← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΛΕΒΕΝΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 19273/09, 5 Φεβρουαρίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΛΕΒΕΝΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 19273/09, 5 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 19273/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΛΕΒΕΝΤΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορουμένη: κος Μακρίδης για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 2.3.2008, στη Λεωφ. Ηρώων, στη Λακατάμεια, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα ΕΝΧ119 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. Η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.1, ήταν η Γ/Αστυφ. 3454 Ιωάννα Ανδρέου. Ανέφερε ότι στις 2.3.2008 επισκέφτηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στη Λεωφ. Ηρώων με ενεχόμενα τα οχήματα ΕΝΧ119 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και το όχημα ΒΑQ169 που οδηγούσε o Aνδρέας Πογιατζής με συνεπιβάτιδα τη Lorena Borsevu. Κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν ήταν παρόν στη σκηνή, αφού είχαν όλοι τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην απουσία τους έκανε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 2, έλαβε μέτρα και σημείωσε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης το οποίο εντόπισε από μαύρισμα του δεξιού μπροστινού ελαστικού του οχήματος ΕΝΧ119 στην άσφαλτο, από λάδια από την κοιλιά του εν λόγω οχήματος, από νερά του ραδιατέρ, γυαλιά και χώματα που έπεσαν στην άσφαλτο. Οι ζημιές και στα δύο οχήματα ήταν στο μπροστινό δεξιό μέρος τους. Ήταν αίθρια μέρα, το οδόστρωμα στεγνό, ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα έχει ελαφριά στροφή αριστερά ως προς την πορεία του Κατηγορουμένου σε απόσταση 60 μέτρα πριν το δυστύχημα, οι λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται με συνεχόμενη γραμμή επί της ασφάλτου, η ορατότητα και για τα δύο οχήματα ήταν 100 μέτρα ενώ το όριο ταχύτητας 65 ΧΑΩ. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΒΑQ169 αφού τα ίχνη τροχοπέδησης του ΕΝΧ119 και το μαύρισμα από τον δεξιό μπροστινό τροχό του ΕΝΧ119 εντοπίστηκαν στην λωρίδα του ΒΑQ169. Στις 19.3.2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του οχήματος ΒΑQ169 και στις 3.6.2008 μετέβηκε μαζί του στη σκηνή, του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε πλήρως. Στις 6.3.2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, του υπέδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο διαφώνησε, αναφέροντας ότι διαφωνεί με το σημείο σύγκρουσης «Χ» που τοποθετήθηκε από την ίδια, και της ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε στο κέντρο του δρόμου, πάνω στην άσπρη διαχωριστική γραμμή και η ίδια τοποθέτησε με το γράμμα «Χ1» το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχέδιο και το υπέγραψε αναφέροντας ότι δεν θέλει να μεταβεί στη σκηνή. Η Μ.Κ.1 με βάση το πρόχειρο σχέδιο έκανε συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, στο οποίο έχει σημειώσει ως «Χ» το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με τα ευρήματα της και ως «Χ1» το σημείο σύγκρουσης που της υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 4 και 5, τις ανακριτικές καταθέσεις που πήρε από τον Κατηγορούμενο στις 6.3.2008 και 3.6.2008 αντίστοιχα. Στη δια ζώσης της μαρτυρία ανέφερε ότι έχει διερευνήσει ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι την εν λόγω μέρα και κατά την ώρα που έγινε το δυστύχημα, υπήρχε στη σκηνή όχημα της εταιρείας Χαραλαμπίδη το οποίο μετακίνησε το όχημα του και διαπίστωσε από τα όσα της ανέφερε ο υπεύθυνος κίνησης της εταιρείας ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα σύμφωνα με τα δελτία διανομέων δεν υπήρχε όχημα δικό τους στην περιοχή. Είπε ότι στη σκηνή δεν βρήκε κανένα εύρημα που να στηρίζει τη θέση του Κατηγορουμένου για το σημείο σύγκρουσης και ότι όλα τα στοιχεία που βρήκε υποστηρίζουν ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το «Χ» όπως η ίδια το είχε τοποθετήσει επί του πρόχειρου σχεδίου. Αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός στη σκηνή την ώρα του δυστυχήματος, σημειώνεται ότι το δυστύχημα έγινε περί ώρα 0550 π.μ., και ανέφερε ότι όταν η ίδια πήγε στη σκηνή περί ώρα 0645, είχε ήδη ξημερώσει οπόταν δεν είδε εάν οι ηλεκτρικοί πάσσαλοι που υπήρχαν στην περιοχή ήταν αναμμένοι και εάν ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Σε σχέση με τον δρόμο και τη στροφή που παρατηρείται ήταν η θέση της ότι υπάρχει ελαφριά στροφή προς τα αριστερά, περίπου 60 μέτρα πριν το δυστύχημα και μετά ο δρόμος γίνεται ευθύς μέχρι την επόμενη στροφή που βρίσκεται πριν τον κυκλικό κόμβο Ανθούπολής και δεν δέχτηκε την υποβολή ότι ο δρόμος έχει συνεχή κλήση προς τα αριστερά. Ρωτήθηκε γιατί δεν σημείωσε το μαύρισμα από το δεξιό μπροστινό ελαστικό του οχήματος του Κατηγορουμένου στο σχέδιο, αναφέροντας ότι απλά δεν το τοποθέτησε, δεν θυμόταν κατά πόσο στη σκηνή υπήρχαν ασθενοφόρα οχήματα ή οχήματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, δεν θυμόταν κατά πόσο στη σκηνή του δυστυχήματος υπήρχε πολύς κόσμος και επανέλαβε τη θέση της ότι στη σκηνή δεν ανευρέθει τίποτε που να στηρίζει τη θέση του Κατηγορουμένου σε σχέση με το «Χ1» ενώ επέμενε ότι όλα τα σημεία και τα Τεκμήρια που βρήκε στη σκηνή δικαιολογούν τη θέση ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν εκεί που η ίδια το τοποθέτησε με «Χ». Δεν δέχτηκε επίσης την υποβολή ότι λόγω του πολλού κόσμου που μαζεύτηκε στην περιοχή και των ασθενοφόρων και των οχημάτων Πυροσβεστικής που προσήλθαν για να βοηθήσουν τους οδηγούς να εξέλθουν από τα οχήματα τους πιθανόν τα διάφορα Τεκμήρια ή ίχνη που να προσδιορίζουν το σημείο «Χ» είχαν διασκορπιστεί. Δεν δέχτηκε επίσης την υποβολή ότι και τα δύο οχήματα αμέσως μετά τη σύγκρουση μετακινήθηκαν ούτε και τη θέση ότι αν το «Χ» είναι το σημείο σύγκρουσης τότε οι ζημιές των οχημάτων δεν θα ήταν στο μπροστινό δεξιό μέρος αλλά μόνο στο μπροστινό αφού η σύγκρουση θα ήταν μετωπική. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.2, κλήθηκε ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος ΒΑQ169 Ανδρέας Πογιατζής. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε την κατάθεση που έδωσε στην Μ.Κ.1 στις 19.3.2008 ως Τεκμήριο 6, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 2.3.2008 και περί ώρα 0545 ξεκίνησε από το Ακάκι να μεταβεί στη Λευκωσία, στο περίπτερο του γιου του που βρίσκεται στη Λακατάμεια. Μαζί του είχε μια κοπέλα από τη Ρουμανία. Οδηγούσε το όχημα ΒΑQ169 το οποίο ανήκει στο γιο του Κυριάκο με τη συγκατάθεση του γιου του, και οι δύο φορούσαν τη ζώνη ασφαλείας τους και η ταχύτητα του ήταν 73 ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου που υπάρχει ελαφριά στροφή δεξιά σε σχέση με την πορεία του αντιλήφθηκε ότι ένα αυτοκίνητο χρώματος μαύρου που ερχόταν από απέναντι οδηγείτο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν πρόλαβε να κάνει καμία κίνηση για να τον αποφύγει και συγκρούστηκαν. Από τη σύγκρουση και μετά δεν θυμόταν τίποτε, συνήλθε στο Νοσοκομείο. Ρωτήθηκε κατά πόσο αντιλήφθηκε στη σκηνή ένα μεγάλο όχημα της εταιρείας Χαραλαμπίδη και λόγω του ότι δεν το χωρούσε να περάσει μετακίνησε το όχημα του Κατηγορουμένου αναφέροντας ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Υιοθέτησε επίσης την κατάθεση που έδωσε στις 3.6.2008, Τεκμήριο 7, σύμφωνα με την οποία μετέβηκε μαζί με την Μ.Κ.1 στη σκηνή του δυστυχήματος είδε το πρόχειρο σχέδιο και συμφωνεί τόσο με τις τελικές θέσεις των οχημάτων όσο και με το σημείο «Χ» και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο. Ρωτόμενος σχετικά με τον φωτισμό στη σκηνή είπε ότι δεν είχε πολύ φως αλλά ήταν ικανοποιητικό, δεν υπήρχε άλλο όχημα μπροστά του να κινείται στο δρόμο και για πρώτη φορά αντελήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να έρχεται κατά πάνω του σε απόσταση 50 - 60 μέτρα και όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει αυτή την απόσταση είπε ότι είναι περίπου 1,5 φορά το μήκος της δικαστικής αίθουσας. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι, δεν θυμόταν αν υπήρχε φωτισμός από ηλεκτρικούς πασσάλους, δεν θυμόταν αν στη σκηνή είχε έρθει Πυροσβεστική Υπηρεσία, τον ίδιο τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο του νοσοκόμοι του Ασθενοφόρου, είχε λυποθυμήσει και ξύπνησε στο Νοσοκομείο. Είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο να έρχεται κατά πάνω του, στη δική του λωρίδα, αφού τον κτύπησε μούτρα. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει επειδή τον είδε ξαφνικά μπροστά του σε κοντινή απόσταση και ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε εντελώς αριστερά ως προς την λωρίδα του σχεδόν κοντά στο πεζοδρόμιο, αναφέροντας ότι όταν τον είδε τον άλλο οδηγό, πήγε όσο πιο αριστερά μπορούσε για να τον αποφύγει. Όταν του υποβλήθηκε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε για να αποφύγει το δυστύχημα γιατί είδε τον Κατηγορούμενο ξαφνικά, είπε ότι μόλις τον είδε, πήγε εντελώς αριστερά. Του υπεβλήθη ότι η σύγκρουση έγινε στο μέσο του δρόμου και όχι στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, θέση την οποία δεν δέχτηκε, δέχτηκε ότι στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ο δρόμος έχει στροφή, του υπεβλήθη ότι μπορεί ο ίδιος λόγω της στροφής να αναγκάστηκε να μπει λίγο στη λωρίδα του Κατηγορουμένου θέση στην οποία αντέδρασε έντονα και ανέφερε ότι συμφωνεί με τα όσα βρήκε η Αστυνομία. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ανόμωτη δήλωση από το εδώλιο του Κατηγορουμένου. Η θέση του ήταν ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στο κέντρο της γραμμής του δρόμου δηλαδή επί της άσπρης γραμμής που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το οποίο είναι σημειωμένο με το γράμμα «Χ1» στα Τεκμήρια 2 και
  1. Αναφέρω επίσης, ότι σύμφωνα με την κατάθεση του Κατηγορουμένου που δόθηκε στις 6.3.2008, Τεκμήριο 4, την εν λόγω μέρα και ώρα ο ίδιος οδηγούσε στη Λεωφ. Ηρώων στη Λακατάμεια, με χαμηλή ταχύτητα, έχοντας αναμμένα τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 60 ΧΑΩ. Ούτε μπροστά του ούτε πίσω του δεν υπήρχαν άλλα οχήματα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου σχηματίζεται ελαφριά αριστερόστροφη στροφή σε σχέση με την πορεία του και ενώ ο ίδιος οδηγούσε κανονικά στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, είδε από απέναντι του ένα αυτοκίνητο χρώματος άσπρου να κατευθύνεται προς τα πάνω του οδηγούμενο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ίδιος έστριψε το τιμόνι του δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση αλλά συγκρούστηκαν. Ο ίδιος βγήκε από το αυτοκίνητο του από την πίσω δεξιά πόρτα του οδηγού, ενώ ο οδηγός του άλλου οχήματος μαζί με μια κοπέλα παρέμειναν στο όχημα τους. Ενώ ανέμενε την Αστυνομία και το Ασθενοφόρο πέρασε από τη σκηνή ένα αυτοκίνητο - ψυγείο της εταιρείας Χαραλαμπίδη και επειδή δεν τον χωρούσε να περάσει, αφού το δικό του όχημα έκλεινε τη λωρίδα κυκλοφορίας μετά τη σύγκρουση, ο οδηγός του ψυγείου μετακίνησε το όχημα του εκεί που τελικά το βρήκε η Αστυνομία. Είπε επίσης ότι στη σκηνή του δυστυχήματος είχε έρθει μια κοπέλα να προσφέρει βοήθεια και είδε και τον οδηγό του ψυγείου που μετακίνησε το όχημα του. Στην κατάθεση που έδωσε στις 3.6.2008, Τεκμήριο 5, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν συμφωνεί με το σημείο «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης, η θέση του είναι ότι η σύγκρουση έγινε ακριβώς στο μέσο του δρόμου όπου είναι η άσπρη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων στο ίδιο ύψος με το «Χ» και το οποίο σημειώνεται ως «Χ1». Ανέφερε επίσης, ότι δεν θέλει να μεταβεί στη σκηνή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Η Μ.Κ.1 δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν σημείωσε το ίχνος μαυρίσματος του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματος του Κατηγορουμένου επί του σχεδίου, Τεκμήρια 3 και 4, παρά τη θέση της ότι αυτό το ίχνος μαζί βέβαια με τα υπόλοιπα στοιχεία που ανέφερε ότι βρήκε στη σκηνή ήταν αυτά που καθόριζαν το σημείο σύγκρουσης. Δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε στη σκηνή κόσμος ή κατά πόσο είχαν έρθει οχήματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και Ασθενοφόρα που όπως φαίνεται από τις υπόλοιπες μαρτυρίες ήταν δεδομένο ότι ήταν στη σκηνή. Δεν θυμόταν επίσης τη μορφολογία του δρόμου πριν και μετά το σημείο του δυστυχήματος όμως η θέση της σε σχέση με την μορφολογία στο σημείο του δυστυχήματος, ήταν ορθή. Διερεύνησε επίσης τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου για την μετακίνηση του οχήματος του στο σημείο που βρέθηκε αναφέροντας στο Δικαστήριο τις ενέργειες της. Ήταν σταθερή στη θέση της σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και το τι την οδήγησε να το βρει. Έχω τη θέση ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν είπε ψέματα στο Δικαστήριο, παρά το ότι σίγουρα υπάρχουν κενά στη μαρτυρία της. Όσον αφορά τον Μ.Κ.2, δεν μου έχει κάνει καθόλου καλή εντύπωση. Είναι φανερό ότι προσπαθούσε να αποποιηθεί κάθε ίχνους δικής του ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα, πέφτοντας έτσι σε μεγάλες αντιφάσεις με μεγαλύτερη από όλες τη θέση του για το πότε ακριβώς αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου και τις αποτρεπτικές προσπάθειες που έκανε ή δεν έκανε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του, ήταν ιδιαίτερα ερειστικός προς τον συνήγορο του Κατηγορουμένου και μετά που του υπεβλήθη αντίφαση που εντοπίστηκε από τα λεγόμενα του σταμάτησε να απαντά τις ερωτήσεις του συνηγόρου αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι ο δικηγόρος του, του είπε να μην απαντά. Η θέση του εν λόγω μάρτυρα ήταν ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να στηριχθώ με ασφάλεια στην εν λόγω μαρτυρία αφού ήταν φανερό ότι ο εν λόγω μάρτυρας πέραν των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και την εχθρική διάθεση που τον διακατείχε, προσπαθούσε λόγω της εκκρεμούσης Πολιτικής αγωγής για διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον του Κατηγορουμένου να αποποιηθεί κάθε ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα. Ο Κατηγορούμενος όπως έχει ήδη αναφερθεί, έδωσε ανόμωτη δήλωση από το εδώλιο του Κατηγορουμένου. Τα όσα δήλωσε ήταν μόνο σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και συγκεκριμένα επανέλαβε τη θέση του ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στη μέση του δρόμου πάνω στη διαχωριστική γραμμή όπως δηλαδή τοποθετείται με το γράμμα «Χ1» στα Τεκμήρια 3 και
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Το σχέδιο στην παρούσα περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία σε ότι αφορά το σημείο σύγκρουσης. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ισχυρίζονται ότι είναι το «Χ» ενώ ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είναι το «Χ1». Είναι η θέση μου ότι δεν μπορώ με ασφάλεια να δεχτώ τη θέση της Μ.Κ.1 ότι το «Χ» είναι το σημείο σύγκρουσης εφόσον η ίδια χωρίς ικανοποιητική εξήγηση παρέλειψε να τοποθετήσει στο σχέδιο το ίχνος μαυρίσματος του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματος του Κατηγορουμένου που όπως η ίδια ανέφερε ήταν μαζί με τα άλλα ευρήματα επί της σκηνής αυτό που την οδήγησε στο να το εντοπίσει. Από την άλλη δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι υπήρχαν επί του σημείου εκεί τα άλλα ευρήματα, η θέση του κου Μακρίδη επί αυτής της θέσης ήταν ότι ίσως είχαν μετακινηθεί λόγω του κόσμου που βρισκόταν στη σκηνή, θέση με την οποία η Μ.Κ.1 δεν συμφώνησε. Ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική, «φάτσα» όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος δήλωσε. Αυτό όμως δεν υποστηρίζεται από τις ζημιές στα δύο οχήματα. Ο Κατηγορούμενος είχε τη θέση ότι το όχημα του μετακινήθηκε από τον οδηγό του ψυγείου της εταιρείας Χαραλαμπίδη για να καταλήξει στην τελική του θέση όπως το βρήκε η Αστυνομία, η διερεύνηση όμως του ισχυρισμού αυτού από την Μ.Κ.1 δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο. Αναφέρω στο σημείο αυτό, ότι η διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού και το αποτέλεσμα της, το οποίο είναι αρνητικό για τον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην υπό εξέταση περίπτωση, θεωρώ ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως απαιτείται στις Ποινικές υποθέσεις. Έχω ήδη αναφέρει ότι δεν μπορώ με ασφάλεια να στηριχθώ στην μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης για τους λόγους που αναφέρω με λεπτομέρεια πιο πάνω, ενώ έχω απορρίψει και πάλι για τους λόγους που αναφέρω τη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Επομένως λόγω αμφιβολιών η κατάληξη μου είναι η αθώωση του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.