Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βάσου Φτωχόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 14809/08, 24.02.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14809/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Βάσου Φτωχόπουλου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 24.02.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Λεαν. Παπαφιλίππου με τον κ. Γ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της υπόθεσης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι μια κατηγορία η οποία αφορά δημοσίευση αισχρών θεμάτων με σκοπό το κέρδος, κατά παράβαση των άρθρων 2
(1)
(2)
(3)(β) και 3
(1)του περί Δημοσιεύσεως Αισχρών Θεμάτων Νόμου 35/63. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας φέρουν τον κατηγορούμενο την 29η Σεπτεμβρίου 2007 να «δημοσίευσε αισχρό θέμα, δηλαδή με σκοπό το κέρδος, εκτύπωσε και πωλούσε την εφημερίδα με την ονομασία «ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν», τεύχος αριθμός 9, ημερομηνίας 29.09.07, της οποίας το θέμα ήταν αισχρό σε βαθμό που η επίδραση του να έτεινε στην εξαχρείωση ή διαφθορά των προσώπων τα οποία υπό τις περιστάσεις πιθανόν να την διαβάσουν και δουν». Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο μια μόνο μάρτυρα και ολοκλήρωσε την υπόθεσή της αφότου οι δύο πλευρές προέβησαν σε δήλωση παραδεκτού γεγονότος που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αφενός μεν η μια μάρτυρας είναι η Γ./Αστ. 1997 Α. Φιλίππου (στη συνέχεια ΜΚ1), αφετέρου δε το παραδεκτό γεγονός συνίσταται στο ότι το τεκμήριο 4 (δηλαδή η επίδικη εφημερίδα) αγοράστηκε από τον Αστ. 1060 Χρ. Χριστοφίδη αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2007 από το περίπτερο Αρμενίας το οποίο βρίσκεται στην οδό Αρμενίας στην Ακρόπολη. Αναφέρω από τώρα ότι μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορία ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κος Παπαφιλίππου περιόρισε την εισήγηση του στο ότι η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Τους λόγους στους οποίους εδράστηκε η εισήγηση θα σχολιάσω πιο κάτω. Για την ώρα κρίνω πως λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν και για το σχετικό αίτημα, παρότι εξαντλητική ανάλυση των αρχών που διέπουν το αίτημα της υπεράσπισης παρέλκει εφόσον τούτες έχουν πλήρως αποσαφηνισθεί από την υφιστάμενη νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Αξίζει όμως να ειπωθεί πως ο λόγος που η υπεράσπιση επικαλέστηκε, εμπίπτει σε αυτούς που εξετάζονται από το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Σε αυτό δε το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. R. v Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δε μαρτυρικό υλικό που εξετάζεται συμπεριλαμβάνεται και η κατάθεση του κατηγορουμένου από την οποία το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει χρήσιμες πληροφορίες (βλ. Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή σύγκειται στα ακόλουθα. Την 12.11.07 η ΜΚ1 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, δηλαδή κατά πόσο δημοσιεύματα που δημοσιεύθηκαν την 29.09.07 στην εφημερίδα ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν, τεύχος 9 (στη συνέχεια η εφημερίδα) ήτο αισχρά. Σύμφωνα με τη ΜΚ1 η έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης παραπέμπει στην 10.10.07 ότε και ο Αστυνομικός Διευθυντής Τμήματος Γ του Αρχηγείου Αστυνομίας, Α. Κρόκος, απέστειλε, μαζί με το επίδικο τεύχος της περί ου ο λόγος εφημερίδας, επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ζητούσε τη γνώμη του κατά πόσο επρόκειτο για αισχρό δημοσίευμα. Η επιστολή του Α. Κρόκου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Απαντητική επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (βλ. τεκμήριο 5) ότι οι απεικονίσεις και το λεκτικό τόσο της πρώτης όσο και της ενδέκατης σελίδας της εφημερίδας είναι αισχρά, οδήγησαν σε οδηγίες προς τη ΜΚ1 για διερεύνηση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η ΜΚ1 προχώρησε και έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 2) αναφέρει ότι είναι διευθυντής και εκδότης της μηνιαίας εφημερίδας ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν. Τα άρθρα της εφημερίδας, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, γράφονται τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλα πρόσωπα. Τα κείμενα καταφθάνουν στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, σελιδώνονται και μετά αποστέλλονται στο τυπογραφείο όπου εκτυπώνεται η εφημερίδα. Έπειτα η εφημερίδα αποστέλλεται στο πρακτορείο για διανομή. Ο ίδιος είναι το πρόσωπο που παίρνει τα κείμενα από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και έπειτα τα αποστέλλει στους υπεύθυνους του τυπογραφείου. Όλες οι οδηγίες ώστε η εφημερίδα να φτάσει στα περίπτερα είναι δικές του. Το δε επίδικο τεύχος (τεύχος 9 ημερ. 29.09.07) ο ίδιος το έκδωσε και το δημοσίευσε ακολουθώντας την προαναφερόμενη διαδικασία. Τόσο το εξώφυλλο (πρώτη σελίδα), όσο και την ενδέκατη σελίδα της εφημερίδας, τα έγραψε και τα σχεδίασε ο ίδιος. Ας σημειωθεί τέλος ότι η ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο επί το ότι ως διευθυντής και εκδότης της επίδικης εφημερίδας δημοσίευσε δημοσιεύματα αισχρού περιεχομένου δηλαδή· «στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας αυτής απεικονίζεται γυμνόστηθη κοπέλα και εντός της εφημερίδας και συγκεκριμένα στην σελ. 11 χρησιμοποιεί αισχρό φρασεολόγιο όπως: «Εγαμήσετε καλά το καλοκαίρι;» με φωτογραφίες διαφόρων πολιτικών προσώπων». Αντίτυπο του επίδικου τεύχους της αναφερόμενης εφημερίδας παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Αυτά εν ολίγοις είναι όλα όσα συνιστούν τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εις απόδειξη της κατηγορίας. Επανέρχομαι όμως στο αίτημα της υπεράσπισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο κος Παπαφιλίππου ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος εκτύπωσε και πωλούσε την εν λόγω εφημερίδα και δη με σκοπό το κέρδος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η κατηγορία πρέπει να απορριφθεί και για ένα άλλο λόγο, ήτοι· ένεκα πολλαπλότητας. Όπως ανέφερε, το υπό κρίση αδίκημα διαπράττεται με διάφορους τρόπους οι οποίοι περιγράφονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 2 του σχετικού Νόμου, και κάθε ένας εξ΄αυτών συνιστά διαφορετικό αδίκημα. Η συμπερίληψη, ανέφερε, δύο εκ των διάφορων τρόπων διάπραξής του (εκτύπωσε και πωλούσε), καθιστά την κατηγορία ελαττωματική ένεκα πολλαπλότητας. Επανέλαβε όμως ότι ούτως ή άλλως το μαρτυρικό υλικό δεν αποδεικνύει ούτε εκτύπωση όπως ούτε πώληση. Επιπρόσθετα των πιο πάνω ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η κατηγορία πάσχει, και πάλιν ένεκα πολλαπλότητας, εφόσον η μαρτυρία θέλει δύο διαφορετικά θέματα να είναι αισχρά (αφενός μεν το εξώφυλλο, αφετέρου δε η ενδέκατη σελίδα της εφημερίδας) τα οποία, παρότι δεν αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, συνιστούν αντικείμενο της ίδιας πάντα κατηγορίας. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε πως η εφημερίδα είναι ένα θέμα και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πολλαπλότητα. Περαιτέρω, τα αναφερόμενα στις λεπτομέρειες του αδικήματος εκτύπωση και πώληση δεν οδηγούν σε δύο διαφορετικά αδικήματα αλλά σε διαφορετικούς τρόπους δημοσίευσης. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση της κας Γιάλλουρου ότι το τεκμήριο 2 (γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου) συνιστά ικανοποιητική, γι΄ αυτό το στάδιο, μαρτυρία, για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος κρίνω ότι είναι τα ακόλουθα: (α) δημοσιεύει (β) θέμα (γ) αισχρόν. Κρίνω ορθό να ασχοληθώ πρώτα με όλα όσα η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι συνιστούν πολλαπλότητα και καθιστούν την κατηγορία ελαττωματική. Είμαι της γνώμης πως η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χαρ. Παντελή κ.α
(1990)2 ΑΑΔ 273, είναι καθ΄ όλα κατατοπιστική ως προς το τι συνιστά δημοσίευση και εάν τα αναφερόμενα στο εδάφιο
(3)του άρθρου 2 του νόμου, δημιουργούν διαφορετικά αδικήματα. Εκεί οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν για 'παράνομη πώληση αισχρού θέματος'. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν οι κατηγορούμενοι είναι άγνωστο στο νόμο εφόσον ό,τι συνιστά αδίκημα είναι η δημοσίευση αισχρού θέματος και όχι η πώληση αφεαυτή. Περαιτέρω, αναφέρθηκε εκεί ότι η δημοσίευση συντελείται με ένα ή περισσότερους από τους διαζευκτικούς τρόπους που προσδιορίζει το άρθρο 2
(3)του νόμου, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η πώληση. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η θέση της υπεράσπισης πως το άρθρο 2
(3)του νόμου δημιουργεί διαφορετικά αδικήματα, είναι εσφαλμένη. Το αδίκημα είναι ένα μόνο. Φέρει δε τα συστατικά στοιχεία που προανέφερα, ένα εκ των οποίων (δημοσιεύει), συντελείται με διαφορετικούς και διαζευκτικούς τρόπους. Ως εκ τούτου, συμπερίληψη στις λεπτομέρειες του αδικήματος πέραν του ενός από τους διάφορους τρόπους δημοσίευσης, δεν συνιστά πολλαπλότητα αλλά διαδικασία καθ΄ όλα επιτρεπτή (βλ. Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 399, 403 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρονικόλα
(1990)2 ΑΑΔ 480, 483). Η εισήγηση της υπεράσπισης περί πολλαπλότητας επεκτάθηκε όμως και στον αριθμό των αισχρών θεμάτων που αφορά η κατηγορία. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, παρότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος δεν εξειδικεύουν το αισχρό θέμα που δημοσιεύθηκε, το μαρτυρικό υλικό αποκαλύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή εδράζεται σε δύο θέματα, και συνεπώς η συμπερίληψη τους σε μια κατηγορία καθιστά τούτην ελαττωματική λόγω πολλαπλότητας. Αξίζει κατ΄αρχάς να λεχθεί εδώ ότι πολλαπλότητα υφίσταται τόσο όταν στο κατηγορητήριο αναφέρονται πέραν του ενός αδικήματα, όσο και εκεί όπου συσχετισμός της προσαχθείσας μαρτυρίας με το κατηγορητήριο αναδεικνύει διάπραξη περισσότερων του ενός (βλ. Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, 21 και Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249, 265). Στη δοσμένη περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής θέλει τον κατηγορούμενο να σχετίζεται με δύο από τις σελίδες της επίδικης εφημερίδας. Τούτες είναι οι σελίδες 1 και 11. Το δε αντικείμενο τούτων δεν φαίνεται να είναι κοινό και ούτε η μια σελίδα παραπέμπει στην άλλη. Είναι σε αυτούς τους λόγους που η υπεράσπιση έδρασε την εισήγηση της ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice (βλ. 33η έκδοση και έκδοση 2007), λεπτομέρειες κατηγορίας δυνάμει του άρθρου 2
(1)του νόμου Obscene Publications Act 1959, οι διατάξεις του οποίου είναι πανομοιότυπες με το νόμο 35/63, δεν περιορίζονται μόνο σε παράθεση λεπτομερειών του αδικήματος αλλά επεκτείνονται και σε λεπτομέρειες του αισχρού θέματος. Εάν μάλιστα το θέμα αφορά βιβλίο, πρέπει να παρατίθενται ο τίτλος του βιβλίου και ο αριθμός της σελίδας και της γραμμής στην οποία εντοπίζεται η αρχή και το τέλος του κατ΄ ισχυρισμό αισχρού θέματος. Παρ΄ όλα αυτά το ίδιο σύγγραμμα (έκδοση 2007) στην παράγραφο 31-64 αναφέρει ότι· 'When applying the statutory test (δηλαδή κατά πόσο είναι αισχρό) to novels, it is proper to judge the book as a whole rather than apply the test in isolation to selected passages: see R. v. Renguin Books Ltd
(1961)Crim. L. R. 176 and R. v. Calder and Boyars Ltd ante. In R v. Anderson, ante, a direction that the jury should consider a magazine as a whole was held to be wrong. Where the court is considering an article comprising a number of distinct items (e.g. a magazine) the proper view of obscenity under section 1 of the 1959 Act is to apply the test to the individual items in question. If the test shows one item to be obscene, that is enough to make the whole article obscene. It is for the judge to decide as a matter of law whether an article is capable of being treated as distinct items: R. v. Goring
(1999)Crim. L. R. 670'. Τα πιο πάνω μπορεί μεν να αφορούν τη διαδικασία που ακολουθείται όταν αντικείμενο εξετάζεται ως προς το κατά πόσο είναι αισχρό, έχουν όμως και εδώ τη δική τους σημασία. Η αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα ότι εάν ένα αντικείμενο (item) που συμπεριλαμβάνεται σε περιοδικό κρίνεται αισχρό είναι αρκετό για να καταστεί το σύνολο του θέματος (article) αισχρό, αναδεικνύει, εμμέσως, ότι ως θέμα εκλαμβάνεται αυτό καθεαυτό το περιοδικό και ως εκ τούτου συμπερίληψη όλων των διαφορετικών αντικειμένων του περιοδικού σε μια μόνο κατηγορία, δεν συνιστά πολλαπλότητα. Είμαι περαιτέρω της γνώμης πως ανάλογης προσέγγισης χρήζει και η εφημερίδα, εφόσον το περιεχόμενό της, δηλαδή η αυτοτέλεια των δημοσιευμάτων που την αποτελούν, συγγενεύει περιοδικού και όχι βιβλίου. Περαιτέρω, σχετική είναι και η υπόθεση R. v. Bristol Crown Court, Ex parte Willets
(1985)Crim. L. R. 219 όπου ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι δημοσίευσε αισχρό θέμα, δηλαδή πέντε βιντεοταινίες. Σε εισήγηση των συνηγόρων του περί πολλαπλότητας το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court) απεφάσισε ότι εφόσον το κατηγορητήριο αφορούσε μια ποινικά κολάσιμη πράξη, ήτοι· κατοχή αισχρού θέματος για δημοσίευση με σκοπό το κέρδος, η κατηγορία δεν έπασχε από πολλαπλότητα (since the information charged only one criminal activity, namely, having obscene articles for publication for gain, it was not bad for duplicity). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζω όλα όσα περαιτέρω λέχθηκαν στην πιο πάνω απόφαση, είτε υπό μορφή εισήγησης του Δικαστηρίου (per curiam), είτε ως σχόλια από τον εκδότη του συγγράμματος όπου συμπεριλήφθηκε η απόφαση. Τα σχετικά αποσπάσματα αναφέρουν ότι· «Per curiam, on the trial on indictment of a charge alleging the possession for publication for gain of a number of obscene articles, the prosecution would be advised to charge each article in a separate count. If they were charged in a single count the jury would be entitled to convict even though they were satisfied that not every article was obscene for the purpose of making forfeiture orders. The use of special verdicts in such circumstances was to be deprecated. [Reported by Isobel Collins, Barrister.] Commentary. By way of exception to the general rule against duplicity it is permissible to charge a number of separate offences in one count provided that the charges are conjunctive as opposed to in the alternative, and the acts are so closely bound together that they can fairly be said to constitute a single activity: Jones
(1974)59 Cr. App. R. 120». Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι· αφενός μεν εκεί όπου δύο ή περισσότερες άνομες ενέργειες είναι στενά συνδεδεμένες σε χρόνο διάπραξης, συμπερίληψη τους στην ίδια κατηγορία είναι επιτρεπτή. Αφετέρου, κατηγορία η οποία αφορά δημοσίευση αισχρού θέματος είναι ορθότερο να έχει ως αντικείμενο ένα θέμα. Εντούτοις, συμπερίληψη περισσότερων θεμάτων σε μια κατηγορία δεν την καθιστά, δίχως άλλο, ελαττωματική λόγω πολλαπλότητας. Τέλος, περιοδικό και κατ΄ επέκταση εφημερίδα, συνιστά ένα θέμα το οποίο αποτελείται από διάφορα αντικείμενα. Ως εκ τούτου, η συμπερίληψη διάφορων αντικειμένων του εν λόγω θέματος σε μια κατηγορία δεν συνιστά πολλαπλότητα. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε και η δεύτερη θέση της υπεράσπισης ευσταθεί, εφόσον η εφημερίδα είναι ό,τι συνιστά αισχρό θέμα και όχι η κάθε σελίδα ή το κάθε δημοσίευμα ξεχωριστά. Ας σημειωθεί εδώ πως κατά τη διερεύνηση όλων των πιο πάνω δεν παραγνώρισα ότι στην προκείμενη περίπτωση οι λεπτομέρειες της κατηγορίας δεν εξειδικεύουν το μέρος του θέματος που θεωρείται αισχρό. Παρόλα αυτά, ούτε και η υπεράσπιση αποτάθηκε, ως δικαιούτο, για περαιτέρω λεπτομέρειες (βλ. Kannas v. Police
(1968)2 CLR 29). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω επανέρχομαι στο μαρτυρικό υλικό της παρούσης. Είναι γεγονός πως καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είτε εκτύπωσε είτε πωλούσε την εφημερίδα και δη με σκοπό το κέρδος. Παρόλα αυτά κρίνω πως η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ, εφόσον δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι απέστειλε την εφημερίδα στο τυπογραφείο. Η εν λόγω αναφορά κρίνω ότι αποδεικνύει πως ο κατηγορούμενος δημοσίευσε το εν λόγω θέμα, υπό την έννοια ότι κυκλοφόρησε ή έδωσε το επίδικο θέμα σε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή στο τυπογραφείο με οδηγίες εκτύπωσης και διανομής. Η πιο πάνω διαπίστωση αποκαλύπτει όμως ένα μόνο γεγονός. Τούτο είναι πως το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύει την κατηγορία, όχι όμως με τις λεπτομέρειες αδικήματος που σήμερα φαίνονται στο κατηγορητήριο. Τέτοια όμως διαπίστωση θέλει το κατηγορητήριο να είναι ελαττωματικό (βλ. Leonidou v. The Police
(1987)2 CLR 96). Ένεκα όλων των πιο πάνω προβληματίστηκα κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο όπως σε αυτό το στάδιο εκδώσω διάταγμα τροποποίησης των λεπτομερειών του αδικήματος δια απαλείψεως της φράσης 'δηλαδή με σκοπό το κέρδος εκτύπωσε και πωλούσε', και αντικατάστασής της με τη φράση 'δηλαδή έδωσε και κυκλοφόρησε', ούτως ώστε κατηγορία και μαρτυρικό υλικό να συνάδουν. Καθοδήγηση εν προκειμένω άντλησα από τις αποφάσεις Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χαρ. Παντελή (πιο πάνω). Σε αυτή την τελευταία απόφαση, τα γεγονότα της οποίας έχω ήδη αναφέρει, λέχθηκε ότι∙ 'Αδιαμφισβήτητα, η κατηγορία θα μπορούσε να είχε τροποποιηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, πράγμα που δεν έγινε' (βλ. σελ. 277 απόφασης). Καταλήγω συνεπώς ότι, υπό τις περιστάσεις, τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος είναι απολύτως απαραίτητη. Περαιτέρω, κρίνω πως τυχόν τροποποίηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, έχοντας κατά νου και το δικαίωμα επανακλήτευσης μάρτυρα, (βλ. άρθρο 84, Κεφ. 155), δεν θέτει σε δυσμένεια τον κατηγορούμενο και την υπεράσπισή του. Ως εκ των πιο πάνω εκδίδω διάταγμα τροποποίησης των λεπτομερειών του αδικήματος της κατηγορίας. Κατόπιν τούτου οι λεπτομέρειες έχουν ως ακολούθως: O κατηγορούμενος την 29η Σεπτεμβρίου 2007 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας δημοσίευσε αισχρό θέμα, δηλαδή έδωσε και κυκλοφόρησε την εφημερίδα με την ονομασία «ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν», τεύχος αριθμός 9, ημερομηνίας 29.09.07, της οποίας το θέμα ήταν αισχρό σε βαθμό που η επίδραση του να έτεινε στην εξαχρείωση ή διαφθορά των προσώπων τα οποία υπό τις περιστάσεις πιθανόν να την διαβάσουν και δουν. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο