Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτη Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 1701/08, 29.01.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1701/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Παναγιώτη Ξενοφώντος ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 29.01.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Ρούσου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Αντικείμενο της υπόθεσης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι μια κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα απαγωγής νεαρής κάτω των δεκαέξι ετών, κατά παράβαση του άρθρου 149 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 16.4.08 και της 27.4.08 στη Λευκωσία, αποχώρησε νεαρή άγαμη γυναίκα ηλικίας κάτω των δεκαέξι ετών, δηλαδή την Κριστίνα Νέστωρος, ηλικίας δεκατεσσάρων ετών και έξι μηνών, από την επίβλεψη του πατέρα και της μητέρας της και ενάντια στη θέληση τους. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορία η συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η κα Ρούσου εισηγήθηκε ότι, αφενός μεν η μαρτυρία είναι αντινομική και αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κρίνω πως εξαντλητική ανάλυση των αρχών που διέπουν το αίτημα της υπεράσπισης παρέλκει, εφόσον τούτες έχουν πλήρως αποσαφηνισθεί από την υφιστάμενη νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Αξίζει όμως να ειπωθεί πως οι δύο λόγοι που η υπεράσπιση επικαλέστηκε, είναι ό,τι εξετάζεται από το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Σε αυτό όμως το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. R. v Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δε μαρτυρικό υλικό που εξετάζεται εμπίπτει και η κατάθεση του κατηγορουμένου από την οποία το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει χρήσιμες πληροφορίες (βλ. Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρόκειται για τους Αστ. 2342 Π. Ιωάννου (στη συνέχεια ΜΚ1), Αστ. 1885 Μ. Στεφάνου (στη συνέχεια ΜΚ2) και Κώστα Νέστωρος (στη συνέχεια ΜΚ3). Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως: Ο ΜΚ3, πατέρας της ανήλικής Χριστίνας Νέστωρος, την 02.05.08 κατήγγειλε ότι η θυγατέρα του εγκατέλειψε την οικία τους την 16.04.08. Όπως ανέφερε στην καταγγελία που υπέβαλε, κατόπιν πολλαπλών προσπαθειών που κατέβαλε για να την εντοπίσει, πληροφορήθηκε ότι την 27.04.08, Κυριακή του Πάσχα, θα βρίσκετο στη λαμπρατζιά του Αγίου Ελευθερίου μαζί με τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, η ώρα 03:00 ο ΜΚ3 μετέβη στην εν λόγω τοποθεσία, εφόσον εκείνη την ώρα, σύμφωνα με την πληροφορία, θα πήγαινε και η θυγατέρα του. Επειδή δεν βρήκε τη θυγατέρα του εκεί, μετέβη έξω από την οικία του κατηγορουμένου όπου περί ώρα 04:00 είδε τον κατηγορούμενο να σταθμεύει το όχημά του έξω από την οικία του και από αυτό να εξέρχεται και η θυγατέρα του. Από εκείνη την ημέρα και εντεύθεν ο ΜΚ3 δεν ξανά είδε τη θυγατέρα του. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είναι αστυφύλακες. Ο μεν πρώτος, παρότι δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ενώ ο δεύτερος, εξεταστής της υπόθεσης, την 02.05.08 διενήργησε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου χωρίς όμως να εντοπίσει οτιδήποτε. Στον αντίποδα η θέση του κατηγορουμένου, ως προκύπτει από τη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 2), είναι ότι γνωρίζει τη Χριστίνα Νέστωρος, ότι σε προηγούμενο χρόνο, τέσσερις μήνες πριν τον επίδικο, έμεινε στην οικία του, καθώς ότι έκτοτε δεν την ξαναείδε. Για δε την επίδικη ημερομηνία, 27.4.08, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν στη λαμπρατζιά του Αγίου Ελευθερίου όχι όμως με την ανήλικη αλλά με φίλους του. Όπως προανέφερα, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορία η συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι, αφενός μεν η μαρτυρία είναι αντινομική σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα την αποδεχόταν και περαιτέρω ότι δεν αποδεικνύει συστατικά στοιχεία του αδικήματος εφόσον ο αποχωρισμός πρέπει να είναι κάποιας διάρκειας. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 και μόνο αποδεικνύει το αδίκημα. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο αποχωρισμός δεν είναι αναγκαίο να είναι μακράς διάρκειας. Ως προς την πρώτη πτυχή του αιτήματος, αντινομικότητα μαρτυρίας, εκ προοιμίου αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο. Υποδείχθηκαν από τη συνήγορο του κατηγορουμένου διάφορες πτυχές του μαρτυρικού υλικού οι οποίες αναδεικνύουν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, την ορθότητα της εισήγησης. Μεταξύ άλλων, υποδείχθηκε η επιλογή των ΜΚ1 και ΜΚ2 να μην προχωρήσουν σε διερεύνηση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου αναφορικά με τις ενέργειές του κατά τον επίδικο χρόνο (27.04.08), καθώς η αναφορά του ΜΚ3 πως παρότι έψαχνε τη θυγατέρα του για χρονικό διάστημα δέκα ημερών, όταν την είδε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, μαζί με τον κατηγορούμενο να εισέρχεται εντός της οικίας του τελευταίου, δεν αντέδρασε. Υποδείχθηκαν περαιτέρω και διάφορες άλλες αναφορές του ΜΚ3 σχετιζόμενες, ως επί το πλείστον, με το αληθές, εύλογο και ικανό της παρακολούθησης που ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι διενήργησε. Όλα τα πιο πάνω δεν διέλαθαν την προσοχή μου, κρίνω όμως ότι δεν συνιστούν αντικειμενική θεώρηση του μαρτυρικού υλικού αλλά ενδελεχή και μικροσκοπική, η οποία διενεργείται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας κατά την αξιολόγηση. Όλα όσα υποδείχθηκαν δεν αναδεικνύουν σοβαρές αντιφάσεις οι οποίες προκαλούν θεμελιώδη ρήγματα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε καθιστούν τη μαρτυρία έκδηλα και εξόφθαλμα αναξιόπιστη (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή του αιτήματος απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην άλλη πτυχή του αιτήματος. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ορθό να προσδιορίσω πρώτα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Τούτα είναι· (α) παράνομα αποχωρίζει, (β) γυναίκα άγαμη, ηλικίας κάτω των δεκαέξι ετών, (γ) από την επίβλεψη ή προστασία πατέρα ή μητέρας ή άλλου προσώπου που έχει τη νόμιμη φροντίδα ή μέριμνα και (δ) χωρίς τη θέλησή τους. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία (β) και (δ), πιο πάνω, κρίνω πως δεν χωρεί αμφιβολία ότι γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας η υπάρχουσα μαρτυρία αποδεικνύει τούτα. Για του λόγου το ασφαλές σημειώνω ότι ξεκάθαρη ήτο η θέση του ΜΚ3 πως σε κανένα στάδιο επέτρεψε ή ενέκρινε τον αποχωρισμό της θυγατέρας του. Άλλωστε την 02.05.08 κατήγγειλε τον ισχυριζόμενο αποχωρισμό, πράξη αυτόδηλη της σχετικής άρνησης και εναντίωσης του ΜΚ3 πατέρα της ανήλικης. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ιδίου προσώπου ήτο αποκαλυπτική ως προς το ότι η θυγατέρα του ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ηλικίας κάτω των δεκαέξι ετών και ανύπανδρη. Καταλήγω συνεπώς ότι η πιο πάνω μαρτυρία αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία (β) και (δ) πιο πάνω. Πιο περίπλοκη καθίσταται όμως η εξέταση του μαρτυρικού υλικού αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία (α) και (γ), πιο πάνω. Ο λόγος έγκειται στο ότι το συστατικό στοιχείο «παράνομα αποχωρίζει» συμπλέκεται σε πραγματικό και ιδιαίτερα χρονικό επίπεδο με το έτερο συστατικό στοιχείο «επίβλεψη ή προστασία γονέα ή κηδεμόνα». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Rook & Ward on Sexual Offences, 2nd edition, para. 11-43, το ερώτημα κατά πόσο η ανήλικη ευρίσκετο υπό την επίβλεψη ή προστασία συγκεκριμένου προσώπου άπτεται των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και σχετίζεται με τον ισχυριζόμενο χρόνο αποχωρισμού (It is a question of fact whether the girl was in the possession of her parent or guardian at the time of the alleged taking). Η προαναφερόμενη δυσκολία στην εξέταση αυτών των στοιχείων γίνεται αντιληπτή αν αναλογιστεί κανείς ότι η φυσική παρουσία του γονέα ή κηδεμόνα δεν είναι πάντα δεδομένη κατά την ώρα του αποχωρισμού, καθώς ότι ο αποχωρισμός δεν προσλαμβάνει πάντα την κλασσική μορφή αρπαγής εφόσον ενίοτε φέρει μορφές άλλες, λόγου χάριν παραπλάνηση, παρότρυνση ή υποκίνηση. Σχετική των διάφορων ειδών αποχωρισμού κρίνεται η υπόθεση Olifier (Christian)
(1866)10 Cox CC 402 όπου λέχθηκε ότι· «I am of the opinion that if a young woman leaves her father's home without any persuasion, inducement or blandishment, held out to her by an man, so that she got fairly away from home, and then goes to him, although it may be his moral duty to return her to her parent's custody, yet his not doing so is no infringement of the Act, for the Act does not say he shall restore her, but only that he shall not take her away». Συνάγεται συνεπώς ότι παράνομος αποχωρισμός υφίσταται όπου ο κατηγορούμενος παροτρύνει, πείθει, δελεάζει ή ακόμη καλοπιάνει νεαρή κοπέλα να φύγει από την επίβλεψη του γονέα ή κηδεμόνα της. Η δε αναφορά του πιο πάνω αποσπάσματος σε νόμο, παραπέμπει στο άρθρο 55 του νόμου Offences Against the Person Act του 1861, το λεκτικό του οποίου ομοιάζει με εκείνο του άρθρου 149 του Κεφ. 154. Μεμπτή συμμετοχή αδικοπραγούντα εκλαμβάνονται ενέργειες οι οποίες τείνουν στον αποχωρισμό της ανήλικης από το γονέα ή κηδεμόνα της, έστω και αν προκύπτουν εμμέσως (βλ. Archbold´s Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases, 33rd edition, para. 1922 - Where the prisoner went in the night to the house of the father of the girl and placed a ladder against her window, and held it for her to descent, which she did, and eloped with him, this was held to be a taking of her out of the possession of her father within the statute; although she herself proposed the plan to the prisoner). Παθητική όμως συμμετοχή δεν οδηγεί σε διάπραξη του αδικήματος (βλ. Archbold (πιο πάνω) para. 1923 - If the suggestion to go away with the prisoner comes from the girl only, and he takes merely the passive part of yielding to her suggestion he is entitled to an acquittal). Η δε χρονική διάρκεια του αποχωρισμού, όσο μικρή και αν είναι, δεν αναιρεί διάπραξη του αδικήματος (βλ. Baillie
(1860)8 Cox CC 238 και Timminis
(1860)8 Cox CC 401). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στη μαρτυρία της παρούσης αναφύονται τρία ερωτήματα καίριας σημασίας. Κατ΄αρχάς, υφίσταται αποχωρισμός; Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε, πότε συντελέσθηκε ο αποχωρισμός, και εν κατακλείδι ποια ήτο η συμμετοχή του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η θυγατέρα του εγκατέλειψε την οικία του την 16.04.
- Για αυτή όμως την ημερομηνία, ή και ενωρίτερα, καμία μαρτυρία συνδέει τον κατηγορούμενο με τέτοια εγκατάλειψη, δηλαδή παρότρυνση της ανήλικης να εγκαταλείψει την οικία της. Είναι όμως θέση του ΜΚ3 ότι την 27.04.08 είδε την θυγατέρα του μαζί με τον κατηγορούμενο έξω από την οικία του τελευταίου. Κατά πόσο όμως η θυγατέρα του βρέθηκε εκεί ένεκα παρότρυνσης, δέλεαρ ή υποκίνησης από τον κατηγορούμενο, ουδείς ανέφερε οτιδήποτε. Η αναφορά και μόνο του ΜΚ3 ότι σε χρόνο άλλο από εκείνο που αναφέρει το κατηγορητήριο, δηλαδή πριν την 16.04.08, η θυγατέρα του είχε φύγει από το σπίτι και διέμενε με τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως και σε αυτή την περίπτωση έφυγε από το σπίτι για να μεταβεί στην οικία του κατηγορουμένου, και μάλιστα ότι για να φύγει από το σπίτι αιτία ήταν οτιδήποτε που είπε ή έπραξε ο κατηγορούμενος. Η δε εγκατάλειψη της οικίας από την ανήλικη την 16.04.08 και η συνεύρεσή της με τον κατηγορούμενο την 27.04.08, επί τη υποθέσει ότι αυτή η θέση είναι ορθή και αληθινή εφόσον σε αυτό το στάδιο δεν αξιολογείται, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος παρότρυνε ή έπεισε την ανήλικη να φύγει από την επίβλεψη των γονέων της. Δυνατόν η ανήλικη να εγκατέλειψε την οικία της οικιοθελώς και εν συνεχεία, σε κάποιο στάδιο μεταξύ 16.04.08 με 27.04.08, να επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, ο οποίος απλά και μόνο δεν την επέστρεψε στους γονείς της. Εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία θέλει τον κατηγορούμενο καθ΄ οιονδήποτε χρόνο να παροτρύνει ή να υποκινεί την ανήλικη να εγκαταλείψει την οικία της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πως για το χρονικό διάστημα μεταξύ 16.04.08 και 26.04.08 ο κατηγορούμενος διαδραμάτισε οιονδήποτε ρόλο στην ενέργεια της ανήλικης να εγκαταλείψει την οικία της. Η ανήλικη όμως είναι σε αυτό το χρονικό διάστημα που εγκατέλειψε την οικία της και συνεπώς, έκτοτε, δεν ήτο υπό την επίβλεψη και προστασία των γονέων της. Η όποια ισχυριζόμενη συνάντηση του κατηγορουμένου με την ανήλικη, τοποθετούμενη χρονικά την 27.04.08, έπεται της εγκατάλειψης της οικίας από την ανήλικη και ως εκ τούτου δεν αφορά χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς ασκούσαν σε αυτήν επίβλεψη και προστασία. Λέγοντας αυτό δεν εννοώ ότι σε κάθε περίπτωση που ανήλικη φεύγει πρώτα από την οικία της και σε δεύτερο χρόνο συναντά τον κατηγορούμενο, δεν υφίσταται επίβλεψη. Όπως προανέφερα η επίβλεψη διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός και δεν διέπεται από άτεγκτους κανόνες. Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν αναφέρονται οιεσδήποτε πράξεις αποχωρισμού, από μέρους του κατηγορουμένου, σε χρόνο που η ανήλικη ευρίσκετο υπό την επίβλεψη και προστασία των γονέων της. Υποθέστε λόγου χάριν, πιθανότητα που δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ότι την ώρα που η ανήλικη έφευγε από την οικία της και την επίβλεψη έτσι των γονέων της, δεν ήτο για να συναντήσει τον κατηγορούμενο αλλά για να φύγει δια παντός από την οικία της, και μόνο μετά πάροδο κάποιων ημερών απεφάσισε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο. Μήπως σε τέτοια περίπτωση κάθε πρόσωπο που η ανήλικη συνάντησε στο μεταξύ, μέχρι που συνάντησε και τον κατηγορούμενο, θα ήτο ένοχο διάπραξης του εν λόγω αδικήματος; Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική εφόσον ως προανέφερα το συστατικό στοιχείο «επίβλεψη γονέα» συμπλέκεται σε πραγματικό επίπεδο με εκείνο του«αποχωρισμού». Στη δοσμένη περίπτωση η ισχυριζόμενη συνάντηση των δύο, ανήλικης και κατηγορούμενου, αναγόμενη σε χρόνο έντεκα ημερών μετά την εγκατάλειψη της οικίας από την ανήλικη και γυμνή γεγονότων αποκαλυπτικών ενεργειών του κατηγορουμένου υποδαυλίζουσες αποχωρισμό, δεν οδηγούν σε συμπέρασμα ότι την 27.04.08 η ανήλικη ήτο ακόμη υπό την επίβλεψη των γονέων της. Διαφορετική δυνατό να ήτο η έκβαση της υπόθεσης εάν το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του σχετική επί του προκειμένου θέση της ανήλικης, εφόσον ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) para. 1923 «If however, the girl, while living with her father, leaves his house for a mere temporary purpose, intending to return to it, she is still in his possession within the meaning of the statute, and if when so out of the house the prisoner induces her to run away with him, he is guilty of the misdemeanor created by this statute». Υπενθυμίζω ότι στη δοσμένη περίπτωση η ανήλικη δεν κατέθεσε ως μάρτυρας και έτσι άγνωστο παραμένει υπό ποιες συνθήκες συνάντησε τον κατηγορούμενο την 27.04.
- Μετέωρο δηλαδή παρέμεινε εάν για εκείνη τη συνάντηση ο κατηγορούμενος την υποκίνησε, τη δελέασε ή την παρότρυνε ή διαφορετικά, εάν η ανήλικη από μόνη της, δηλαδή οικιοθελώς, αφότου εγκατέλειψε την οικία της την 16.04.08, απεφάσισε να συναντήσει τον κατηγορούμενο την 27.04.
- Καταλήγω συνεπώς ότι αφενός μεν για την 16.04.08, ημερομηνία κατά την οποία η ανήλικη ήτο υπό την επίβλεψη των γονέων της, η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει συμμετοχή του κατηγορούμενου στην ενέργεια της ανήλικης να εγκαταλείψει την εν λόγω οικία και ως εκ τούτου αναπόδεικτο παρέμεινε το συστατικό στοιχείο παράνομος αποχωρισμός. Για δε την 27.04.08, ημερομηνία για την οποία υπάρχει μαρτυρία ότι η ανήλικη συναντήθηκε με τον κατηγορόυμενο, η μαρτυρία και πά΄λιν δεν αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος, εμμέσως ή ευθέως, συνέβαλε, υπιοκινώντας, δελεάζοντας ή παροτρύνοντας την ανήλικη, σε τέτοιο αποχωρισμό. Περαιτέρω, για την ημερομηνία 27.04.08, κρίνω πως δεν μπορεί να εκληφθεί ως γεγονός ότι η ανήλικη ήτο υπό την επίβλεψη των γονέων της, εφόσον είχε ήδη εγκαταλείψει την οικία της από την 16.04.08, για λόγους που η μαρτυρία δεν εμπλέκει τον κατηγορούμενο. ως εκ των πιο πάνω, είμαι της γνώμης πως και για αυτή την τελευταία ημερομηνία, 27.04.08, δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία παράνομος αποχωρισμός και επίβλεψη γονέα. Ούτε όμως για το χρονικό διάστημα μεταξύ 16.04.08 με 27.04.08 η μαρτυρία αποκαλύπτει οιανδήποτε συμμετοχή του κατηγορουμένου στην ενέργεια της ανήλικης να εγκαταλείψει την οικία της. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω, η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο