Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Χαλήλ, Αρ. Υπόθεσης: 32155/06, 19.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32155/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ανδρέα Χαλήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 19.3.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Στυλιανού Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ruling) Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση. Η διαταγή ήτο το αποτέλεσμα έφεσης που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Τόσο η έφεση όσο και η διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση, αντικείμενο έχουν τις κατηγορίες ένα μέχρι και δώδεκα μόνο. Ως εκ τούτου, όταν ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου για επανεκδίκαση, το Δικαστήριο ζήτησε να επανακατηγορηθεί στις εν λόγω κατηγορίες. Αφότου έγινε κάτι τέτοιο η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για επανεκδίκαση της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή ζήτησε άδεια τροποποίησης του κατηγορητηρίου δια προσθήκης νέας κατηγορίας. Το εν λόγω αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης η οποία υπέβαλε ότι· αφενός μεν οι οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση αφορούν τις πρώτες δώδεκα κατηγορίες και μόνο και αφετέρου, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να δικαιολογεί το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Αντίθετη εν προκειμένω ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι και μαρτυρία υφίσταται που να υποστηρίζει το αίτημα της, και ότι η διαταγή για επανεκδίκαση δεν περιορίζει τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Παρότι στο στάδιο των αγορεύσεων η υπεράσπιση απέσυρε την ένσταση της, εν τούτοις, απόφαση του αιτήματος από το Δικαστήριο κρίθηκε αναγκαία. Πρώτη σχολιάζω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση της υπόθεσης καθορίζει και περιορίζει τα πλαίσια εντός των οποίων πρέπει να διεξαχθεί η νέα δίκη. Ομολογώ ότι η εισήγηση είναι καινοφανής. Η δική μου άλλωστε έρευνα δεν απεκάλυψε οιανδήποτε κυπριακή απόφαση που διέπει το θέμα. Εντούτοις, κρίνω πως το ερώτημα απαντάται από λογική και νομική αντίκρυση των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Προτού όμως προχωρήσω σε ότι εγώ θεωρώ επεξηγηματικό, κρίνω ορθό να σημειώσω εδώ ότι στη Μεγάλη Βρετανία το υπό κρίση θέμα δεν είναι ελεύθερο απόφασης. Στο σύγγραμμα Phipson On Evidence 2007, στην παράγραφο 2-07, κάτω από τον τίτλο Criminal Cases αναφέρεται ότι 'The Court of Appeal (Criminal Division) has power to amend an indictment, and there is power to amend a fresh indictment on a retrial'. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης ο συγγραφέας παραπέμπει στην υπόθεση R. v. Hemmings
(2000)1 W.L.R. 661. Παραπέμποντας στην ίδια υπόθεση το σύγγραμμα Archbold, Criminal Evidence and Practice, 2007, στην παράγραφο 1-149 προβαίνει σε ανάλογο σχόλιο. Εν πάση όμως περιπτώσει, μη παραγνωρίζοντας ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 δεν εντοπίζονται σε αγγλική νομοθεσία παρά μόνο αντιστοιχούν στις πρόνοιες του άρθρου 5 του Indictments Act του 1915 (βλ. Kyriacou v. Police 22 CLR 213, 216), σπεύδω να εξετάσω τη σοφία που κρύβεται πίσω από τις ημεδαπές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ο κυριότερος λόγος θέσπισης των εν λόγω άρθρων επεξηγήθηκε στην υπόθεση Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62, 68. Η μεστότητα της επεξήγησης του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι απαράμιλλη και έτσι μεταφέρται αυτολεξεί 'sections 83, 84 and 85 were the result of statutory amendments to enable the Courts to do justice in a case where technicalities might lend to acquittal notwithstanding proof of sufficient particulars to support a court, .... we should not become so obsessed with the techniques of the judicial machinery that we forget the purposes of a system of justice'. Ενδελεχής ανάλυση σχετικά με το πότε και για ποιους λόγους επιτρέπεται η τροποποίηση κατηγορητηρίου, εντοπίζεται στην απόφαση Pouris v. Republic
(1981)2 CLR 148. Όπως αναφέρθηκε εκεί η αναφορά στο άρθρο 83 του Κεφ. 155· 'at any stage', επιτρέπει τροποποίηση δυνάμει του εν λόγω άρθρου ακόμη και μετά που το Δικαστήριο αποφασίζει ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Αναφορικά τώρα με τις αρχές που διέπουν διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση, στη σελ. 201 του συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus αναφέρεται ότι· 'In deciding where the interests of justice lay, in any particular case regard must be had to a wide variety of circumstances and conflicting factors may have to be balanced such as the need to secure the efficient administration of justice and the necessity to ensure a fair trial by safeguarding the interests of the accused who should not, except in the face of compelling circumstances, be required to stand trial twice for the same matter'. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι διαταγή για επανεκδίκαση συνιστά νέα δίκη και όχι διαδικασία εκ προοιμίου καθορισμένη και περιορισμένη. Είναι σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις που εκδίδεται τέτοια διαταγή ακριβώς επειδή ο κατηγορούμενος τίθεται εκ νέου σε νέα δίκη και συνεπώς δεύτερη πιθανότητα καταδίκης. Τέτοια όμως διαδικασία, στο άρθρο 145
(1)(δ) του Κεφ. 155 ονομαζόμενη ως νέα δίκη, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά κάθε άλλης δίκης και διέπεται από το σύνολο των διατάξεων του Κεφ. 155, το οποίο ας λεχθεί εδώ ότι δεν δίδει διαφορετικό ορισμό για τη φράση επανεκδίκαση, όπως ούτε προβλέπει άλλες διατάξεις που να διέπουν τέτοια διαδικασία, ακριβώς επειδή σκοπός του νομοθέτη ήτο η εξομοίωση κάθε δίκης ασχέτως εάν κάποια συνιστά δεύτερη και ως εκ τούτου νέα δίκη. Καταλήγω συνεπώς ότι όπως στην Αγγλία, έτσι και εδώ η διαταγή για επανεκδίκαση δεν περιορίζει το Δικαστήριο για τροποποίηση του κατηγορητηρίου ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον ο μηχανισμός τροποποίησης υφίσταται για να εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη απελευθερώνοντας τα χέρια της από νομικίστικους και τεχνικούς δεσμούς. Ως προς αυτή τη πτυχή η ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στο αίτημα αυτό καθεαυτό. Προς υποστήριξη τούτου η κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της μαρτυρία η οποία δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση δια προσθήκης εικοστής πέμπτης κατηγορίας. Αντίθετη εν προκειμένω ήτο η θέση της υπεράσπισης, παρότι στη συνέχεια η οποία ένσταση απεσύρθη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 CLR 96, 103 κατηγορητήριο κρίνεται ελαττωματικό όχι μόνο όταν το ελάττωμα διαπιστώνεται στην όψη του, αλλά και όταν αποτυγχάνει να συμπεριλάβει αδίκημα που καλύπτεται από τη μαρτυρία. Είμαι της γνώμης πως παρά τη σθεναρή ένσταση της υπεράσπισης και της αναφοράς της ότι η μαρτυρία δεν καλύπτει τέτοιο αδίκημα και παρά τη φειδωλή, επί του προκειμένου, υποστήριξη του αιτήματος από την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει το αίτημα, γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Η υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο που αναμένεται να αρχίσει η ακρόαση. Μέχρι στιγμής καμία μαρτυρία δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, ως εκ τούτου η ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων παραμένει ανέλεγκτη. Εντούτοις, κρίνω πως εάν μεν η τροποποίηση επιτραπεί και στο τέλος της ημέρας διαφανεί ότι η κατηγορούσα αρχή δεν είχε σχετική μαρτυρία, τότε σημαίνει πως η κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη και συνεπώς η υπεράσπιση δικαιώνεται, έστω και εκ των υστέρων. Εάν από την άλλη παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία προς απόδειξη της κατηγορίας, τότε δικαιολογημένα η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε το αίτημα της. Ως εκ των πιο πάνω, ένεκα του αρχικού σταδίου στο οποίο βρίσκεται η δίκη, δεν θα απέρριπτα το αίτημα για μόνο λόγο ότι η τροποποίηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, εφόσον σε αυτό το στάδιο αδυνατώ να ελέγξω κάτι τέτοιο. Τέλος, καθοδηγούμενος από τα λεχθέντα στην απόφαση Attorney General v. Kyprianou
(1988)2 CLR 209, εξέτασα κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση δυνατό να θέσει σε δυσμενή θέση τον κατηγορούμενο. Επαναλαμβάνω ότι ακόμη δεν παρουσιάστηκαν μάρτυρες ως εκ τούτου, νοουμένου ότι η τροποποίηση επιτραπεί, ο κατηγορούμενος εξαρχής θα έχει την ευχέρεια να θέσει την υπεράσπισή του. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση αφορά προσθήκη κατηγορίας της οποίας το αδίκημα (άσεμνη επίθεση) είναι το ίδιο με εκείνα που αφορούν οι κατηγορίες 1 έως
- Το ίδιο ισχύει και για τις λεπτομέρειες της επίθεσης. Διαφορά εντοπίζεται μόνο στο χρόνο διάπραξης του αδικήματος εφόσον η νέα κατηγορία συγκεκριμενοποιεί ότι το αδίκημα διεπράχθη την 1ην Μαρτίου 2006 ενώ οι κατηγορίες 1 έως 12 αφορούν άγνωστη ημερομηνία άλλοτε εντός του 2004, άλλοτε εντός του 2005 και άλλοτε εντός του
- Κρίνω πως η κατηγορία που ζητείται να προστεθεί δεν αφορά διαφορετικό αδίκημα, ως προς το είδος του, ενώ περαιτέρω δεν διαπιστώνω και ομολογουμένως ούτε και η υπεράσπιση ανέφερε ότι η κατηγορία που η κατηγορούσα αρχή αιτείται να προσθέσει στο κατηγορητήριο επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο και την υπεράσπιση του. Ενόψει όλων των πιο πάνω το αίτημα της κατηγορούσας αρχής κρίνεται δικαιολογημένο, έτσι δίδεται η άδεια για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια προσθήκης, εικοστής πέμπτης κατηγορίας. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο