← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Επιφάνειος ΠΕΓΙΑΖΗ, Αρ. Υπόθεσης: 27172/07, 17 Φεβρουαρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Επιφάνειος ΠΕΓΙΑΖΗ, Αρ. Υπόθεσης: 27172/07, 17 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 27172/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Επιφάνειος ΠΕΓΙΑΖΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κος Αρ. Βρυωνίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7.12.2006 επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στην οδό Ηρακλέους στο Στρόβολο. Τα εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το όχημα KJX025 και ο πεζός Ανδρέας Νικολάου. Συνεπεία του δυστυχήματος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού, ο οποίος διασταύρωνε από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου. Σε σχέση με το υπό αναφορά δυστύχημα ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση των άρθρων 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 181/00 και τα άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/

  1. Ειδικά, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 7.12.2006 στην οδό Ηρακλέους στο Στρόβολο, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο KJX025 επί οδού, λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Ανδρέα Νικολάου τέως από το Στρόβολο. Στον Κατηγορούμενο επίσης αποδίδονται οι κατηγορίες της οδήγησης με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη παρουσίασης του οχήματος για επιθεώρηση και ότι οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τις κατηγορίες ότι οδηγούσε με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας αλλά δεν παραδέχτηκε την κατηγορία που αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Σε σχέση με την κατηγορία αυτή διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των ισχυρισμών της, κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου αρκετά Τεκμήρια με αποτέλεσμα η δικαστική διαδικασία να συντμηθεί αρκετά. Αναφέρω επίσης, ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση της όλης μαρτυρίας που τέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η αντεξέταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου ήταν μάλλον διευκρινιστικής φύσεως. Η όλη έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Θα επικεντρωθώ στα ουσιώδη και καίρια σημεία της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.1, κλήθηκε ο Αστυφύλακας 2407 Μ. Στυλιανού, ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λευκωσίας και είναι απεσπασμένος στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής και εκπαιδευτής των μηχανών ελέγχου αλκοόλης, εξουσιοδοτημένος φωτογράφος, σχεδιαστής επί κλίμακας και εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων. Επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος στις 7.12.2006 και περί ώρα 1900 με τον Αστυφύλακα 4028 Α. Ταβέλη. Πήρε σειρά φωτογραφιών με το αυτοκίνητο KJX025 στην τελική του θέση και εμφάνισε το φιλμ στο φωτογραφείο του Αρχηγείου Αστυνομίας, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  2. Ακολούθως στις 9.12.2006 και μεταξύ των ωρών 1200 - 1400 στην ΑΔΕ Λευκωσίας Λευκωσίας εξέτασε μηχανικά το αυτοκίνητο KJX025 και κατέγραψε τις ζημιές του. Σύμφωνα με τα ευρήματα του, η πρώτη επαφή εντοπίστηκε στη δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα 39 εκ. - 50 εκ. από το έδαφος, 26 εκ. από τη δεξιά γωνία, 23 εκ. - 28 εκ. πλάτος, υπάρχει σημείο πρόσφατης επαφής και αφαιρέθηκε η σκόνη. Το έμβλημα της BMW από το μπροστινό καπό ήταν εκτός θέσης και από τα χώματα που υπήρχαν σ΄ αυτό φαίνεται ότι δεν αφαιρέθηκε πρόσφατα. Στο μπροστινό καπό υπήρχουν δύο βουλλώματα, στην δεξιά γωνία 14 εκ. από την μπροστινή άκρια, 29 εκ. από την μπροστινή άκρια, υπήρχαν ίχνη τριψίματος σε όλο το μπροστινό καπό (δεξιά πλευρά) μήκους 108 εκατοστών από τον μπροστινό ανεμοθώρακα προς τα κάτω, ο μπροστινός ανεμοθώρακας είχε διαπερές σπάσιμο 32 εκ. από τα δεξιά προς τα αριστερά και 50 εκ. από κάτω προς τα πάνω, μήκους 32 εκ. και πλάτος 12 εκ. Στο άνοιγμα δεξιά και αριστερά υπήρχαν αίματα, ίχνη δέρματος και άσπρες τρίχες. Το δεξιό καθρεφτάκι (οδηγού) στην πάνω επιφάνεια του είχε τρίψιμο με ίχνη αίματος, ο δεξιός μπροστινός υαλοκαθαριστήρας ήταν σπασμένος, στη δεξιά πλευρά (τροχός, φτερά, πόρτες) υπήρχαν διασκορπισμένες σταγόνες αίματος. Το σύστημα φρένων και διεύθυνσης λειτουργούσαν κανονικά, και τα φώτα άναβαν και λειτουργούσαν κανονικά. Στις 9.12.2006 και ώρα 1850 στην ΑΔΕ Λευκωσίας στην παρουσία του Αν. Λοχ. 4725 έγινε έλεγχος της ακτίνας των φώτων. Η ακτίνα των φώτων είναι 13,60 μέτρα (δεξιά και κέντρο) ενώ στα αριστερά η ακτίνα επεκτείνεται στα 20.00 μέτρα. Στο σημείο αυτό φαίνεται στην άσφαλτο το κίτρινο χρώμα των φώτων. Μέχρι και το τέρμα φαίνεται η φιγούρα ενός ανθρώπου, κανονικού αναστήματος (1,75) με ρούχα σκούρου χρώματος ενώ περπατά, πολύ καθαρά. Από το σημείο αυτό και μετά, μέχρι τα 35,00 μέτρα από το αυτοκίνητο, με την αντανάκλαση των φώτων μπορεί κάποιος να δει αντικείμενα που κινούνται ή ανθρώπινη φιγούρα που κινείται στο δρόμο, νοουμένου ότι τα ρούχα του δεν είναι σκούρου χρώματος. Υπήρχαν εγκατεστημένες ζώνες ασφαλείας και όλα τα λάστιχα είχαν ικανοποιητική ποσότητα αέρος. Από τα ευρήματα του ο Μ.Κ.1 κατέληξε στο ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν σε καλή κατάσταση και δεν παρουσίαζε καμία μηχανική βλάβη πριν από το δυστύχημα. Κατά την Αντεξέταση του συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αν ο πεζός φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος και βρισκόταν σε ακτίνα πέραν των 13,60 μ. που ήταν η ακτίνα φωτών του αυτοκινήτου, ήταν δύσκολο να εντοπιστεί. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.2, έδωσε μαρτυρία ο εξεταστής της υπόθεσης Αστυφύλακας 4028 Α. Ταβέλης. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Αργότερα ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ενημερώθηκε ότι ο πεζός ήταν σοβαρά τραυματισμένος και θα παρέμενε για περαιτέρω νοσηλεία. Την ίδια μέρα και ώρα 22:00 έλαβε πληροφορίας από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ότι το θύμα υπέκυψε στα τραύματα του και παρέλαβε πιστοποιητικό θανάτου από το Δρ. Πέτρου Νεάρχου, Τεκμήριο 11 εκ συμφώνου. Η ώρα 2230 ενημέρωσε τον Αν. Λοχία 4725, του παρέδωσε τον φάκελο για να συνεχίσει τις εξετάσεις και μετέβηκαν μαζί στη σκηνή του δυστυχήματος όπου και του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο. Ο Μ.Κ.2 από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε συμμετρικό επί κλίμακας 1:250 Τεκμήριο
  3. Παρατήρησε ότι την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο δρόμος φωτίζεται από ξύλινους πάσαλους οδικού φωτισμού της ΑΗΚ. Ο πάσσαλος αρ. 6 δεν άναβε. Ο πάσαλος αρ. 5 ήταν αναμμένος και παρείχε ικανοποιητικό φωτισμό. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η δύση του ήλιου γίνεται η ώρα
  4. Κατά την Αντεξέταση του, του υπεβλήθη ότι ο φωτισμός εκεί που έγινε το δυστύχημα δεν ήταν επαρκής, θέση με την οποία δεν μπόρεσε ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή και δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο με βάση και τις ζημιές που εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο ο οδηγός είχε κτυπήσει τον πεζό πριν να προλάβει να πατήσει τα φρένα του. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.3, Αν. Λοχίας 4725 Α. Γεωργίου ανέφερε τα προσόντα του. Μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος με τον Μ.Κ.2 ο οποίος του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο και τις συνθήκες του δυστυχήματος και του παρέδωσε τον φάκελο για να προβεί ο Μ.Κ.3 σε περαιτέρω εξετάσεις. Ο Μ.Κ.3 φρόντισε επίσης για τη μεταφορά του αυτοκινήτου KJX025 από την οικία του Κατηγορουμένου στην ΑΔΕ Λευκωσίας. Στις 7.12.2006 και μεταξύ των ωρών 2340 - 0113 της 8.12.2006 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  5. Στις 8.12.2006 και ώρα 1030 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στην παρουσία του Άγγελου Ιωάννου, εγγονού του θύματος, ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους, διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος και απεφάνθει ότι ο θάνατος του επήλθε συνεπεία εσωτερικής αιμορραγίας ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Η Ιατροδικαστική Έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 εκ συμφώνου. Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας πήρε σειρά φωτογραφιών. Στις 9.12.2006 και μεταξύ των ωρών 1200 - 1400 στο χώρο στάθμευσης της ΑΔΕ Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 έκανε μηχανικό έλεγχο στο αυτοκίνητο KJX025 και κατέγραψε με λεπτομέρεια τις ζημιές του. Ο Μ.Κ.2 το βράδυ της 9.12.2006 και ώρα 0650 οδήγησε το αυτοκίνητο KJX025 σε ανοικτό χώρο του χώρου στάθμευσης της ΑΔΕ Λευκωσίας χωρίς καθόλου φωτισμό και κατέγραψε την ακτίνα των φώτων του. Παρατήρησε ότι, η ακτίνα των φώτων είναι 13,60 μέτρα (δεξιά και κέντρο) ενώ στα αριστερά η ακτίνα επεκτείνεται στα 20 μέτρα. Στο σημείο αυτό φαίνεται ένας άνθρωπος με σκούρου χρώματος ρούχα πολύ καθαρά καθώς περπατά. Από το σημείο αυτό και μετά για απόσταση 35 μέτρων με την αντανάκλαση των φώτων μπορεί κάποιος να δει αντικείμενα που κινούνται ή ανθρώπινη φιγούρα που περπατά, νοουμένου ότι τα ρούχα του δεν είναι σκούρου χρώματος. Στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει ξύλινος πάσσαλος οδικού φωτισμού που παρέχει ικανοποιητικό φωτισμό με ακτίνα 15 μέτρων και αντανάκλαση μέχρι 25 μέτρα. Στη σκηνή του δυστυχήματος αν κάποιος κινείται ως η πορεία του Κατηγορουμένου και εξ αντιθέτου της πορείας που έρχονται οχήματα, η ορατότητα μειώνεται κατά πολύ όσον αφορά την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η λωρίδα της οδού Ηρακλέους με κατεύθυνση από Τσερίου προς Αθηνών, ως η πορεία του οδηγού του αυτοκινήτου KJX025 δεν επηρεάζεται από το φωτισμό των εξ αντιθέτου των ερχόμενων οχημάτων. Βρήκε δίπλα στη σκηνή του δυστυχήματος, στο χωμάτινο παγκέτο, ένα μικρό φαναράκι κίτρινου χρώματος το οποίο καταστράφηκε από τα διερχόμενα οχήματα. Το πήρε και το έδειξε στο γιο του θύματος Μιχάλη Κωνσταντινίδη, ο οποίος το αναγνώρισε ότι ανήκε στον πατέρα του. Το φαναράκι ήταν πατημένο από αυτοκίνητα και εντελώς καταστραμμένο στο μπροστινό του μέρος χωρίς λάμπα. Δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο ήταν αναμμένο όταν έπεσε στην άσφαλτο ή όχι και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αναφέρει αν το θύμα το κρατούσε κατά την ώρα του δυστυχήματος. Κατά τον έλεγχο των εγγράφων του αυτοκινήτου KJX025 διαπίστωσε ότι δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας από 20.10.2006 που ήταν η τελευταία προθεσμία επιθεώρησης του και κατά συνέπεια από αυτή την ημερομηνία δεν βρισκόταν σε ισχύ η άδεια κυκλοφορίας του. Οι φωτογραφίες που έβγαλε κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  6. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι τόσο η δική του έρευνα όσο και του Μ.Κ.1 σε σχέση με την ακτίνα των φώτων του οχήματος του Κατηγορουμένου ήταν η ίδια, η πορεία του πεζού ήταν από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του οχήματος, ο πεζός φορούσε μαύρα ρούχα και ότι δεν μπορούσε να γίνει έλεγχος κατά πόσο το φαναράκι ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση και λειτουργούσε πριν το δυστύχημα. Ο τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.4, ήταν ο Μιχάλης Κωνσταντινίδης, γιος του θύματος. Ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν πολύ ικανός, μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί και έμεινε μόνος του σε πισινή οικία στο σπίτι της αδερφής του. Ο πατέρας του, δεν έπασχε από καμία ασθένεια, πήγαινε τακτικά στην εκκλησία και δεν ήθελε καμία βοήθεια να περπατήσει, γι΄ αυτό τον λόγο τον έπαιρνε μαζί του όπου πήγαινε για να τον βοηθά και για συντροφιά. Ο ίδιος και η αδερφή του αγόρασαν στον πατέρα του διάφορα φαναράκια και τον συμβούλευαν να τα κρατά όταν κυκλοφορούσε το βράδυ. Τόσο ο ίδιος όσο και η αδερφή του έλεγχαν τακτικά τη λειτουργία τους, άλλαζαν μπαταρίες όποτε χρειαζόταν και αναγνώρισε το φανάρι που βρέθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος ότι ήταν του πατέρα του. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ουσιαστικά όλη η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη. Η αντεξέταση ήταν μάλλον διευκρινιστικής φύσεως. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κατέθεσαν με αντικειμενικό και σαφή τρόπο, επεξήγησαν με λεπτομέρεια τον τρόπο που κατέληξαν στα ευρήματα τους, δεν κατέφυγαν σε υπεκφυγές και η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε καθόλου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους εξ ολοκλήρου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μείνει σιωπηλός. Με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα ενοχής από την επιλογή του αυτή, εκτός εάν με βάση τη μαρτυρία που έχει δοθεί λογικά θα αναμένετο να αναφέρει κάτι. Αναφέρω ότι αυτή δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Εφόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί έχω αποδεχτεί ολόκληρη τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που όπως έχει νομολογηθεί, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία στην υπό εξέταση υπόθεση. Το σχέδιο ως έχει νομολογηθεί αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,

(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996 Κυριάκου ν. Δημητρίου Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.
  1. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι το θύμα στην παρούσα υπόθεση είναι ο Αντρέας Νικολάου, τέως από το Στρόβολο, ηλικίας τότε 85 ετών. Στις 7.12.2006 και περί ώρα 1859 επεσυνέβηκε δυστύχημα στην οδό Ηρακλέους στο Στρόβολο, με εμπλεκόμενα μέρη τον Κατηγορούμενο ο οποίος οδηγούσε το όχημα KJX025 και τον αποβιώσαντα. Η πορεία του Κατηγορουμένου ήταν προς Λεωφόρο Αθηνών ενώ ο πεζός διασταύρωνε το δρόμο από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου. Η ταχύτητα του Κατηγορουμένου δεν ήταν μεγάλη, το όχημα βρισκόταν σε καλή κατάσταση και δεν παρουσίαζε καμία μηχανική βλάβη πριν από το δυστύχημα. Επειδή ήταν βράδυ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του, έχοντας τα μεγάλα φώτα του αναμμένα στη χαμηλή στάση. Η ακτίνα των φωτών του αυτοκινήτου είναι 13,60 μ. δεξιά και κέντρο, ενώ στα αριστερά η ακτίνα επεκτείνεται στα 20 μ. Μέχρι του σημείου αυτού φαίνεται πολύ καθαρά η φιγούρα ενός ανθρώπου κανονικού αναστήματος, με ρούχα σκούρου χρώματος ενώ περπατά. Από το σημείο αυτό και μετά και μέχρι τα 35 μ. με την αντανάκλαση των φώτων μπορεί να γίνει αντιληπτός ένας πεζός που κινείται στο δρόμο νοουμένου ότι τα ρούχα του δεν είναι σκούρου χρώματος. Υπήρχε οδικός φωτισμός στο δρόμο από ξύλινους πασσάλους της ΑΗΚ. Ένας πάσσαλος δεν άναβε ενώ ο πάσσαλος αρ. 5 ήταν αναμμένος και παρείχε ικανοποιητικό φωτισμό με ακτίνα 15 μ. και αντανάκλαση μέχρι 25 μ. Ο πεζός φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος, δεν γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο διασταύρωνε το δρόμο, δηλαδή κατά πόσο πέρασε με γοργό βήμα ή όχι, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο το θύμα κρατούσε το φαναράκι που βρέθηκε στη σκηνή την ώρα του δυστυχήματος το οποίο όμως εν πάση περιπτώσει λόγω της κατάστασης που ήταν όταν εντοπίστηκε δεν μπορεί να λεχθεί κατά πόσο ήταν σε καλή και λειτουργίσιμη κατάσταση. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου ως η πορεία του, μειώνεται κατά πολύ όσον αφορά την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αν εξ αντιθέτου της πορείας του έρχονται οχήματα. Ο πεζός πρόλαβε και διέσχισε πέραν του μισού δρόμου και το σημείο σύγκρουσης είναι καθαρά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Από το δυστύχημα το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά, όταν βρισκόταν στη σκηνή είχε τις αισθήσεις του και μιλούσε, δεν είχε φανερές εξωτερικές κακώσεις, αλλά μετά που μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εξέπνευσε περί ώρα
  2. Από τη νενομισμένη νεκροψία που διενεργήθηκε στη σωρό του από τον ιατροδικαστή Δρ. Σοφοκλή Σοφοκλέους, η αιτία θανάτου ήταν η εσωτερική αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης πράξης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. V. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης του εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. Όπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από «μαθητευόμενο» οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική ταχύτητα. Δεν υπάρχει τίποτε που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ορίου. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει την ταχύτητα του Κατηγορουμένου με την πρόκληση του δυστυχήματος, αντίθετα εκείνο που έχει αποδειχθεί με την αποδοχή της σχετικής υποβολής που έγινε από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου στον Μ.Κ.3 ήταν ότι το δυστύχημα ουσιαστικά δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί σύμφωνα με τις διεθνής πρακτικές που καθορίζουν τον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού που κινείται με ταχύτητα όπως του Κατηγορουμένου σε σχέση με την απόσταση που αντιλαμβάνεται πεζό στον δρόμο και τον τρόπο με τον οποίο διασταύρωνε ο πεζός. Υπενθυμίζω εδώ ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο βάδισης του πεζού και η μόνη μαρτυρία για το πότε έγινε αντιληπτός ο πεζός από τον Κατηγορούμενο είναι η δική του θέση στην κατάθεση του. Υπάρχει βέβαια η πραγματική μαρτυρία σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης που τοποθετείται εντός της λωρίδας του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ο πεζός φορούσε σκούρα ρούχα, η ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου είναι παραδεκτή, η πορεία του πεζού είναι επίσης παραδεκτή, η θέση του Μ.Κ.3 ήταν ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου επηρεάζεται κατά πολύ εάν υπήρχαν οχήματα με αναμμένα φώτα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του και η θέση του Κατηγορουμένου στην κατάθεση του ήταν ότι υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επίσης είναι άγνωστο κατά πόσο ο πεζός κρατούσε ή όχι και σε ποία κατάσταση ήταν, σε περίπτωση που κρατούσε, το μικρό φαναράκι. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Νικολαϊδης ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικά ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του οδηγού. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6614, ημερ. 19.3.1999, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είμαι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». Των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ποία ήταν η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου, και, κατ΄ επέκταση απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι έχω προβληματιστεί και έχω εξετάσει το κατά πόσο με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία όπως έχει τεθεί ενώπιον μου και όπως έχει αξιολογηθεί, ο Κατηγορούμενος μπορεί να βρεθεί ένοχος στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Μόνο σε περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την παρουσία του πεζού στον δρόμο ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειψε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτήν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.E. 5797, ημερ. 20.12.1994). Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση και δη ενόψει των κενών που υπάρχουν σε σχέση με καίρια ερωτήματα αφενός, την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου όπως προβάλλει από τη μαρτυρία, την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, τις μετρήσεις της ακτίνας φώτων του οχήματος του Κατηγορουμένου όπως έχουν αναφερθεί από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου, που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς και/ή ότι παρέλειψε να αντιδράσει εμπρόθεσμα με την εκδήλωση του κινδύνου στο δρόμο. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι ούτε και στην κατηγορία της αμέλειας θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να βρεθεί ένοχος. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Γραμματέας ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.