65628485 για το ποσό των ΛΚ 1.700 σε μετρητά από την οποία πλήρωσε ΛΚ 1.000 στον παραπονούμενο και κάποιους άλλους. Αφού η θέση του ήταν ότι πλήρωσε και κάποιους άλλους γιατί στο απόκομμα της επιταγής αυτής αναγράφει μόνο το όνομα του παραπονούμενου, το ποσό των ΛΚ 1.000 και τη λέξη μετρητά. Γιατί δεν αναφέρει και που καταβλήθηκε το υπόλοιπο των ΛΚ
- Πέραν τούτου ο κατηγορούμενος θυμόταν πολύ καλά ότι την προαναφερόμενη επιταγή την εξαργύρωσε σε μετρητά ο ίδιος, χωρίς όμως να είναι σε θέση να παρουσιάσει αντίγραφο της ή και άλλη μαρτυρία για να υποστηρίξει τη θέση του όταν ρωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του. Ο κατηγορούμενος ενώ θυμόταν πολύ καλά την εξαργύρωση της επιταγής των ΛΚ 1.700 σε μετρητά δεν θυμόταν αν η επιταγή των ΛΚ 600 με αριθμό 65628538 στις 18.6.2007 που φαίνεται στο Τεκμήριο 6 να πληρώθηκε σε μετρητά έγινε από τον ίδιο ή από συνεργάτες του. Η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι η επιταγή τη δεύτερη φορά που κατατέθηκε για πληρωμή δεν πληρώθηκε παρόλο που ο λογαριασμός του, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, είχε επαρκή υπόλοιπα, λόγω του ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την τράπεζα του και τους ανέφερε ότι θα ανακαλούσε την πληρωμή της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η ΜΚ2 υπάλληλος στην τράπεζα όπου η κατηγορούμενη 1 διατηρεί τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή έδωσε μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, σύμφωνα με την οποία η επιταγή κατατέθηκε δύο φορές για πληρωμή και παρέμεινε απλήρωτη λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Η ίδια ήταν και η θέση του ΜΚ3 με αναφορά και στις σφραγίδες της επιταγής. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ2 ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 13.6.2007 είχε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ 33.000 περίπου και στις 19.6.2007 όταν κατατέθηκε για δεύτερη φορά ΛΚ 30.000 περίπου το οποίο ήταν και το όριο του λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Η μαρτυρία της ΜΚ2 και του ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο. Πέραν τούτου η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου 2 δεν τέθηκε στην ΜΚ2, η οποία ήταν η πλέον αρμόδια για να απαντήσει. Το άλλο παράδοξο σε σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 είναι η θέση του ότι απέστειλε επιστολή ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής στις 20.6.2007 μετά που επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την τράπεζα του στις 19.6.2007 εφόσον όπως είπε η πληρωμή της επιταγής σε μετρητά στον παραπονούμενο έγινε στις 18.6.2007 νωρίς το απόγευμα. Εφόσον πήγε στην τράπεζα και πήρε μετρητά με επιταγή δική του στις 18.6.2007 με σκοπό να πληρώσει τον παραπονούμενο γιατί δεν ενημέρωσε την τράπεζα του τότε για κάθε ενδεχόμενο να μην πληρώσει την συγκεκριμένη επιταγή αφού θα την πλήρωνε με μετρητά, όπως ήταν εξάλλου και η πρακτική του σε τέτοιες περιπτώσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω όπως επίσης και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι. Είναι νομολογημένο ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος της απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, Wilmington v. D.P.P.
(1935)A.C. 462, Charitonos v. The Republic
(1971)2 CLR 40. H κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείτο στην υπό κρίση υπόθεση ως αυτουργός για την διάπραξη αδικημάτων δυνάμει του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται στην ουσία για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 σε συνάρτηση με το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δηλαδή ως συνεργός στη διάπραξη του. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 με δικαιούχο τον παραπονούμενο εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία μέσω του κατηγορούμενου 2, ο οποίος την υπέγραψε και την παρέδωσε στον παραπονούμενο. Η επιταγή Τεκμήριο 2 κατατέθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα στις 11.6.2007 και ακολούθως παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου η οποία ήταν η Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε όταν αυτή είχε καταστεί πληρωτέα. Στις 13.6.2007 κατά την ημερομηνία της πρώτης παρουσίασης της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, η επιταγή Τεκμήριο 2 δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά για πληρωμή στην εκδότρια τράπεζα και στις 19.6.2007 επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Αποταθείται στον εκδότη-Ανεπαρκή υπόλοιπα». Η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι η επιταγή τη δεύτερη φορά δεν πληρώθηκε γιατί αυτός έδωσε οδηγίες στην τράπεζα εφόσον ο λογαριασμός του είχε επαρκή υπόλοιπα τη συγκεκριμένη ημέρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα και πιο πάνω. Πέραν τούτου το εδάφιο 3 του άρθρου 305(Α) το οποίο είναι σχετικό με το θέμα αναφέρει τα ακόλουθα: «
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, η τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτή τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της προς πληρωμή. Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από την τράπεζα αυτή επί της επιταγής, η οποία μπορεί να κατατεθεί από τον κάτοχό της, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους» Στην Ιωάννου ν. Νanaimo Λίμιτεδ κ.α,
(2005)2 ΑΑΔ 555 λέχθηκε ότι το γεγονός ότι σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α η σφράγιση ή η σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν το μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως συνάγεται από τα πιο πάνω και από την επιφύλαξη του υπό αναφορά εδαφίου 3, όταν υπάρχει μόνο η σφραγίδα και δεν υπάρχει άλλη σχετική μαρτυρία η αλήθεια του περιεχομένου της σφραγίδας δηλ. της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής και του λόγου μη πληρωμής της τεκμαίρονται μαχητά και μόνο. Με άλλα λόγια σε τέτοια περίπτωση εάν δεν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η σφραγίδα ή δεν κλονισθεί το μαχητό αυτό τεκμήριο, η σφραγίδα μπορεί να αποτελέσει από μόνη της απόδειξη των όσων αναφέρει. Για να αποτελεί όμως η σφραγίδα από μόνη της τέτοια μαρτυρία πρέπει να πληρεί τις προϋποθέσεις του εδαφίου 3 του άρθρου 305Α και συγκεκριμένα να έχει τεθεί από την τράπεζα επί της οποίας η επιταγή εκδόθηκε και να είναι ενυπόγραφη. Από τα όσα φαίνονται στο σώμα των επίδικων επιταγών όπως επίσης και από τη μαρτυρία της ΜΚ2 και του ΜΚ3 στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές ότι υπάρχουν οι σχετικές ενυπόγραφες σφραγίδες στην επίδικη επιταγή οι οποίες αναφέρουν το λόγο της μη πληρωμής της. Οι σφραγίδες αυτές σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ρωτήθηκαν οτιδήποτε σχετικό, έτσι ώστε να αξιολογηθεί η θέση τους επί του συγκεκριμένου σημείου. Τούτου δεδομένου η θέση του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκείνο που αμφισβητεί στην ουσία η υπεράσπιση είναι ότι η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη μετά και την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, θέση η οποία ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2 και του παραπονουμένου πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με αυτό το δεδομένο καταλήγω ότι αποδεικνύεται και αυτό το συστατικό του αδικήματος και περαιτέρω κρίνω ότι η επίδικη επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας υπέγραψε την επιταγή, Τεκμήριο 2 και την παρέδωσε στον παραπονούμενο για εργασίες που ο παραπονούμενος είχε ήδη κάνει στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας. Άλλωστε αυτή ήταν και η θέση του κατηγορούμενου 2 περιορίζοντας την υπεράσπιση του στην εξόφληση της επιταγής με μετρητά. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφέρω ότι οι οποιεσδήποτε άλλες διαφορές των μερών οι οποίες τυχών προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές δεν είναι θέμα που θα απασχολήσει το παρών Δικαστήριο αλλά το Αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο ασκεί Αστική δικαιοδοσία. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο ουσιαστικά που παραμένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο αποδείχθηκε η ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου 2 αφού κατηγορείται ως συνεργός στη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επίδικη επιταγή ως διευθυντής και ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία οπότε αυτό αποδεικνύει το actus reus του αδικήματος το οποίο φυσικά δεν είναι αρκετό από μόνο του να στοιχειοθετήσει και την ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου 2 στη διάπραξη του αδικήματος. Στην Παυλόπουλος (πιο πάνω), έχει επίσης λεχθεί ότι η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε, κατά το χρόνο υπογραφής και παράδοσης της επιταγής στον παραπονούμενο, τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την κατηγορούμενη 1, ότι δηλ. κατά το χρόνο εμφάνισης της στην τράπεζα για πληρωμή δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί η επιταγή και κατά πόσο είχε πρόθεση παροχής βοήθειας στην κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ο παραπονούμενος αφού κατέθεσε την επίδικη επιταγή για πληρωμή την πρώτη φορά και αφού αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος όπως είπε του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε χρήματα ο λογαριασμός λόγω του ότι δεν καθάρισαν κάποιες επιταγές που είχε καταθέσει από προηγουμένως και του ζήτησε να την καταθέσει ξανά, όπως και έκανε. Το ότι ο κατηγορούμενος 2 μετά από επικοινωνία του ΜΚ1, του ανέφερε ότι δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα την ημέρα που επιστράφηκε η επιταγή απλήρωτη τη πρώτη φορά δίδοντας και την σχετική δικαιολογία δεν καταδεικνύει και γνώση του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 στις 6.6.2007 ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή εξεδόθηκε και ήταν πληρωτέα αλλά ούτε και στις 13.6.2007 και 19.6.2007 που η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. Η μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία όπως ανέφερα είναι αποδεκτή για τα συγκεκριμένα υπόλοιπα του λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 τις ημέρες που η επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή δεν είναι αρκετή για να στηριχθεί το Δικαστήριο και να καταλήξει με ασφάλεια για τη γνώση περί τούτου του κατηγορούμενου 2. Η ίδια είναι η θέση μου και για το ότι εκείνες τις ημέρες αρκετές από τις επιταγές που εξέδωσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία παρέμειναν απλήρωτες. Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στο ότι ο κατηγορούμενος 2 το γνώριζε αυτό κατά την ημέρα έκδοσης της επιταγής και είχε πρόθεση παροχής βοήθειας στην κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη του αδικήματος Κανένα λοιπόν από τα πιο πάνω στοιχεία της μαρτυρίας λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου για διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο 2 ως συνεργού. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας, που μπορεί να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία σε τέτοιο συμπέρασμα (βλ. Fournides ν. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Ως εκ τούτου οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του νοητικού αυτού στοιχείου από τον κατηγορούμενο 2 θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να καταλήγει σε υποθέσεις όσο εύλογες και αν είναι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε κατά το χρόνο υπογραφής και παράδοσης της επιταγής στο ΜΚ1 ότι δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 για την πληρωμή της επιταγής. Δεν έχει αποδειχθεί δηλ. ότι γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την κατηγορούμενη 1 και ότι είχε πρόθεση παροχής βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου
- Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και τον κατηγορούμενο 2 θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του παραπονουμένου εφόσον η παρούσα διαδικασία εγέρθηκε για αλλότριους σκοπούς. Ο παραπονούμενος ανέφερε η κα Παπαντωνίου καταχώρησε και πολιτική υπόθεση για το ίδιο ποσό και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε για εκδικητικούς λόγους ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν αποδέχτηκε την δεύτερη πρόταση του ημερομηνίας 26.6.
- Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση εκείνη λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στη αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Αναφορά γίνεται και στην πιο κάτω διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037: ".... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Περαιτέρω η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου τονίστηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της ως εξής: «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Μετά από επισκόπηση της αγγλική νομολογίας η Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) καταλήγει ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια κάνοντας αναφορά στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ο σκοπός που τη διαπνέει ως εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Παρόμοιο θέμα με την παρούσα υπόθεση εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδη ν Κωμοδρόμου (πιο πάνω), όπου λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι οι οποιεσδήποτε σκέψεις ή και τα ελατήρια του παραπονουμένου δεν μπορεί να έχουν αποφασιστική σημασία, παρόλο που από τη δοθείσα μαρτυρία δεν θεωρώ ότι προέκυψε αυτό που εισηγείται η κα Παπαντωνίου, πέραν του ότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έχει καταχωρήσει και πολιτική υπόθεση εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να δεικνύει τον οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό της παρούσας διαδικασίας και όπως έχω ήδη αναφέρει οι οποιεσδήποτε σκέψεις του παραπονουμένου δεν έχουν αποφασιστική σημασία. Η ύπαρξη ποινικής και ταυτόχρονα πολιτικής υπόθεσης δεν συνιστά από μόνη της κατάχρηση της διαδικασία η οποία να προκαλεί την καταπίεση ή και το δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω η εισήγηση της συνηγόρου των κατηγορουμένων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 2. Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη σε αυτή και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................ Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal / Final Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Τελική - Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα - Συνεργός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο