Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης ΚΡΥΦΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 30684/07, 5 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 30684/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης ΚΡΥΦΤΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος Δ. Παυλίδης μαζί με κο Κ. Πόλεως Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από τη δική του παραδοχή στο αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος ενόσω διαρκούσε ανικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου και των άρθρων 53 και 54(ι) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(ι)/2001. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 22.2.2007, στο νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, παρά την έξοδο Λατσιών, οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KLE411, κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση 14055/06 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για την περίοδο 6 μηνών από 18.1.2007 για τα αδικήματα α) της οδήγησης ενώ ήταν στερημένος άδειας οδηγού και β) οδήγησης χωρίς ασφάλεια. Ο Κατηγορούμενος επίσης παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες, ότι οδηγούσε χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο υπέρ τρίτου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/00, και ότι οδηγούσε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Τα γεγονότα τα οποία αφορούν τις κατηγορίες που έχει παραδεχτεί ο Κατηγορούμενος έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και έχουν ως ακολούθως: Την 22.2.2007 και ώρα 01:30 ο Αστυφ. 219 Ι. Χ'Πιερής στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, παρά την έξοδο Λατσιών, ανέκοψε το όχημα KLE411 για συνήθη έλεγχο. Διαπιστώθηκε από εξετάσεις που έγιναν ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με στερημένη άδεια οδηγού, χωρίς να καλύπτεται με πιστοποιητικό ασφάλειας και χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οχήματος. Κατηγορήθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Παραδέχομαι και τις τρεις
(3)κατηγορίες». Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη με αρ. υπόθεσης 14055/06 που αφορούσε την κατηγορία ότι οδηγούσε ενώ του είχε στερηθεί το δικαίωμα κατοχής άδειας οδηγού, από το Ε.Δ. Λάρνακας, στην οποία του στερήθηκε το δικαίωμα να οδηγά για έξι
(6)μήνες από 18.1.2007. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, συμφώνησε αρχικά με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ήταν η θέση του κου Παυλίδη, ότι ο Κατηγορούμενος, έχει αντιληφθεί το λάθος του και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, μεταμελείται ειλικρινά, γεγονός που φαίνεται και από την παραδοχή του που ήταν άμεση τόσο ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου και απολογείται. Σε σχέση με τα γεγονότα και το ιστορικό της όλης υπόθεσης, ανέφερε ότι λόγω συσσώρευσης βαθμών για τυπικά αδικήματα τροχαίων παραβάσεων όπως τα χαρακτήρισε που αφορούσαν οδήγηση και χρήση κινητού τηλεφώνου και χωρίς ζώνη του στερήθηκε η άδεια για ένα περίπου μήνα, μέσα στον οποίο καταγγέλθηκε 3 φορές. Εναντίον του καταχωρήθηκε η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 14055/06 στην οποία του επιβλήθηκε η ποινή της στέρησης άδειας οδηγού για 6 μήνες. Ήταν η θέση του κου Παυλίδη ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει, είναι πρόσωπο με συγκροτημένη προσωπικότητα, έχει οικογένεια, τα δύο παιδιά του σπουδάζουν στην Αγγλία και είναι ο ίδιος, αφού η γυναίκα του δεν εργάζεται, που έχει αναλάβει το κόστος των σπουδών και της διαμονής τους. Από την εργασία του λαμβάνει περίπου €2.500 μηνιαίως, εκ των οποίων €350 μηνιαίως αφορούν το δάνειο για τις σπουδές των παιδιών του και €430 μηνιαίως ενοίκιο. Αναγκάζεται να απασχολείται σε δεύτερη δουλειά για να εξασφαλίζει επιπρόσθετο εισόδημα. Ήταν η θέση του κου Παυλίδη ότι θα πρέπει αυτά τα γεγονότα να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με την ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο αφού αν το Δικαστήριο επιβάλει στον Κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του, ολόκληρη η οικογένεια του θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη αφού το μοναδικό πρόσωπο που εξασφαλίζει τη διαβίωση ολόκληρης της οικογένειας είναι ο Κατηγορούμενος. Ο κος Παυλίδης υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει γίνει για τον Κατηγορούμενο και η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αναφέρθηκε επίσης, στον χρόνο ο οποίος έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων δηλαδή από τις 22.2.2007 μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει σ΄ αυτόν ποινή. Από την εν λόγω ημερομηνία έχουν παρέλθει 3 χρόνια. Παρέπεμψε το Δικαστήριο μεταξύ άλλων στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον Κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 71 στην οποία το Δικαστήριο έχει αναφέρει ότι εκτός από περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απόλυτα αναγκαίο, είναι γενικά ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο κος Παυλίδης παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο στις Ποινικές Εφέσεις 76/2005 και 82/2005 ημερ. 16.12.2005 σε σχέση με τον εύλογο χρόνο. Ήταν επίσης η θέση του κου Παυλίδη ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει δικαιολογεί την επιβολή ποινής άλλη από στερητική της ελευθερίας του Κατηγορουμένου σε αντίθετη δε περίπτωση κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση ως μια από τις υποθέσεις στις οποίες δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης αν ήθελε επιβληθεί τέτοια ποινή, παραπέμποντας στο Νόμο Περί Αναστολής Ποινών Φυλάκισης. Ο κος Παυλίδης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι την ίδια εποχή που έγινε το υπό εξέταση αδίκημα διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο και άλλες τροχαίες παραβάσεις οι οποίες εκδικάστηκαν πολύ πιο σύντομα από την υπό εκδίκαση υπόθεση και επιβλήθηκαν ποινές στον Κατηγορούμενο. Ήταν η θέση του κου Παυλίδη, ότι ο Κατηγορούμενος έχει στερηθεί του δικαιώματος να ληφθεί η παρούσα υπόθεση υπόψη του Δικαστηρίου που εκδίκασε τις άλλες τροχαίες παραβάσεις του Κατηγορουμένου. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 και Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47. Ενώπιον του Δικαστηρίου όπως έχω ήδη αναφέρει βρίσκεται η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την οποία οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια είναι πολύ καλές, υπάρχει στήριξη και αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών της. Αναφέρεται επίσης, η μεταμέλεια του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που έχει διαπράξει και ότι έχει αντιληφθεί το λάθος του και τη σοβαρότητα του. Το άρθρο 53 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν.94(Ι)/2001προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η επιβληθείσα από δικαστήριο, δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 54, στέρηση της ικανότητας να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες, ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής». Επίσης, το άρθρο 54 του ίδιου Νόμου αναφέρει ως ακολούθως: «54.
(1)Δικαστήριο το οποίο εκδίδει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που έχει διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει τούτου, μπορεί πρόσθετα να αποστερήσει το πρόσωπο που έχει καταδικαστεί της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, για χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις αποφασίσει.
(2)Σε περίπτωση που πρόσωπο, το οποίο είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, έχει στερηθεί της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά τέτοια άδεια σύμφωνα με απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, η ισχύς της εν λόγω άδειας αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η επιβληθείσα από το Δικαστήριο ανικανότητα.
(3)Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο, το οποίο είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, έχει στερηθεί της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά τέτοια άδεια σύμφωνα με απόφαση ή διάταγμα δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, ο Έφορος αναγράφει στην άδεια του προσώπου σχετική σημείωση: Νοείται ότι η σημείωση του Εφόρου, η οποία τίθεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3), αναγράφεται επίσης και σε κάθε μεταγενέστερη άδεια η οποία εκδίδεται για το ίδιο πρόσωπο, είτε λόγω ανανέωσης είτε λόγω αντικατάστασης της άδειας του προσώπου, είτε λόγω απόκτησης από το πρόσωπο άδειας για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άλλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση 140, ημερ. 8.2.2002, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορούμενου, και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε η επιβολή του διατάγματος για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι η δεύτερη φορά που ο Κατηγορούμενος διαπράττει το ίδιο αδίκημα, σημειώνω εδώ, ότι έχω λάβει υπόψη μου τα όσα έχει αναφέρει ο κος Παυλίδης σχετικά με το άρθρο 81 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το γεγονός ότι η στέρηση που του είχε επιβληθεί ήταν για 6 μήνες από 18.1.2007 και σε ένα μήνα και συγκεκριμένα στις 22.7.2007, ο Κατηγορούμενος παρέβηκε το διάταγμα, τον χρόνο που έχει περάσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, 6 μήνες μετά, αλλά και το γεγονός ότι η πρώτη φορά που ορίστηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η 15.7.2008 δηλαδή 1,5 χρόνο μετά τη διάπραξη του αδικήματος καθώς και το γεγονός ότι η υπόθεση επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο την 1.9.2008 και τούτο σε σχέση με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου αλλά και το γεγονός ότι εντός του χρονικού διαστήματος αυτού δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα αλλά και το ότι ο Κατηγορούμενος έχει σήμερα 13 βαθμούς ποινής στην άδεια του γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν δείχνει τον δέοντα σεβασμό προς τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς και κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο που δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας του αλλά απλά το εύρος της. Στην 1η κατηγορία επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Θεωρώ ότι η στέρηση του δικαιώματος άδειας οδηγού είναι επίσης δεδομένη αφού θεωρώ ότι οι προσωπικές του συνθήκες όπως έχουν εκτεθεί δεν δικαιολογούν την μη επιβολή τέτοιας ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο 6 μηνών από αύριο 6.3.2010. Στην 2η κατηγορία η οποία είναι απόρροια της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος να δεσμευτεί με εγγύηση €2.000 ότι θα τηρεί τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από αύριο 6.3.2010. Η στέρηση της άδειας οδήγησης στις κατηγορίες 1 και 2 θα συντρέχει. Στην 3η κατηγορία δεν θα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο καμία ποινή. Στο σημείο αυτό θα εξετάσω την εισήγηση του κου Παυλίδη, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν.. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ.
- Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ΄ όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, τη διαγωγή του από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει σ΄ αυτόν ποινή και θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι υπόθεση στην οποία συντρέχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο και έτσι η ποινή φυλάκισης 30 ημερών που του έχει επιβληθεί στην 1η κατηγορία αναστέλλεται για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής. Ο Κατηγορούμενος θα πληρώσει επίσης τα έξοδα μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €
- (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο