← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μηνά Λαζάρου, Αρ. Υπόθεσης: 232/09, 8 Μαρτίου, 2010

Δημοκρατία ν. Μηνά Λαζάρου, Αρ. Υπόθεσης: 232/09, 8 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 232/09 Δημοκρατία ν Μηνά Λαζάρου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Μαρτίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Χ' Αθανασίου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, διάρρηξης καταστήματος και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 291, 294 (α), 255, 262 και 20 του Κεφ. 154 και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)α(iii)
(2), 3, 5, 7 και 27 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  1. Οι κατηγορίες επισύρουν ποινές φυλάκισης, επτά, επτά και δεκατεσσάρων χρόνων αντίστοιχα. Η παραδοχή έλαβε χώραν μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού δόθηκε άδεια στον Κατηγορούμενο να αλλάξει απάντηση στις κατηγορίες από μη παραδοχή σε παραδοχή. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τα εξέθεσε ενώπιον μας η Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησε και η υπεράσπιση, σε συντομία, είναι τα ακόλουθα: Μεταξύ των ημερομηνιών 27-28.01.09 έγινε διάρρηξη στο Υποκατάστημα της ΣΠΕ Στροβόλου στον Στρόβολο και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα που βρίσκεται στην Λεωφ. Στροβόλου 331 Ζ' και Αγίου Στυλιανού γωνία, στον Στρόβολο. Ο Κατηγορούμενος, Μηνάς Λαζάρου, γεννηθείς στις 23.06.1989, κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε με την αδερφή Ηλιάνα Λαζάρου 18 ετών στην οδό Ελευσίνος 13, Άγιος Παύλος στον Άγιο Δομέτιο στη Λευκωσία. Την 28.01.2009 και περί ώρα 07:35 η τμηματάρχης του Υποκαταστήματος της ΣΠΕ μετέβηκε στο πιο πάνω υποκατάστημα, ξεκλείδωσε την πλαϊνή πόρτα ασφαλείας και εισερχόμενη είδε ότι υπήρχε μεγάλη ακαταστασία και ότι ο κεντρικός πίνακας του συστήματος συναγερμού ήταν σπασμένος. Αμέσως συνειδητοποιώντας ότι πρόκειται για διάρρηξη, βγήκε έξω και ενημέρωσε τόσο την Αστυνομία όσο και τον Βοηθό Γραμματέα της ΣΠΕ Στροβόλου Φοίβο Χριστοφορίδη σχετικά με το συμβάν και στη συνέχεια μετάβηκε στην σκηνή ομάδα αστυνομικών. Από την σκηνή παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων, μέρος των οποίων παραδόθηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για Εξετάσεις. Ο Κατηγορούμενος συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο, και εισήλθε στο πίσω μέρος του κτηριακού συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται το συγκεκριμένο υποκατάστημα της ΣΠΕ Στροβόλου στο χώρο στάθμευσης, παραβίασαν και αφαίρεσαν το δίφυλλο παράθυρο στο ισόγειο του κλιμακοστασίου. Στο χώρο του ισογείου εντός του κτηρίου βρισκόταν το κουτί της ΑΤΗΚ όπου προκάλεσαν βλάβη στα καλώδια των τηλεφώνων του κτηρίου από εκεί ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα κατέβηκαν στην οροφή του κτηρίου από την ξεκλείδωτη πόρτα της οροφής από όπου και έσπασαν την σειρήνα της Group Four. Ακολούθως, επέστρεψαν στο κλιμακοστάσιο όπου αφαίρεσαν το δίφυλλο παράθυρο το οποίο βρίσκεται μεταξύ του ισογείου και του πρώτου ορόφου και από εκεί βγήκαν στο χώρο όπου ήταν τοποθετημένοι οι κομπρεσόροι του συστήματος κλιματισμού του υποκαταστήματος της ΣΠΕ Στροβόλου. Στο συγκεκριμένο χώρο βρίσκεται το παράθυρο του αποχωρητηρίου της ΣΠΕ το οποίο βρίσκεται στο μεσοπάτωμα. Στην εξωτερική πλευρά του παραθύρου του αποχωρητηρίου υπήρχε σιδερένια σχάρα την οποία ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα απέκοψε και αφού παραβίασε το δίφυλλο παράθυρο το αφαίρεσε και εισήλθε εντός του υποκαταστήματος. Με την είσοδο του εντός του υποκαταστήματος απέκοψε τα σύρματα του ανιχνευτή καπνού, το μάτι του συναγερμού και ακολούθως κατέβηκε από τη μεταλλική σκάλα, στο ισόγειο του υποκαταστήματος. Αφού κατέβηκε στο ισόγειο ο Κατηγορούμενος έσπασε τον πίνακα του συναγερμού της Group Four, άλλαξε πορεία της κάμερας του κλειστού κυκλώματος προς τα πάνω αφού προηγουμένως αφαίρεσε μέρος της και το τοποθέτησε στο γραφείο της υπεύθυνης του υποκαταστήματος Χρύσως Μαρκίδου. Αφαίρεσε επίσης συσκευή η οποία καταγράφει τις κινήσεις προσώπων εντός του υποκαταστήματος. Αφού ο Κατηγορούμενος μαζί με άγνωστα πρόσωπα παραβίασε το χρηματοκιβώτιο, το έκοψε κατά πάσα πιθανότητα με σμιρίλιο, έκλεψε ότι αυτό περιείχε. Το ποσό που κλάπηκε από το χρηματοκιβώτιο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 264,255.75 ευρώ, το οποίο είναι το άθροισμα 244,032.89 ευρώ σε μετρητά, την μετατροπή σε ευρώ 21,738 δολαρίων Αμερικής και την μετατροπή σε ευρώ 3115 Στερλινών Αγγλίας, όλα περιουσία της ΣΠΕ Στροβόλου. Επίσης κλάπηκε ένας καταγραφέας κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης μάρκας DIGI GUARD αξίας 1500 ευρώ περιουσία της ΣΠΕ Στροβόλου. Με βάση την έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας , το μονό πλήρες γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου βρέθηκε σε δειγματοληψία που λήφθηκε από το αριστερό αλουμινένιο πλαίσιο παραθύρου που αφαιρέθηκε. Στις 28.01.09 και ώρα 15:55 ο Αστ.2279 Α. Αντωνίου (ΜΚ20) συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε για τον λόγο της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «εγιώ δεν έχω καμία σχέση με τούτες υποθέσεις». Σε κατάθεση που του λήφθηκε ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν το Υποκατάστημα της ΣΠΕ Στροβόλου και ότι το επίδικο βράδυ της 27.1.09 προς 28.1.09, βρισκόταν στο σπίτι του και κοιμόταν, γεγονός που επιβεβαίωσε και συγγενικό του πρόσωπο εναντίον του οποίου ανοίχτηκε η ποινική υπόθεση 191/09 για συνεργεία μετά τη διάπραξη αδικήματος. Στις 29.01.09 ο Κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος αφού δεν προέκυψε τίποτα εναντίον του. Την 30.01.09 εξασφαλίστηκε προφορικά επιστημονική μαρτυρία (γενετικό υλικό) η οποία συνέδεε τον Κατηγορούμενο με την σκηνή της διάρρηξης. Ενόψει τούτου εναντίον του εκδόθηκε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου και κλοπής. Μετά την σύλληψη του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «ΕΝ ΕΧΩ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΤΙΠΟΤΕ». Ακολούθως του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 31.01.09 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης 6 ημερών. Στις 5.2.09 εκδόθηκε νέο δικαστικό ένταλμα σύλληψης κατά παράβαση του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  2. Κατά την σύλληψη του απάντησε «ΕΝ ΕΧΩ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΤΙΠΟΤΕ». Σε νέα ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε αρνήθηκε και πάλι να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Το ποσό της κλοπής ύψους 264.255.75 ευρώ δεν ανευρέθηκε, ούτε παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 31.1.09 και δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικεντρώθηκε στους πιο κάτω παράγοντες:
  3. Στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου.
  4. Στο νεαρό της ηλικίας του.
  5. Στην παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου έστω και σε αυτό το στάδιο που ακούστηκε ένας μάρτυρας κατηγορίας, γεγονός που δεικνύει μεταμέλεια.
  6. Στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε.
  7. Ότι ο Κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε στην αστυνομία τα ονόματα των άλλων προσώπων τα οποία συμμετείχαν στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων καθότι βάσιμα φοβάται ότι αυτά τα πρόσωπα είναι σε θέση να προκαλέσουν βλάβη τόσον στον ίδιο όσον και στην οικογένεια του. Έχει δε εκτοξευθεί συγκεκριμένη απειλή προς τη μητέρα και την αδελφή του.
  8. Ότι ο Κατηγορούμενος δεν πήρε μερίδιο από το προϊόν της διάρρηξης και κλοπής αλλά ούτε και γνωρίζει τι απέγιναν τα χρήματα. Το τι γνωρίζει είναι ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν μέχρι ενός ορισμένου σημείου από όπου τα παρέλαβαν τα άλλα πρόσωπα. Επικαλούμενος ο κ. Χειμώνας τους πιο πάνω παράγοντες εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως η ποινή που θα επιβληθεί να μην είναι εξοντωτική για τον Κατηγορούμενο. Η παρούσα υπόθεση μπορεί να χαρακτηριστεί από τις σοβαρότερες του είδους. Ο Κατηγορούμενος με άλλα άγνωστα πρόσωπα διέρρηξαν υποκατάστημα της ΣΠΕ Στροβόλου στο Στρόβολο και πήραν από το χρηματοκιβώτιο το συνολικό ποσό των €264.255,
  9. Επιπρόσθετα έκλεψαν καταγραφέα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης αξίας €1.500 περιουσία της ΣΠΕ Στροβόλου. Σημειώνουμε ότι το μεγάλο ύψος του ποσού που απέφερε η παράνομη αυτή δραστηριότητα αποτελεί στοιχείο επίτασης της ποινής. Παρατηρούμε ακόμα ότι το πιο πάνω ποσό δεν έχει μέχρι σήμερα ανευρεθεί και τέλος ότι ο Κατηγορούμενος, με βάση τα ενώπιον μας γεγονότα, έδρασε προσχεδιασμένα και με επαγγελματισμό που αποτελεί επίσης επιβαρυντικό παράγοντα. Όσο μεγαλύτερος είναι ο προσχεδιασμός ενός αδικήματος, τόσο σοβαρότερο καθίσταται το αδίκημα και συνακόλουθα επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή (Michaelides v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 113 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678). Το προσχεδιασμένο έγκλημα όχι μόνο είναι δύσκολο να ανιχνευθεί από την αστυνομία, αλλά αποτελεί και μεγάλο κίνδυνο για την κοινωνία. Ιδίως όταν ο προσχεδιασμός συνδυάζεται και με οργάνωση και συστηματικότητα στην τέλεση, τόσο πιο πολύ αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής (Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια θεωρούν τη συνωμοσία ως ένα είδος προσχεδιασμού και, άρα, ένα επιβαρυντικό στοιχείο (Ward and Others
(1997)1 Cr. App. R. (S) 442). Στην παρούσα υπόθεση και με βάση τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί, ο Κατηγορούμενος ήταν μέλος μιας εγκληματικής ομάδας που εκτέλεσε ένα καλά προσχεδιασμένο και μελετημένο έγκλημα που απέφερε ένα αρκετά μεγάλο έσοδο το οποίο ασφαλώς αποστερήθηκε από τους νόμιμους κατόχους του. Σημειώνουμε ακόμα πως ο Κατηγορούμενος είχε σημαντικό ρόλο στην όλη διάπραξη και εκτέλεση του αδικήματος της διάρρηξης του καταστήματος της Σ.Π.Ε Στροβόλου, αλλά και της κλοπής του περιεχομένου του χρηματοκιβωτίου. Η θέση του κ. Χειμώνα ότι ο Κατηγορούμενος δεν πήρε μερίδιο από το προϊόν της διάρρηξης γιατί συνελήφθη το απόγευμα της 28.1.09 και παρέμεινε υπό κράτηση για μία ημέρα και ακολούθως συνελήφθη την 30.1.09 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους. Η διάρρηξη έγινε μεταξύ της 27 και το πρωί της 28.1.09 και ο Κατηγορούμενος συνελήφθη το απόγευμα της 28.1.09. Είχε συνεπώς όλο τον χρόνο αλλά και την άνεση να πάρει το «μερίδιο» του από την εγκληματική του δράση. Δεν αντικρούστηκε ο ισχυρισμός αυτός από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά το ότι δεν πήρε στα χέρια το μερίδιο του για να μπορέσει να το αξιοποιήσει παραμένει στοιχείο που δεν μειώνει την επίταση του εγκλήματος ως εκ του γεγονότος αφού το δεδομένο παραμένει ότι, στη λογική πράξη των πραγμάτων, είχε και εξακολουθεί να έχει δικαίωμα στα παράνομα αυτά έσοδα. Τόσο την ίδια ημέρα όσο και την 29.1.09 που ήταν ελεύθερος. Αλλά ακόμα και να γίνει αποδεκτή η θέση αυτή, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει αλλά ούτε και αναιρεί ότι ο Κατηγορούμενος θα στερηθεί του «μεριδίου» του. Και αυτό σε συνάρτηση με την γενικότερη στάση του έναντι των αστυνομικών αρχών και την πλήρη άρνηση του να συνεργαστεί για την διαλεύκανση των αδικημάτων, αλλά και στα ψέματα που προσέφυγε κατά τον χρόνο της πρώτης του σύλληψης, ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν το υποκατάστημα της Σ.Π.Ε Στροβόλου. Η στάση του προς τις διωκτικές αρχές κάθε άλλο παρά πείθει περί του ισχυρισμού αυτού, όση πραγματική αξία μπορεί να προσδοθεί σε αυτόν, αντίθετα αφαιρεί κάθε λογικό έρεισμα στην εισήγηση του κ. Χειμώνα. Θα ήταν εντελώς παράλογο ο Κατηγορούμενος να λάβει μέρος σε μια καλά προσχεδιασμένη διάρρηξη και κλοπή, με σημαίνοντα μάλιστα ρόλο εκ μέρους του στην εκτέλεση της χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη στον διαμοιρασμό του προϊόντος της παράνομης δράσης. Ούτε η εισήγηση του κ. Χειμώνα ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν συνεργάστηκε με την αστυνομία και δεν αποκάλυψε τα ονόματα των συνεργών του είναι γιατί φοβάται ότι, τα πρόσωπα αυτά, μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στον ίδιο ή την οικογένεια του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί πρόκειται για ένα ισχυρισμό που ποτέ δεν πρόβαλε στην αστυνομία, ούτε και κατάγγειλε ποτέ ή ανέφερε κάτι τέτοιο, παρά μόνο στο Δικαστήριο μετά από ένα και πλέον χρόνο από την διάπραξη των αδικημάτων. Ανεξάρτητα από αυτό, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση της συνεργασίας του με την αστυνομία ήταν δική του επιλογή από την πρώτη στιγμή που συνελήφθη, την 28.1.09, χωρίς βεβαίως να τίθεται θέμα, κατά τον χρόνο αυτό, εκδήλωσης απειλών εκ μέρους των προσώπων αυτών. Τα αδικήματα που παραδέχθηκε ενοχή ο Κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά τόσο από την άποψη της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής, όσο και από άποψη συχνότητας με την οποία εμφανίζονται. Πρόκειται για αδικήματα που παρουσιάζουν έντονη και αμείωτη έξαρση. Στην Παναγίδη (ανωτέρω), στις σελίδες 105 και 106 διαπιστώνονται τα ακόλουθα: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί είναι επιτακτική η ανάγκη όπως αυτού του είδους η εγκληματικότητα ανακοπεί γιατί κλονίζει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου, η δε επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Εγκληματικότητα αυτής της φύσης έχει καταντήσει μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι αδικήματα αυτής της μορφής αποτελούν καθημερινό πλέον φαινόμενο χωρίς σημεία κάμψης και δεν μπορεί να αφεθεί ανεξέλεγκτη. Και η ποινή πρέπει ακριβώς να εκφράζει την δημόσια απαρέσκεια από την οργανωμένη κοινωνία που εκφραστικό της όργανο είναι το Δικαστήριο με την αποφασιστικότητα να συμβάλει με αυστηρές ποινές στην πάταξη του φαινομένου αυτού. Άλλως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Όπως σε κάθε περίπτωση έτσι και στην παρούσα το καθήκον του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται με την διαπίστωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Όλοι οι παράγοντες που συνθέτουν την διάπραξη ενός αδικήματος όπως και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής ως δίκαιης μεταχείρισης του δράστη είναι στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Όταν ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός της χαρακτήρας (Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 286). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου συνιστούν μετριαστικούς παράγοντες. Από την άλλη όμως δεν μπορούν να υποβαθμίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη πρόσδωσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Δεν πρέπει ακόμα η εξατομίκευση να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του Νόμου (Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 412 επαναλήφθηκε η αρχή ότι η ποινή όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη. Οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής είναι ιδιαίτερα έντονο στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών. Η ελπίδα για αναμόρφωση τους είναι μεγάλη ιδιαίτερα όταν δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή και η υποτίμηση της προσδοκίας για την αναμόρφωση νεαρών παραβατών. Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζει την ηλικία του Κατηγορούμενου. Είναι αποκαρδιωτικό και συνάμα ανησυχητικό ένα νεαρό πρόσωπο ηλικίας σχεδόν 21 ετών να διαπράττει τέτοιας μορφής και έκτασης, αλλά και ιδιαίτερης σοβαρότητας αδικήματα, και δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία αλλά και τον προβληματισμό μας. Έχουμε μελετήσει την κοινωνική και οικονομική έκθεση της λειτουργού ευημερίας και έχουμε δώσει την δέουσα βαρύτητα στο περιεχόμενο της. Σημειώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικής οικονομικής κατάστασης. Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στην Τεχνική Σχολή Α' και ειδικεύτηκε ως υδραυλικός. Δεν εκτέλεσε τη στρατιωτική του θητεία εξαιτίας των σοβαρών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η οικογένεια του. Από τα εφηβικά του χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται σε διάφορους εργοδότες (κάποτε σε δύο) για να συνεισφέρει οικονομικά στα έξοδα της οικογένειας. Είναι αρραβωνιασμένος με φοιτήτρια ηλικίας 19 ετών η οποία στο παρόν στάδιο διαμένει με τους γονείς της. Η μητέρα του, ηλικίας 42 ετών, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και λαμβάνει επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Ο πατέρας του εργάζεται στο Δήμο ΄Εγκωμης. Το ζεύγος, εξαιτίας προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, χώρισαν όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 2 ετών. Οι σχέσεις του με τη μητέρα του περιγράφονται ως αρμονικές ενώ με τον πατέρα του τυπικές. Έχει μια αδελφή ηλικίας 19 ετών η οποία δεν εργάζεται γιατί αντιμετωπίζει επίσης σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μητέρα του διατηρούσε δεσμό για 10 χρόνια με κύπριο με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 2 ετών. Ένεκα της ανικανότητας για εργασία της μητέρας του και της αδελφής του ανέλαβε τη συντήρηση τους. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του στο Τμήμα Φυλακών εργάζεται στο Βιβλιοδετείο. Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής του υπόθεσης επιδεικνύει προθυμία να εξεύρει εργασία και να συνεχίζει να στηρίζει οικονομικά τα δικά του άτομα. Πρόκειται συναφώς για παράγοντες που θα προσμετρήσουν προς όφελος του σε συνάρτηση με άλλους ελαφρυντικούς παράγοντες. Ένας τέτοιος ακόμα παράγοντας αποτελεί το λευκό του μητρώο καθώς και η παραδοχή του στο Δικαστήριο, έστω και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε ένας μάρτυρας κατηγορίας. Οι παράγοντες όμως αυτοί στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής αποτιμώνται πάντοτε σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και όχι ανεξάρτητα από αυτά. Είναι νομολογημένο ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί καθόλα θεμιτό μέτρο τιμωρίας και στις περιπτώσεις παραβατών με λευκό μητρώο αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από την συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης καθώς και των συνθηκών του παραβάτη, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 701, Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11, Zewar v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 384 και Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, ο εφεσειων κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, για τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α), 255, 20 και 29 του Κεφ. 154. Τα αντικείμενα της κλοπής ήταν μικρής χρηματικής αξίας. Λήφθηκε υπόψη ακόμη μία υπόθεση που αφορούσε στην ίδια κατηγορία. Ο εφεσειων βαρυνόταν με έξι προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα. Ποινή φυλάκισης 4 χρόνων που του επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ., ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορίες διάρρηξης γραφείου και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α), 255, 262 και 20 του Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Η συνολική αξία των κλαπέντων ήταν Λ.Κ. 2.690. Υπήρξε σχεδιασμός και συστηματική εγκληματική δραστηριότητα (116 αδικήματα). Ο εφεσείων βαρυνόταν με έξι προηγούμενες καταδίκες. Στην Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, για μεγάλο αριθμό διαρρήξεων κατοικίας, στις πλείστες των περιπτώσεων κατά τη διάρκεια της νύκτας, με συνακόλουθες κλοπές, προσάφθηκαν κατά τον εφεσείοντα 19 κατηγορίες. Παραδέχθηκε ενοχή και το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έλαβε υπόψη και άλλες 11 υποθέσεις, 9 από τις οποίες παρόμοιας φύσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 ετών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, στη σελίδα 130 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος για αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών.» Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 539 -540, στην οποία είχε επιβληθεί επταετής ποινή φυλάκισης η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση, γίνεται μια ευρύτερη επισκόπηση της νομολογίας από την άποψη του οικονομικού οφέλους που προσπορίζεται ο δράστης από το προϊόν της εγκληματικής του δράσης σε συνάρτηση με το ύψος της ποινής. Και ο λόγος είναι γιατί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι το κλαπέν ποσό ανέρχεται συνολικά στα 264,255.75 ευρώ, και ότι κλάπηκε επίσης και ένας καταγραφέας κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης μάρκας DIGI GUARD αξίας 1500 ευρώ περιουσία της ΣΠΕ Στροβόλου και ότι ουδέν ποσό ανευρέθη ή επιστράφηκε πίσω στην ΣΠΕ. Η αναφορά μας στις πιο πάνω υποθέσεις γίνεται γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη και δεν αποτελεί ένα μαθηματικό υπολογισμό και μια μηχανιστική προσέγγιση (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Blackstone' s Criminal Practice 2010 παρ. Β4. 59 σελ. 380-381). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Έχουμε ζυγίσει και συσταθμίσει κάθε μετριαστικό παράγοντα που περιβάλλει τόσο το πρόσωπο του Κατηγορουμένου όσο και με τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί, σε άμεση όμως συνάρτηση με την σοβαρότητα και τις συνθήκες των αδικημάτων που διέπραξε. Κρίνουμε, υπό το φως των όσων έχουν εκτεθεί, ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης τις οποίες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3½ χρόνων. 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3½ χρόνων. 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 χρόνων. Όλες οι ποινές να συντρέχουν. Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384). (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.