← Κύπρος

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, , 25.2.2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, , 25.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:5 ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε ποινή σήμερα, 25.2.2010, στην υπόθεση 8189/09, σε πατέρα ηλικίας 52 ετών σε κατηγορίες βιασμών, άσεμνων επιθέσεων, και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων τα οποία διέπραξε μεταξύ των ετών 1997 μέχρι και 2003 εναντίον της ανήλικης τότε θυγατέρας του. Επειδή η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών και υπάρχει Διάταγμα του Δικαστηρίου για περιορισμό και κυκλοφορία της ποινής, παρατίθεται πιο κάτω η εν λόγω ποινή με απάλειψη των μερών εκείνων της ποινής που αναφέρονται σε πρόσωπα, χώρους και τοποθεσίες για προστασία του θύματος και του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. « Π Ο Ι Ν Η « Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε συνολικά 15 κατηγορίες οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης (κατηγορίες 1, 2 και 3), βιασμού (κατηγορίες 4, 8 και 12), διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων (κατηγορίες 5, 9 και 13), αιμομιξίας (κατηγορίες 6, 10 και 14) και σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου (κατηγορίες 7, 11 και 15). Παραπονούμενη είναι η θυγατέρα του Κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 1997 και

  1. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων εμφαίνονται αναλυτικά στην καταδικαστική απόφαση μας στην οποία και παραπέμπουμε. Τα παραθέτουμε εδώ συνοπτικά. Η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 19.12.1991 και έχει ακόμη δύο αδελφές, μια μεγαλύτερη από τον πρώτο γάμο του Κατηγορούμενου και μια μικρότερη την από το γάμο του Κατηγορούμενου με τη μητέρα της. Περί της αρχές - μέσα του 1997 όταν η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 5 ½ ετών περίπου και διέμενε με την οικογένεια της στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος της είπε να πάει στο κρεβάτι να ξεκουραστούν και τής ζήτησε να γυμνωθεί και να βγάλει τα ρούχα της. Ο Κατηγορούμενος ξάπλωσε γυμνός στο κρεβάτι και της είπε να καθίσει πάνω του για να της κάνει «αλογάκι χοπ-χοπ-χοπ». Παρόλο το νεαρό της ηλικίας της είχε αντίληψη ότι αυτό το οποίο της ζητούσε ο πατέρας της ήταν κακό και για να τον αποφύγει προφασίστηκε την ύπαρξη μιας αράχνης στο ταβάνι και ότι φοβόταν πάρα πολύ, πλην όμως ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τη φιλά στο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτό να κοκκινίσει από το γένι του, με αποτέλεσμα να της τοποθετήσει παγάκια στο πρόσωπο και να της ζητήσει να μην πει τίποτε στη μητέρα της σε σχέση με το συμβάν αυτό. Η ίδια ένοιωσε απαίσια και διερωτόταν κατά πόσο την αγαπούσε ο πατέρας της. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές είτε ήταν μόνη με τον πατέρα της είτε ακόμη όποτε ξάπλωνε με τους γονείς της στο ίδιο κρεβάτι. Πάντοτε ο Κατηγορούμενος κοιμόταν γυμνός και τριβόταν πάνω της με αποτέλεσμα να εκσπερματώνει στο σώμα της. Η συμπεριφορά αυτή συνεχίστηκε και το έτος 1999, οπόταν και την παρενοχλούσε σχεδόν καθημερινά. Έβαζε τα χέρια του μέσα από τις πιτζάμες της και την χάιδευε στο στήθος και τα γεννητικά της όργανα. Ακόμη και όταν βρισκόταν στο μπάνιο έβρισκε προφάσεις για να την πλησιάσει. Ακόμη και στα ξενοδοχεία που πήγαιναν συνέχιζε την ίδια στάση απέναντι της, ενώ όλα αυτά τα χρόνια ήταν βίαιος μέσα στο σπίτι, έσπαζε πράγματα και επίσης την έδερνε. Το έτος 2002 όταν ήταν σε ηλικία 11 ετών περίπου, άρχισε ξανά να τη χαϊδεύει στα γεννητικά της όργανα και της έβαλε το δάκτυλο του στον κόλπο της, με αποτέλεσμα να δει αίμα. Την πράξη αυτή συνέχισε επανειλημμένα ο Κατηγορούμενος. Όταν βρισκόταν στην πρώτη τάξη του γυμνασίου, το έτος 2003, σε ηλικία δωδεκάμισι ετών περίπου, ο Κατηγορούμενος τη βίασε. Ήταν μόνη με τον Κατηγορούμενο στο σπίτι. Την πίεσε με το ζόρι να πάει στο δωμάτιο του και όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι τής έβγαλε τα ρούχα, στη συνέχεια έβγαλε και ο ίδιος τα δικά του και ξάπλωσε πάνω της. Την πίεζε με τα χέρια και τα πόδια του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κινηθεί. Η ίδια του είπε κλαίγοντας «δεν θέλω» και αυτός συνέχιζε να είναι πάνω της ενώ η ίδια δεν έκανε τίποτα διότι τον φοβόταν. Εξάλλου την κρατούσε και ήταν ακινητοποιημένη. Χωρίς να σταματήσει να τη φιλά και να τη χαϊδεύει σε όλο της το κορμί, μπήκε μέσα της και τη βίασε. Έβαλε το πέος του στον κόλπο της. Ποτέ δε συναίνεσε η Παραπονούμενη σε αυτές τις πράξεις και το λέμε τούτο ως θέμα αντικειμενικής διαπίστωσης και γεγονότος ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 147, Κεφ.
  2. Όταν τελείωσε θυμάται ότι βγήκε από μέσα της κι εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της. Η Παραπονούμενη, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα αφού πονούσε πολύ και έκλαιγε. Αφού πήγε στην τουαλέτα πάλι υπήρχε αίμα στα γεννητικά της όργανα. Ενάμισι ή δύο εβδομάδες μετά επανέλαβε το βιασμό ενώ για τρίτη φορά τη βίασε ξανά μετά από δύο βδομάδες. Την πήρε με τη βία στο κρεβάτι και χωρίς την θέληση της τη βίασε και εκσπερμάτωσε στο κορμί της. Η μητέρα της και η αδελφή της απουσίαζαν από το σπίτι. Σε καμία περίπτωση ο Κατηγορούμενος δεν έκανε χρήση προφυλακτικού. Δεν ανέφερε τίποτε σε κανένα αφού τον φοβόταν ενώ συνέχισε να είναι βίαιος απέναντι της. Αναγκάστηκε να φέρνει συνέχεια φίλες της στο σπίτι και στις διακοπές. Δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία καθότι νόμιζε πως ο πατέρας της είχε ψυχολογικά προβλήματα και δεν αντιλαμβανόταν τι της έκανε όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν βίαιος και τον φοβόταν, ως επίσης υπήρχε και το ενδεχόμενο διάλυσης του γάμου των γονέων της και λυπόταν τη μητέρα της. Όταν σε κάποιο επεισόδιο που έλαβε χώραν σε πάρκο στις 18.12.08 ο Κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη από την Παραπονούμενη που την έβλεπε ερωτικά, τότε σοκαρίστηκε γιατί αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας της δεν είχε ψυχολογικά προβλήματα, όπως η ίδια νόμιζε ή ήθελε να νομίζει για όλα αυτά τα χρόνια, διαπιστώνοντας ότι ήξερε πολύ καλά τι της έκανε. Η Παραπονούμενη νευρίασε πάρα πολύ, έκλαιγε δυνατά, τον ύβριζε και τον ρώτησε αν έχει τα λογικά του και αν είναι εντάξει και ότι γνώριζε αυτά που της έκανε. Του είπε επίσης ότι θα πήγαινε στη μητέρα της να της πει τα πάντα και τι της έκανε. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο και πήγε στο σπίτι όπου εκεί, στην παρουσία της μητέρας της, του αρραβωνιαστικού της και της μικρής της αδελφής ανέφερε κλαίγοντας ότι από μικρή ο Κατηγορούμενος τη βίαζε, της χάιδευε το κορμί της και επανειλημμένα την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Όταν μπήκε στο σπίτι ο κατηγορούμενος αμέσως η σύζυγος του φωνάζοντάς του τον ρώτησε αν βίασε την κόρη τους και αν έκανε έτσι πράγμα στο μωρό. Ο Κατηγορούμενος κλαίγοντας παραδέχθηκε ότι τη βίασε και ζήτησε συγνώμη γιατί μπήκε ο σατανάς μέσα του. Αμέσως η σύζυγος αντέδρασε βίαια και του επιτέθηκε χτυπώντας τον και τον έδιωξε αμέσως από το σπίτι. Στη συνέχεια η Παραπονούμενη μάζεψε τα πράγματα της και έφυγε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Σε μεταγενέστερες συναντήσεις που είχε με τη μητέρα της και στη θέληση της να καταγγείλει το όλο θέμα στην αστυνομία, η μητέρα της ήταν αρνητική γιατί ήταν η θέση της ότι θα έπρεπε να σκεφτεί ότι στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος φυλακιζόταν η ίδια δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά γιατί θα έκλεινε το εργοστάσιο. Στις 13.7.09, μετά από προτροπή του παππού της, κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Κάτι άλλο που οδήγησε την Παραπονούμενη να καταγγείλει τα συμβάντα στην αστυνομία μετά πάροδο 7 μηνών ήταν αφενός η πίεση της μητέρας της να μην τον καταγγείλει και αφετέρου η ψυχολογική της κατάσταση και όπως το έθεσε, η ανετοιμότητα της, στο κατά πόσο δηλαδή ήταν έτοιμη να πάει σε κάποια άγνωστα της πρόσωπα, δηλαδή αστυνομικούς και να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια και εξονυχιστικά τι ακριβώς έγινε καθώς και ιδιαίτερες πτυχές της προσωπικής της ζωής. Ο Κατηγορούμενος δε βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε στους πιο κάτω παράγοντες:
  3. Στην ηλικία του Κατηγορούμενου - γεννήθηκε την 1.5.
  4. Στο λευκό ποινικό του μητρώο.
  5. Στις οικογενειακές του περιστάσεις. Είναι πατέρας άλλων δύο τέκνων εκτός από την Παραπονούμενη.
  6. Στην πάροδο μακρού χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής - το 2003 τερματίστηκε η παράνομη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.
  7. Στο ότι ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, που καταγράφονται στη σελίδα 31 της καταδικαστικής απόφασης, ζήτησε συγνώμη στις 18.12.08 από την Παραπονούμενη, 5 χρόνια μετά τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες δεν αναιρεί τον παράγοντα αυτό κατά την εισήγηση του συνηγόρου του.
  8. Στις καταστροφικές οικονομικές και άλλες επιπτώσεις που τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα έχει στην οικογένεια του. Τα αδικήματα στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Ιδιαίτερα αυτά του βιασμού και διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι και δια βίου. Τα αδικήματα της αιμομιξίας τιμωρούνται κατ' ανώτατο όριο με φυλάκιση 14 χρόνων, τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου με φυλάκιση 20 χρόνων και, τέλος, τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια (άρθρο 41

(1)
(2)(α) Ν47(Ι)/94). Βέβαια, και τούτο είναι σημαντικό, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων της αιμομιξίας (κατηγορίες 6, 10 και 14), αυτά τιμωρούνταν με φυλάκιση μέχρι 7 χρόνια (άρθρο 147, Κεφ. 154). Σημειώνουμε ότι οι κατηγορίες 6, 10 και 14 στηρίζονται μόνο στο άρθρο 147, Κεφ. 154 και όχι στο άρθρο 6 του Ν47(Ι)/94 που προέβλεπε φυλάκιση δια βίου. Οι σημερινές ποινές για τα εν λόγω αδικήματα εισήχθηκαν στον Ποινικό Κώδικα με τον τροποποιητικό Ν64(Ι)/09. Τα εν λόγω αδικήματα της αιμομιξίας διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τα ευρήματα μας, το έτος 2003 και επομένως, κατά την επιμέτρηση της ποινής για αυτά, θα έχουμε υπόψη το νομικό καθεστώς που επικρατούσε κατά το χρόνο διάπραξης τους, δηλαδή, τις ποινές που προέβλεπε ο Ποινικός Κώδικας, άρθρο 147, πριν την πιο πάνω τροποποίηση. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν μένουν μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Τα πιο πάνω αδικήματα είναι πολύ σοβαρά και, εκτός μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να επιβάλλεται άμεση ποινή φυλακίσεως. Η ποινή φυλάκισης είναι αναγκαία για διάφορους λόγους. Πρώτον, για να τονιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος. Δεύτερον, για να δοθεί έμφαση στη δημόσια αποδοκιμασία του αδικήματος. Τρίτον, για να χρησιμοποιηθεί σαν προειδοποίηση για τους άλλους. Τέταρτον, για να τιμωρείται ο κατηγορούμενος και τελικά για να προστατεύονται οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά. Το ύψος της ποινής εξαρτάται από τις περιστάσεις [R. v. Robberts
(1982)4 Cr.App.R. (S.) 8]. Ορισμένοι από τους παράγοντες που επιβαρύνουν τα πιο πάνω αδικήματα είναι ανάμεσα σε άλλα: (α) Όταν το θύμα υφίσταται σοβαρή κάκωση (είτε σωματική είτε ψυχική). (β) Όταν το θύμα είναι πολύ μικρής ηλικίας. (γ) Όταν ο κατηγορούμενος κατέχει θέση εμπιστοσύνης έναντι του θύματος. Στην υπόθεση Millberry
(2003)1 WLR 546, εξετάστηκαν οι προεκτάσεις της επιβολής ποινής με κατευθυντήριες οδηγίες σε περιπτώσεις βιασμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού επαυξάνεται όταν μεταξύ άλλων,
(1)χρησιμοποιείται βία για τον εκφοβισμό του θύματος,
(2)χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος,
(3)ο βιασμός είναι επαναλαμβανόμενος,
(4)ο βιασμός είναι αποτέλεσμα προσεκτικού προγραμματισμού,
(5)ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες βιασμού ή άλλων σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων ή αδικημάτων τα οποία συνοδεύονται από βία,
(6)το θύμα υποβάλλεται σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές,
(7)το θύμα είναι μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας και
(8)όταν τα δυσμενή αποτελέσματα για το θύμα, είτε αυτά είναι σωματικά ή ψυχολογικά είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Επισημαίνεται, επίσης, στη Millberry (ανωτέρω), ότι το πρόσθετο άγχος που θα προκληθεί στο θύμα με το να δώσει μαρτυρία σημαίνει ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από ότι συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, κανονικά πρέπει να έχει σαν αποτέλεσμα κάποια μείωση της ποινής από ότι κατά τα άλλα θα ήταν η αρμόζουσα ποινή. Βεβαίως η πιο πάνω αγγλική υπόθεση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά οι αρχές που έχει καθιερώσει μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα κυπριακά Δικαστήρια (βλ. κατ' αναλογία, με αναφορά στην R v. Billam
(1986)1 All ER 985, την Χριστοφή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 19/08, ημερ. 22.5.09). Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 265 και 266: «Η παραδοχή κάθε αδικήματος αλλά ιδιαίτερα του αδικήματος του βιασμού, αποκτά σημασία και επιδρά στη μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε.» Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, χωρίς να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ποινή φυλάκισης 10 ετών σε κατηγορία βιασμού ανήλικης από τον πατριό της ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα του, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην αγγλική υπόθεση R. v. C.
(1990)12 Cr.App.R. (S.) 292, ο κατηγορούμενος για περίοδο 2 ετών είχε σεξουαλική επαφή με τη θετή κόρη του ηλικίας 8 μέχρι 10 ετών. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάχρηση της θέσης του και την παραδοχή του. Η φυλάκιση των 9 ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε φυλάκιση 7 ετών επειδή το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στον παράγοντα της παραδοχής του. Στην Π.Π. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 457, ο εφεσείων - κατηγορούμενος αντιμετώπιζε συνολικά 11 κατηγορίες. Τέσσερις αφορούσαν διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τέσσερις για αιμομιξία κατά παράβαση των άρθρων 147, Κεφ. 154 και 6
(1)του Ν47(Ι)/94 και τρεις για παρά φύση ασέλγεια σε παιδί κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 174, Κεφ. 154. Μετά από δίκη ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 10 από τις 11 κατηγορίες. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη πως η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή για τα εγκλήματα της διαφθοράς ανήλικης κάτω των 13 χρόνων και εκείνα της αιμομιξίας (τότε) ήταν φυλάκιση δια βίου, αύξησε την ποινή στις κατηγορίες 1-8 από 10 σε 15 χρόνια, αναφέροντας τα ακόλουθα, στη σελίδα 464: «Είναι η διαπίστωση μας, όπως ήταν και του Κακουργιοδικείου, ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες του είδους της. Συνυπάρχουν σ' αυτή όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται στον Blackstone. Λαμβάνοντας τούτο υπόψη και ιδιαίτερα την ηλικία της παραπονούμενης που ήταν 11-12 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράττονταν κατ' επανάληψη για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενίοτε με την απειλή βίας, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με τη μη παραδοχή του υποχρέωσε τη μικρή του κόρη να ξαναζήσει στο Δικαστήριο τις τραυματικές της εμπειρίες που σίγουρα υπέστη κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων, κρίνουμε ότι η ποινή είναι ανεπαρκής κάτω από τις συνθήκες, τόσο για τιμωρία του κατηγορούμενου για τις αποτρόπαιες πράξεις του, όσο και για παραδειγματισμό και αποτροπή. Ο κατηγορούμενος ενήργησε απάνθρωπα, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του στη μικρή του κόρη, σε μια ηλικία που σίγουρα τα ψυχολογικά της τραύματα θα μείνουν ανεξίτηλα και θα τη συνοδεύουν σε όλη της τη ζωή.» Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Σημειώνουμε και τονίζουμε με έμφαση ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση με όλες τις ευρύτερες αρνητικές διαστάσεις και επιπτώσεις που επιφέρει στα θύματα και γενικότερα στη συνοχή των οικογενειακών σχέσεων και δεσμών. Εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για τις διαστάσεις που παίρνουν τέτοιας μορφής αδικήματα και συνάμα τον αποτροπιασμό και την αποστροφή μας. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Η εξατομίκευση της ποινής όπως υποδεικνύει η νομολογία (Nabokov ν. Δημοκρατιας
(2003)2 A.A.Δ. 381) δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Η σοβαρότητα εγκλημάτων αυτής της μορφής σε συνάρτηση με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αναποδράστως απολήγουν σε επιβολή ποινών φυλάκισης. Αν η σοβαρότητα των αδικημάτων το επιβάλλει, όπως και η ανάγκη αποτροπής εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση, οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 670) είναι ήσσονος σημασίας και αιτιολογούν την επιβολή ποινής φυλάκισης γιατί προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα έχει αναφέρει η υπεράσπιση γύρω από τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει σε αυτόν η επιβολή ποινής φυλάκισης. Σε ό,τι αφορά στην εισήγηση της υπεράσπισης ότι με τη φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα υπάρξουν οικονομικές επιπτώσεις στην οικογένεια του, είναι νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ενώ δεν αγνοούμε και τις επιπτώσεις που θα έχει η ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο και την οικογένεια του, χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε ότι έχει επέλθει χωρισμός μεταξύ του Κατηγορούμενου και της συζύγου του. Δεν αγνοούμε ακόμη ούτε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η στάθμιση όμως όλων των πιο πάνω ελαφρυντικών δε μπορεί να οδηγεί σε ανατροπή των σκοπών του νομοθέτη, έχοντας μάλιστα υπόψη τις παραμέτρους των υποθέσεων που αναλύσαμε πιο πάνω. Ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων, συγκεκριμένα ότι η παράνομη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου τερματίστηκε το 2003, γεγονός που θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του. Με όλο το δέοντα σεβασμό δε βλέπουμε πώς το στοιχείο αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση της μαρτυρίας της ψυχολόγου που έγινε αποδεκτή, είναι δικαιολογημένο να περάσουν 5, 10 ή 20 χρόνια για ένα πρόσωπο που βιώνει τέτοια εμπειρία για να το αποκαλύψει. Επίσης μπορεί και να μην το αποκαλύψει ποτέ. Η τραυματική και συγκλονιστική εμπειρία της ομολογίας του Κατηγορουμένου, σόκαρε την Παραπονούμενη και την οδήγησε να αποκαλύψει τα γεγονότα την 18.12.08. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και τη δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενο. Κατά συνέπεια η σιωπή της Παραπονούμενης και οι ψυχολογικές μετατραυματικές εμπειρίες που βίωνε για πέντε περίπου χρόνια μέχρι να αποκαλύψει και να δημοσιοποιήσει στη μητέρα της και στη συνέχεια να καταγγείλει στην αστυνομία όσα εξευτελιστικά και αποτρόπαια βίωνε από τον Κατηγορούμενο δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο να κριθεί αλλά και να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας προς όφελος του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 13 κατηγορίες αιμομιξίας και η κατάσταση κρατήθηκε μυστική για εννέα περίπου χρόνια. Η περίοδος αυτή δε λήφθηκε υπόψη ως μετριαστικός παράγων κατά την επιμέτρηση της ποινής, αλλά αντίθετα υπεδείχθη ότι η αξιοπρέπεια του θύματος καταρρακώνεται και τα σημάδια της πράξης παραμένουν ανεξίτηλα. Η επιβληθείσα ποινή των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης έξι χρόνων αυξήθηκε ώστε σωρευτικά οι ποινές να ανέλθουν στα δέκα χρόνια. Στην υπόθεση J.W.
(2000)1 Cr. App. R. (S) 234, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο κατόπιν παραδοχής 3½ χρόνια φυλάκισης για άσεμνες επιθέσεις και για μια άλλη ακραία περίπτωση άσεμνης επίθεσης (gross indecency) προς την ανήλικη τότε κόρη του. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν 40 χρόνια προηγουμένως και υπεδείχθη ότι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν περιορισμένης σημασίας σε σχέση με το πρόσωπο του κατηγορούμενου, που να σημειωθεί ήταν κατά το χρόνο επιβολής της ποινής 80 ετών. Εξηγήθη ότι πρώτιστη προτεραιότητα για το Δικαστήριο έχει το παρόν και το μέλλον του θύματος αλλά και τα κατάλληλα μηνύματα που θα πρέπει να αποστέλλονται από το Δικαστήριο με αποδέχτες τόσο τα θύματα που πρέπει να τυγχάνουν της υποστήριξης του Δικαστηρίου όσον και σε κάθε άλλο επίδοξο παραβάτη. Μια άλλη εισήγηση του συνηγόρου του επικεντρώθηκε σε μεταμέλεια του Κατηγορούμενου εστιαζόμενη ουσιαστικά στο εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη από την Παραπονούμενη. Εκείνο που θα πρέπει να υποδειχθεί είναι η άρνηση του Κατηγορούμενου στο γεγονός αυτό που αποτέλεσε και ένα εκ των κυρίαρχων σημείων αντιπαράθεσης στην ακροαματική διαδικασία. Αποτέλεσε ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ως απόδειξη της παραδοχής και κατ' επέκταση της ενοχής του Κατηγορούμενου για όσα του καταλόγισε η Παραπονούμενη. Και το τονίζουμε αυτό για να καταδείξουμε ότι η έκφραση της συγγνώμης δεν έγινε στα πλαίσια παραδοχής και ειλικρινούς μεταμέλειας του Κατηγορούμενου αλλά ως εύρημα του Δικαστηρίου μετά από ακροαματική διαδικασία. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο το καταδικαστικό εύρημα του Δικαστηρίου να προσμετρήσει μετριαστικά προς όφελος του Κατηγορούμενου. Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Επομένως, θα δοθεί μεν η δέουσα βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και σε όλα τα άλλα ελαφρυντικά στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του, αλλά ταυτόχρονα θα ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής και ειδικά ο παράγοντας της προστασίας των γυναικών και των ανηλίκων αλλά και του θεσμού της οικογένειας καθώς και ο παράγοντας της ανάγκης για αποτροπή. Θα λάβουμε επίσης υπόψη και τη φύση των αδικημάτων. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, πρόκειται για αδικήματα που κυριολεκτικά εκμηδενίζουν την προσωπικότητα του θύματος και τα οποία αφήνουν σοβαρά ψυχολογικά τραύματα στο θύμα τα οποία ίσως θα το συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Ένας πάρα πολύ επιβαρυντικός παράγοντας είναι η πολύ μικρή ηλικία του θύματος και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πατέρας της, κάτι το οποίο φανερώνει ότι ο Κατηγορούμενος έχει καταχραστεί με το χειρότερο τρόπο τη θέση του έναντι του θύματος. Σημειώνουμε επίσης ότι τα αδικήματα διαπράττονταν κατ' επανάληψη για μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς τη χρήση προφυλακτικού και ότι ο Κατηγορούμενος με τη μη παραδοχή του υποχρέωσε τη μικρή του κόρη να ξαναβιώσει στο Δικαστήριο τις τραυματικές της εμπειρίες που σίγουρα υπέστη κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων, χωρίς να παραβλέπουμε ωστόσο ότι κατά την αντεξέταση η υπεράσπιση, για τους όποιους δικούς της λόγους, επέλεξε να μην επικεντρωθεί καθαυτά τα επίδικα περιστατικά. Όλα αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με τη νομολογία, αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες και δικαιολογούν ποινή ψηλότερη από εκείνη που θεωρείται σαν η αφετηρία. Πρόκειται για ειδεχθή και αποτρόπαια εγκλήματα. Ένα αθώο κοριτσάκι τρυφερής ηλικίας κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αντί να βρει προστασία, αγάπη και στοργή από τον πατέρα του, συνάντησε την πιο απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση την οποία μόνο άνθρωποι με ζωώδη ένστικτα μετέρχονται. Από φύλακας άγγελος της ο πατέρας της κατάντησε ο εφιάλτης της (M.W. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 4/09, ημερομηνίας 17.12.09). Όπως έχει, κατ' επανάληψη, τονιστεί, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος [Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Χαράλαμπος Λοϊζου v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 226/07 και 174/07, απόφαση ημερομηνίας 24.9.09]. Στην Κ.Κ. v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 294, το Εφετείο, στη σελίδα 317, συμφώνησε με το ακόλουθο απόσπασμα από το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου: «Τα τραύματα που επιφέρουν στο θύμα περιστατικά βίας στην οικογένεια, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν σεξουαλικό χαρακτήρα, καθιστούν εξ' αντικειμένου αδικήματα αυτής της κατηγορίας ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πέραν του τραύματος και του εξευτελισμού που προκαλούν στο θύμα τα αδικήματα αυτά, κλονίζουν το θεμέλιο της οικογένειας και αφήνουν τα παιδιά έκθετα στην ανασφάλεια που τους προκαλούν, ανατρέποντας τον ψυχικό τους κόσμο και βεβηλώνοντας την ύπαρξη τους. Αναλογισμός της σοβαρότητας των εγκλημάτων αυτής της μορφής δικαιολογεί την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις ποινές οι οποίες επιβάλλονται (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Α.Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382)» Αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω και αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα, φρονούμε ότι οι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές φυλάκισης είναι οι ακόλουθες, τις οποίες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 ετών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 ετών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 ετών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 ετών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 ετών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 ετών Οι ποινές να συντρέχουν. Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384). Στις κατηγορίες 5, 6, 7, 9, 10, 11, 13, 14 και 15, δεν επιβάλλουμε ποινή καθότι τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στα γεγονότα των κατηγοριών 4, 8 και 12 στις οποίες επιβάλαμε ποινή (Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε €270, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής « /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.