← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 18307/07, 14 Απριλίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 18307/07, 14 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18307/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον Ιωάννης ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Κατηγορούμενος 14 Απριλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Κατηγορούμενος παρών ------------------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και σχετική κατηγορία για αδίκημα συγκάλυψης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας κατηγορείται ότι μεταξύ του τέλους Νοεμβρίου 2004 και της 3ης Δεκεμβρίου 2004 δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Μαρία Αναστασίου (στο εξής ¨η παραπονούμενη¨) το ποσό των ΛΚ 30.000, δηλαδή αφού ανέφερε σ' αυτήν ψευδώς ότι ο ίδιος πάσχει από σοβαρό πρόβλημα υγείας και ήθελε να πωλήσει το πρακτορείο ΟΠΑΠ που διατηρούσε επειδή δεν μπορούσε να το διαχειρίζεται, στη συνέχεια συμφώνησε με αυτήν όπως της πωλήσει την άδεια λειτουργίας (αρ. 35179) αναφέροντας της ότι η εν λόγω άδεια μετά την συμφωνία αγοράς θα μεταβιβαστεί στο όνομα της αποσπώντας το πιο πάνω ποσό, ενώ αυτός γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν έπασχε από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και ότι η προαναφερθείσα άδεια σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΟΠΑΠ δεν μπορούσε να πωληθεί και μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου στο όνομα της παραπονούμενης. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 10 μάρτυρες. Πρώτος ήταν ο Αστ. 119 Χαράλαμπος Χαραλάμπους (ΜΚ1), ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε στην γραπτή κατάθεση του τις ενέργειες του οι οποίες περιλαμβάνουν την παραλαβή τεκμηρίων και τη λήψη καταθέσεων από μάρτυρες, αλλά και από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 1-16). Κατά την αντεξέταση του είπε πως η παραπονούμενη δεν του ανέφερε οποτεδήποτε ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 17/12/04 (Τεκμήριο 6). Δεύτερη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη Μαρία Αναστασίου (ΜΚ2) η οποία στην γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 17) αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην συνάντηση που είχε αυτή και ο σύζυγος της με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του τον Νοέμβριο του 2004 στο πρακτορείο του κατηγορούμενου σχετικά με την πρόθεση του τελευταίου να πωλήσει το πρακτορείο έναντι ΛΚ 65.000, ο οποίος τους είχε αναφέρει ότι αυτό θα μεταβιβάζετο εξ ολοκλήρου επ΄ονόματι της παραπονούμενης. Εξήγησε πως προχώρησε στη λήψη δανείου για την προκαταβολή των ΛΚ 30.000 και περιέγραψε τη συνάντηση στο γραφείο της κας. Ν. Κληρίδου, την πληρωμή του ποσού αυτού και την υπογραφή απόδειξης είσπραξης από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 5) στην οποία επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο ότι η άδεια του ΟΠΑΠ θα μεταβιβάζετο στην αγοράστρια εντός 2 μηνών από τις 2.12.04, ενώ η παραπονούμενη ανέλαβε να εξοφλήσει το υπόλοιπο των ΛΚ 35.000 μέχρι τις 15.1.

  1. Στις 7.12.04 ο κατηγορούμενος τους έδωσε τα κλειδιά του πρακτορείου και άρχισαν να το λειτουργούν με τον σύζυγο της. Στη συνέχεια όμως ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να υπογράψουν και κάποια περαιτέρω συμφωνία επειδή ήθελαν να ήταν κατοχυρωμένοι. Τότε για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος τους είπε ότι η συμφωνία έπρεπε να περιλαμβάνει συνεταιρισμό αρχικά και όταν αυτός στη συνέχεια θα παρουσίαζε τα χαρτιά του στον ΟΠΑΠ σχετικά με την ασθένεια του και αφού εισέπραττε τις υπόλοιπες ΛΚ 35.000 θα γινόταν μεταβίβαση εξ ολοκλήρου στο όνομα της. Έτσι στις 17.12.04 υπέγραψαν συμφωνία στην παρουσία του δικηγόρου κ. Α. Παπαντωνίου (Τεκμήριο 6), που αναφερόταν σε άτυπο συνεταιρισμό. Την ημέρα εκείνη η παραπονούμενη και ο σύζυγος της έμαθαν πως ο Νεόφυτος Τστανάκκας, ο οποίος παρίστατο σε προηγούμενες συναντήσεις και τον οποίο ο κατηγορούμενος τους είχε συστήσει ως Προϊστάμενο στον ΟΠΑΠ δεν ήταν Προϊστάμενος αλλά αποθηκάριος, οπότε ανησύχησαν και ως εκ τούτου περί τα τέλη Δεκεμβρίου επισκέφθηκαν τα γραφεία του ΟΠΑΠ όπου ο υπεύθυνος των πρακτορείων κ. Μεσαρίτης τους εξήγησε τη διαδικασία μεταβίβασης ενός πρακτορείου. Περί τα μέσα Ιανουαρίου 2005, όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε από την Αγγλία όπου πήγε για θεραπεία, παρά τις προσπάθειες των παραπονουμένων να τους εξηγήσει τι θα γινόταν με την μεταβίβαση, αυτός δεν ήταν συνεργάσιμος. Περί τις 20.1.05 τηλεφώνησε στο σύζυγο της παραπονούμενης και ζήτησε το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ 35.
  2. Την επόμενη μέρα τον συνάντησαν στο πρακτορείο του και του είπαν ότι δεν είχαν πεισθεί ότι το πρακτορείο θα μεταβιβάζετο στο όνομα της και εκείνος πρότεινε να τους επιστρέψει ΛΚ 25.000 σε 12 δόσεις των ΛΚ 500 από 1.2.05 και το υπόλοιπο στις 8.2.
  3. Την επόμενη μέρα πήγαν από κοινού στον δικηγόρο Π΄Αντωνίου και του ζήτησαν να συντάξει συμπληρωματική συμφωνία σχετικά με τη νέα διευθέτηση. Την 1.2.05 επέστρεψαν τα κλειδιά στον κατηγορούμενο και στις 3.2.05 συναντήθηκαν όλοι στο πρακτορείο για να υπογράψει ο κατηγορούμενος τη Συμπληρωματική Συμφωνία, αλλά αυτός διαφώνησε κάπου και χωρίς διευκρινίσεις δεν την υπέγραψε. Σε μεταγενέστερη συνάντηση που διευθέτησαν στο γραφείο Π' Αντωνίου ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε λέγοντας ότι ήταν άρρωστος. Στις 7.2.05 η παραπονούμενη παρέλαβε συστημένη επιστολή από δικηγόρο εκ μέρους του κατηγορούμενου με την οποίαν ενημερώνετο ότι (ο κατηγορούμενος) ήταν έτοιμος να συμμορφωθεί με τους όρους της αρχικής συμφωνίας ημερ. 17/12/04 πράγμα που δεν θα αποδέχετο ποτέ η παραπονούμενη εφόσον θεωρεί ότι την είχε ξεγελάσει με την προκαταβολή. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ2 δέχθηκε πως η συμφωνία Τεκμήριο 6 δεν έχει τερματιστεί ποτέ. Ερωτώμενη για το ποια ήταν τα ψέματα του κατηγορούμενου είπε πως αυτά ήταν (α) ότι ο Τσιανάκκας ήταν Προϊστάμενος του ΟΠΑΠ, (β) ότι θα έπαιρνε η ίδια την άδεια του πρακτορείου και (γ) ότι ήταν άρρωστος και τον άνοιξαν και τον έκλεισαν. Δέχθηκε ότι δεν είχε χαρτί από γιατρό ότι δεν ήταν άρρωστος σοβαρά ο κατηγορούμενος και πήγε στην Αγγλία. Προσέθεσε πως η γνώση τους για αυτό το θέμα ήταν με βάση τα όσα τους έλεγε ο κατηγορούμενος και πως η ίδια δεν γνώριζε αν ήταν αλήθεια ή ψέματα. Σε άλλο σημείο είπε πως δεν ήταν αυτά τα τρία ψέματα που την έκαναν να δώσει τα χρήματα στον κατηγορούμενο αφού αυτά τα είχε δώσει πιο πριν. Δέχθηκε επίσης πως καταχώρισε και αγωγή η οποία εκκρεμεί, καθώς και ότι απέρριψε πρόταση για επιστροφή των χρημάτων της επειδή θα δίδοντο με επιταγή της εταιρείας του κατηγορούμενου και όχι με προσωπική του (επιταγή). Τρίτος μάρτυρας ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης Γεώργιος Αναστασίου (ΜΚ3), ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 18) στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει πως ως πελάτης στο πρακτορείο του κατηγορούμενου πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του τελευταίου ότι υπήρχε πρόθεση πώλησης του πρακτορείου λόγω ασθενείας του συζύγου της. Αναφέρει και αυτός πως ο κατηγορούμενος τους είχε πείσει πως η άδεια θα μεταβιβαζόταν στην παραπονούμενη, για αυτό και προχώρησαν γρήγορα στη σύναψη δανείου για την προκαταβολή. Στη συνέχεια περιγράφει και αυτός τα γεγονότα με την πληρωμή της προκαταβολής και την υπογραφή μετά από 15 ημέρες περίπου και γραπτής συμφωνίας, καθώς και τις υπόλοιπες εξελίξεις μέχρι την επιστροφή των κλειδιών στον κατηγορούμενο και τις διευθετήσεις για επιστροφή των χρημάτων τους. Προφορικά είπε πως όταν η σύζυγος του κατηγορούμενου του είχε αναφέρει για ασθένεια μιλούσε για καρκίνο. Είπε επίσης και αυτός πως αν γνώριζαν ότι δεν θα έπαιρναν την άδεια του πρακτορείου εξ ολοκλήρου δεν θα έδιναν τα χρήματα. Ερωτώμενος να πει για ποιο λόγο κατήγγειλαν τον κατηγορούμενο είπε πως αφενός όσο καιρό τον γνώριζε είχε καταλάβει τόσα πολλά που δεν μπορεί να τον πιστέψει σε τίποτε και αφετέρου είχαν συμφωνήσει για επιστροφή των χρημάτων και αυτός αρνήθηκε να έρθει στο δικηγόρο, οπότε δεν τους έμεινε άλλος τρόπος παρά να πάνε στην Αστυνομία. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη συμφωνία (Τεκμήριο 6) τους είπε ότι θα ήταν συνεταιρισμός και αφού θα παρουσίαζε τα χαρτιά στον ΟΠΑΠ και αφού θα έπαιρνε το υπόλοιπο των ΛΚ 35.000 θα μεταβιβάζετο εξ ολοκλήρου η άδεια στην παραπονούμενη. Για τον Τσιανάκκα διευκρίνισε πως ήταν μετά που απάντησαν ότι ενδιαφέρονται να αγοράσουν το πρακτορείο που εμφανίστηκε στις συναντήσεις τους. Ο τέταρτος μάρτυρας Σωτήρης Μεσαρίτης (ΜΚ4) είναι ο υπεύθυνος πρακτορείων της ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ από το
  4. Ανέφερε πως στις 14.12.04 παρέλαβε επιστολή από τον κατηγορούμενο ημερ. 6.12.04 στην οποία έλεγε πως για σοβαρούς λόγους υγείας θα πήγαινε στην Αγγλία και ζητούσε όπως του επιτραπεί η μεταβίβαση του μισού της άδειας του πρακτορείου (Τεκμήριο 13). Όπως εξήγησε, η εταιρεία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επιτρέπει τη μεταβίβαση σε μη συγγενικό πρόσωπο, αλλά για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους θα μπορούσε να εξετάσει το αίτημα του εάν και εφόσον προσκομίζοντο τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Μετά από αυτό ο ίδιος επικοινώνησε με την παραπονούμενη και της ζήτησε όπως προσκομίσει διάφορα δικαιολογητικά που αφορούσαν την ίδια για να προχωρήσει το αίτημα. Τέλος Δεκεμβρίου 2004 η παραπονούμενη με τον σύζυγο της και τον Τσιανάκκα πήγαν στο γραφείο του μάρτυρα και προσκόμισαν τα δικαιολογητικά που τους αφορούσαν. Εκεί ο μάρτυρας τους είπε ότι για να προχωρήσει η διαδικασία και να γίνει η συμπρακτόρευση έπρεπε να προσκομιστούν και τα ιατρικά πιστοποιητικά του κατηγορούμενου και τότε η παραπονούμενη εκπλάγηκε διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήξερε ότι η άδεια θα μεταβιβάζετο εξ ολοκλήρου στο όνομα της. Όταν του είπαν πως ήδη είχαν δώσει ένα μεγάλο ποσό στον κατηγορούμενο εκείνος τους απάντησε πως δεν επιτρέπεται η πώληση της άδειας και δεν έπρεπε να έδιδαν χρήματα. Μετά από αυτή τη συνάντηση ο μάρτυρας είχε κατά διαστήματα επικοινωνία με το ζεύγος Αναστασίου σχετικά με το θέμα και τους έλεγε πως το αίτημα θα προχωρούσε εάν και εφόσον ο κατηγορούμενος προσκόμιζε τα ανάλογα πιστοποιητικά. Στις 24.1.05 παρέλαβε νέα επιστολή από τον κατηγορούμενο ημερ. 21.1.05 με την οποία ζητούσε την διακοπή της διαδικασίας μεταβίβασης. Ως εκ τούτου για την εταιρεία το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Αρχές Φεβρουαρίου τον επισκέφθηκε η παραπονούμενη την οποίαν ενημέρωσε για την εξέλιξη και εκείνη άρχισε να κλαίει νιώθοντας ότι είχε ξεγελαστεί. Προφορικά ο μάρτυρας ανέφερε πως σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας Πρακτορείων του ΟΠΑΠ οι πράκτορες έχουν δικαίωμα μετά τα 20 χρόνια να παραχωρήσουν την άδεια σε άτομο που θα εγκρίνει η εταιρεία, αλλά και σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως οι ιατρικοί λόγοι, μπορεί να επιτραπεί η μεταβίβαση της άδειας πριν κλείσουν τα 20 χρόνια, όπως ήταν η περίπτωση του κατηγορούμενου. Σ΄ αυτή την περίπτωση η εταιρεία ήθελε να εξετάσει το θέμα και να δει κάποια δικαιολογητικά για το θέμα της ασθένειας. Η μεταβίβαση μπορεί να γίνει και σε μη συγγενικό πρόσωπο εφόσον εγκριθεί από το Δ. Σ. της εταιρείας. Όπως εξήγησε, η εταιρεία δεν εμπλέκεται σε πώληση και το οικονομικό σκέλος είναι θέμα των δυο μερών εάν και εφόσον υπάρχει. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Ελένη Τιμοθέου (ΜΚ5) η οποία ως Γραμματέας της ΣΕΓΥΠ Τσερίου αναφέρθηκε στο δάνειο ΛΚ 30.000 που χορηγήθηκε στην παραπονούμενη στις 16.11.04 και στην έκδοση τραπεζικής επιταγής στις 2.12.04 επ' ονόματι της. Έκτη μάρτυρας ήταν η Σούλα Παπασάββα (ΜΚ6), Ανώτερη Ασφαλιστική Λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφέρθηκε στη διαδικασία παροχής σύνταξης ανικανότητας και ειδικά για τον κατηγορούμενο είπε πως υπέβαλε στις 16.5.05 αίτηση για σύνταξη ανικανότητας με ιατρική έκθεση από ψυχίατρο στην οποία αναφέρεται ότι υποφέρει από χρονίσασα μείζονα κατάθλιψη. Το Ψυχιατρικό Ιατρικό Συμβούλιο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο τον εξέτασε στις 14.7.05 κατέληξε ότι ήταν ανίκανος για εργασία για ένα έτος και η αίτηση του εγκρίθηκε για ποσοστό ανικανότητας 75%. Από τότε του καταβάλλεται σύνταξη ανικανότητας. Προφορικά ανέφερε πως ο κατηγορούμενος υπέβαλε ακόμα δυο ιατρικές εκθέσεις αργότερα ημερ. 5.12.06 και 9.3.09, οι οποίες αναφέρονται στην ίδια ασθένεια. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Μάριος Μαρκίδης (ΜΚ7) ο οποίος ως ιδιοκτήτης πρακτορείου είναι και Πρόεδρος του Συνδέσμου Πρακτόρων του ΟΠΑΠ. Ανέφερε πως ο κατηγορούμενος με επιστολή του ημερ. 17.11.04 προς το Σύνδεσμο ζήτησε οικονομική βοήθεια για σοβαρά προβλήματα υγείας και του δόθηκε ποσό ΛΚ 3.
  5. Αργότερα ο Σύνδεσμος είχε πληροφορίες ότι δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και με επιστολή τους ημερ. 21.4.05 ζήτησαν κάποια αποδεικτικά στοιχεία για τη διάθεση των χρημάτων. Αντί άλλης ανταπόκρισης ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε σε κάποια μέλη μεταξύ των οποίων και στον ΜΚ7 και ζητούσε αυτός εξηγήσεις για την επιστολή, χρησιμοποιώντας απότομο ύφος και ύβρεις. Στην αντεξέταση του συμφώνησε πως κανένας τους δεν μίλησε με γιατρό για το θέμα της υγείας του κατηγορούμενου και όσα έλεγαν ήταν από φήμες που είχαν ακούσει. Δέχθηκε πως ο ίδιος δεν μπορούσε να βεβαιώσει κατά πόσον ήταν ή όχι άρρωστος ο κατηγορούμενος. Όγδοος μάρτυρας ήταν ο δικηγόρος Αντώνης Παπαντωνίου (ΜΚ8) ο οποίος αναφέρθηκε στην σύνταξη υπό του ιδίου της συμφωνίας ημερ. 17.12.04 μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Όπως είπε, σκοπός ήταν η διαχείριση του πρακτορείου και στη συνέχεια αυτό να μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου στην παραπονούμενη. Την ημέρα υπογραφής ο κατηγορούμενος έλεγε πως ο λόγος που πωλούσε το πρακτορείο ήταν το ότι ήταν σοβαρά άρρωστος και χρειαζόταν τα χρήματα διότι θα πήγαινε στο εξωτερικό για θεραπεία. Αργότερα περί τις 20.1.05 το ζεύγος Αναστασίου τον επισκέφθηκε και του είπαν πως επιθυμούσαν να λυθεί η αρχική συμφωνία και ζήτησαν να τους ετοιμάσει μια συμπληρωματική για το τι ακριβώς συμφώνησαν, πράγμα που αυτός έπραξε σε λίγες μέρες, παραδίδοντας το κείμενο στο σύζυγο της παραπονούμενης επειδή όπως του ανέφεραν θα υπέγραφαν τα έγγραφα από μόνοι τους. Δεν τον ενημέρωσαν τι έγινε. Σε συμπληρωματική του κατάθεση είπε πως η αρχική συμφωνία ετοιμάστηκε με βάση τις οδηγίες και των δυο πλευρών. Στην αντεξέταση του είπε πως αρχικά συναντήθηκε με το ζεύγος Αναστασίου και ότι τον Ιανουάριο του 2005 δεν του έδωσαν οδηγίες για τερματισμό της αρχικής συμφωνίας. Επόμενη μάρτυρας ήταν η επίσης δικηγόρος Νίκη Κληρίδου (ΜΚ9) η οποία κατά παράκληση όλων στις 2.12.04 ετοίμασε την Απόδειξη Είσπραξης των ΛΚ 30.000 και Ανάληψη Υποχρέωσης για το υπόλοιπο των ΛΚ 35.000 δηλ. το Τεκμήριο 5, το οποίο υπέγραψαν την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη αντίστοιχα. Η δικηγόρος αυτή ανέλαβε να ετοιμάσει και το αγοραπωλητήριο έγγραφο αργότερα, αφού δεν υπήρχε χρόνος εκείνο το απόγευμα. Όπως ανέφερε στην γραπτή κατάθεση, της μεταξύ των άλλων που οι συμβαλλόμενοι ήθελαν να αναφέρεται στο έγγραφο ήταν και ότι ο πωλητής (κατηγορούμενος) για κάποιο χρονικό διάστημα έπρεπε να φαίνεται ότι εξακολουθούσε να είναι υπεύθυνος στο πρακτορείο για να μπορέσει ο ΟΠΑΠ να δεχθεί τους αγοραστές και να τους παραχωρήσει την άδεια λειτουργίας. Ο κατηγορούμενος ανέφερε επανειλημμένως ότι είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας αφήνοντας υπονοούμενα ακόμα και για θάνατο και για αυτό επείγετο. Σε συμπληρωματική της γραπτή κατάθεση η μάρτυρας αυτή ανέφερε πως η απόδειξη είσπραξης ετοιμάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του κατηγορούμενου ο οποίος μιλούσε ξεκάθαρα για πώληση της άδειας στην παραπονούμενη και όχι για συνεταιρισμό. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Γλαύκος Χαρμοντάς (ΜΚ10), ο οποίος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ. Στην γραπτή κατάθεση του ανέφερε πως όταν εγκριθεί μια άδεια ο πράκτορας ενημερώνεται ότι η άδεια αυτή είναι καθαρά προσωπική και απαγορεύεται οποιαδήποτε μεταβίβαση ή πώληση χωρίς την έγκριση του ΟΠΑΠ. Η μοναδική περίπτωση που ο ΟΠΑΠ μπορεί να εγκρίνει τέτοια μεταβίβαση είναι σε συγγενή πρώτου βαθμού ή σε περίπτωση ασθένειας του πράκτορα για λόγους καθαρά ανθρωπιστικούς. Στην τελευταία περίπτωση η άδεια δεν πωλείται, αλλά γίνεται κάποιος συνεταιρισμός με άλλο πρόσωπο ώστε να μπορεί να συνεχίσει η λειτουργία του πρακτορείου και η άδεια βγαίνει πλέον σε δυο άτομα νοουμένου ότι ο νεοεισερχόμενος συνέταιρος πληροί κατά την κρίση της εταιρείας τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Βασική προϋπόθεση είναι η προσκόμιση των αναγκαίων ιατρικών πιστοποιητικών από τον ασθενούντα. Στην προφορική του μαρτυρία διευκρίνισε πως είναι η άδεια λειτουργίας που δεν πωλείται, ενώ τα υπόλοιπα σε ένα πρακτορείο είναι περιουσία του πράκτορα εκτός από τον αποκωδικοποιητή. Δέχθηκε πως στις περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας το Δ. Σ μπορεί να εγκρίνει και την μεταβίβαση της άδειας. Αγορεύσεις: Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση επικαλούμενος ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και συγκεκριμένα για τις ψευδείς παραστάσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες. Διαφορετική ήταν η θέση της κας Ναθαναήλ, η οποία υποστήριξε πως αφενός ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οποτεδήποτε οποιοδήποτε ιατρικό έγγραφο για την ασθένεια του και αφετέρου αυτός έπεισε την παραπονούμενη ότι θα της πωλούσε την άδεια. Νομική πτυχή Σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 ΑΑΔ 133 και ειδικότερα τα εξής: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Νομική Πτυχή Το βασικό αδίκημα στο κατηγορητήριο είναι αυτό της πρώτης κατηγορίας και είναι αυτονόητο πως χωρίς τη στοιχειοθέτηση του καταρρέει και το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα όποιος δια ψευδούς παραστάσεως και επί σκοπώ καταδολιεύσεως αποκτά από οποιονδήποτε άλλο ο,τιδήποτε δυνάμενον να αποτελέσει αντικείμενον κλοπής ή υποκινεί άλλον να παραδώσει σε οποιονδήποτε αυτό το πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (
  1. i)Η κτήση αντικειμένου δυνάμενου να κλαπεί. (
  2. ii)Δια ψευδούς παραστάσεως και (iii) Επί σκοπώ καταδολιεύσεως Ως προς το πρώτο στοιχείο υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία σ' αυτό το στάδιο ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε το ποσό των Λ.Κ. 30.000 από την παραπονούμενη λαμβάνοντας λίγο πριν την επίσκεψη στην δικηγόρο Κληρίδου την επιταγή - Τεκμήριο 4 για Λ.Κ. 27.905,62 και την επόμενη μέρα μετρητά από τον σύζυγο της παραπονούμενης μέχρι τη συμπλήρωση των ΛΚ. 30.000, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 5). Το βασικό ζητούμενο στο οποίο και εστίασε την εισήγηση του και ο κ. Τριανταφυλλίδης είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία για ψευδή παράσταση, εκ μέρους του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Ο Ποινικός Κώδικας προνοεί στο άρθρο 297 τι σημαίνει ψευδής παράσταση. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα ψευδής παράσταση είναι οιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος γενομένη δια λόγων, εγγράφως ή δια συμπεριφοράς, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποίαν ο παριστάνων γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθής. Από την ανάγνωση των λεπτομερειών της πρώτης κατηγορίας συνάγεται ότι αποδίδονται τα εξής ψεύδη στον κατηγορούμενο: (
  3. i)Ανέφερε ψευδώς στην παραπονούμενη ότι ο ίδιος πάσχει από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν έπασχε από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και (
  4. ii)Συμφώνησε με την παραπονούμενη όπως της πωλήσει την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου αναφέροντας της ότι η εν λόγω άδεια μετά την συμφωνία αγοράς θα μεταβιβαστεί στο όνομα της, ενώ γνώριζε ότι η προαναφερθείσα άδεια σύμφωνα με τους κανονισμούς της εταιρείας ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ δεν μπορούσε να πωληθεί και μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου στο όνομα της προαναφερθείσας παραπονούμενης. (
  5. i)Πρόβλημα υγείας Ως προς το ζήτημα του προβλήματος υγείας υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία τόσο από την παραπονούμενη και το σύζυγο της, όσο και από άλλους μάρτυρες όπως οι δικηγόροι Κληρίδου και Παπαντωνίου, ότι όντως ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοια αναφορά, ενώ τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να ενισχυθεί και από όσα κατέγραψε ο ίδιος στην επιστολή του - Τεκμήριο 13 προς την εταιρεία όπου αναφέρεται σε ¨σοβαρούς λόγους υγείας¨ και στην ανάγκη για άμεση μετάβαση του στο εξωτερικό. Αρκετοί μάρτυρες επίσης έχουν αναφερθεί στην απουσία του στο εξωτερικό εκείνη την περίοδο. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία ότι αυτή η δήλωση του, (δηλαδή περί σοβαρού προβλήματος υγείας) είναι ψευδής στην πραγματικότητα. Ανασκόπηση των γραπτών καταθέσεων, αλλά και της προφορικής μαρτυρίας καταδεικνύει πως δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία. Κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να προσφέρει κάτι συγκεκριμένο και θετικό προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν μεν παράπονα από τον Πρόεδρο των Πρακτόρων ότι δεν τους απέστειλε οποιοδήποτε δικαιολογητικό, καθώς και η μαρτυρία του Μεσαρίτη (ΜΚ4) ότι μέχρι τις 24.1.05 ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε τα ιατρικά δικαιολογητικά στην εταιρεία, πλην όμως αυτές οι μαρτυρίες δεν είναι ικανές σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στο τελικό στάδιο σε συμπέρασμα ότι ήταν ψευδής ο ισχυρισμός για πρόβλημα υγείας. Η μη υποβολή τους μπορεί να οφείλεται σε απλή καθυστέρηση ή αμέλεια. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε το βάρος να προσκομίσει μαρτυρία για να στοιχειοθετήσει ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής. Όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά υπάρχει και η μαρτυρία της κας Παπασάββα (ΜΚ6) ότι λόγω προβλήματος υγείας ο κατηγορούμενος κρίθηκε από Ιατροσυμβούλιο ανίκανος για εργασία κατά 75% και λαμβάνει από τότε σύνταξη ανικανότητας, ενώ στο φάκελο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 11) υπάρχει και έγγραφο ότι ο κατηγορούμενος πληρώνετο επίδομα ασθενείας για την περίοδο 2.8.04 έως 30.4.05. Όχι μόνο λοιπόν απουσιάζει μαρτυρία ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν ψευδής, αλλά αντιθέτως έχει προσφερθεί και μαρτυρία για συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας (
  6. ii)Πώληση άδειας Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό πρέπει να αναφερθεί πως με βάση τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κι ειδικότερα την Απόδειξη Είσπραξης (Τεκμήριο 5) ο κατηγορούμενος έλαβε την προκαταβολή συμφωνώντας να πωλήσει στην παραπονούμενη το πρακτορείο που βρίσκεται στην οδό Θεοδόση Πιερίδη 49 Α στο Τσέρι έναντι συνολικού ποσού Λ.Κ. 65.000. Η μαρτυρία του ΜΚ.4 αναφέρεται στο ότι η εταιρεία ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ δεν εμπλέκεται σε πώληση και ¨το οικονομικό σκέλος μιας τέτοιας συναλλαγής είναι θέμα που αφορά τους δυο συναλλασσόμενους εάν και εφόσον υπάρχει¨, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία του ΜΚ.10 Γ. Χαρμαντά, ο οποίος κατέθεσε πως εκτός από τον αποκωδικοποιητή όλα τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία σε ένα πρακτορείο ανήκουν στον πράκτορα. Η μαρτυρία λοιπόν που έχει παρουσιαστεί υποστηρίζει πως ένας πράκτορας έχει το δικαίωμα να πωλήσει το πρακτορείο του υπό την έννοια του περιεχομένου του ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που υπάρχει στο πρακτορείο, δηλαδή της επιχείρησης. Υπάρχει επίσης όντως μαρτυρία από την Απόδειξη Είσπραξης ότι ο κατηγορούμενος ανέλαβε να μεταβιβάσει και την άδεια του ΟΠΑΠ στην παραπονούμενη εντός 2 μηνών από τις 2.12.04, δηλαδή μέχρι τις 30.1.05, όπως αργότερα καταγράφηκε στη Συμφωνία ημερ. 17.12.04 (Τεκμήριο 6). Ως προς το θέμα αυτό η μαρτυρία των Μεσαρίτη και Χαρμαντά αναφέρεται στο ότι υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί που διέπουν τις περιπτώσεις και τη διαδικασία μεταβίβασης. Σε καμία περίπτωση δεν είπαν ότι απαγορεύεται ή αποκλείεται να γίνει μια τέτοια μεταβίβαση, δηλαδή όπως αυτή που συμφωνήθηκε εδώ. Αντιθέτως ανάφεραν στην μαρτυρία τους πως στην περίπτωση σοβαρού προβλήματος υγείας το θέμα εξετάζεται από το Συμβούλιο της εταιρείας στη βάση των αναγκαίων δικαιολογητικών. Ρητώς ανέφεραν ότι η περίπτωση ασθενείας είναι μια από τις περιπτώσεις που επιτρέπεται - έστω κατ' εξαίρεσιν - η μεταβίβαση της άδειας σε μη συγγενικό πρόσωπο του αρχικού ιδιοκτήτη και πριν την πάροδο 20 ετών από την χορήγηση της αρχικής άδειας. Συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η άδεια δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου στην παραπονούμενη, αλλά αντιθέτως υπάρχει μαρτυρία ότι το θέμα έπρεπε να εξεταστεί και μπορούσε στο μέλλον να εγκριθεί η μεταβίβαση της άδειας στην παραπονούμενη. Αυτή ήταν η έννοια των 2 μηνών για τους οποίους έγινε πρόνοια στην Απόδειξη (Τεκμ. 5) αλλά και στην συμφωνία (Τεκμ. 6). Επισημαίνεται εδώ η μαρτυρία της Ν. Κληρίδου ότι μεταξύ των άλλων που ήθελαν οι συμβαλλόμενοι ήταν το να φαίνεται στο έγγραφο τοι ο πωλητής για κάποιο διάστημα θα ήταν ο υπεύθυνος του πρακτορείου για να μπορέσει ο ΟΠΑΠ να δεχθεί τους αγοραστές και να τους μεταβιβάσει την άδεια. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται στο ότι ήταν ψευδής ο ισχυρισμός ότι ήταν δυνατό να μεταβιβαστεί η άδεια εξ΄ολοκλήρου στην παραπονούμενη, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ναι μεν το θέμα εξαρτάτο από την απόφαση του Συμβουλίου, αλλά δεν ήταν κάτι που αποκλείετο εκ των προτέρων, αφού η κάθε περίπτωση εξετάζετο ανάλογα με τα περιστατικά της. Όντως υπήρχε περίπτωση να μην εγκριθεί η μεταβίβαση εντός των δυο μηνών και αυτό ήταν κάτι που οι δυο συμβαλλόμενοι το είχαν υπόψιν τους αφού με τον ορο 7 της Συμφωνίας ημερ. 17. 12.04 (Τεκμ. 6) προνόησαν για την περίπτωση αυτή ότι θα επιστρέφοντο οποιαδήποτε χρήματα είχαν καταβληθεί, με δυνατότητα μάλιστα λειτουργίας του πρακτορείου από την παραπονούμενη για περαιτέρω χρόνο μέχρι εξόφλησης των χρημάτων που είχε καταβάλει. Εκείνο που υποστηρίζει η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι πως από την πρώτη στιγμή, δηλαδή τις 2.12.04 ήταν γνωστό και αποδεκτό ότι θα απαιτείτο διάστημα δυο μηνών για τα διαδικαστικά ζητήματα και την μεταβίβαση της άδειας επ΄ονομάτι της παραπονούμενης, πράγμα που δεν αποκλείετο σύμφωνα με τη μαρτυρία των αρμόδιων της εταιρείας ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ. Συνεπώς για κανένα από τους δυο αναφερόμενους στην κατηγορία ισχυρισμούς δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι ήταν ψευδείς και δεν τίθεται καν θέμα εξέτασης του κατά πόσον οι δηλώσεις αυτές έγιναν επί σκοπώ καταδολιεύσεως. Η τυχόν καθυστέρηση του κατηγορούμενου να υποβάλει τα αναγκαία ιατρικά δικαιολογητικά και πάντως όχι πριν τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί (30.1.05) δεν μπορεί να οδηγήσει τελικά σε συμπέρασμα αναδρομικά ότι όταν είχαν γίνει οι δυο επίδικοι ισχυρισμοί ήταν ψευδείς. Καταλήγω λοιπόν πως με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν έχουν στοιχειοθετηθεί βασικά συστατικά στοιχεία της πρώτης κατηγορίας και κατά συνέπεια τόσο αυτή όσο και η δεύτερη κατηγορία είναι έκθετες σε απόρριψη σ' αυτό το στάδιο. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα €380 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στο φάκελο της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει νεώτερη διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.).............. Χ. Χαραλάμπους, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.