CKM Microsat Internet Technology Ltd ν. GCFAP Co Limited κ.α., Υπόθεση αρ: 36875/07, 25 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 36875/07 C.K.M Microsat Internet Technology Ltd εναντίον
- G.C.F.A.P. & Co Limited
- Μαγδαληνής Λειβαδιώτη
- Eric John Wakeman Κατηγορουμένων ----------------------------------- 25 Φεβρουαρίου,
- Γ.Θ. Κούμα, για την παραπονουμένη. Χρ. Μάγος, για τους κατηγορουμένους αρ. 1, 2 και
- Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες. Απόφαση Η κατηγορουμένη αρ. 1, ένα νομικό πρόσωπο όπως δηλώνει η επωνυμία της, διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής όπως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ομοίως και οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, οι οποίοι διώκονται ως συνεργοί. Προέκυψε, κατά την ακροαματική διαδικασία, πως οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 υπήρξαν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι μόνοι αξιωματούχοι της κατηγορουμένης αρ. 1 και διώκονται γιατί τη συνέδραμαν στην αδικοπραγία (άρθρα 305Α
(2)και 20 του Κεφ. 154). Όπως καταγράφεται στις λεπτομέρειες, κατά ή περί τον Αύγουστο του έτους 2007, η κατηγορουμένη αρ. 1 εξέδωσε, επί του οργανισμού «Λαϊκή Τράπεζα Λτδ», την επιταγή υπ' αριθμόν 04293042 για το ποσόν των Λ.Κ. 5.225,47 και πληρωτέα στις 31.8.07 (1η κατηγορία) και την επιταγή υπ' αριθμόν 04293043 για το ποσόν των Λ.Κ. 5.000 και πληρωτέα στις 15.9.07 (3η κατηγορία) (εφεξής «οι επιταγές»). Οι επιταγές εξεδόθηκαν στο όνομα «MICROSAT», όμως, προς αποκλειστικό όφελος της παραπονουμένης. Η παραπονουμένη, η οποία είναι γνωστή και συναλλάσσεται, στο ευρύ και εμπορικό κοινό, ως «MICROSAT», είναι η μόνη δικαιούχος των επιταγών. Όταν οι επιταγές παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα, δεν εξοφλήθηκαν γιατί είχαν ανακληθεί από την εκδότριά τους. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 συμμετείχαν στην αδικοπραγία γιατί συνέδραμαν ή βοήθησαν ή παρακίνησαν την κατηγορουμένη αρ. 1 στην έκδοση και ανάκληση των επιταγών (2η και 4η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή. Η πορεία αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας κατέτεινε στην απόδειξη διάφορων υπερασπίσεων. Όμως, από τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης των κατηγορουμένων αφ' ότου αυτοί κλήθηκαν σε απολογία, και επί τη βάσει των όσων ο ευπαίδευτος συνήγορός τους ανέφερε με την τελική αγόρευσή του, προκύπτει πως οι υπερασπίσεις περιορίστηκαν στις εξής δύο:
(1)Δεν απεδείχθηκε η πατρότητα της υπογραφής επί των επιταγών.
(2)Η ανάκληση των επιταγών έγινε για εύλογη αιτία εφ' όσον η παραπονουμένη παρέβηκε συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της κατηγορουμένης αρ. 1. Προέχει ο εντοπισμός των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος και των υπερασπίσεων: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 αδίκημα πρόσωπο το οποίο, αφού εξέδωσε επιταγή, στη συνέχεια ανεκάλεσε την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία. Η ανάκληση μπορεί να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημέρα που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ' όσον αυτός επικαλεστεί, εντός του καθορισθέντος νομοθετικού πλαισίου, και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του [N.C. Diamonds Co, Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, 768-9]. Η έννοια του όρου «εύλογη αιτία» συνδέεται με αυτήν του όρου «καλή πίστη». Έτσι, όσον αφορά στην ουσία της υπεράσπισης που καθιερώνεται δια της επιφύλαξης του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154, ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθησή του αυτή υπήρξε εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το επίπεδο απόδειξης της εύλογης αιτίας, όπως άλλωστε και το επίπεδο απόδειξης κάθε υπεράσπισης, είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (δείτε N.C. Diamonds Co, Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Περαιτέρω, την υπεράσπιση αυτή δύναται να την επικαλεσθεί ο εκδότης της επιταγής μόνον εφ' όσον, κατά ή πριν από την παρουσίασή της για εξόφληση, αυτός παρέθεσε γραπτώς στην τράπεζα, επί της οποίας η επιταγή εξεδόθηκε, το λόγο για την ανάκληση. Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά είναι και η απόδειξη της ένοχης διάνοιάς του (mens rea). Έτσι, για να αποδειχθεί η ευθύνη του συνεργού πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη διάνοιά του σε σχέση (α) με την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση, (β) στη διάπραξη αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του [Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ 261, 266 επ]. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της ανάκλησης εκδοθείσας επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ένοχη σκέψη σχετιζομένη με τις ένοχες πράξεις. Ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων [Halsbury´s, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249, 271]. Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τέλος, επειδή τα νομικά πρόσωπα, κατ' αρχήν, σκέφτονται και ενεργούν δια των αξιωματούχων τους [Bolton (Engineering) Co. Graham
(1957)1 Q.B. 159, 172 και Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 39th edition, 1979, σελ. 8023-3] η τυχόν αδικοπραγία εκ μέρους τους θα εντοπισθεί, κατ' αρχήν, στις σκέψεις και τις ενέργειες των φυσικών προσώπων που κατέχουν τέτοιες θέσεις. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν οι Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής (Μ.Κ.1) και Κωνσταντίνος Μούντουκος (Μ.Κ.4), μόνοι διευθυντές της παραπονουμένης, και οι τραπεζικοί υπάλληλοι Αριστοτέλης Στυλιανού (Μ.Κ.2) και Σάββας Κασέλας (Μ.Κ.3). Οι υπερασπίσεις προωθήθηκαν με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και με την κατάθεση του Σάββα Θούπου (Μ.Υ.1), ο οποίος ασχολείται επαγγελματικά με την εγκατάσταση, επιδιόρθωση και συντήρηση συστημάτων πληροφορικής, και του Στέλιου Μιχαηλίδη (Μ.Υ.2), συζύγου της κατηγορουμένης αρ. 2. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 επέλεξαν, ως εδικαιούντο [Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129], να μην προβούν σε ένορκη κατάθεση. Επιπλέον των όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες κατέθεσαν και σωρεία εγγράφων. Κάποια από αυτά αποδεικνύονται χρήσιμα για την αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ακολουθεί σύνοψη της εκατέρωθεν μαρτυρίας: Ο Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής δήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πως το καλοκαίρι του έτους 2006, ο ίδιος και ο συνέταιρός του Κωνσταντίνος Μούντουκος (Μ.Κ.4), συναντήθηκαν στο εστιατόριο «Λεμεσιανές Βραδιές» που ευρίσκεται στη Λεμεσό («το εστιατόριο») με τον κατηγορούμενο αρ. 3 και το Στέλιο Μιχαηλίδη (Μ.Υ.2), σύζυγο της κατηγορουμένης αρ.
- Στο εστιατόριο αυτό είχε συμφέροντα η κατηγορουμένη αρ. 1, της οποίας μόνοι διευθυντές ήσαν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και
- Επειδή ο κατηγορούμενος αρ. 3 και ο Στέλιος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2) επιθυμούσαν την εγκατάσταση, στο εστιατόριο, ενός λογισμικού συστήματος, συνήφθηκε, στις 12.9.06, μεταξύ της παραπονουμένης και της κατηγορουμένης αρ. 1 μια γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 2). Η συμφωνία αυτή προέβλεπε πως η παραπονουμένη θα σχεδίαζε, θα προμήθευε και θα εγκαθιστούσε στο εστιατόριο ένα ολοκληρωμένο λογισμικό σύστημα έναντι του ποσού των Λ.Κ. 10.938,
- Συμφωνήθηκε, επίσης, πως για τυχόν πρόσθετες εργασίες η παραπονουμένη θα εξέδιδε ξεχωριστά τιμολόγια. Η συνεννόηση, εν σχέσει με την εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 12.9.06 (τεκμήριο 2), γινόταν μέσω του κατηγορουμένου αρ.
- Αυτός έδιδε τις σχετικές οδηγίες. Το Μάιο του έτους 2007 η παραπονουμένη εξεπλήρωσε επιτυχώς όλες τις συμβατικές τις υποχρεώσεις. Όμως, η κατηγορουμένη αρ. 1 δεν έπραξε το ίδιο. Μετά από επανειλημμένες οχλήσεις, τον Αύγουστο του ιδίου έτους, ο κατηγορούμενος αρ. 3 συνεπλήρωσε ενώπιόν του και του παρέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές. Αυτές ήσαν εκ των προτέρων υπογεγραμμένες από την κατηγορουμένη αρ.
- Στην ερώτησή του γιατί οι επιταγές ήσαν υπογεγραμμένες από την κατηγορουμένη αρ. 2, ο κατηγορούμενος αρ. 3 απάντησε πως αυτή χειριζόταν τους λογαριασμούς της κατηγορουμένης αρ.
- Περαιτέρω, ο Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής (Μ.Κ.1) δήλωσε πως την ημέρα της κατάθεση των επιταγών για εξαργύρωση πληροφορήθηκε για την ανάκλησή τους. Τότε επεκοινώνησε τηλεφωνικώς με τους κατηγορουμένους οι οποίοι του ανέφεραν πως δεν διέθεταν χρήματα και πως μόλις ελάμβαναν κάποια χρήματα που ανέμεναν θα εξοφλούσαν τις επιταγές. Αυτό δεν έγινε ποτέ παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τους κατηγορουμένους. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθηκε στο Χρυσόστομο Χατζηκωνσταντή (Μ.Κ.1) πως η κατηγορουμένη αρ. 2 δεν υπέγραψε τις επιταγές. Ο Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής (Μ.Κ.1) επέμεινε στο αντίθετο και επανέλαβε πως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ. 3 τον πληροφόρησε για το γεγονός πως τις επιταγές τις υπέγραψε η κατηγορουμένη αρ.
- Προσέθεσε πως μπορεί να αναγνωρίζει την υπογραφή της κατηγορουμένης αρ. 2 γιατί την είδε να υπογράφει τιμολόγια που εξέδιδε η παραπονουμένη προς την κατηγορουμένη αρ.
- Ο Αριστοτέλης Στυλιανού (Μ.Κ.2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Λαϊκή Τράπεζα Λτδ», δήλωσε πως η κατηγορουμένη αρ. 1 είναι πελάτης της τράπεζας αυτής και διατηρεί το λογαριασμό υπ' αριθμόν 123-11-
- Τον Αύγουστο του έτους 2007 δικαίωμα υπογραφής των επιταγών που εξέδιδε η κατηγορουμένη αρ. 1 από το λογαριασμό αυτό είχε μόνον η διευθύντριά της, κατηγορουμένη αρ.
- Μόνον η υπογραφή αυτής ευρίσκεται επί του σχετικού εντύπου της τράπεζας (τεκμήριο 15). Ο έτερος διευθυντής της κατηγορουμένης αρ. 1, ο κατηγορούμενος αρ. 3 δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Όμως, ο κατηγορούμενος αρ. 3, όπως άλλωστε και η κατηγορουμένη αρ. 2, ενδιαφερόντουσαν και ενημερωνόντουσαν, από τον ίδιο, για την πορεία του λογαριασμού υπ' αριθμόν 123-11-
- Περαιτέρω, ο Αριστοτέλης Στυλιανού δήλωσε πως δεν είναι γραφολόγος, όμως, αναγνωρίζει πως η υπογραφή επί των επιταγών (τεκμήρια 10 και 11) είναι της κατηγορουμένης αρ. 2 επειδή η υπογραφή αυτή προσομοιάζει με το δείγμα υπογραφής που η κατηγορουμένη αρ. 2 έδωσε στην τράπεζα για σκοπούς ελέγχου (τεκμήριο 17). Πριν προβεί στην εξαργύρωση οιασδήποτε επιταγής ελέγχει πάντα την υπογραφή που αυτή φέρει μέσω του δείγματος υπογραφής που κατέχει η τράπεζα. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πως η κατάσταση του κρίσιμου λογαριασμού της κατηγορουμένης αρ. 1 δείχνει πως κατά την περίοδο από τις 31.8.07 έως και τις 25.9.07 (των δύο ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων) δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξαργύρωση των επιταγών (τεκμήριο 14). Ο Σάββας Κασέλας (Μ.Κ.3) δήλωσε πως είναι υπάλληλος του οργανισμού «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας». Αυτή αποτελεί περιφερειακή συνεργατική εταιρεία στην οποίαν μετέχει και η «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λυμπιών». Η παραπονουμένη, πελάτης της «Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λυμπιών», κατέθεσε, το πρωί της 20.9.09 και ώραν 7:37, τις επιταγές στο λογαριασμό της υπ' αριθμόν 4000661-2 (τεκμήριο 20). Αυτές, όμως, επεστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν γιατί είχαν ανακληθεί (τεκμήριο 21). Ο Σάββας Κασέλας (Μ.Κ.3) διευκρίνισε πως, παρά το ότι οι επιταγές αναφέρουν ως δικαιούχο τη «MICROSAT», έγινε δεκτή η κατάθεσή τους στο λογαριασμό της παραπονουμένης γιατί πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Το όνομα «MICROSAT» είναι μικρό και εύχρηστο και αυτό χρησιμοποιείται στην τραπεζική πρακτική αντί του πλήρους ονόματος της παραπονουμένης. Και στο παρελθόν έγινε δεκτή η κατάθεση, στο λογαριασμό της παραπονουμένης, επιταγών που ανέγραφαν, ως δικαιούχο, την «MICROSAT». Ο Κωνσταντίνος Μούντουκος (Μ.Κ.4), ο δεύτερος διευθυντής της παραπονουμένης, επιβεβαίωσε ενόρκως την ουσία όλων όσων ανέφερε ο Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής (Μ.Κ.1). Προσέθεσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, και επέμεινε, κατά την αντεξέταση, πως μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια κατάθεσης των επιταγών στο λογαριασμό της παραπονουμένης, επεκοινώνησε ο ίδιος τηλεφωνικώς με την κατηγορουμένη αρ.
- Αυτή παρεδέχθηκε πως η ίδια εξέδωσε και η ίδια ανεκάλεσε τις επιταγές. Ο Σάββας Θούπου (Μ.Υ.1) δήλωσε πως επιθεώρησε το λογισμικό σύστημα το οποίο η παραπονουμένη τοποθέτησε στο εστιατόριο και εντόπισε κάποιες κακοτεχνίες και κάποια προβλήματα στη λειτουργία του. Όμως, δεν επρόκειτο για κάτι σοβαρό ούτε για κάτι το οποίο δεν μπορούσε να διορθωθεί. Πιστεύει πως η παραπονουμένη έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να διορθώσει αυτές τις κακοτεχνίες και τα προβλήματα εύκολα. Ο Στέλιος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2), σύζυγος της κατηγορουμένης αρ. 2, δήλωσε απερίφραστα τα εξής: Αφού ο ίδιος, η σύζυγός του και ο κατηγορούμενος αρ. 3 διεπίστωσαν την εκ μέρους της παραπονουμένης παράβαση της συμφωνίας περί σχεδιασμού, προμήθειας και εγκατάστασης λογισμικού συστήματος στο εστιατόριο, συνεβουλεύθηκαν δικηγόρο. Αυτός τους είπε να προβούν σε ανάκληση των επιταγών. Συμφώνησαν με τη συμβουλή αυτή και, πράγματι, η κατηγορουμένη αρ. 2 έδωσε γραπτή εντολή για την ανάκληση των επιταγών. Μεταξύ των εγγράφων που κατετέθηκαν ως τεκμήρια περιλαμβάνονται: (α) η επιταγή υπ' αριθμόν 04293042, η οποία εξεδόθηκε από την κατηγορουμένη αρ. 1, επί του λογαριασμού υπ' αριθμόν 123-11-008402 στον οργανισμό «Laiki Bank», για το ποσόν των Λ.Κ. 5.225,47, πληρωτέα στις 31.8.07 (τεκμήριο 10), (β) η επιταγή υπ' αριθμόν 04293043, η οποία εξεδόθηκε ως και η προηγουμένη, για το ποσόν των Λ.Κ. 5.000, πληρωτέα στις 16.9.07 (τεκμήριο 11), (γ) κατάσταση του λογαριασμού της κατηγορουμένης αρ. 1 στον οργανισμό «Marfin Popular Bank Public Ltd» υπ' αριθμόν 123-11-008402, η οποία παρουσιάζει αυτόν να έχει μεγάλο χρεωστικό υπόλοιπο καθ' όλην τη διάρκεια της περιόδου από τις 14.2.07 έως και τις 31.12.07 (τεκμήριο 12), (δ) τραπεζικό έντυπο ημερ. 20.9.06 (τεκμήριο 15) στο οποίο αναφέρεται πως για το λογαριασμό της κατηγορουμένης αρ. 1 στη «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ» δικαίωμα υπογραφής είχε μόνον η κατηγορουμένη αρ. 2, το οποίο περιέχει δείγμα της υπογραφής αυτής καθώς και την υπογραφή του Αριστοτέλη Στυλιανού (Μ.Κ.2), (ε) έγγραφο με δείγμα υπογραφής της κατηγορουμένης αρ. 2 εν σχέσει με το λογαριασμό υπ' αριθμόν 123-11-008402 (τεκμήριο 17), (στ) απόδειξη υπ' αριθμόν 05552 του οργανισμού «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λυμπιών», η οποία παρουσιάζει την κατάθεση, στις 20.9.07 και ώραν 7:35, των επιταγών στο λογαριασμό υπ' αριθμόν 4000661-2, τον οποίο διατηρούσε η παραπονουμένη στον οργανισμό αυτό (τεκμήριο 21), (ζ) κατάσταση του προαναφερθέντος λογαριασμού υπ' αριθμόν 4000661-2, η οποία παρουσιάζει πως στις 27.9.07 οι επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν, (η) δύο τραπεζικά έντυπα, ημερ. 25.9.07, δια των οποίων η κατηγορουμένη αρ. 1 δίδει εντολή για την ανάκληση των επιταγών, επικαλουμένη την παράβαση συμφωνίας (τεκμήρια 18 και 19). Έχω μελετήσει με προσοχή τα ενώπιόν μου δεδομένα και έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενόσω κατέθεταν. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας υπήρξαν ειλικρινείς και πως μόνος σκοπός τους ήταν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να αποκαλύψει τα ουσιώδη γεγονότα. Ο λόγος τους υπήρξε άμεσος, σταθερός, με λογική συνοχή και σύμφωνος με τα όσα η έγγραφη μαρτυρία δηλώνει. Η πεποίθησή μου είναι ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είναι πρόσωπα αξιόπιστα. Όσον αφορά στην κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Σάββα Θούπου (Μ.Υ.1) παρατηρώ πως αυτή υπήρξε αχρείαστη, εφ' όσον, όπως εξηγείται κατωτέρω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας δεν δύναται να προβληθεί στην παρούσα υπόθεση. Τέλος, ο μάρτυρας υπεράσπισης Στέλιος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2) επιβεβαίωσε πως την απόφαση για την ανάκληση των επιταγών έλαβαν και οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, η δε κατηγορουμένη αρ. 2 έδωσε και τις σχετικές γραπτές εντολές προς την τράπεζα. Την αξιοπιστία των δηλώσεων αυτών του Στέλιου Μιχαηλίδη (Μ.Υ.2) δεν έχω λόγο να την αμφισβητώ. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω όλα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και όλα όσα η έγγραφη μαρτυρία δηλώνει, τα οποία άλλωστε σκιαγραφούνται πιο πάνω, καταλήγω πως έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα εξής γεγονότα: Στα πλαίσια της επαγγελματικής της συνεργασίας με την παραπονουμένη, η οποία είναι γνωστή στο ευρύ και εμπορικό κοινό ως «MICROSAT», η κατηγορουμένη αρ. 1 εξέδωσε προς αποκλειστικό όφελός της τις επίδικες επιταγές: Πρόκειται για την επιταγή υπ' αριθμόν 04293042 για το ποσόν των Λ.Κ. 5.225,47 (τεκμήριο 10), και για την επιταγή υπ' αριθμόν 04293043 για το ποσόν των Λ.Κ. 5.000 (τεκμήριο 10). Οι επιταγές εξεδόθηκαν επί του οργανισμού «Λαϊκή Τράπεζα» και από το λογαριασμό υπ' αριθμόν 123-11-008402, του οποίου δικαιούχος ήταν η κατηγορουμένη αρ.
- Αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής, εν σχέσει με το λογαριασμό αυτό, είχε η κατηγορουμένη αρ. 2, ως διευθύντρια της κατηγορουμένης αρ.
- Η κατηγορουμένη αρ. 2 συνέδραμε την κατηγορουμένη αρ. 1 να εκδώσει τις επίδικες επιταγές εφ' όσον αυτή τις υπέγραψε. Ο κατηγορούμενος αρ. 3, επίσης διευθυντής της κατηγορουμένης αρ. 1, τη συνέδραμε να εκδώσει τις επιταγές εφ' όσον αυτός τις συμπλήρωσε και τις παρέδωσε στο Χρυσόστομο Χατζηκωνσταντή, διευθυντή της παραπονουμένης. Οι επίδικες επιταγές, παρουσιασθείσες στο τραπεζικό οργανισμό «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λυμπιών», στις 24.9.07 και ώραν 7:37, δεν εξοφλήθηκαν γιατί ανεκλήθηκαν δια γραπτών εντολών της κατηγορουμένης αρ. 1 στις 25.9.
- Η κατηγορουμένη αρ. 2 συνέδραμε την κατηγορουμένη αρ. 1 στην ανάκληση των επιταγών εφ' όσον αυτή απεφάσισε κάτι τέτοιο και εφ' όσον αυτή υπέγραψε τη σχετική εντολή προς την τράπεζα. Ο κατηγορούμενος αρ. 3 συνέδραμε την κατηγορουμένη αρ. 1 στην ανάκληση των επιταγών εφ' όσον αυτός απεφάσισε κάτι τέτοιο. Οι επιταγές παραμένουν, έως και σήμερα, απλήρωτες. Σημειώνω πως όσον αφορά στην πατρότητα της υπογραφής επί των επιταγών δέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα όσα σχετικά ανέφερε ο Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντής (Μ.Κ.1). Ο μάρτυρας αυτός, αφού επιθεώρησε τις επιταγές βεβαιώνει πως η υπογραφή επί αυτών είναι της κατηγορουμένης αρ.
- Το γεγονός πως οι επιταγές δεν υπεγράφηκαν στην παρουσία του Χρυσόστομου Χατζηκωνσταντή (Μ.Κ.1) καθώς και το γεγονός πως αυτός δεν είναι γραφολόγος, δεν του στερεί τη δυνατότητα να παράσχει αξιόπιστη μαρτυρία για την πατρότητα της υπογραφής. Ο μάρτυρας αυτός εδήλωσε πως είναι σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή της κατηγορουμένης αρ. 2 αφού αυτή υπέγραψε ενώπιόν του τιμολόγια εκ μέρους της κατηγορουμένης αρ. 1 [Μακαρίου ν. Τσιμεντοποιίας Βασιλικού
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ 398, 406]. Τη βεβαιότητα του Χρυσόστομου Χατζηκωνσταντή (Μ.Κ.1) περί της πατρότητας της υπογραφής στις επίδικες επιταγές ενισχύουν και τα όσα δήλωσε ο Αριστοτέλης Στυλιανού (Μ.Κ.2). Εν πάση περιπτώσει, ουδείς των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 δήλωσε το αντίθετο, είτε με ένορκη κατάθεση είτε με κατάθεση ανωμοτί ενώπιον του Δικαστηρίου. Και ούτε ο Στέλιος Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2) προέβηκε σε οποιαδήποτε σχετική δήλωση. Ο τελευταίος περιορίσθηκε να επιβεβαιώσει το ουσιώδες, για την ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, γεγονός πως αυτοί έλαβαν την απόφαση για την ανάκληση των επιταγών. Επιβεβαίωσε, επίσης, το ουσιώδες, για την ευθύνη της συζύγου του, γεγονός πως αυτή έδωσε και τις γραπτές οδηγίες για την ανάκληση. Περαιτέρω, παρατηρώ, συμμεριζομένη το σχετικό εύστοχο επιχείρημα του κ. Κούμα, πως εάν πράγματι ήταν αληθής η θέση της πλευράς των κατηγορουμένων πως τις επιταγές δεν τις υπέγραψε η κατηγορουμένη αρ. 2, το ελάχιστο που θα ανέμενε κάποιος είναι να αναφερθεί το γεγονός αυτό στα σχετικά έντυπα ανάκλησης. Υπενθυμίζω πως στις σχετικές γραπτές εντολές (τεκμήρια 18 και 19), ως λόγος ανάκλησης καταγράφεται μόνον η παράβαση σύμβασης (breach of contract). Τα γεγονότα που διαπιστώνονται ως ανωτέρω επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τόσον την αντικειμενική όσον και την υποκειμενική υπόσταση των διαγραφομένων, από τα άρθρα 305Α
(2)και 20 του Κεφ. 154, αδικημάτων. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση των δραστών, παρατηρώ πώς αυτή προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων και της συμπεριφοράς τους (Halsbury´s Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ. Ακκελίδου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249, 270 επ. και Αθανασίου ν Αστυνομίας
(2006)- Α.Α.Δ 367, 371-2). Εν προκειμένω, η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων δεν αίρεται με την επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία. Οι κατηγορούμενοι επικαλούνται την υπεράσπιση αυτή εκτός του καθορισθέντος νομοθετικού πλαισίου εφ' όσον αυτοί ειδοποίησαν γραπτώς την αρμόδια τράπεζα για την ανάκληση και για το λόγο της μετά από την παρουσίαση των επιταγών για πληρωμή. Υπενθυμίζω πως οι επιταγές παρουσιάσθηκαν για πληρωμή στη «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λυμπιών» στις 20.9.07 και ώραν 7:37 ενώ οι γραπτές εντολές για την ανάκλησή τους φέρουν ημερομηνία 25.9.
- Παραθέτω αυτούσια τη νομοθετική διάταξη που καθιερώνει την υπεράσπιση της ανάκλησης επιταγής για εύλογη αιτία: «Νοείται ότι για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Την κατά γράμμα, περιοριστική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης επιβάλλει ο χαρακτήρας της ως ποινικής [Eurofreight Logistics Ltd ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ 29, 35]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπόθεση επιτυγχάνει. Η κατηγορουμένη αρ. 1 κρίνεται ένοχη στην 1η και την 3η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες αρ. 2 και 4. (Υπ) ........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο