← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ρένος ΠΙΤΤΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 26253/08, 14 Απριλίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ρένος ΠΙΤΤΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 26253/08, 14 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 26253/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ρένος ΠΙΤΤΑΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Πισιάρας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η EX TEMPORE Η κατηγορία που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο είναι αυτή της αμελούς οδήγησης και συγκεκριμένα ότι την 1.11.2007 στην οδό Στασίνου στην Έγκωμη της επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚU718 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Τον Αστυφ. 2981 Μ. Σκούλλο, Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και τον Χαράλαμπο Χριστοφόρου, Μ.Κ.2, ο πεζός ο οποίος τη συγκεκριμένη μέρα συγκρούστηκε με το όχημα του Κατηγορούμενου και τραυματίστηκε. Η μαρτυρία είναι κατεγραμμένη στα πρακτικά σε ολόκληρη της την έκταση και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Έχει κατατεθεί αριθμός Τεκμηρίων κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στα οποία θα γίνει αναφορά όπου χρειάζεται. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή υποβλήθηκε η θέση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του και ότι θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να αθωωθεί και απαλλαγεί από αυτό το στάδιο. Ο κος Πισιάρας, βάσισε την αγόρευση του στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Η κα Θεμιστοκλέους υποστήριξε με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία και να προβάλει και τη δική του θέση σχετικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR 9. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανέφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις. (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγησης της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στην βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μία εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Ορθά ο κος Πισιάρας δεν βάσισε την εισήγηση του σε ισχυρισμό για αντιφατικότητα της μαρτυρίας, επειδή όντως, στη θεώρηση της, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Θα εξεταστεί επομένως κατά πόσο έχουν αποδειχθεί στο στάδιο αυτό και στο επίπεδο που απαιτείται, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ήτοι της αμελούς οδήγησης. Αναφέρω ότι η μαρτυρία του Αστ. 2981 Μ. Σκούλλου, Μ.Κ.1 και εξεταστή της υπόθεσης ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Η αντεξέταση του κου Πισιάρα μάλλον διευκρινιστικής φύσεως ήταν, ούτε και έχει υποβληθεί στο μάρτυρα οποιαδήποτε άλλη θέση πέραν αυτής που υποστήριξε. Η εμπειρία του Μ.Κ.1 ως εξεταστή δυστυχημάτων δεν αμφισβητείται, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι διάφορες μαθηματικές φόρμουλες και τύποι που εφάρμοσε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου και το χρόνο αντίδρασης που είχε από τη στιγμή που ο πεζός μπήκε στο δρόμο. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Αστ.2981 Μ. Σκούλλου, Μ.Κ.1, προκύπτει ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Όταν ο ίδιος χαρακτηριστικά είπε, ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο για να αποφύγει τη σύγκρουση με τον πεζό, λαμβανομένης υπόψη της ταχύτητας, των συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο τη συγκεκριμένη στιγμή, τη θέση που βρισκόταν ο παραπονούμενος κατά την προσπάθεια που αυτός έκανε να διασταυρώσει. Παρά του ότι το σημείο σύγκρουσης είναι ουσιαστικά αμφισβητούμενο, άλλο εντόπισε ο Μ.Κ.1 όταν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, άλλο υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και άλλο ο παραπονούμενος για να καταλήξει ο Μ.Κ.1 στη θέση του, δηλαδή για τη μη αποφυγή του δυστυχήματος, εξέλαβε ως σημείο σύγκρουσης, αυτό που έχει υποδείξει ο παραπονούμενος, το σημείο «Χ2» και επ΄ αυτού του σημείου ήταν η κατάληξη του ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Περιττό να αναφερθεί οτιδήποτε άλλο. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας

(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Επομένως, αυτό που από την Νομολογία πηγάζει είναι ότι δεν ψάχνουμε να βρούμε τον τέλειο οδηγό. Η αμέλεια κρίνεται με βάσει τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο τη δεδομένη στιγμή, τα διλήμματα και τις αγωνίες που είχε να αντιμετωπίσει ο οδηγός καθώς και τυχόν απρόβλεπτους κινδύνους. Το τεστ που αναφέρεται στο καθήκον επιμέλειας είναι το ίδιο στις Πολιτικές αλλά και στις Ποινικές υποθέσεις. Αλλάζει μόνο το βάρος της απόδειξης και κρίνεται με βάση τα δεδομένα της στιγμής, την αγωνία και τα διλήμματα που είχε να αντιμετωπίσει ο οδηγός για να κριθεί κατά πόσο υπέπεσε από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Σε ότι αφορά τους πεζούς γενικότερα, όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Triftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140. Paul Lesley Μurrel v. Αστυνομίας Π.Ε. 5797, ημερ. 20.12.1994, από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη διάβαση πεζών στο δρόμο και έχει περιθώρια να αντιδράσει και παραλείψει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος, μόνο τότε μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτόν. Τα ενώπιον μου γεγονότα δηλώνουν ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο να αντιδράσει και ότι ο παραπονούμενος παράλειψε να λάβει μέτρα εισόδου πεζού στον δρόμου, διασταυρώνοντας μάλιστα από μη εξουσιοδοτημένο σημείο στο δρόμο. Είναι η θέση μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία ανέρχονται σε €60 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.