Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας ν. ΄Ηρα ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΗ, Αριθμός Υπόθεσης: 35051/07, 9 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ε. Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 35051/07 Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας -εναντίον- ΄Ηρα ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΗ, Χριστοδούλου Καννάουρου 3, Λατσιά. Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή. Για την Κατηγορούμενη: κος Χατζηιωάννου με κα Χατζηιωάννου. Κατηγορούμενη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά το αδίκημα της ψευδορκίας, κατά παράβαση του ΄Αρθρου 110 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη την 14.12.2004, στη Λευκωσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο, εν γνώσει της προέβηκε σε ψευδή κατάθεση σε δικαστική διαδικασία, που αφορά ουσιώδες ζήτημα το οποίο εγέρθηκε στην εν λόγω διαδικασία, δηλαδή στην υπόθεση διαζυγίου με αριθμό 424/02 κατέθεσε ενόρκως, ότι η Ρίτα Ευθυβούλου, στην παρουσία της έγραψε σε δύο έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στο πιο πάνω Δικαστήριο, αριθμούς λογαριασμών πιστωτικών καρτών και ποσά χρημάτων, ενώ γνώριζε ότι αυτά που ανέφερε ήταν ψέματα. Προς απόδειξη της προαναφερθείσας κατηγορίας κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής πέντε μάρτυρες. Ο Λοχ. 2843 Λεωνίδας Παπασπύρου (ΜΚ1), ο Αστυφ. 2605 Μ. Πογιατζής (ΜΚ2), η Πρωτοκολλητής Κυριακή Αντωνίου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ΜΚ3), ο Κύπρος Κυπριανού ειδικός γραφολόγος (ΜΚ4) και η Ρίτα Ευθυβούλου (ΜΚ5). Κατατέθηκαν επίσης σειρά τεκμηρίων. Ειδικότερα κατατέθηκαν τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.12.2004, 8.2.2005 και 15.2.2005 καθώς επίσης και μέρος των πρακτικών ημερομηνίας 14.12.2004 και μέρος πρακτικών ημερομηνίας 8.2.2005, επιστολή η οποία εστάληκε από τη συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση, Ρίτας Ευθυβούλου προς την Αστυνομία, επιστολή Αστυνομίας προς το Δικαστήριο για λήψη των πρακτικών, απόφαση Δικαστηρίου για τη λύση του γάμου, τα επίδικα έγγραφα στα οποία στηρίζεται η κατηγορία, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 8, 8Α και 9 και επίσης 3 άλλα τεκμήρια τα οποία είχαν κατατεθεί στη διαδικασία διαζυγίου ως τεκμήρια 15, 16 και 17 που αφορούσαν σημειώσεις και τραπεζικά έγγραφα, που αφορούσαν οικονομικές καταστάσεις των διαδίκων στην υπόθεση διαζυγίου. Καθώς επίσης και επιταγή της κατηγορούμενης προς τον αδελφό της ποσού ΛΚ8.000,
- Οι μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 αναφέρθηκαν στην καταγγελία της Ρίτας Ευθυβούλου και στις ενέργειες τους για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ενώ η ΜΚ3 κατέθεσε τα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα δικόγραφα της διαδικασίας. Ο ΜΚ4 ειδικός γραφολόγος αναφέρθηκε στην εξέταση των τεκμηρίων 8, 8Α και 9 και στα αποτελέσματα της γραφολογικής του εξέτασης. Η ΜΚ5 αναφέρθηκε στην αίτηση διαζυγίου που εκκρεμούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τους λόγους διαζυγίου του συζύγου της και ότι η νυν κατηγορούμενη ήταν μάρτυρας εκ μέρους του συζύγου της, η οποία κατέθεσε ως τεκμήρια στην εν λόγω διαδικασία τα επίδικα τεκμήρια 8, 8Α και 9, για τα οποία ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη είπε ψέματα στο Δικαστήριο ότι αυτά συμπληρώθηκαν στην παρουσία της από την ίδια τη μάρτυρα και αυτό για να ενισχύσει τη μαρτυρία του συζύγου της ενώ ήταν ψέμα. Από την προσαχθείσα έγγραφη μαρτυρία και ιδιαίτερα των πρακτικών του Οικογενειακού Δικαστηρίου προκύπτει πως η διαδικασία στην οποία η κατηγορούμενη προέβη στις επίμαχες αναφορές ήταν διαδικασία αίτησης διαζυγίου με αιτητή τον Χρίστο Καραγιάννη πρώην σύζυγο της παραπονούμενης Ρίτας Ευθυβούλου και αδελφός της κατηγορούμενης. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, η κατηγορούμενη κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι σύζυγοι και για δάνεια που έκανε η ίδια προς αυτούς, λόγω των πιο πάνω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη στη μαρτυρία της είχε αναφερθεί σε συναντήσεις που είχε τόσο με τη Ρίτα Ευθυβούλου όσο και με τον αδελφό της Χρίστο Καραγιάννη, στις οποίες είχαν δοθεί λεπτομέρειες των δανείων και διαφόρων πιστωτικών καρτών που οι σύζυγοι είχαν και ότι το ζευγάρι χρειαζόταν λεφτά για να καλύψει κάποια από τα δάνεια και τις κάρτες που είχαν. Η Κατηγορούμενη αναφέρθηκε σε δάνειο που είχε κάνει η ίδια σε αυτούς για κάλυψη αυτών των υποχρεώσεων αλλά και αγοραστικές του ανάγκες. Επίσης αναφέρθηκε επιπρόσθετα σε μεταγενέστερη συνάντηση των διαδίκων και συμφωνία της ίδιας και τρίτου αδελφού τους ότι σε μια προσπάθεια να επιλύσουν τα οικονομικά προβλήματα που είχε το ζευγάρι συμφωνήθηκε να αγοράσουν το σπίτι του ζευγαριού, συμφωνήθηκε όπως αγοράσουν το σπίτι τους πληρώνοντας στον Χρίστο Καραγιάννη και τη Ρίτα Ευθυβούλου επί πλέον ποσό ΛΚ100.
- Αυτά προκύπτουν από τα πρακτικά ημερομηνίας 14.12.2004 και 8.2.
- Η κατηγορούμενη μεταξύ άλλων στη συνεδρία του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, ημερομηνίας 14.12.2004 ανέφερε ότι τα τεκμήρια 8, 8Α και 9 είχαν ετοιμαστεί στην παρουσία της από τη Ρίτα Ευθυβούλου καθώς συζητούσαν για τα προβλήματα που υπήρξαν. Σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας υπήρξε ένσταση ότι δεν ήταν γράμματα της Ρίτας από τη συνήγορο της και τελικά το Δικαστήριο καταχώρησε αυτά ως τεκμήρια 9 και 10 στην εν λόγω διαδικασία. Προβλήθηκε επίσης στην ίδια δικάσιμο ισχυρισμός για πλαστογραφία τους. Στην επόμενη δικάσιμο ημερομηνίας 8.2.2005 ενώ συνεχίζετο η κυρίως εξέταση της κατηγορούμενης αυτή ανέφερε ότι, αφού πήγε σπίτι και ξανασκέφτηκε τα γεγονότα ως προς τα τεκμήρια 8, 8Α και 9 δεν ήτο τόσο σίγουρη ότι γράφτηκαν στην παρουσία της από τη Ρίτα αλλά ήταν βέβαιη ότι αυτά της είχαν δοθεί από τη Ρίτα και αυτή η σύγχυση δυνατό να προκλήθηκε ενόψει του ότι είχε δει πολλά έγγραφα και είχε συζητήσει πολλές φορές με τη Ρίτα γι' αυτά τα θέματα. Η κατηγορούμενη μετέπειτα καταγγέλθηκε από τη Ρίτα στην Αστυνομία και από έρευνα που έγινε από ειδικό εμπειρογνώμονα γραφολόγο προέκυψε ότι τα τεκμήρια 9 και 10 στην εν λόγω διαδικασία δεν περιείχαν γράμματα της Ρίτας. Τα πιο πάνω γεγονότα θεωρήθηκαν αρκετά για την πρόσαψη της υπό εξέταση κατηγορίας. Σημειώνεται ότι η κατηγορούμενη σε απάντηση της στις κατηγορίες προώθησε τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία της 8.2.2005 που είχε αναφέρει ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης υπέβαλε πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση λόγω της μη στοιχειοθέτησης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Την αναφορά αυτή την πλαισίωσε συναρτώντας τη δοθείσα μαρτυρία με τα επί μέρους συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία δια της ευπαιδεύτου εκπροσώπου της υπέβαλε πως στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και θα πρέπει έτσι η κατηγορούμενη να κληθεί σε απολογία. Βάσει του ΄Αρθρου 74
(1)(β)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αλλά κρίσιμο στάδιο της υπόθεσης είτε κατόπιν εισήγησης της υπεράσπισης είτε αυτεπάγγελτα εξετάζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το πράττει εκτιμώντας αντικειμενικά την δύναμη της προσαχθείσας μαρτυρίας στο απόγειο της. Αν αυτή η μαρτυρία αρκεί και επαρκεί τότε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Αν όμως (α) η μαρτυρία αυτή δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή έχει κλονιστεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό η αξιοπιστία των μαρτύρων ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη που κανένα λογικό Δικαστήριο δε θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενο σε αυτή, τότε η υπόθεση διακόπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου Π.Ε. 7077, ημερομηνίας 21.6.2001, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Π. Ε. 7123, ημερομηνίας 20.12.2002, Νικολαίδης ν. Αστυνομίας, Π. Ε. 7217, ημερομηνίας 27.6.2003. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη θεμελιώνεται στο ΄Αρθρο 110
(1)του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει ως εξής: ''΄Οποιος γνωρίζει ότι προβαίνει σε ψευδή κατάθεση σε δικαστική διαδικασία ή για οτιδήποτε ουσιώδες για ζήτημα το οποίο νόμιμα ... (διαβάζει). Με βάση το άρθρο 112 του ίδιου Νόμου ''κανένας δεν καταδικάζεται μόνο με τη μαρτυρία ενός προσώπου για το αδίκημα της ψευδορκίας'' δηλαδή ο ίδιος ο Νομοθέτης εκ του Νόμου ζητά ενισχυτική μαρτυρία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικό μας αδίκημα της ψευδορκίας είναι πιο δύσκολο να αποδειχθεί από το αντίστοιχο της Αγγλίας αφού εκεί το αδίκημα καλύπτει όχι μόνο αυτούς που γνωρίζουν αλλά και αυτούς που δεν πιστεύουν στο αληθές μιας δήλωσης. Με αυτή τη σημαντική πρόσθεση καλύπτονται και αναφορές που μπορεί να είναι αληθής κάτι το οποίο δε γνωρίζει ο κατηγορούμενος. Στην περίπτωση του δικού μας ποινικού κώδικα αναγνωρίζεται θετική γνώση που είναι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, χρειάζεται επίσης ότι η αναφορά να είναι οπωσδήποτε ψευδής, δεύτερο συστατικό στοιχείο, χρειάζεται η αναφορά να έγινε στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας ή για το σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας τρίτο συστατικό στοιχείο και τέλος η αναφορά να αφορά σε οτιδήποτε ουσιώδες στη διαδικασία, τέταρτο συστατικό στοιχείο. Στην προκειμένη περίπτωση έχω την πεποίθηση πως τρία από τα τέσσερα συστατικά στοιχεία δε στοιχειοθετούνται. Συγκεκριμένα δε στοιχειοθετείται η αναγκαιότητα όπως η δήλωση να είναι ουσιώδης στη διαδικασία. Είναι αλήθεια ότι η Αγγλική Νομολογία έχει αντιμετωπίσει κατά τρόπο ελαστικό το πιο πάνω συστατικό στοιχείο έτσι ώστε να εμπίπτουν στον όρο μια ευρύτητα ζητημάτων που δεν είναι κατ' ανάγκη καίριας σημασίας για την κατάληξη της υπόθεσης. ΄Ομως υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια δήλωση έχει κριθεί ως μη ικανή για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδορκίας, βλέπε Υπόθεση Escot 7155 Criminal Appeal 316 στην οποία είχε αποφασιστεί ότι «άρνηση του κατηγορουμένου σε διαδικασία σε σχέση .. (διαβάζει). Στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση της κατηγορουμένης που αφορούσε τα εν λόγω τεκμήρια δεν είχε καμία απολύτως σημασία δηλαδή αν γράφτηκαν από τη Ρίτα Ευθυβούλου στην παρουσία της κατηγορουμένης ή όχι αλλά αν αυτά που περιείχαν δεν έδειχναν την αληθή κατάσταση λογαριασμών του ζευγαριού, πράγμα που δεν αποδείχθηκε με μαρτυρία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως η απάντηση της κατηγορούμενης, ως προς τα πιο πάνω, δεν ήταν ουσιώδης στη δικαστική διαδικασία με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται το εν λόγω συστατικό στοιχείο. ΄Ομως δεν αποδεικνύεται ούτε το συστατικό στοιχείο της γνώσης. Είναι ξεκάθαρο ότι παρά τα όσα αναφέρθηκαν από την κατηγορουμένη στις 14.12.2004 για τα τεκμήρια 8, 8Α και 9 δεν μπορεί να παραγνωριστούν τα όσα ανέφερε στις 8.2.2005 και ενώ εσυνεχίζετο η κυρίως εξέτασης της που δημιουργούν αμφιβολία ότι η αναφορά της στις 14.12 έγινε ενώ είχε γνώση του ψέματος. Αυτό το ενδεχόμενο όχι απλώς δεν απαντήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά ούτε έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής που να αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο. Ακόμα δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της ψευδούς δήλωσης και αυτό γιατί ως αναφέρθηκε η δήλωση αυτή δε μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα αλλά η μαρτυρία της θα πρέπει να εξετασθεί στο σύνολο της. Ως εκ τούτου ενόψει του ότι η κατηγορούμενη στις 8.2.2005 δεν προώθησε στη δήλωση της ότι η Ρίτα υπέγραψε στην παρουσία της τα έγγραφα 8, 8Α και 9 αλλά ότι τα εν λόγω έγγραφα μπορεί να της δόθηκαν από τη Ρίτα, ισχυρισμός ο οποίος δεν καταρρίφθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο αποδείχθηκε, ούτε παρουσιάστηκε ενισχυτική μαρτυρία η οποία είναι αναγκαία σύμφωνα με το ΄Αρθρο 112 του Ποινικού Κώδικα 154. Από τα πιο πάνω και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος της υπόθεσης καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. €300- έξοδα να πληρωθούν από την Κατηγορούσα Αρχή. (Υπ.)......................................... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο