← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 18121/08, 12 Απριλίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 18121/08, 12 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 18121/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κος Κρ. Λιβέρας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η EX TEMPORE Στον Κατηγορούμενο αποδίδεται η κατηγορία της αμελούς οδήγησης και συγκεκριμένα ότι στις 11.12.2006 στον δρόμο Ανθούπολης Παλαιχωρίου παρά το Αρεδιού της επαρχίας Λευκωσίας, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HTM151 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Αν και το αδίκημα τοποθετείται στις 11.12.2006 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 21.8.2008. Η πρώτη φορά που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν στις 11.8.2009, δηλαδή 2,5 και πλέον χρόνια μετά το εκκαλούμενο αδίκημα. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις

(3)μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστυφ. 3663 Α. Παπαμιχαήλ, ο Αστυφ. 3867 Σ. Σώζου και ο Αριστοτέλης Νικολάου. Κατατέθηκε κατά την ακρόαση αριθμός Τεκμηρίων στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια αν χρειαστεί και κριθεί αναγκαίο. Ο Μ.Κ.1 Αστυφ. 3663 Α. Παπαμιχαήλ δεν έχει προσθέσει τίποτε ουσιαστικό στην υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία του ήταν τελείως τυπική. Κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες του, οι οποίες ήταν να κάνει το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος από το πρόχειρο σχέδιο το οποίο είχε γίνει από συνάδελφο του και εξεταστή της υπόθεσης λόγω μετάθεσης του συναδέλφου του. Κατέθεσε τα δύο σχέδια τα οποία και υιοθέτησε, αλλά σε ότι αφορά την ουσία της υπόθεσης και τα διάφορα ευρήματα παρέπεμψε στον Μ.Κ.2 Αστυφ. 3867 Σ. Σώζο ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 Αστυφ. 3867 Σ. Σώζος ήταν το πρόσωπο που κλήθηκε και μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και ήταν το πρόσωπο που εξέτασε το δυστύχημα. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και γραπτή κατηγορία. Το σημείο «Χ» το βρήκε από τις υποδείξεις των οδηγών και από τα ίχνη τροχοπέδησης. Δεν υπήρχε κανένα άλλο σημάδι που να το υποδηλεί, το δυστύχημα έγινε σε καιρό νύκτας, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός, το αυτοκίνητο της Εθνικής Φρουράς ήταν ακινητοποιημένο κάθετα στον υπεραστικό δρόμο και θυμόταν ότι δεν υπήρχαν φώτα αναμμένα στο όχημα της Εθνικής Φρουράς και ότι σε έλεγχο που έκανε στο όχημα της Εθνικής Φρουράς μετά το δυστύχημα τα φώτα του δεν λειτουργούσαν, δεν μπορούσε όμως να πει κατά πόσο λειτουργούσαν πριν από το δυστύχημα. Δεν μέτρησε την ακτίνα των φώτων του οχήματος του Κατηγορουμένου, ούτε τις διαστάσεις του στρατιωτικού οχήματος, ούτε και γνώριζε κατά πόσο οι στροφές που παρουσιάζονται στο δρόμο επηρέαζαν την ορατότητα των οδηγών. Ο Μ.Κ.3 Αριστοτέλης Νικολάου ήταν τη δεδομένη στιγμή στρατιώτης και συνοδηγός στο αυτοκίνητο minibus, με αρ. εγγραφής Ε.Φ.
  1. Ανέφερε ότι ενώ το συγκεκριμένο όχημα τη συγκεκριμένη μέρα οδηγείτο από τον συνάδελφο του Θεοχάρη Καραολή ακούστηκε θόρυβος από τη μηχανή του αυτοκινήτου, ακολούθως το αυτοκίνητο «έσυρε» και ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου, συγκεκριμένα βρέθηκε κάθετα στο δρόμο με τα ¾ του στη δεξιά λωρίδα όπως κατευθύνονταν και το ¼ στην αριστερή λωρίδα. Προσπάθησαν να σπρώξουν το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου γιατί υπήρχε κίνδυνος να προκληθεί δυστύχημα ανεπιτυχώς. Ειδοποίησαν το στρατόπεδο και ανέμεναν. Από τη σκηνή πέρασαν 2 - 3 αυτοκίνητα τα οποία παρά την έκκληση τους δεν σταμάτησαν για βοήθεια. Ενώ ανέμεναν είδαν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να έρχεται με κατεύθυνση από Παλαιχώρι προς Λευκωσία και αμέσως πετάχτηκαν στη μέση του δρόμου για να προειδοποιήσουν τον οδηγό ότι υπήρχε κίνδυνος χωρίς όμως να το καταφέρουν. Ο Κατηγορούμενος «έπιασε στόπερ» χωρίς να καταφέρει να σταματήσει και συγκρούστηκε με το όχημα της Εθνικής Φρουράς. Δεν θυμόταν κατά πόσο λειτουργούσαν τα φώτα του οχήματος της Εθνικής Φρουράς, θυμόταν ότι τα 4 πορτοκαλί φώτα του αυτοκινήτου είχαν πρόβλημα αλλά τα φανάρια τα μπροστινά ήταν αναμμένα. Το δυστύχημα έγινε ενώ ήταν βράδυ και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Αντεξεταζόμενος ενώ αρχικά δεν δέχθηκε την υποβολή ότι το αυτοκίνητο της Εθνικής Φρουράς δεν είχε φώτα αναμμένα, συμφώνησε στο τέλος με την υποβολή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος κτύπησε στο όχημα της Εθνικής Φρουράς ήταν ότι δεν είχε φώτα και δεν μπόρεσε να το αντιληφθεί. Από όλη τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν ως αναντίλεκτα, τα πιο κάτω γεγονότα: Στις 11.12.2006 στο δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου παρά το Αρεδιού έγινε τροχαίο δυστύχημα μεταξύ των οχημάτων ΗΤΜ151 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και το minibus Ε.Φ.
  2. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, στην περιοχή δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και το όχημα της Εθνικής Φρουράς το οποίο οδηγείτο από Εθνοφρουρούς λόγω μηχανικής βλάβης είχε ακινητοποιηθεί κάθετα στο δρόμο, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο χώρο και των δύο λωρίδων του δρόμου. Το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, τέθηκε θέμα από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από αυτό το στάδιο της διαδικασίας γιατί δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ο κος Λιβέρας στήριξε την επιχειρηματολογία του τόσο σε αντιφατικότητα της μαρτυρίας που έχει δοθεί και συγκεκριμένα στη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και Μ.Κ. 3 σε σχέση με τη λειτουργία των φώτων στο όχημα της Εθνικής Φρουράς αλλά και στην έλλειψη απόδειξης ουσιαστικού στοιχείου του αδικήματος. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Θεμιστοκλέους, η οποία ανέφερε ότι στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή έχει παραθέσει ικανοποιητική μαρτυρία η οποία δεν είναι αντιφατική και ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
  3. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανέφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις. (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στην βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μία εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Η θέση του κου Λιβέρα ότι υπάρχει αντίφαση στη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και Μ.Κ.3 σε σχέση με τη λειτουργία ή μη των φώτων στο όχημα της Εθνικής Φρουράς πριν από το δυστύχημα δεν με βρίσκει σύμφωνη καθ΄ ότι ο Μ.Κ.2 έχει αναφέρει ότι από τον έλεγχο που έκανε μετά το δυστύχημα διαπίστωσε ότι τα φώτα του οχήματος δεν λειτουργούσαν αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο λειτουργούσαν προηγουμένως. Κάποια αντιφατικότητα παρουσιάζεται στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ο οποίος αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα φανάρια του οχήματος της Εθνικής Φρουράς λειτουργούσαν κανονικά και ήταν αναμμένα όταν ακινητοποιήθηκε το όχημα για να δεχθεί όμως κατά την αντεξέταση του από τον κο Λιβέρα την υποβολή ότι τα φώτα δεν λειτουργούσαν και ήταν σβηστά για να αναφέρει ότι δεν θυμόταν αν τα φώτα ήταν αναμμένα ή όχι. Πέραν αυτής της αντίφασης που έχει εντοπιστεί, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί στο στάδιο αυτό τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας σύμφωνα με το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Επομένως, αυτό που από την Νομολογία πηγάζει είναι ότι δεν ψάχνουμε να βρούμε τον τέλειο οδηγό. Η αμέλεια κρίνεται με βάσει τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο τη δεδομένη στιγμή, τα διλήμματα και τις αγωνίες που είχε να αντιμετωπίσει ο οδηγός καθώς και τυχόν απρόβλεπτους κινδύνους. Είναι η θέση μου ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής. Τούτο γιατί από την κατάθεση του Μ.Κ.3 Αριστοτέλη Νικολάου που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που έχει κληθεί από την Κατηγορούσα Αρχή που έχει προσωπική γνώση για το δυστύχημα, προκύπτει ότι το όχημα της Εθνικής Φρουράς στο σημείο που βρισκόταν ακινητοποιημένο και στη θέση που βρισκόταν αποτελούσε κίνδυνο πρόκλησης δυστυχήματος και ότι δεν ήταν ορατό κατά ικανοποιητικό τρόπο για τους διερχόμενους οδηγούς αφού τόσο ο ίδιος όσο και ο άλλος Εθνοφρουρός που ήταν μαζί του έκριναν ότι χρειαζόταν η δική τους παρέμβαση προειδοποίησης για τον κίνδυνο προς τους διερχόμενους οδηγούς, γεγονός το οποίο προσπάθησαν να πράξουν και στη συγκεκριμένη περίπτωση προειδοποιώντας τον Κατηγορούμενο και προσπαθώντας να τον σταματήσουν προτού συγκρουστεί με το όχημα. Είναι η θέση μου ότι από αυτή τη μαρτυρία και μόνο συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο τρόπος που βρισκόταν ακινητοποιημένο το όχημα της Εθνικής Φρουράς στο δρόμο ενείχε κίνδυνο για τους διερχόμενους οδηγούς και τούτο ανεξάρτητα του κατά πόσο λειτουργούσαν ή όχι, τα φώτα στο όχημα της Εθνικής Φρουράς. Έχω ήδη αναφέρει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 Αριστοτέλη Νικολάου επί του σημείου αυτού, δεν ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, από την ίδια τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και συγκεκριμένα του Μ.Κ.3 προκύπτει ότι ο κενός χώρος που έμενε στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου χωρίς να επηρεάζεται από το όχημα της Εθνικής Φρουράς ήταν προς το παγκέτο. Με δεδομένες τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν εκείνη την ώρα, δηλαδή χωρίς οδικό φωτισμό, καιρός νύκτας, χωρίς να είναι καταμετρημένη η ακτίνα των φώτων του οχήματος του Κατηγορουμένου, χωρίς να γνωρίζουμε σίγουρα κατά πόσο υπήρχαν φώτα αναμμένα στο όχημα της Εθνικής Φρουράς και με δεδομένη την ανάγκη που ένοιωθαν οι δύο οδηγοί του αυτοκινήτου της Εθνικής Φρουράς να προειδοποιήσουν όλους τους διερχόμενους οδηγούς μεταξύ των οποίων και τον Κατηγορούμενο για το ότι βρισκόταν το συγκεκριμένο όχημα στο δρόμο, αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε προ κινδύνου, ο οποίος δεν ήταν προβλεπτός. Δοκίμασε δε όπως διαφαίνεται από την αναντίλεκτη μαρτυρία να κάνει χρήση των φρένων του αλλά δεν τα κατάφερε και προκλήθηκε σύγκρουση. Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση μου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει υποπέσει από το επίπεδο του συνετού οδηγού με βάσει τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν κατά τη συγκεκριμένη στιγμή. Επομένως εύρημα μου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. Τα έξοδα μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία ανέρχονται σε €40 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.