← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 26.3.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 26.3.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14906/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Αντώνη Χαραλάμπους
  2. Μάριου Λιασή
  3. Αλέξανδρου Οδυσσέως
  4. Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη
  5. Γιώργου Μπαρτζίδη
  6. Ανδρέα Σάββα
  7. Κυριάκου Ναθαναήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 26.3.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο 5: κος Σαββίδης Κατηγορούμενος 5 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Όταν η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον υπαστυνόμο Χρ. Χριστοφή του παρουσίασε έγγραφο που ο μάρτυρας αναγνώρισε ως την κατάθεση που ετοίμασε για την υπό εκδίκαση υπόθεση. Όταν ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την κατάθεσή του ως τεκμηρίου, για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα. Αυτό το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση του πέμπτου κατηγορουμένου (στη συνέχεια ο κατηγορούμενος). Σύμφωνα με το συνήγορο του κατηγορουμένου το εν λόγω έγγραφο μεταφέρει προφορική ομολογία του κατηγορουμένου. Η εν λόγω όμως ομολογία δεν πρέπει, σύμφωνα με το συνήγορο, να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον: (α) ελήφθη κατά παράβαση Δικαστικών Κανόνων και συγκεκριμένα του Δεύτερου Δικαστικού Κανόνα και, (β) προτού ληφθεί η ομολογία οι αστυνομικές αρχές δεν γνωστοποίησαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, και συγκεκριμένα το δικαίωμά του να συμβουλευθεί δικηγόρο. Ένεκα όλων όσων αναφέρθηκαν η κατάθεση του υπαστυνόμου Χρ. Χριστοφή παρελήφθη από το Δικαστήριο ούτως ώστε να διεξέλθει και το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου προς εξακρίβωση της ορθότητας του ισχυρισμού ότι μεταφέρει ομολογία (βλ. Fournides v. The Republic

(1986)2 CLR 73). Γι΄ αυτό το λόγο, το επίδικο έγγραφο σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Έχοντας διαπιστώσει την ορθότητα του αναφερόμενου ισχυρισμού και αφότου άκουσα και τη θέση της κατηγορούσας αρχής, διέταξα τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Αντικείμενο τούτης δεν ήταν άλλο από την επίλυση των ζητημάτων που ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση. Συνακόλουθα, αντικείμενο της παρούσης είναι η εγκυρότητα ή μη της ένστασης της υπεράσπισης στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Προς υποστήριξη της θεληματικότητας της ομολογίας του κατηγορουμένου, ζήτημα που εμμέσως εγείρεται με την ένσταση της υπεράσπισης για παραβίαση Δικαστικών Κανόνων (βλ. Σάκκος v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, 521 και Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9), η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι· ο υπαστυνόμος Χρ. Χριστοφή (στη συνέχεια ΜΚ1), ο αστ. 2431 Γιαν. Πιτσιλλίδης, (στη συνέχεια ΜΚ2) και ο αστ. 1356 Χρ. Τσιόλης (στη συνέχεια ΜΚ3). Στον αντίποδα η υπεράσπιση δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συνοψίζεται ως ακολούθως. Σύμφωνα με το ΜΚ2, ένα εκ των ανακριτών της υπόθεσης που τότε διερευνάτο, η αστυνομία είχε πληροφορίες από συγκεκριμένο πρόσωπο, ονόματι Αλέξανδρο Δημητριάδη, ότι ο κατηγορούμενος έλαβε μέρος σε επεισόδια που διενεργήθηκαν έξω από το οίκημα του Α.Π.Ο.Ε.Λ. Η δε πληροφορία είχε τη μορφή κατάθεσης και σύμφωνα με το ΜΚ2, κρίθηκε αξιόπιστη. Σύμφωνα με το ΜΚ1, στοιχεία που περισυνέλεξε η αστυνομία έχρηζαν διευκρίνησης και σε αυτά τα πλαίσια κλήθηκε ο κατηγορούμενος να μεταβεί στο σταθμό. Όταν μετέβη εκεί ανέφερε στο ΜΚ1 τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του και ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν ορισμένες πληροφορίες που τον έφεραν να είχε λάβει μέρος στα επεισόδια που διερευνώντο. Ο ΜΚ1 δέχθηκε ότι σε εκείνο το χρονικό σημείο δεν επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο εφόσον, σύμφωνα με τον ίδιο, τα στοιχεία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που ενέπλεκε η πληροφορία δεν ήταν επαρκή. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος στο γραφείο του υπαστυνόμου Χριστοφή, παρουσία του ΜΚ2, προέβη σε προφορική ομολογία, δηλαδή παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία μετέβη μαζί με άλλα πρόσωπα στο σωματείο του Α.Π.Ο.Ε.Λ. και επιτέθηκαν εναντίον οπαδών τούτου που βρίσκονταν εκεί με πέτρες, ρόπαλα και ξύλα. Η εν λόγω ομολογία προέκυψε παρότι αρχικά ο κατηγορούμενος αρνείτο κάθε ανάμειξη. Αμέσως, σύμφωνα με τους δύο μάρτυρες, ο ΜΚ1 επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο όπου και πάλι παραδέχθηκε. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 έδωσε οδηγίες στο ΜΚ3 και κατέγραψε το περιεχόμενο του τεκμηρίου ΔΔ2. Στο εν λόγω τεκμήριο ο ΜΚ1 εξιστορεί τις ενέργειες στις οποίες προέβη προ και κατά την ανάκριση του κατηγορουμένου, καθώς επίσης το περιεχόμενο της ομολογίας του τελευταίου. Το τεκμήριο ΔΔ2 υπέγραψε τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2. Πλην της καταγραφής των όσων αναγράφονται στο τεκμήριο ΔΔ2 που ο ΜΚ1 υπαγόρευσε, ο ΜΚ3 δεν είχε άλλη ανάμειξη στο υπό διερεύνηση ζήτημα. Τέλος, σύμφωνα με το ΜΚ1, όταν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος συνομίλησε με δικηγόρο, δηλαδή αφότου προέβη σε προφορική ομολογία, του λήφθηκε κατάθεση, στην οποία όμως αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Οι αρχές που διέπουν τη δεκτότητα ομολογίας έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609, η οποία υιοθετήθηκε από την ημεδαπή νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω υπόθεση καμία δήλωση από ένα κατηγορούμενο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του αν δεν αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω δήλωση οικιοθελώς. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση αξίζει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση συγκεκριμενοποίησε και περιόρισε το αίτημα της, δηλαδή ότι η ομολογία του κατηγορουμένου δεν ήτο εθελούσια, στο ότι παραβιάστηκαν οι Δικαστικοί Κανόνες. Όπως ανέφερα και ενωρίτερα η νομολογία αναγνωρίζει ότι παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων άπτεται του εθελούσιου της κατάθεσης (βλ. Σάκκος πιο πάνω και Azinas, πιο πάνω). Ως εκ των προαναφερθέντων, τη δίκη εντός δίκης δεν απασχόλησε οτιδήποτε άλλο αναφορικά με το εθελούσιο της ομολογίας του κατηγορουμένου, πλην του κατά πόσο τούτη εδόθη χωρίς προηγουμένως να επιστηθεί η προσοχή του στο νόμο. Περαιτέρω, εάν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, υπό ποιες περιστάσεις έγινε κάτι τέτοιο, και τέλος, κατά πόσο οι εν λόγω ενέργειες της αστυνομίας συνιστούν παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων, και εάν ναι, ποιες οι τυχόν συνέπειες τέτοιας παραβίασης. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες δεν οδηγεί σε αυτόματη απόρριψη της προσβαλλόμενης δήλωσης. Ό,τι ενεργοποιεί η εν λόγω παρέκκλιση είναι τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει τη δήλωση αφότου εξετάσει τις επιπτώσεις που ενέχει η παρέκκλιση, άμεσα ή έμμεσα, στο εθελούσιο της δήλωσης (βλ. Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 567). Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνεται διαφωνία στα γεγονότα που περιβάλλουν τη λήψη της ομολογίας. Συνιστά εν προκειμένω κοινό τόπο ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, δεν του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο, ο ίδιος ανέφερε τα στοιχεία της ταυτότητας του στο ΜΚ1 που τον πληροφόρησε ότι η αστυνομία είχε πληροφορίες που τον ενέπλεκαν με υπό διερεύνηση αδικήματα, και εν συνεχεία τον ανέκρινε στην παρουσία του ΜΚ2. Εκεί όπου η θέση των δύο πλευρών διαφοροποιείται είναι στην ερμηνεία και εν συνεχεία αντίληψη που η κάθε μια αποδίδει στην πληροφορία που η αστυνομία είχε στα χέρια της πριν την κλήτευση του κατηγορουμένου στα γραφεία του ΤΑΕ. Αφενός μεν η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η πληροφορία που η αστυνομία είχε στα χέρια της ήτο αρκετή για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα, και έτσι να επιστηθεί η προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο από την πρώτη κιόλας στιγμή που κλήθηκε και μετέβη στα γραφεία του ΤΑΕ, ενώ στον αντίποδα η αστυνομία διατείνεται ότι η πληροφόρηση ήτο ελλειπής και συνεπώς οι έρευνες συνεχίζοντο, και ως εκ τούτου οι πρόνοιες του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα ήτο ανεφάρμοστες. Εντούτοις, ό,τι ξεχωρίζει απ΄ όλα τα πιο πάνω είναι πως η διάσταση στις θέσεις των δύο πλευρών δεν επεκτείνεται στην ολότητα του περιεχομένου της πληροφορίας. Οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, είτε ευθέως είτε εμμέσως, αποδέχθηκαν πως από την πληροφορία προέκυπτε ότι κάποιο πρόσωπο συμμετείχε σε διάπραξη αδικήματος. Εκείνο, σύμφωνα με το ΜΚ1, που δεν διευκρινίζετο από την πληροφορία, ήτο η ταυτότητα του προσώπου που εμπλέκετο. Ως εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι ζητούμενο δεν είναι κατά πόσο η πληροφορία ενέπλεκε κάποιο πρόσωπο, γεγονός για το οποίο οι θέσεις των δύο πλευρών ταυτίζονται, αλλά κατά πόσο τη δεδομένη στιγμή, δηλαδή όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο σταθμό, η πληροφορία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της ανεδείκνυε ότι το εμπλεκόμενο από την πληροφορία πρόσωπο ήτο ή όχι ο κατηγορούμενος. Είναι περαιτέρω γεγονός πως παρότι ο κατηγορούμενος αρχικά αρνείτο ανάμειξη στα γεγονότα που η αστυνομία διερευνούσε, αίφνης προέβη στην ενοχοποιητική δήλωση που ο ΜΚ1 ανέφερε, αμέσως του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο και παραδέχθηκε εκ νέου και αργότερα, αφότου συνομίλησε με το συνήγορό του, ανακρινόμενος εκ νέου αρνήθηκε συμμετοχή στα επεισόδια. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις σπεύδω τώρα να υπαγάγω σε αυτές τις βασικές νομικές αρχές που προαναφέρθηκαν. Για να εξετασθεί τυχόν παραβίαση Δικαστικού Κανόνα πρέπει βέβαια να απαντηθεί το ερώτημα· ποίος ήταν, υπό τις περιστάσεις, ο Δικαστικός Κανόνας που η αστυνομία όφειλε να ακολουθήσει; Είναι πιστεύω αναμφίβολο ότι οι πρόνοιες του πρώτου Δικαστικού Κανόνα διέπουν εκείνο το στάδιο των ερευνών που η αστυνομία δεν έχει ακόμη βάσιμους λόγους υποψίας ότι ο ανακρινόμενος διέπραξε αδίκημα (βλ. R. v. Osborne
(1973)1 All E.R. 649). Μόλις οι διωκτικές αρχές έχουν στην κατοχή τους πληροφορία ικανή να τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου, κατάλληλος Δικαστικός Κανόνας είναι ο δεύτερος (βλ. Azinas, πιο πάνω, στη σελ. 59). Στην προκείμενη περίπτωση οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν μου αφήνουν καμία αμφιβολία ότι αρμόζων Δικαστικός Κανόνας, τουλάχιστον από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα, ήτο ο δεύτερος Δικαστικός Κανόνας. Σύμφωνα με το ΜΚ1 η ενοχοποιητική πληροφορία ανέφερε 'όνομα μικρό, ένα επίθετο Γερμανός και ένα αριθμό τηλεφώνου'. Δεν σχολιάζω τώρα εάν αυτά τα στοιχεία ικανοποιούσαν τις διατάξεις του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα εφόσον τούτο το ζήτημα πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα παρατηρώ πως σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες για το υπό κρίση ερώτημα ως βάση έχουν τη μαρτυρία του ΜΚ1, προκύπτει ότι αφότου ο κατηγορούμενος μετέβη στο σταθμό απεκάλυψε στο ΜΚ1 τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του. Αυτή η διαπίστωση αποκαλύπτει ότι από κάποιο τουλάχιστον χρονικό σημείο, πριν όμως ο κατηγορούμενος προβεί σε ομολογία, η αστυνομία είχε τα στοιχεία του κατηγορουμένου και συνεπώς η ταυτότητά του ήτο γνωστή στις αρχές και τυχόν σύνδεσή του με την ενοχοποιητική πληροφορία ήτο καθ΄ όλα εξετάσιμη και εν πάση περιπτώσει όχι αδύνατη. Σε εκείνο τουλάχιστον το χρονικό σημείο οι ανακριτές όφειλαν να προειδοποιήσουν τον κατηγορούμενο σύμφωνα με το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα. Ενισχυτικά εν προκειμένω είναι τα όσα λέχθηκαν στην Azinas, πιο πάνω, όπου στη σελίδα 60 αναφέρεται: «But a police officer when carrying out an investigation meets a stage in between the mere gathering of information and the getting of enough evidence to prefer the charge. He reaches a stage where he has got the beginnings of evidence. It is at that stage that he must caution. In the judgment of this court, he is not bound to caution until he has got some information which he can put before the Court as the beginnings of a case» Ως εκ των πιο πάνω, εφόσον, σύμφωνα με την αστυνομία, ζητούμενο ήτο μόνο τα στοιχεία του κατηγορουμένου, καθίσταται σαφές ότι από τις αποκαλύψεως τούτων όφειλαν να επιστήσουν την προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο σύμφωνα με το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα. Παρόλα αυτά, το υπό κρίση ζήτημα δεν ολοκληρώνεται εδώ. Άλλη μια πτυχή του χρήζει εξέτασης. Σύμφωνα με την αστυνομία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προσπάθειά της ήταν να εξακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που ενέπλεκε η πληροφορία. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο σταθμό ως πιθανός ύποπτος και γι΄ αυτό άλλωστε το λόγο ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι σχετική πληροφορία τον ενέπλεκε. Υπό το φως των λεχθέντων στις αποφάσεις Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40, 74 και The Republic v. Pierides
(1971)2 CLR 181, 188, κρίνω ότι η αστυνομία όφειλε να επιστήσει την προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο, σύμφωνα με το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα, έστω και αν η πληροφορία που κατείχε δεν ενέπιπτε αυστηρώς στις πρόνοιες του εν λόγω κανόνα. Ο λόγος (ratio) των αναφερόμενων αποφάσεων συνοψίζεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus, το σχετικό απόσπασμα του οποίου αναφέρει (βλ. σελ. 147)· 'In Petri´s case the Supreme Court clearly refused to abide by a literal interpretation of the judges' Rules, considering it a fundamental principle of criminal investigation that a caution should be administered as soon as the person questioned comes under suspicion. It may, therefore, be said that, despite, the contents of Rule I of the judges´ Rules, the police in Cyprus are required to caution the person interrogated as soon as they suspect him of complicity in the commission of the offence'. Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι, είτε εξαρχής είτε από τη στιγμή τουλάχιστον που ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τις αστυνομικές αρχές για τα στοιχεία της ταυτότητάς του, οι ανακριτές όφειλαν να τον προειδοποιήσουν δυνάμει του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα. Αυτή βεβαίως η κατάληξη οδηγεί και σε ένα άλλο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η αντιμετώπιση που έτυχε ο κατηγορούμενος από τις αστυνομικές αρχές, παραβιάζει το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα, ως η υπεράσπιση ισχυρίστηκε. Αναφέρθηκε ήδη ότι παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες δεν οδηγεί σε αυτόματη απόρριψη της επηρεαζόμενης δήλωσης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus (βλ. σελ. 156) σε τέτοια περίπτωση ο Δικαστής κέκτηται ευρείας διακριτικής εξουσίας να αποδεχθεί ή να απορρίψει τη δήλωση. Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, ό,τι λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι 'the effect that the infringement may have had on the voluntariness of the statement, the extent of the infringement and in particular whether the infringement concerns merely a matter of formality, and the likely repercussions on the administration of justice form a consistent failure on the part of the police to observe the Judges´Rules'. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω πως η παραβίαση άπτεται ουσίας και όχι τύπου. Άλλωστε ο δεύτερος Δικαστικός Κανόνας, εν αντιθέσει με τον πρώτο, επιβάλλει επίστηση της προσοχής του κατηγορουμένου στο νόμο, δηλαδή πως ό,τι πει δυνατό να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία, ενώ ο πρώτος Δικαστικός Κανόνας ουδεμία επίστηση επιβάλλει. Περαιτέρω, και σε επίπεδο πραγματικών γεγονότων διαπιστώνω ότι η παραβίαση επηρέασε την εξέλιξη και την πορεία των πραγμάτων ουσιαστικά. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ομολογία χωρίς να του επιστηθεί η προσοχή του στο νόμο. Όταν στη συνέχεια του επιστήθηκε η προσοχή του και συνομίλησε με συνήγορο προέβη σε κατάθεση όπου αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος. Απ΄όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι αν δεν ήτο οι εν λόγω ενέργειες της αστυνομίας ο κατηγορούμενος πιθανόν να μην προέβαινε στην επίμαχη δήλωση. Περαιτέρω, ενώ η αστυνομία του ανέφερε την πληροφορία που είχε στην κατοχή της και ότι τον ενέπλεκε, παρέλειψε να τον πληροφορήσει για το δικαίωμα του να μην πει οτιδήποτε, κατά τρόπο που αναδεικνύει συνθήκες άσκησης όχι μόνο τεχνάσματος αλλά και πίεσης. Λέγοντας αυτό δεν αποφαίνομαι θετικά ότι ασκήθηκε πίεση ή τέχνασμα στον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε κάτι τέτοιο δεν συνιστά αντικείμενο της παρούσης ως καθορίστηκε από την ένσταση που ηγέρθηκε. Ότι όμως διαπιστώνω είναι πως οι συνθήκες που περιβάλλουν τη δήλωση του κατηγορουμένου δεν αποκλείεται να τον επηρέασαν και γι΄ αυτό να προέβη στη δήλωση, ενώ εάν εφιστάτο η προσοχή του στο νόμο, σύμφωνα με το δεύτερο Δικαστικό Κανόνα, και διασφαλίζετο έτσι το δικαίωμά του για μη αυτοενοχοποίηση, ενδεχόμενα να μην προέβαινε στη δήλωση, όπως αργότερα έπραξε, όταν πλέον του επιστήθηκε η προσοχή και συνομίλησε με συνήγορο. Τέλος, η τήρηση των Δικαστικών Κανόνων δεν είναι τυπικής αλλά ουσιαστικής σημασίας. Οι πρόνοιες τους διασφαλίζουν ότι οι ανακριτικές αρχές δεν μεταχερίζονται τεχνάσματα, απάνθρωπες και εξευτελιστικές μεθόδους εξασφάλισης ενοχοποιητικών δηλώσεων. Ανάλαφρη και θεωρητική μόνο θεώρηση των εν λόγω Δικαστικών Κανόνων θέτει εν κινδύνω όχι μόνο την επιβίωση τους αλλά και αυτή ακόμη τη διασφάλιση αξιοπρεπούς και ανθρώπινης συμπεριφοράς που πρέπει να τυγχάνει κάθε ύποπτος και/ή κατηγορούμενος. Στη δοσμένη περίπτωση κρίνω πως η παρέκκλιση των ανακριτικών αρχών από τους Δικαστικούς Κανόνες είναι ουσιώδης και οδήγησε στην εξασφάλιση της επίμαχης δήλωσης που σε διαφορετική περίπτωση δυνατό να μην εδίδετο. Περαιτέρω, οι εν λόγω ενέργειες της αστυνομίας επισκιάζουν τη δήλωση και αλλοιώνουν το εθελούσιο τούτης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως η δήλωση δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης εφόσον το εθελούσιο της παρεμβάλλεται από τις αντικανονικές ενέργειες της αστυνομίας, δηλαδή τη μη επίστηση της προσοχής του κατηγορουμένου στο νόμο. Ως εκ τούτου, η ένσταση της υπεράσπισης επ΄ αυτού του σημείου επιτυγχάνει και η σχετική δήλωση του κατηγορουμένου απορρίπτεται. Προτού όμως ολοκληρώσω σχολιάζω και τη δεύτερη πτυχή της ένστασης. Ακόμη και υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων κρίνω πως ο νόμος 163(Ι)/05, προβλέπων για δικαίωμα συνηγόρου, περιορίζεται στην περίπτωση προσώπου που συλλαμβάνεται. Καταλήγω συνεπώς ότι ακόμη και αν εφίστατο η προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο δυνάμει του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα, δεν σημαίνει ότι οι ανακριτικές αρχές υποχρεούντο να γνωστοποιήσουν στον κατηγορούμενο το δικαίωμα που προβλέπει ο σχετικός νόμος, εφόσον δεν τελούσε υπό σύλληψη. Καταλήγω συνεπώς ότι αυτή η πτυχή της ένστασης δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Παρόλα ταύτα, ένεκα όλων όσων προανέφερα το Έγγραφο Β δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία, εφόσον σε αυτό εμπεριέχεται ανεπίτρεπτη δήλωση. Επιπλέον, εξέτασα τυχόν διαγραφή της επίμαχης δήλωσης από το Έγγραφο Β και αποδοχής του εναπομείναντος μέρους τούτου ως τεκμηρίου. Κρίνω πως τέτοια ενέργεια είναι επιτρεπτή και δυνατή και ως εκ τούτου το σχετικό μέρος του εγγράφου που αναφέρει ότι «Τον κάλεσα στο γραφείο μου και στην παρουσία του Αστ. 2431 μου παραδέχθηκε προφορικά ότι μετέβηκε στο σωματείο του ΑΠΟΕΛ την συγκεκριμένη ημέρα μαζί με τον Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη (4ος κατηγορούμενο), τον Αλέξανδρο Δημητριάδη (ΜΚ-5) καθώς και με άλλα πρόσωπα και επιτέθηκαν εναντίον οπαδών του ΑΠΟΕΛ που βρίσκονταν έξω από το σωματείο κατά τον χρόνο αυτό με πέτρες, ρόπαλα και ξύλα. Ακολούθως τον πληροφόρησα για τα αδικήματα που διέπραξε, του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «ήμουν τζιε εγιώ στα επεισόδια»» διαγράφεται, ενώ το Έγγραφο Β, με το τροποποιημένο πλέον περιεχόμενό του, γίνεται αποδεκτό ως τεκμήριο. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.