Δημοκρατία ν. Μαρίας Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14751/08, 18 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14751/08 Δημοκρατία ν.
- Μαρίας Ιωάννου
- Νίκης Τσιάκκα
- Παντελή Ιωάννου Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Φεβρουαρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Α. Κάρνου Για την Κατηγορούμενη 2: Ο κ. Λ. Κυριακίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Χ. Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακρόασης, στις ακόλουθες κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικά:
(1)Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', δηλαδή 48,0943 γρ. ηρωίνης και της κατοχής της πιο πάνω ποσότητας ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 6η κατηγορία).
(2)Κατοχή του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου (2η κατηγορία).
(3)Κατοχή του πιο πάνω ελεχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (5η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/77)όπως έχει τροποποιηθεί. Επιπρόσθετα, η Κατηγορούμενη 2 κρίθηκε ένοχη στην κατηγορία προμήθειας της εν λόγω ποσότητας ηρωίνης σε τρίτο πρόσωπο (4η κατηγορία). Τα σχετικά με τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων γεγονότα έχουν ήδη αναλυθεί στην καταδικαστική μας απόφαση στην οποία και παραπέμπουμε. Στην παρούσα θα τα παραθέσουμε συνοπτικά. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι συζευγμένοι και έχουν ένα ανήλικο παιδί, ηλικίας 9 ετών, το οποίο τα τελευταία χρόνια διαμένει στην κρατική παιδική στέγη εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ζεύγος στις σχέσεις του αλλά και της εξάρτησης του από τις τοξικές ουσίες. Το ζεύγος προσπάθησε αρκετές φορές για επανασύνδεση ωστόσο απέτυχαν. Επειδή είναι και οι δύο χρήστες ναρκωτικών και δη ηρωίνης και κοκαΐνης διαμένουν χωριστά, ο καθένας με τη μητέρα του, σε μια προσπάθεια να απεξαρτηθούν από τα ναρκωτικά. Στις 12.9.08 το απόγευμα πήγαν στα κατεχόμενα με σκοπό να αγοράσουν ναρκωτικά από κάποιο Τούρκο. Αγόρασαν 48,0943 γραμμάρια ηρωίνης. Επειδή και οι δύο ήσαν γνωστοί στην ΥΚΑΝ είχαν διευθετήσει με την πρώην Κατηγορούμενη 1, μητέρα του Κατηγορούμενου 3, όπως τους συναντήσει στις κατεχόμενες περιοχές για να τους μεταφέρει τα ναρκωτικά. Όντως έτσι και έγινε. Αφού την συνάντησαν μαζί με την εγγονή της (ΜΚ3) σε ένα περίπτερο στην κατεχόμενη Λευκωσία, η Κατηγορούμενη 2 είπε στην πρώην Κατηγορούμενη 1 να την ακολουθήσει στην τουαλέτα, όπου της έδωσε τα ναρκωτικά. Όταν επέστρεψαν από την τουαλέτα η Κατηγορούμενη 2 είπε στη ΜΚ3 χαμηλόφωνα: «΄Ο,τι και να γίνει μεν με δώκεις εμένα». Κατά την επιστροφή τους από τα κατεχόμενα η πρώην Κατηγορούμενη 1 και η ΜΚ3 φαίνονταν ανήσυχες και εισήλθαν σε ταξί στην Πλατεία Ελευθερίας. Όταν η αστυνομία σταμάτησε το ταξί η πρώην Κατηγορούμενη 1 άνοιξε την πόρτα, έβγαλε το σακούλι με τα ναρκωτικά από το στήθος της και το πέταξε στο δρόμο και ανέφερε στην αστυνομία ότι της το έδωσαν οι Κατηγορούμενοι 2 και
- Μετά τη σύλληψη της πρώην Κατηγορούμενης 1, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρύβονταν γιατί φοβούνταν την αστυνομία αλλά τελικά συνελήφθησαν. Σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο Κατηγορούμενος 3, η οποία, κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης κρίθηκε ότι ήταν θεληματική, ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι στις 12.9.08 αγόρασε από Τούρκο στα κατεχόμενα επί πιστώσει ηρωίνη και πως θα τον πλήρωνε άμα την πουλούσε. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή η Κατηγορούμενη 2 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Πρόκειται για την ποινική υπόθεση αρ. 14316/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία στις 14.10.09 της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής που διαπράχθηκε στις 15.2.
- Ο κ. Λ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι η αναφερθείσα από την κ. Κάρνου ως προηγούμενη καταδίκη της πελάτιδας του δεν αποτελεί προηγούμενο. Ο Κατηγορούμενος 3 βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Πρόκειται για την ποινική υπόθεση αριθμός 11021/96, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία στις 18.4.97 του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 26 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής και 13 μηνών για το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου. Λήφθηκαν υπόψη 6 παρόμοιες υποθέσεις (διάρρηξης και κλοπής). Η άλλη προηγούμενη καταδίκη είναι στην ποινική υπόθεση αριθμός 10578/04, Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην οποία του επεβλήθη, στις 17.12.04, ποινή φυλάκισης 5 ½ ετών για αδικήματα κλοπής επιταγής, πλαστογραφίας κ.τ.λ. Λήφθηκαν υπόψη 5 παρόμοιες υποθέσεις. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορούμενων 2 και 3 επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους στους πιο κάτω παράγοντες. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 2:
- Στο ότι η Κατηγορούμενη 2 διέπραξε τα αδικήματα κατόπιν άσκησης επιρροής πάνω της από το σύζυγο της Κατηγορούμενο
- Ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι ο ρόλος της Κατηγορούμενης 2 και ο βαθμός συμμετοχής της στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν περιορισμένος και περιθωριακός.
- Στις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις όπως εκτίθενται στην Έκθεση Κοινωνικοοικονομικής Έρευνας (Τεκμήριο Β) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Β η Κατηγορούμενη 2 γεννήθηκε στις 24.11.78 και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Φοίτησε μέχρι τη Γ' τάξη Γυμνασίου και διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Από την εφηβική της ηλικία ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά (ληστείες). Απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες αλλά λόγω της εξάρτησης της από τοξικές ουσίες πάντοτε εγκατέλειπε την εργασία της. Στην ηλικία των 16 ετών γνώρισε και σύναψε δεσμό με τον Κατηγορούμενο 3 με τον οποίο τέλεσε πολιτικό γάμο. Απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 9 ετών, το οποίο τα τελευταία χρόνια διαμένει στην κρατική παιδική στέγη εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ζεύγος στις σχέσεις τους και της εξάρτησης τους από τοξικές ουσίες. Το ζεύγος προσπάθησε αρκετές φορές για επανασύνδεση ωστόσο απέτυχαν. Έκανε έξι φορές προσπάθεια και εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης όπως στη Μονάδα Απεξάρτησης «ΑΝΩΣΗ». Συνεχίζει να λαμβάνει τη φαρμακοθεραπεία κατά την κράτηση της στο Τμήμα Φυλακών και να παρακολουθείται από το ιατρικό προσωπικό. Σημειώνεται ότι συμμετέχει σε διάφορες θεραπευτικές ομάδες. Ενεκα της ανικατότητας της για εργασία στηριζόταν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Μετά την απόλυση της επιθυμεί να συνεχίσει πρόγραμμα απεξάρτησης στο θεραπευτικό πρόγραμμα ΠΥΞΙΔΑ και ακολούθως να εργοδοτηθεί ώστε να αναλάβει και πάλι τη φροντίδα του παιδιού της.
- Στο περιεχόμενο της Έκθεσης του Αναπληρωτή Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (Τεκμήριο Α), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Στις 21.10.09 η Επιτροπή Κατάταξης κατέταξε την Κατηγορούμενη 2 για εργασία στο Βιβλιοδετείο του Τμήματος Φυλακών και ακολούθως ως καθαρίστρια στις 4.11.
- Από την ημέρα καταδίκης και κατάταξης, η κρατούμενη σημείωσε βελτίωση στη συμπεριφορά της, στη συνεργασία με τη Διεύθυνση του Τμήματος Φυλακών και είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις της. Μετά την ανάθεση εργασίας σε αυτήν άρχισε σιγά σιγά να είναι σταθερή και πειθαρχημένη και δε δημιουργεί προβλήματα. Είναι πολύ συνεργάσιμη με το προσωπικό και τις συγκρατούμενες της και έχει αρκετό καιρό να απασχολήσει τη Διεύθυνση του Τμήματος Φυλακών για οποιαδήποτε παράβαση. Πολλές φορές όταν καλείται για συνομιλία και διάλογο τόσο από το προσωπικό όσο και από τους υπεύθυνους της πτέρυγας δείχνει πολύ σημαντικά στοιχεία βελτίωσης, είναι πολύ υπάκουη και φαίνεται να δείχνει μεταμέλεια για τις πράξεις της (Τεκμήριο Α). Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο Α η Κατηγορούμενη 2 κατά τη διάρκεια της κράτησης της ως υπόδικη υπέπεσε σε τρεις πειθαρχικές παραβάσεις για τις οποίες τιμωρήθηκε.
- Στο ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι χρόνια χρήστης ναρκωτικών και κάνει προσπάθειες απεξάρτησης.
- Στο ότι η ποσότητα ναρκωτικών ήταν σχετικά μικρή. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3:
- Στο γεγονός ότι οι προηγούμενες καταδίκες του πελάτη του δεν αφορούσαν σε αδικήματα ναρκωτικών και ότι η τελευταία καταδίκη ήταν πριν 6 χρόνια.
- Στο ότι ο πελάτης του ήταν χρόνιος χρήστης ναρκωτικών αλλά μετά από θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε από το Δρα Καριόλου απεξαρτοποιήθηκε από τα ναρκωτικά.
- Στο περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας (Τεκμήριο Γ) το οποίο και υιοθέτησε. Το εν λόγω τεκμήριο περιέχει στοιχεία παρόμοια με αυτά του Τεκμηρίου Β. Ο Κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 43 χρόνων.
- Στο περιεχόμενο της Έκθεσης του Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Φυλακών το οποίο και υιοθέτησε. Σύμφωνα με αυτό ο Κατηγορούμενος 3 από τις 19.9.08 ημερομηνία εισδοχής του στις Κεντρικές Φυλακές, παρά το γεγονός ότι είναι υπόδικος και δεν υποχρεούται να εργάζεται, εργάζεται και συνέβαλε στις ανακαινίσεις που διεξάγονται στις Πτέρυγες 5 και 8 με την ιδιότητα του βαφέα. Να σημειωθεί όμως ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο Α, παρόλη την εργατικότητα του ο Κατηγορούμενος 3 έχει υποπέσει σε σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία έχει τιμωρηθεί. Τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι πολύ σοβαρά και τιμωρούνται, κατ' ανώτατο όριο, ως ακολούθως. Η συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος με φυλάκιση 7 ετών, η κατοχή ναρκωτικών Τάξεως Α' με φυλάκιση 12 ετών και η κατοχή των ναρκωτικών αυτών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα με φυλάκιση μέχρι και δια βίου. Το ίδιο και η κατηγορία της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν μένουν μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Για τα θέματα αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Πριν εξετάσουμε τους παράγοντες που έχει επικαλεστεί η Υπεράσπιση για μετριασμό της ποινής θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις. Εγκλήματα τα οποία σχετίζονται με τα ναρκωτικά θεωρούνται σήμερα από τα πλέον σοβαρά που ταλανίζουν την κοινωνία διεθνώς. Στην υπόθεση Ζωμενής v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 400, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 405: «Ένας άλλος παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη είναι η φύση των αδικημάτων και το γεγονός ότι η διάπραξη τους βρίσκεται σε έξαρση. Για το ζήτημα αυτό λαμβάνουμε δικαστική γνώση με βάση το μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων. Τονίζουμε ότι η συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τονίζουμε περαιτέρω ότι αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών στρέφονται κατά του κοινωνικού συνόλου. Αποτελούν απειλή κατά της κοινωνίας μας και τη νεολαίας μας. Τα δε δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης παρόμοιων αδικημάτων. Η ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται αυτά τα αδικήματα πρέπει να ευαισθητοποιήσει όλους τους αρμόδιους φορείς στον υπέρτατο βαθμό. Σε ό,τι αφορά τα δικαστήρια θα πρέπει να διαδραματίσουν το δικό τους ρόλο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία. Αυτό εν όψει των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία των ναρκωτικών οι οποίες είναι πλέον ορατές.» Τα ίδια περίπου λέχθηκαν στην Gholi v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30 και στη Γεωργίου άλλως «Κακής» v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 162. Παρατηρείται στην Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437, 444 ότι: «Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο.» Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, 381, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η ηρωίνη αποτελεί ένα από τα πιο σκληρά ναρκωτικά και οι δυσμενείς προεκτάσεις που μπορεί να επιφέρει η χρήση της οδήγησαν στην κατάταξη της στην κατηγορία «Α» και τόσο η κατοχή της όσο και η κατοχή της με σκοπό την προμήθεια της τιμωρείται με αυστηρότατες ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει κατ' επανάληψη την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια μείωσης της διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Σε αρκετές δε αποφάσεις έχει τονισθεί ότι οι επιβαλλόμενες ποινές θα πρέπει να καταστούν αυστηρότερες για να επενεργούν αποτρεπτικά στο είδος αυτό των αδικημάτων τα οποία κλονίζουν τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα η επιβολή αυστηρών ποινών επιβάλλεται σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας και/ή διάθεσης τους σε τρίτα πρόσωπα (Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 Α.Α.Δ., Hassan v. Δημοκρατίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 210, Moussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Στη Ρεσλάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, 133 ειπώθηκαν τα εξής: «Θα ήταν αχρείαστη επανάληψη αν λέγαμε πάλιν αυτά που τα Δικαστήρια μας επισημαίνουν σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Θεωρούμε τα αδικήματα της κατοχής, και ιδιαίτερα της κατοχής και προμήθειας ναρκωτικών, από τα πιο σοβαρά που προβλέπει ο Νόμος και τούτο γιατί τέτοιου είδους αδικήματα δεν αφορούν μόνο το θύτη και το θύμα, στα πλαίσια της διάπραξης της παρανομίας, που αντιμετωπίζεται από το νόμο. Θύματα της διάθεσης ναρκωτικών είναι πλέον πολλοί συμπολίτες μας, οι οποίοι οδηγούνται στην τραγική εξάρτηση ακόμη και στο θάνατο. Αυτοί που διακινούν και προμηθεύουν ναρκωτικά πωλούν ουσιαστικά θάνατο, ή προκαλούν την πλήρη καταστροφή της υγείας των χρηστών και δημιουργούν αγωνία και απόγνωση στους οικείους τους. Το μεγάλο χρηματικό κέρδος από την εμπορία ναρκωτικών είναι το μοναδικό κίνητρο που έχουν οι προμηθευτές, έναντι δε αυτού δεν ορρωδούν μπροστά στην εξαθλίωση, ακόμη και το θάνατο που μπορεί να προκαλέσει η χρήση των ναρκωτικών. Να επισημάνουμε επίσης το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργείται, τη σωρευτική και αλυσιδωτή αύξηση του εγκλήματος, ως παράγωγο της χρήσης ναρκωτικών. Είναι μ' αυτές τις σκέψεις που η νομολογία μας θεωρεί πως οι προσωπικές περιστάσεις διαδραματίζουν ασήμαντο, μέχρι μηδενικό ρόλο, στην επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις.» Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στη Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 187, το Εφετείο επεκύρωσε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων που επεβλήθηκε πρωτόδικα στον Εφεσείοντα μετά από παραδοχή για κατοχή 126 χαπιών ecstasy βάρους 28,4093 γρ. με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθώς και άλλες μικρότερες ποινές που είχαν επιβληθεί για ομοειδή αδικήματα. Στη Hijazi v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 99 ποινή φυλάκισης 4 ετών σε κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια 9,9 γραμμαρίων ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', ήτοι κοκαΐνης, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στη Sikaf v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατηγορίες εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή 587,3412 γραμμαρίων κοκαΐνης. Ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και κατείχε τα ναρκωτικά για να τα προμηθεύσει σε τρίτα πρόσωπα για να εξασφαλίσει ναρκωτικά για δική του χρήση. Του επεβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο απορρίπτοντας της έφεση του κατηγορούμενου, χαρακτήρισε τις επιβληθείσες ποινές επιεικείς. Στην El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 230, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε κατηγορίες κατοχής ναρκωτικών και κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Επρόκειτο για ηρωίνη βάρους 247,183 γραμμαρίων. Η κατηγορούμενη είχε αναλάβει την πώληση των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα για το ποσό των Λ.Κ. 10,
- Η ίδια θα αμειβόταν με το ποσό των Λ.Κ.2.
- Την επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 7 ετών αντίστοιχα. Το Εφετείο επεκύρωσε τις πιο πάνω ποινές παρόλο που είχε γίνει εισήγηση ότι η κατάσταση της υγείας της κατηγορούμενης είχε επιδεινωθεί μετά την καταδίκη της. Τόνισε δε πως τα αποτελέσματα της εμπορίας ναρκωτικών και μάλιστα σκληρών είναι ολέθρια. Στην Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726 ο κατηγορούμενος συνελήφθη ενώ ετοιμαζόταν να προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο 12,266 γραμμάρια ηρωίνης. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποφεύγει τη σύλληψη, μετά από την οποία όμως παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Θεωρήθηκε αυστηρή αλλά όχι τόσο που να δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου. Στη Γλυκερίου v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 18, ο κατηγορούμενος μετά από παραδοχή καταδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 2 ετών για την κατοχή 0,703 γραμμαρίων ηρωίνης και 3½ ετών για την κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια. Λήφθηκαν υπόψη τρεις παρόμοιες υποθέσεις για ποσότητα 0,1 γραμμαρίων, 7,76 γραμμαρίων και 1,3 γραμμαρίων. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Όπως έχει τονιστεί στην απόφαση Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711 η πρόθεση κέρδους αυτοκαθορίζει την σοβαρότητα της υπόθεσης. Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής (Ghassen v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 196). Στην υπόθεση Mallouk (πιο πάνω) επεβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για κατοχή 237,20 γραμμαρίων ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτα πρόσωπα παρόλο που λήφθηκε υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, η παραδοχή του εφεσείοντα αμέσως μετά τη σύλληψη του και η μετέπειτα συνεργασία του με την Αστυνομία για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης καθώς και άλλων υποθέσεων που ενδιέφεραν την Αστυνομία. Στην Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, ποινή τριετούς φυλάκισης για κατοχή από χρήστη 22 γραμμαρίων οπίου για ιδία χρήση κρίθηκε, ως εκ της υπέρμετρης σημασίας που εδόθη στο στοιχείο της αποτροπής, υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Sak (ανωτέρω) ποινή φυλάκισης 5 χρόνων για κατοχή ηρωίνης βάρους 391,25 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια της σε άλλους κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων. Στην Ahmad Azizi Intoo, Ποινική Έφεση αρ. 225/07, απόφαση ημερομηνίας 27.6.08 ποινή φυλάκισης 4 ετών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' (27,0764 γραμμάρια όπιο), με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Κυριάκος Α. Ζανά v. Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση αρ. 127/08, ημερομηνίας 11.2.09, ποινή φυλάκισης 5 ετών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή 111,9744 γραμμάρια χαπιών ecstacy, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για υποθέσεις ναρκωτικών, το ύψος της ποινής εξαρτάται μεταξύ άλλων παραγόντων από το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη την ποσότητα ηρωίνης βάρους 48,0943 γρ. και ότι επρόκειτο για σκληρά ναρκωτικά. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση 14316/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία η Κατηγορούμενη 2, στις 14.10.09, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε φυλάκιση 4 μηνών για αδικήματα διάρρηξης και κλοπών τα οποία διαπράχθηκαν στις 15.2.07 και την οποία η μεν ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής μας κάλεσε όπως θεωρήσουμε ως προηγούμενη καταδίκη, ο δε ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης 2 εισηγήθηκε το αντίθετο, έχουμε να πούμε τα ακόλουθα. Σύμφωνα με τη νομολογία εάν η διάπραξη ενός αδικήματος λάβει χώραν πριν από τη διάπραξη του δεύτερου αδικήματος και η καταδίκη για το αδίκημα αυτό ολοκληρώθηκε πριν τη δεύτερη καταδίκη, η πρώτη καταδίκη αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στη δεύτερη υπόθεση (Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, 291, 292). Τα αδικήματα στην εν λόγω ποινική υπόθεση διαπράχθηκαν στις 15.2.07 ενώ τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση διαπράχθηκαν μεταγενέστερα και δη στις 12.9.
- Η καταδίκη στην υπόθεση 14316/08 ολοκληρώθηκε στις 14.10.09, δηλαδή πριν την καταδίκη στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή πριν την 18.1.
- Συνεπώς, η καταδίκη στην πιο πάνω ποινική υπόθεση αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση. Η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από ένα κατηγορούμενο του μέγιστου βαθμού επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει χωρίς ταυτόχρονα βέβαια να δικαιολογείται η επιβολή τέτοιας ποινής ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι αυτός τιμωρείται για δεύτερη φορά (Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138). Οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορούμενου προς τους νόμους της Πολιτείας και σε αυτό το βαθμό λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Υπογραμμίζουμε ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία υπέπεσαν η Κατηγορούμενη 2 και ο Κατηγορούμενος 3 κατά τη διάρκεια της κράτησης τους στις Κεντρικές Φυλακές με κανένα τρόπο δεν αξιολογήθηκαν ως επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος τους. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις αναφορές που έγιναν σε σχέση με την παραβατική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης 2 από την εφηβική της ηλικία και την εμπλοκή της σε ληστείες, καθώς ελέχθη. Για μας, η Κατηγορούμενη 2 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη και τίποτε περισσότερο. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό και τονίζουμε με έμφαση ότι τα ναρκωτικά και τα αδικήματα που σχετίζονται με αυτά βρίσκονται σε επίμονη και αμείωτη έξαρση. Καταγράφουμε την ευρύτερη ανησυχία και αγωνία του κοινωνικού συνόλου για την λαίλαπα των ναρκωτικών που μαστίζει τον κοινωνικό ιστό και την καταστροφή που επιφέρουν στο κύτταρο της ίδιας της κοινωνίας που είναι η οικογένεια. Και εκφραστές του κοινωνικού συνόλου είναι τα Δικαστήρια. Η δε επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Η εξατομίκευση της ποινής όπως υποδεικνύει η νομολογία (Nabokov ν. Δημοκρατιας
(2003)2 A.A.Δ. 381) δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Η σοβαρότητα εγκλημάτων αυτής της μορφής σε συνάρτηση με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αναποδράστως απολήγουν σε επιβολή ποινών φυλάκισης. Αν η σοβαρότητα των αδικημάτων το επιβάλλει, όπως και η ανάγκη αποτροπής εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση, οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 670) είναι ήσσονος σημασίας και αιτιολογούν την επιβολή ποινής φυλάκισης γιατί προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 βρέθηκαν ένοχοι μετά από ακρόαση. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση με τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447, Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 133/07, ημερ. 14.4.2008). Έχουμε αξιολογήσει τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2 ότι ο ρόλος της τελευταίας στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν περιορισμένος και η συμμετοχή της μειωμένη. Η διαφοροποίηση της ποινής κατηγορούμενων που στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης αντιμετωπίζουν κατηγορίες για τα ίδια αδικήματα είναι κάτι επιτρεπτό όταν οι δύο περιπτώσεις δεν τελούν «υπό τας αυτάς συνθήκας» ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή. Σχετική επί του προκειμένου είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 354, στην οποία υιοθετείται το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 45 του συγγράμματος Sentencing References 1998 του David Thomas: «There is no disparity if a difference in sentence reflects a difference in the respective responsibilities of the offenders, or a difference in their ages, previous convictions, or the existence of personal mitigating factors peculiar to one of them. Where one offender has the benefit of the personal mitigation which is not available to the other offenders, the other offenders should not be given the benefit of that mitigation.» Σε μετάφραση: «Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών, ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες, ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού.» Παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση Ζαχαρίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα υπόθεση ο ρόλος τόσον της Κατηγορούμενης 2 όσον και του Κατηγορούμενου 3 από τη στιγμή που προμηθεύτηκαν τα ναρκωτικά μέχρι τη στιγμή που συνελήφθηκαν από την Αστυνομία ήταν ουσιαστικά ο ίδιος. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ότι η Κατηγορούμενη 2 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ενώ ο Κατηγορούμενος 3 με δύο, στις οποίες λήφθηκαν υπόψη 11 άλλες υποθέσεις. Με δεδομένο ότι οι οικογενειακές - προσωπικές τους περιστάσεις είναι περίπου οι ίδιες, με τη διαφορά ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 31 ετών ενώ ο Κατηγορούμενος 3, 43 ετών, κρίνουμε ότι ενδείκνυται κάποια μικρή διαφοροποίηση στις ποινές που θα επιβληθούν στους Κατηγορούμενους 2 και
- Αφού σταθμίσαμε όλα τα πιο πάνω αλλά και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και για τους δύο Κατηγορούμενους, τις προσπάθειες τους για απεξάρτηση και τις επιπτώσεις που θα προκύψουν από την ποινή που θα επιβληθεί τόσον στους ίδιους όσον και στην οικογένεια τους, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης τις οποίες και επιβάλλουμε στους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην Κατηγορούμενη 2: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών. 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 ετών. 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 ½ ετών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 ½ ετών. 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών Στον Κατηγορούμενο 3: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών. 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών. 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 ετών. 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών Οι ποινές να συντρέχουν. Σημειώνουμε ότι στην πρώην Κατηγορούμενη 1 είχαμε επιβάλει ποινή φυλάκισης 4 ετών, κατόπιν παραδοχής, για την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 τελούσαν σε προφυλάκιση βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384) Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε €200, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα επίδικα ναρκωτικά κατάσχονται και να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου έφεσης. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο