Άντρη Χαραλάμπους ν. Άννα Μενελάου, Αρ. Υπόθεσης: 16717/08, 19 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16717/08 Άντρη Χαραλάμπους v. Άννα Μενελάου --------- Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου, 2010 Εμφανίσεις: Η παραπονούμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για την Κατηγορούμενη: κα Κουππαρή Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη παρέμεινε να αντιμετωπίζει μία κατηγορία για κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, τις οποίες κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες, δεδομένου του τρόπου διατύπωσης τους, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι: « κατά ή περί την 26ην Ιουλίου 2008, στο Παλαιομέτοχο, της Επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο μέρος δηλαδή στο κοινό πέρασμα που είναι της παραπονούμενης και της κόρης της κατηγορούμενης που είναι μέρος του σπιτιού της παραπονούμενης, όπου μετέβηκε η παραπονούμενη μαζί με τον μπογιατζή και την γιαγιά της, Ανδριανή Ευαγγέλου, για εργασία πάνω στον τοίχο, από πλευράς του κτήματος της παραπονούμενης, παράνομα επιτέθηκε κατά της Άντρης Χαραλάμπους από το Παλαιομέτοχο». Για απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες, η παραπονούμενη Άντρη Χαραλάμπους, ΜΚ1, η γιαγιά της Ανδριανή Ευαγγέλου, ΜΚ2, ο Λοχίας 3909 Ιωάννης Ιωάννου, ΜΚ3, και ο Αστ.786 Πάτροκλος Ιωάννου, ΜΚ
- Κατατέθηκαν επίσης δύο τεκμήρια. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι το επίδικο συμβάν έγινε στο πέρασμα το οποίο βρίσκεται στο πλάι της κατοικίας της, την οποία της παραχώρησε η γιαγιά της, το οποίο οδηγεί στην κατοικία της κατηγορουμένης, αδελφής της γιαγιάς της, η οποία βρίσκεται στο πίσω μέρος του τεμαχίου. Η κατηγορούμενη απ' ότι ανέφερε η παραπονούμενη διαμένει στην εν λόγω κατοικία την οποία μεταβίβασε στην κόρη της. Και οι δύο κατοικίες η παραπονούμενη ανέφερε ότι βρίσκονται στο ίδιο τεμάχιο για το οποίο ακόμη δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι η κατηγορούμενη περίπου από το 1993 όταν η ίδια αποφάσισε να επιδιορθώσει την κατοικία που της μεταβίβασε η γιαγιά της, άρχισε να τους δημιουργεί προβλήματα τα οποία περιέγραψε λεπτομερώς. Η παραπονούμενη πάντοτε καλούσε την Αστυνομία. Μετά την αποπεράτωση των εργασιών στην κατοικία της και λόγω της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης η παραπονούμενη ανέφερε ότι τοποθέτησε κάμερα και σύστημα συναγερμού. Τον Ιούλιο του 2008, δύο με τρεις εβδομάδες πριν από το επίδικο συμβάν, η παραπονούμενη και η γιαγιά της αποφάσισαν να πάρουν μπογιατζή για να επιδιορθώσει την κατοικία τους. Ο μπογιατζής άρχισε τις επιδιορθώσεις και η κατηγορούμενη, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία της παραπονουμένης, άρχισε τις αντιζηλίες και τους παρακολουθούσε από το μπαλκόνι προκαλώντας συνεχώς προβλήματα είτε ρίχνοντας νερό από το μπαλκόνι, ευτυχώς όπως είπε, χωρίς να τους πετύχει, είτε ξεσκονίζοντας τα χαλιά της. Συνεχώς, ήταν η θέση της παραπονούμενης, η κατηγορουμένη προσπαθούσε να προκαλέσει καυγά. Γενικά, η παραπονούμενη ανέφερε ότι οι σχέσεις τους με την κατηγορούμενη δεν ήταν καλές εξ υπαιτιότητας της κατηγορουμένης. Όσον αφορά το επίδικο περιστατικό στις 26.7.2008 η παραπονούμενη ανέφερε ότι την επισκέφτηκε ο μπογιατζής για να πληρωθεί εφόσον είχε τελειώσει ένα μέρος της εργασίας του. Η παραπονούμενη τότε του είπε να πάνε να ελέγξουν την πλευρά του τοίχου, δηλαδή τον τοίχο της κατοικίας της από την πλευρά που είναι το πέρασμα που χρησιμοποιεί και η κατηγορούμενη για να πάει στην κατοικία της, ώστε να υπολογίσει την ποσότητα τη μπογιάς που θα χρειαζόταν. Όταν ο μπογιατζής άρχισε να πηγαίνει προς τα κάτω μαζί με την παραπονούμενη και την γιαγιά της να ακολουθεί η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία τους είδε από το μπαλκόνι «πετάχτηκε όπως το λύκο» όπως είπε και βρέθηκε κοντά τους και τους φώναζε να φύγουν από εκεί που βρίσκονταν γιατί το πέρασμα ήταν δικό της και μόνο εάν εκείνη τους επέτρεπε θα μπορούσαν να βρίσκονταν εκεί. Η κατηγορούμενη, σύμφωνα με την παραπονούμενη, πήγαινε ορμητικά προς τα πάνω τους να τους δείρει, να τους σκοτώσει, δηλαδή, όπως είπε, τους προκαλούσε να κτυπηθούν. Με αυτά τα δεδομένα και πριν ο μπογιατζής μετρήσει αφού η κατηγορούμενη άρχισε τις φωνές επέστρεψαν στο σπίτι και η παραπονούμενη κάλεσε την Αστυνομία. Στην σκηνή ανέφερε η παραπονούμενη πήγαν δύο Αστυνομικοί στους οποίους η κατηγορούμενη άρχισε τις φωνές και όπως χαρακτηριστικά είπε «ήταν να τους φάει». Ο ένας από τους Αστυνομικούς έκανε μάλιστα παρατήρηση στην κατηγορουμένη ότι εάν δεν ησυχάσει θα την συλλάμβανε. Οι Αστυνομικοί ακολούθως είπε η παραπονούμενη οδήγησαν την κατηγορούμενη προς την κατοικία της και η παραπονούμενη και η γιαγιά της που άκουγαν, άκουσαν τους Αστυνομικούς να εξηγούν στην κατηγορουμένη ότι είχε και εκείνη δικαίωμα να επιδιορθώσει την κατοικία της και η κατηγορούμενη συμφώνησε. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη επανέλαβε τη θέση της ότι η κατηγορούμενη από το 1993 τους έχει κάνει τη ζωή κόλαση και επειδή η ίδια δεν παίρνει το νόμο στα χέρια της, κάνει το ορθό και διεκδικεί τα δικαιώματα της με το να προσφεύγει στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της κατηγορουμένης ανέφερε ότι δεν ζήτησε άδεια από την κατηγορουμένη αλλά ούτε και όφειλε να ζητήσει την άδεια της για να προβεί σε επιδιορθώσεις στον τοίχο του σπιτιού της εφόσον δεν επενέβαινε στο σπίτι της κατηγορούμενης και δικαίωμα στο πέρασμα είχαν όλοι που είχαν σπίτια στο τεμάχιο και μερίδιο σ' αυτό. Η παραπονούμενη επίσης όσον αφορά το επίδικο συμβάν, επανέλαβε ότι η κατηγορούμενη δεν πήγε να ρωτήσει ήρεμα για το τι συνέβαινε όταν τους είδε στο πέρασμα, αλλά θυμωμένα και με εχθρικό τρόπο. Σε υποβολή της συνηγόρου της κατηγορουμένης ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε της επιτέθηκε και ή ουδέποτε είχε πρόθεση να διαπράξει επίθεση η παραπονούμενη επέμεινε στη θέση της ότι όλα συνέβηκαν λόγο της ζήλιας της παραπονούμενης, και τη θέση της, όπως είπε, την ενισχύει η μαρτυρία της Αστυνομίας, του μπογιατζή και της γιαγιάς της. Δεύτερη μάρτυρας κατέθεσε η κα Ανδριανή Ευαγγέλου, γιαγιά της παραπονούμενης και αδελφή της κατηγορουμένης. Η ΜΚ2 με τη σειρά της αναφέρθηκε σε σειρά γεγονότων και περιστατικών που συνέβησαν από πολύ παλαιά με την κατηγορουμένη, η οποία τους δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα και επενέβαινε στη ζωή τους. Η ΜΚ2 με τη σειρά της ανέφερε ότι το πέρασμα όπου κατ' ισχυρισμό συνέβηκε το επίδικο συμβάν δεν είναι εγγεγραμμένο σε συγκεκριμένο όνομα και δικαιούνται να το χρησιμοποιούν όσοι έχουν κατοικία και μερίδιο στο τεμάχιο το οποίο ακόμη είναι αχώριστο. Η ΜΚ2 ανάμεσα στα πολλά περιστατικά που ανέφερε σε σχέση με την κατηγορουμένη αναφέρθηκε και σε ένα όπου αυτή και η εγγονή της πήραν μπογιατζή να τους κάνει κάποιες εργασίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ2 ενώ ο μπογιατζής βρισκόταν στο πέρασμα για να υπολογίσει την μπογιά που θα χρειαζόταν και πριν προφτάσει να φτάσει στο μισό πέρασμα η κατηγορούμενη πήγε εκεί και του φώναζε να φύγουν γιατί το πέρασμα είναι δικό της. Μετά από αυτό ειδοποίησαν την Αστυνομία και η κατηγορούμενη φώναζε και στους Αστυνομικούς που πήγαν στην σκηνή οι οποίοι της ανέφεραν ότι εάν δεν σταματούσε τις φωνές θα την συλλάμβαναν. Ακολούθως οι Αστυνομικοί την οδήγησαν προς την κατοικία της και η ΜΚ2 αφού πήγε στο πίσω μέρος της δικής τους αυλής από όπου μπορούσε να ακούσει, άκουσε τους Αστυνομικούς να λένε της κατηγορούμενης ότι αυτή και η εγγονή της δικαιούνταν να επιδιορθώσουν τον τοίχο τους και η κατηγορούμενη συμφώνησε. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ2 σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της κατηγορουμένης ανέφερε ότι η κατηγορουμένη δεν τους πλησίασε για να ρωτήσει τι γίνεται αλλά πήγε εκεί που βρίσκονταν τρέχοντας και τους φώναζε να φύγουν γιατί το πέρασμα είναι δικό της. Τρίτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσε ο Λοχίας 3909 Ιωάννης Ιωάννου, ο οποίος στις 26.7.2008 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Την συγκεκριμένη ημέρα ο ΜΚ3 ενώ ήταν καθήκον με τον Αστ.786, ο οποίος όπως είπε χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, τηλεφώνησε η Άντρη Χαραλάμπους στο σταθμό και τους ανέφερε ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα με τη θεία της, την Άννα Μενελάου η οποία διέμενε πίσω από την κατοικία της και δεν άφηνε ένα μπογιατζή να μπογιατίσει τον τοίχο της δικής της κατοικίας. Ο ΜΚ3 μετέβηκε στην σκηνή με τον Αστ.786 και συνάντησαν την Άννα Μενελάου στην κατοικία της όπου και της εξήγησαν ότι θα πρέπει ο μπογιατζής να εργαστεί και αυτή στο τέλος όπως είπε συγκατατέθηκε. Σχετικά ενημέρωσαν και την Άντρη Χαραλάμπους. Ο ΜΚ3 επιπλέον ανέφερε ότι στο βιβλίο παραπόνων του Σταθμού τους διαπίστωσε ότι στις 23.7.2008 η Άντρη Χαραλάμπους επισκέφτηκε τον Σταθμό και τους ανέφερε ότι το τελευταίο διάστημα είχε μπογιατζή στην κατοικία της για επιδιορθώσεις και τις επόμενες ημέρες επρόκειτο να επιδιορθώσει τον εξωτερικό τοίχο της κατοικία της από την πλευρά του συνόρου της με την κατοικία της Άννας Μενελάου και επιθυμούσε όταν θα ξεκινούσαν οι επιδιορθώσεις να μετέβαινε η Αστυνομία εκεί και να κάνει κάποιες συστάσεις προς τη θεία της και προς τον μπογιατζή. Η υπόθεση αυτή όμως όπως είπε ο ΜΚ3 ήταν συνδεδεμένη με κάποια άλλη όπου η Άντρη Χαραλάμπους μετέβηκε στο Σταθμό και ζητούσε βοήθεια. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι το μόνο παράπονο που είναι καταχωρημένο στο μητρώο του σταθμού τους από την παραπονούμενη σε σχέση με τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με το μπογιατζή σε σχέση με τον εξωτερικό τοίχο, τον οποίο η κα Μενελάου δεν άφηνε να εργαστεί. Ο ΜΚ3 δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με εξύβριση ή επίθεση, όταν επισκέφθηκαν την σκηνή με τον ΜΚ4 ήταν απόλυτη ησυχία και δεν δημιουργήθηκε οτιδήποτε στην παρουσία τους. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Αστ.786 Πάτροκλος Ιωάννου, ο οποίος υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι στις 26.7.2008 γύρω στο μεσημέρι έλαβε τηλεφώνημα στο Σταθμό από την Άντρη Χαραλάμπους η οποία του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα με την θεία της Άννα Μενελάου γιατί δεν άφηνε τον μπογιατζή να μπογιατίσει τον εξωτερικό τοίχο της κατοικίας της. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι πήγε εκεί με τον ΜΚ3 και συνάντησαν την Άννα Μενελάου στην κατοικία της και της εξήγησαν για τις εργασίες που θα έκανε η Άντρη Χαραλάμπους στον τοίχο και η κα Μενελάου είπε ότι δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα και θα άφηνε τον μπογιατζή να εργαστεί. Σχετικά ο ΜΚ4 ανέφερε ότι ενημέρωσαν και την Άντρη Χαραλάμπους. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ4 ανέφερε ότι στην παρουσία τους δεν συνέβηκε οτιδήποτε άλλο και συμφώνησε ότι το παράπονο που τους είχε αναφερθεί ήταν αυτό με τον μπογιατζή. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η κατηγορουμένη έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ακόμη ένα μάρτυρα τον κ. Νίκο Σχίζα. Η κατηγορούμενη κατά τη μαρτυρία της ανέφερε ότι είναι ήσυχο άτομο το οποίο πάντα υποχωρεί χωρίς να δίνει σημασία στο τι γίνεται για να μην δημιουργεί προβλήματα. Οι εντάσεις, όπως είπε η κατηγορουμένη, της παραπονούμενης και της γιαγιάς της είναι απότομες και είναι τέτοιοι τύποι που εάν τους πεις καλημέρα μπορεί ακόμη και να σε βρίσουν. Στις 26.7.2008 η κατηγορούμενη ανέφερε ότι είδε ένα παιδί να απασχολείται στον τοίχο της παραπονούμενης και η ίδια κατέβηκε κάτω και αφού τον χαιρέτησε τον ρώτησε τι γίνεται. Το παιδί τότε της ανέφερε ότι πήγε να επιδιορθώσει τον τοίχο και αυτή τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να την είχαν ενημερώσει σχετικά, γιατί το πέρασμα στο οποίο βρισκόταν ήταν δικό της. Το παιδί ακολούθως, ανέφερε η κατηγορουμένη, έφυγε. Μετά από αυτό την επισκέφτηκαν δύο Αστυνομικοί τους οποίους κάλεσε η παραπονούμενη οι οποίοι την ρώτησαν εάν θα επιτρέψει στην παραπονούμενη να διορθώσει τον τοίχο της και αυτή συμφώνησε. Η ίδια ανέφερε ουδέποτε ύψωσε τον τόνο της φωνής της και ούτε επιτέθηκε σε κανένα. Η κατηγορούμενη επίσης προέβηκε σε περιγραφή κάποιων περιστατικών προς ενίσχυση της θέσης της ότι η παραπονούμενη και η γιαγιά της δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα αφού σκοπός τους ήταν να την κάνουν να φύγει από εκεί για να είναι ανεξάρτητες. Κατά την αντεξέταση της επίσης η κατηγορούμενη επέμεινε στη θέση της ότι το πέρασμα που της άφησε ο πατέρας της είναι δικό της και έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιος περπατάει σε αυτό και στην αυλή της. Η παραπονούμενη, ανέφερε η κατηγορούμενη, το σπίτι της οποίας είναι μπροστά από το δικό της έχει ολόκληρο το δρόμο για να πάει στο σπίτι της και δεν χρειάζεται το πέρασμα της. Για να περάσει η παραπονούμενη από το πέρασμα, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι θα πρέπει να χρειάζεται να επιδιορθώσει τον τοίχο της, χωρίς λόγο άλλο δεν μπορεί να περνάει από εκεί. Όταν σέβεσαι τους γείτονες σου και είσαι καλός άνθρωπος ενημερώνεις τους γείτονες σου, η παραπονούμενη και η γιαγιά της, όπως ανέφερε η κατηγορούμενη, κανονικά έπρεπε να την ενημέρωναν για τον μπογιατζή, όπως επίσης και για τον άνθρωπο που πήραν για να τοποθετήσει πετρέλαιο στη θέρμανση τους. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι θύμωσε λόγω του ότι δεν την ενημέρωσαν από προηγουμένως απλά είπε ότι ήθελε να ενημερωθεί και να ελέγξει το τι γίνεται. Όταν ενημερώνεις τον άλλο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κατηγορούμενη, τότε σε αφήνει και κάνεις τις εργασίες σου. Τη συγκεκριμένη ημέρα, ανέφερε η κατηγορούμενη, για να επιτρέψει στην παραπονούμενη να κάνει τις εργασίες που ήθελε με τον μπογιατζή, της πήρε δύο Αστυνομικούς στους οποίους είπε ότι όταν η παραπονούμενη είναι ήσυχη και δεν ενοχλεί της επιτρέπει να διορθώσει τον τοίχο της. Τη δεδομένη στιγμή που οι Αστυνομικοί ήταν στο σπίτι της κατηγορουμένης, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η παραπονούμενη και η γιαγιά της πήγαν στην πίσω αυλή του σπιτιού τους για να ακούσουν τι της έλεγαν οι Αστυνομικοί, οι οποίοι τους έκαναν παρατήρηση και τους είπαν να φύγουν. Ο κ. Νίκος Σχίζας, σύζυγος της κόρης της κατηγορούμενης ανέφερε ότι η κατηγορούμενη την οποία γνωρίζει πέραν των 33 χρόνων είναι ένας φιλήσυχος, διασκεδαστικός και εξυπηρετικός χαρακτήρας. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ουδέποτε άκουσε την κατηγορουμένη να βρίζει ή να τσακώνεται με οποιονδήποτε, αντιθέτως εάν έβλεπε κάποιους να τσακώνονταν θα προσπαθούσε να καθησυχάσει τα πνεύματα. Κατά την κρίση του κανένα περιστατικό δεν συνέβηκε στις 26.7.2008 και οι λόγοι που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούν κτηματικά θέματα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1, ο οποίος όπως ανέφερε για ένα μικρό χρονικό διάστημα διέμενε στην κατοικία της πεθεράς του, ουδέποτε παρατήρησε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ της πεθεράς του, της αδελφής της και της παραπονούμενης και τις χαρακτήρισε ως μία αγαπημένη οικογένεια. Όσον αφορά το πέρασμα όπου επεσυνέβηκε το επίδικο περιστατικό ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι αχώριστο. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών σύμφωνα με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων είναι καταγραμμένο αυτολεξεί στα πρακτικά που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η παραπονούμενη δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από το σύνολο της μαρτυρίας της, η οποία διακατέχετο από μια δόση υπερβολής, κρίνω ότι δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο όσον αφορά τα περιστατικά της υπόθεσης. Αυτό που εξάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία της είναι ότι οι σχέσεις της με την κατηγορούμενη από παλαιά δεν ήταν και εξακολουθούν να μην είναι καλές. Η θέση της παραπονούμενης ότι η κατηγορούμενη μόλις την είδε με τον μπογιατζή στο πέρασμα έτρεξε πάνω τους ορμητικά να τους δείρει, να τους σκοτώσει προκαλώντας τους να κτυπηθούν θεωρώ ότι δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα για το τι ακριβώς συνέβηκε τη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή στις 26.7.2008, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ο λόγος για την κατάληξη μου αυτή ενισχύεται, πέραν από την εντύπωση που μου έχει κάνει η ίδια η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, και από τον ισχυρισμό της ότι όταν έφτασαν εκεί οι Αστυνομικοί (ΜΚ3 και ΜΚ4) η κατηγορούμενη άρχισε τις φωνές και όπως χαρακτηριστικά είπε « ήταν να τους φάει», μαρτυρία η οποία σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των ιδίων. Επιπλέον οι Αστυνομικοί ανέφεραν και οι δύο ότι κλήθηκαν εκεί μετά από τηλεφώνημα της παραπονούμενης λόγω του ότι η κα Μενελάου δεν άφηνε τον μπογιατζή να κάνει την εργασία του. Τίποτε δεν τους αναφέρθηκε για επίθεση ή εξύβριση. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της παραπονούμενης ότι οι Αστυνομικοί που πήγαν εκεί έκαναν παρατήρηση της παραπονούμενης να ησυχάσει αλλιώς θα την συλλάμβαναν. Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να μην σχολιάσω την απουσία της μαρτυρίας του μπογιατζή ενώπιον του οποίου διαδραματίσθηκαν τα όσα ισχυρίζεται η παραπονούμενη. Η μαρτυρία της ΜΚ2, γιαγιάς της παραπονούμενης δεν βοηθά την υπόθεση της παραπονούμενης με οποιονδήποτε τρόπο. Κρίση μου είναι ότι η ΜΚ2 ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση της εγγονής της. Σημειώνω εδώ ότι η ΜΚ2 κατά τη μαρτυρία της συνεχώς επαναλάμβανε ότι δεν θυμάται ημερομηνίες. Πέραν τούτου η μαρτυρία της ΜΚ2 γενικά ήταν συγχυσμένη και χωρίς συνοχή. Φυσικά αναφέρω ότι μεταξύ των διαφόρων περιστατικών που περιέγραψε στο Δικαστήριο η ΜΚ2 αναφέρθηκε και σε ένα περιστατικό, χωρίς να το τοποθετήσει χρονικά, το οποίο είχε κάποια κοινά με το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό που περιέγραψε η παραπονούμενη και τη μετέπειτα παρουσία των Αστυνομικών, γεγονότα τα οποία όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά και δεν επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες που η παραπονούμενη κάλεσε για να ενισχύσει την εκδοχή της. Ο Λοχίας 3909 Ιωάννης Ιωάννου (ΜΚ3) και ο Αστ.786 Πάτροκλος Ιωάννου (ΜΚ4), οι οποίοι επισκέφτηκαν την σκηνή αφού κλήθηκαν από την παραπονούμενη για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με τη θεία της και τον μπογιατζή, μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ανέφεραν στο Δικαστήριο με ευθύτητα και αμεσότητα τα γεγονότα τα οποία ενέπιπταν εντός των γνώσεων τους και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν κατά την επίσκεψη τους στη σκηνή. Η κατηγορούμενη επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παρακολουθώντας της στο εδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα τον τρόπο που αντιδρούσε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της από την παραπονούμενη δημιούργησε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι δεν είναι το ήρεμο και φιλήσυχο άτομο το οποίο υποχωρεί για να μην δημιουργεί προβλήματα ως ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό της. Από το σύνολο της μαρτυρίας της εξάγεται επίσης αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι μεταξύ τους σχέσεις δεν είναι καλές. Η κατηγορούμενη επίσης αρκετά συχνά απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις της παραπονούμενης και άλλοτε επαναλάμβανε τον εαυτό της. Κρίση μου είναι ότι ούτε η κατηγορούμενη ανέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια για το τι ακριβώς συνέβηκε στις 26.7.2008. Στην κατάληξη μου αυτή συνέτεινε και η επιμονή της ότι το εν λόγω πέρασμα είναι αποκλειστικά δικό της, θέση η οποία δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τον γαμπρό της, όπως επίσης και η επιμονή της ότι έπρεπε να ενημερώνεται από οποιονδήποτε χρησιμοποιούσε το εν λόγω πέρασμα για να του επιτρέπει να εισέρχεται σε αυτό, πλην των επισκεπτών της. Η μαρτυρία του ΜΥ1, γαμπρού της κατηγορουμένης, όσον αφορά τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο της υπεράσπιση της κατηγορουμένης. Η θέση επίσης του ΜΥ1 ότι πρόκειται για μια αγαπημένη οικογένεια δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά και το σύνολο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, της ΜΚ2 και της κατηγορούμενης. Ερχόμενη τώρα στο αδίκημα της επίθεσης το οποίο αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, όπως έχω ήδη αναφέρει προβλέπεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, και τα συστατικά του στοιχεία συνίστανται στην απόδειξη της παράνομης επίθεσης εναντίον άλλου προσώπου. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ.Fagan v Metropolitan Police Commisioner
(1968)3 All E.R. 442). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην παράγραφο Β2.5 σελίδα 162, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο Actus Reus of Assault: « An assault requires conduct which causes the victim to apprehend the imminent application of unlawful force upon him (Ireland
(1998)AC 147, per Lord Steyn at p. 161). A fear of possible violence may suffice (Ireland) and it may also suffice where the victim is unsure as to when exactly the threatened attack may occur; but as the Court of Appeal pointed out in Constanza
(1997)2 Cr App R 492, the conduct in question must at least provoke a fear of violence "at some time not excluding the immediate future". A threat of violence only in the more distant future cannot suffice. As to what amount to unlawful force, see B2.6 and B2.8 to B2.
- An omission to act probably cannot amount to an assault, or indeed a battery, but see B2.
- The relevant conduct in cases of assault may take the form of threatening acts or gestures, as for example where D brandishes a weapon at V or fires a shot in his direction: but it may also take the form of threatening words, or it may involve acts and words together.» Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος/η κατηγορουμένη ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας των όσων κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού οι εκδοχές και των δύο πλευρών απορρίπτονται, αδυνατώ να προβώ σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή στις 26.7.2008, στο πέρασμα δίπλα από την κατοικία της παραπονούμενης το οποίο οδηγεί στην κατοικία που διαμένει η κατηγορούμενη. Επομένως εφόσον το βάρος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής για να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης και της γιαγιάς της όσο και της ιδίας της κατηγορουμένης κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή όσον αφορά τα έξοδα. (Υπ.).............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal /Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Κοινή Επίθεση, Άρθρο 242 Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο