← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Jayantha Pushpa Kumara URUWITIYA SENARATH κ.α, Αρ. Υπόθεσης: 14790/08, 29 Μαρτίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Jayantha Pushpa Kumara URUWITIYA SENARATH κ.α, Αρ. Υπόθεσης: 14790/08, 29 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B47 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14790/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Jayantha Pushpa Kumara URUWITIYA SENARATH κ.α .............. Κατηγορούμενοι 29 Μαρτίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ΄Κωνσταντή Για τον Κατηγορουμένο αρ. 2: κ. Πασιαρδής Κατηγορούμενος 2 παρών. ------------------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες αφορούν αποδοχή απασχόλησης αλλοδαπού χωρίς άδεια (άρθρο 19

(1)(κ) του Κεφ. 105) και παραμονή στη Δημοκρατία μετά την ακύρωση της προσωρινής άδεια τους (άρθρο 19
(1)(λ) του Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ενώ ο κατηγορούμενος ήταν αλλοδαπός στον οποίο είχε παραχωρηθεί άδεια για προσωρινή παραμονή στη Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου, η οποία ακυρώθηκε στις 18/10/05, αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά από αυτή την ημερομηνία μέχρι τις 29/9/08 και αποδέχθηκε απασχόληση στην εταιρεία Α. Γ. ΗΧΗΤΙΚΗ ΛΤΔ (πρώην κατηγορούμενη 6). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τον Αστ. 1707 Γεώργιο Χριστοδούλου (ΜΚ1), τον Αστ. 1998 Χαράλαμπο Ανδρέου (ΜΚ2), τον Ντίνο Θεμιστοκλέους (ΜΚ3) και την Αστ. 3400 Μαρία Ορθοδόξου (ΜΚ4). Κατά την μαρτυρία τους παρουσίασαν όλοι τις γραπτές καταθέσεις τους (Τεκμήριοα 1, 2, 3 και 6 αντίστοιχα) και αντεξετάστηκαν. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στον εντοπισμό πέντε συνολικά αλλοδαπών μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος 2 οι οποίοι στις 29/9/08 απασχολούντο με την εκφόρτωση ηχείων της κατηγορουμένης
  1. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε Αστυνομικό Σταθμό. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως είχε λάβει και αυτός μέρος στην εν λόγω επιχείρηση εντοπισμού των αλλοδαπών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κατηγορούμενος
  2. Ανέφερε και αυτός πως παρακολούθησαν για 10' λεπτά και εξήγησε πως στην γραπτή κατάθεση του αναφέρθηκε ονομαστικά μόνο στους δυο αλλοδαπούς που είχε συλλάβει ο ίδιος. Ο ΜΚ3 εργάζεται στην Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών και είναι Υπεύθυνος του Αρχείου της εν λόγω Υπηρεσίας. Επίσης είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τον Διευθυντή σχετικά με υποθέσεις Αιτητών Πολιτικού Ασύλου. Σχετικά με τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε πως με βάση τα τηρούμενα στοιχεία αυτός έφθασε στην Κύπρο στις 5/2/03 και στις 7/6/04 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Στις 23/8/05 κλήθηκε σε συνέντευξη η οποία θα λάμβανε χώρα στις 16/9/05 στα γραφεία της Υπηρεσίας, πλην όμως αυτός δεν παρουσιάστηκε κατά των εν λόγω ημερομηνία και προσπάθειες που έγιναν από την αρμόδια εταιρεία για επίδοση της κλήσης ήταν ανεπιτυχείς. Σύμφωνα με σχετική ένορκη δήλωση του επιδότη αυτός ήταν άγνωστος στη διεύθυνση που είχε δώσει. Ως εκ τούτου ο Διευθυντής αποφάσισε στις 18/10/05 το κλείσιμο του φακέλου και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του πολιτικού ασύλου. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε πως για να δηλώσει αλλαγή διεύθυνσης ένας αλλοδαπός θα έπρεπε να το πράξει στον Αστ. Σταθμό Αγ. Δομετίου και ότι η επιστολή για τη συνέντευξη δόθηκε και στον επιδότη, αλλά στάληκε και ταχυδρομικώς. Αναγνώρισε το βιβλιάριο αλλοδαπού του κατηγορούμενου 2 αντίγραφο του οποίου παρουσίασε ως Τεκμήριο
  3. Εξήγησε πως από ότι φαίνεται στην πρώτη σελίδα η διεύθυνση του αλλοδαπού αρχικά ήταν Ευέλθοντος 1, Λευκωσία, στην οποία και απέστειλαν οι ίδιοι την κλήση για συνέντευξη, ενώ δέχθηκε βλέποντας και τη δεύτερη σελίδα πως υπήρξαν νομότυπες δηλώσεις αλλαγής διεύθυνσης τον Αύγουστο του 2004, αλλά και στις 12/9/05, δηλαδή 4 ημέρες πριν την προγραμματισθείσα συνέντευξη του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε επιστολή του τότε δικηγόρου του κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 23/2/09 (Τεκμήριο 5) στην οποία απάντησαν με δική τους ημερομηνία 14/5/09 εξηγώντας του ότι η επιστολή του για αλλαγή διεύθυνσης ημερομηνίας 9/11/05 έφθασε στην Υπηρεσία Ασύλου μετά το κλείσιμο του φακέλου. Ο μάρτυρας επίσης αναγνώρισε πως για αυτή την καθυστέρηση δεν ευθύνετο ο κατηγορούμενος
  4. Η τελευταία μάρτυρας (ΜΚ4) υπηρετούσε τότε στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας και αναφέρθηκε στις ενέργειες της μετά την ανάθεση της υπόθεσης στην ίδια. Μεταξύ άλλων έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 7). Σ' αυτήν ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει το ιστορικό άφιξης και παραμονής του στην Κύπρο ως φοιτητής αρχικά και αργότερα ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Αναφέρει ότι δεν παρέλαβε την επιστολή για τη συνέντευξη επειδή δεν ενημέρωσε τις αρχές για την αλλαγή της διεύθυνσης του και εξηγεί τις συνθήκες υπό τις οποίες εργοδοτήθηκε στην κατηγορουμένη
  5. Στο τέλος όμως επανέρχεται στο θέμα της διεύθυνσης και αναφέρει ότι όταν άλλαξε διεύθυνση πήγε στο αρμόδιο τμήμα και έδωσε τη νέα του διεύθυνση. Ο κ. Πασιαρδής επικαλούμενος το γεγονός της μη επίδοσης κλήσης για τη συνέντευξη για λόγους που δεν οφείλονται στον κατηγορούμενο 2 εισηγήθηκε πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ειδικά για την κατηγορία της παράνομης παραμονής (4η), ενώ και για την παράνομη απασχόληση είπε πως συμπαρασύρεται λόγω των όσων αναφέρονται σ' αυτή: Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή μιας τέτοιας εισήγησης πρέπει να σημειωθεί πως απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνον (α) όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) όταν η μαρτυρία είναι πόσον αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται ζήτημα αντινομίας ή μη πειστικότητας της μαρτυρίας. Η εισήγηση του κ. Πασιαρδή, στηρίζεται ουσιαστικά στο ότι δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση λόγω απουσίας συστατικού στοιχείου κυρίως της 4ης κατηγορίας. Η 4η κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 19
(1)(λ) και 6 (ι)(κ) του Κεφ. 105. Το πρώτο προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο και το οποίο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή είναι ένοχο αδικήματος. Το άρθρο 6 (ι) (κ) καθιστά το πρόσωπο που διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβαση του Κεφ. 105 απαγορευμένο μετανάστη. Συνεπώς το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής ήταν να στοιχειοθετήσει: (
  1. i)Ότι ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός. (
  2. ii)Ότι είχε προσωρινή άδεια παραμονής. (iii) Ότι αυτή η άδεια ακυρώθηκε. (
  3. iv)Ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την ακύρωση της άδειας του. Η μαρτυρία για τις ανάγκες αυτού του σταδίου καλύπτει το ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι αλλοδαπός, το ότι είχε προσωρινή άδεια παραμονής και το ότι παρέμεινα στη Δημοκρατία για το ισχυριζόμενο διάστημα - στοιχεία που εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητούνται. Όπως γίνεται αντιληπτό εκείνο που αμφισβητείται είναι το ότι υπάρχει μαρτυρία για τη νομότυπη ακύρωση αυτής της άδειας παραμονής. Προσφέρθηκε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση πολιτικού ασύλου στις 7/6/04. Η υποβολή τέτοιας αίτησης εξασφαλίζει στον αιτητή άδεια προσωρινής διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του Περί Προσφύγων Ν. 6
(1)/00 η οποία ισχύει μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της τελικής απόφασης αναφορικά με την αίτηση του για αναγνώριση του ως πρόσφυγα. Σημειώνεται πως ο Νόμος αυτός εξετάζεται ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και όχι με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις (από τους Ν. 154
(1)/05, Ν. 112
(1)/07 και Ν. 122
(1)/09). Υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου και σύμφωνα με το άρθρο 16 Α
(1)του Ν. 6
(1)/00 αυτή η παράλειψη είναι μια από τις περιπτώσεις που ο προϊστάμενος προχωρεί στο κλείσιμο του φακέλου και στη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του με σχετική απόφαση η οποία καταχωρείται στο φάκελο, όπως και έγινε στην παρούσα υπόθεση στις 18/10/05. Όμως στην παρούσα περίπτωση η απόφαση του προϊσταμένου δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, όπως ούτε και οποιαδήποτε απόφαση του Διευθυντή του Τ.Α.Π.Μ για ακύρωση της άδειας προσωρινής διαμονής. Η Κατηγορούσα Αρχή εκλαμβάνει πως η ακύρωση της επήλθε αυτομάτως με το κλείσιμο του φακέλου. Όμως ο σχετικός νόμος στο άρθρο 16 Α
(1)δεν αναφέρεται σε απόρριψη της αίτησης αλλά σε διακοπή της διαδικασίας, η οποία μάλιστα δυνατόν να συνεχιστεί στις περιπτώσεις που διαπιστωθεί με βάση το εδ.
(2)του άρθρου 16Α ότι οι πράξεις ή οι παραλείψεις του αιτητή οι οποίες οδήγησαν στο κλείσιμο του φακέλου ήταν δικαιολογημένες. Συνεπάγεται πως η απλή διακοπή της διαδικασίας από μόνη της δεν συνιστά «έκδοση της τελικής απόφασης αναφορικά με την αίτηση για αναγνώριση πρόσφυγα» (άρθρο 8
(1)του Ν. 6
(1)/00) όποτε και δεν είναι αυτονόητο ότι επιφέρει αυτόματα ακύρωση της άδειας παραμονής, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο Διευθυντής Τ.Α.Π.Μ προέβη σε ακύρωση της λόγω κλεισίματος του φακέλου. Τέτοια μαρτυρία στην παρούσα δεν έχει προσφερθεί. Πέραν αυτού η μαρτυρία του ΜΚ3 αναφέρεται στο ότι 4 ημέρες πριν την προγραμματισμένη συνέντευξη του ο κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε δεόντως για την αλλαγή και αυτό το γεγονός δεν προωθήθηκε εγκαίρως στην Υπηρεσία Ασύλου με αποτέλεσμα η σχετική επιστολή να σταλεί στην παλαιά και λανθασμένη διεύθυνση, χωρίς οποτεδήποτε να επιδοθεί στον κατηγορούμενο 2. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε πως αυτό δεν οφείλετο σε λάθος του κατηγορούμενου 2, ούτε είχε ευθύνη για αυτό που έγινε. Τόσο το παλαιό άρθρο 16 (Α)
(1)
(2)του Ν. 6
(1)/00 όσο και το νέο προνοεί πως οι διατάξεις του εδ.
(1)για κλείσιμο του φακέλου δεν ισχύουν στην περίπτωση που οι πράξεις ή οι παραλείψεις του αιτητή (π.χ η μη ανταπόκριση σε επιστολή) είναι δικαιολογημένη και σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται. Αυτό λογικά σημαίνει πως εφόσον η αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου θεωρεί δικαιολογημένη την μη ανταπόκριση του κατηγορούμενου 2 τότε δεν ισχύει το κλείσιμο του φακέλου και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης δεν έχει ολοκληρωθεί με αποτέλεσμα να μην θεωρείται ότι έχει ακυρωθεί και η άδεια προσωρινής διαμονής. Από την άλλη πλευρά ακόμα και εάν το κλείσιμο του φακέλου και η σχετική απόφαση (του άρθρου 16Α
(1)) θεωρηθεί ως τελική απόφαση αναφορικά με την αναγνώριση πρόσφυγα, τότε ναι μεν μια τέτοια απόφαση συνεπάγεται λήξη της άδειας προσωρινής διαμονής αυτομάτως από το άρθρο 8
(1)του Ν. 6
(1)/00 το οποίο προβλέπει ότι: «
(7)Όλες οι αποφάσεις του Προϊσταμένου είναι δεόντως αιτιολογημένες και γνωστοποιούνται γραπτώς στους αιτητές, και σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, ο αιτητής πληροφορείται γραπτώς από τον Προϊστάμενο για τη δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής καθώς και για τα χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ασκήσει την εν λόγω προσφυγή δυνάμει του παρόντος Νόμου». Με απλά λόγια το κλείσιμο του φακέλου είτε παραμένει στο στάδιο της απλής διακοπής της διαδικασίας χωρίς να αποτελεί τελική απόφαση, οπότε και δεν επιφέρει τη λήξη της άδειας, είτε συνιστά τελική απόφαση οπότε θα πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να γνωστοποιηθεί στον αιτητή πληροφορώντας τον γραπτώς ότι έχει το δικαίωμα άσκησης διοικητικής προσφυγής (εντός 20 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία που έλαβε γνώση, σύμφωνα με το άρθρο 28 ΣΤ
(2)του Ν. 6
(1)/00. Θεωρώ πως κατ' αναλογίαν εφαρμόζονται τα όσα έχουν αναφερθεί στις υποθ. Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 και Δήμος Αγ. Αθανασίου ν. Peter (ανωτέρω) επειδή ο νόμος επιβάλει ρητώς την επίδοση της απορριπτικής απόφασης. Προϋπόθεση λοιπόν για την ύπαρξη τελικής απόφασης αποτελεί η γνωστοποίηση της στον αιτητή ή έστω η λήξη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος των 20 εργασίμων ημερών για την άσκηση διοικητικής προσφυγής όπως προνοεί το άρθρο 18
(7). Στην παρούσα δεν έχει καταδειχθεί ούτε ότι ακυρώθηκε η άδεια του κατηγορούμενου ούτε ότι έλαβε γνώση για τελική απόφαση μέχρι τις 29/9/08 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Αποτελεί λοιπόν κατάληξη μου πως τερματισμός της προσωρινής άδειας του αλλοδαπού θα μπορούσε να γίνει είτε με την ακύρωση της μετά τη διακοπή της διαδικασίας είτε με την έκδοση τελικής απόφασης επί της αιτήσης του η οποία θα έπρεπε να του κοινοποιηθεί για να καταστεί εκτελεστή. Ούτε το ένα ούτε το άλλο έχει αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση, με αποτέλεσμα να μην έχει στοιχειοθετηθεί η κατηγορία 4 λόγω απουσίας αυτού του συστατικού στοιχείου, στην οποίαν ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Εξετάζοντας την 3η κατηγορία πρέπει να πω ότι υπάρχει μαρτυρία τόσο στην κατάθεση του κατηγορούμενου 2 όσο και σ΄αυτήν των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος απασχολήθηκε στις 29/9/08, χωρίς να υπήρχε σχετική άδεια, πράγμα που εκ πρώτης όψεως καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 19
(1)(κ). Όπως έχει λεχθεί όπως η μαρτυρία δεν καλύπτει τη φράση στις λεπτομέρειες ¨η οποία ακυρώθηκε στις 18/10/05¨ για την οποία με βάση τη διακριτική ευχέρεια του άρθρου 83 της Ποινικής Δικονομίας διατάσσεται η διαγραφή της και η εν λόγω κατηγορία τροποποιείται αναλόγως. Ο κατηγορούμενος 2 καλείται να απολογηθεί στην κατηγορία 3 ως έχει τροποποιηθεί, βάση των προνοιών του άρθρου 83 και 84 της Ποινικής Δικονομίας. (Υπ.) ............. Χ. Χαραλάμπους, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.