← Κύπρος

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, , 15.4.2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, , 15.4.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:7 ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε ποινή σήμερα, 15.4.2010, στην υπόθεση 603/09, σε πατέρα ηλικίας 42 ετών σε κατηγορίες βιασμού, αιμομιξίας, σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου και διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των δεκατριών ετών, αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2006 εναντίον της ανήλικης τότε θυγατέρας του. Επειδή η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών και υπάρχει Διάταγμα του Δικαστηρίου για περιορισμό και κυκλοφορία της ποινής, παρατίθεται πιο κάτω η εν λόγω ποινή με απάλειψη των μερών εκείνων της ποινής που αναφέρονται σε πρόσωπα, χώρους και τοποθεσίες για προστασία του θύματος και του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος: «Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε συνολικά 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούν στα αδικήματα του βιασμού (1η κατηγορία), της αιμομιξίας (2η κατηγορία), της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου (3η κατηγορία) και της διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των δεκατριών χρόνων (4η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου

  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησε και η Υπεράσπιση είναι, σε συντομία, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος, διαζευγμένος από τον πρώτο του γάμο, απέκτησε δύο κόρες, ηλικίας, σήμερα 12 ½ ετών και την Παραπονούμενη ηλικίας σήμερα 10 ετών. Από το 2000 μέχρι και το 2007, ο Κατηγορούμενος διέμενε μαζί με τη μητέρα του και τη νέα του σύζυγο και τους γιους της από προηγούμενους γάμους. Από το χωρισμό του Κατηγορούμενου από τον πρώτο του γάμο το 2000, μέχρι και το Μάρτιο του 2009 η επικοινωνία του με τα παιδιά γινόταν είτε με τη μετάβαση του Κατηγορούμενου και παραλαβή των παιδιών για κάποιες ώρες είτε με την μετάβαση των παιδιών στην οικία του και τη διαμονή τους στο σπίτι του κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Στις 10.3.09 ενώ η μητέρα της ανήλικης καθάριζε το υπνοδωμάτιο της Παραπονούμενης εντόπισε κάτω από το μαξιλάρι της το ημερολόγιο της τελευταίας στο οποίο η μικρή έκανε αναφορά στο περιστατικό του βιασμού το οποίο θα αναφερθεί στη συνέχεια. Αμέσως μετά την ανεύρεση και την ανάγνωση του ημερολογίου η μητέρα ενημέρωσε σχετικά τη Διευθύντρια του Γραφείου Ευημερίας Λευκωσίας και η υπόθεση στη συνέχεια ανατέθηκε σε λειτουργό του γραφείου Ευημερίας. Την επομένη της ανεύρεσης δηλαδή στις 11.3.2009, η μητέρα μαζί με την Παραπονούμενη μετέβησαν στα Γραφεία Καταπολέμησης της Βίας στην Οικογένεια, όπου η μητέρα κατήγγειλε προφορικά την υπόθεση (στην απουσία της Παραπονούμενης) και παρέδωσε φωτοαντίγραφο του ημερολογίου. Μετά την σχετική καταγγελία και τη λήψη των απαραίτητων συγκαταθέσεων από την μητέρα και την Οικογενειακή Σύμβουλο για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, λήφθηκε κατάθεση από την Παραπονούμενη η οποία και οπτικογραφήθηκε και στην οποία έγινε αναφορά στο περιστατικό του βιασμού. Το περιστατικό του βιασμού είναι ότι μια μέρα μεταξύ Μαρτίου - Ιουνίου 2006 ο Κατηγορούμενος στο σπίτι του και συγκεκριμένα στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν τα δύο παιδιά του όταν τον επισκέπτονταν, αφού παραμέρισε το εσώρουχο της Παραπονούμενης (τότε ηλικίας 6 ½ χρονών) στη μια πλευρά εισχώρησε την άκρη του πέους του μέσα στον πρωκτό της τότε ηλικίας 6 ½ χρονών. Η Παραπονούμενη τη δεδομένη στιγμή ξάπλωνε πάνω στο κρεβάτι που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο και παρακολουθούσε την αδελφή της η οποία τη συγκεκριμένη στιγμή έπαιζε στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή ο οποίος βρισκόταν επίσης μέσα στο υπνοδωμάτιο. Η Παραπονούμενη ένιωσε πόνο μέσα στον πρωκτό της. Ο Κατηγορούμενος μετά τον πρωκτικό βιασμό πήγε στην τουαλέτα και αυνανίστηκε. Η Παραπονούμενη εξετάστηκε από ιατροδικαστή στις 12.3.09 και η εξέταση της κατέδειξε ότι δεν υπήρξε καμία κάκωση στον παρθενικό υμένα και στον πρωκτό, χωρίς να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εισχώρησης οποιουδήποτε αντικειμένου στον πρωκτό της σε παρελθόντα της ιατροδικαστικής εξέτασης χρόνο. Στις 12.3.09 και ώρα 18:30 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Εν έκαμα τίποτε, είμαι αθώος». Ακολούθως του δόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του και αρνήθηκε να συμβουλευτεί δικηγόρο εκείνη τη στιγμή. Την ίδια μέρα στο ΤΑΕ καταγράφηκε ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και αρνήθηκε ότι ήρθε σε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη. Στις 13.03.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης του Κατηγορούμενου. Στις 15.3.09 ο Αστ. 1538 Χαράλαμπος Αγαθοκλέους κατέγραψε την ομολογία ενοχής του Κατηγορούμενου. Με την εν λόγω ομολογία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε το κατά τον επίδικο χρόνο προαναφερθέν περιστατικό του βιασμού. Ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από ψυχίατρο ο οποίος διαπίστωσε ότι έχει διαύγεια πνεύματος, οι ψυχικές του λειτουργίες ενεργοποιούνται επαρκώς και δεν έχει διαπιστωθεί καμία ψυχική διαταραχή. Ο Κατηγορούμενος, ενώ αρχικά παραδέχθηκε τις κατηγορίες που του προσήφθησαν, στις 18.1.10 και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για γεγονότα και ποινή, ζήτησε άδεια και άλλαξε απάντηση από παραδοχή σε μη παραδοχή. Ενόψει αυτής της εξέλιξης αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση ενώ τελούσε υπό κράτηση από τις 12.3.
  2. Η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 3.2.10, μέρα κατά την οποία κατέθεσε και ο ΜΚ1 Χαράλαμπος Αγαθοκλέους. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της μαρτυρίας διεξήχθη δίκη εντός δίκης σχετικά με την θεληματικότητα της ομολογίας του Κατηγορούμενου. Με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου η ομολογία ενοχής του κρίθηκε θεληματική. Η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 8.2.10 όπου και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του ΜΚ
  3. Στις 2.3.10, ο Κατηγορούμενος ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 1-
  4. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επικεντρώθηκε στους πιο κάτω παράγοντες:
  5. Στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου.
  6. Στη μεταμέλεια του η οποία εκδηλώθηκε έμπρακτα όχι μόνο με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και κάπως καθυστερημένα, αλλά και μέσω δύο επιστολών (Τεκμήρια Β και Γ) τις οποίες απέστειλε προς την πρώην σύζυγο του και τις δύο θυγατέρες του, μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη, ενώ κρατείτο στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικος. Με αυτές τις επιστολές ο Κατηγορούμενος φαίνεται να παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή, παραδέχεται ότι αμάρτησε και ζητά συγχώρεση από την Παραπονούμενη και τη μητέρα της. Ταυτόχρονα εκδηλώνει την απέραντη αγάπη του προς αυτές.
  7. Ότι τα αδικήματα τα οποία ο Κατηγορούμενος διέπραξε αποτελούν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του και ένα λάθος στο οποίο περιέπεσε μια συγκεκριμένη στιγμή.
  8. Στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως εκτίθενται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Α), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε.
  9. Ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 4 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και η ζωή του γενικότερα έχουν αλλάξει από τότε. Ο γάμος του με τη μητέρα της Παραπονούμενης έχει λυθεί από το 2000 και ο Κατηγορούμενος το έτος 2007 νυμφεύθηκε με Ουκρανή η οποία έχει τρία παιδιά από προηγούμενους γάμους.
  10. Στις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις που τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα έχει τόσο στη νέα του οικογένεια όσο και στα βιολογικά του παιδιά.
  11. Ότι με την παραδοχή του η ανήλικη Παραπονούμενη δεν αναγκάστηκε, με τη διαδικασία της αντεξέτασης, να ξαναβιώσει το περιστατικό.
  12. Ότι, με τον τρόπο που διαπράχθηκε ο βιασμός, δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε σωματική βλάβη στην Παραπονούμενη. Επικαλούμενη τους πιο πάνω παράγοντες η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, κατόπιν οδηγιών του πελάτη της, όπως οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης ήθελε επιβληθεί σε αυτόν, ανασταλεί. Τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρά. Για τα αδικήματα της 1ης και 4ης κατηγορίας ο Νόμος προβλέπει κατ' ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης δια βίου, για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας κατά τον κρίσιμο χρόνο προβλεπόταν ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, ενώ για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης 20 χρόνων. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου

(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν μένουν μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Τα πιο πάνω αδικήματα είναι πολύ σοβαρά και, εκτός μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να επιβάλλεται άμεση ποινή φυλακίσεως. Η ποινή φυλάκισης είναι αναγκαία για διάφορους λόγους. Πρώτον, για να τονιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος. Δεύτερον, για να δοθεί έμφαση στη δημόσια αποδοκιμασία του αδικήματος. Τρίτον, για να χρησιμοποιηθεί σαν προειδοποίηση για τους άλλους. Τέταρτον, για να τιμωρείται ο κατηγορούμενος και τελικά για να προστατεύονται οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά. Το ύψος της ποινής εξαρτάται από τις περιστάσεις [R. v. Robberts
(1982)4 Cr.App.R. (S.) 8]. Ορισμένοι από τους παράγοντες που επιβαρύνουν τα πιο πάνω αδικήματα είναι ανάμεσα σε άλλα: (α) Όταν το θύμα υφίσταται σοβαρή κάκωση (είτε σωματική είτε ψυχική). (β) Όταν το θύμα είναι πολύ μικρής ηλικίας. (γ) Όταν ο κατηγορούμενος κατέχει θέση εμπιστοσύνης έναντι του θύματος. Στην υπόθεση Millberry
(2003)1 WLR 546, εξετάστηκαν οι προεκτάσεις της επιβολής ποινής με κατευθυντήριες οδηγίες σε περιπτώσεις βιασμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού επαυξάνεται όταν μεταξύ άλλων,
(1)χρησιμοποιείται βία για τον εκφοβισμό του θύματος,
(2)χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος,
(3)ο βιασμός είναι επαναλαμβανόμενος,
(4)ο βιασμός είναι αποτέλεσμα προσεκτικού προγραμματισμού,
(5)ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες βιασμού ή άλλων σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων ή αδικημάτων τα οποία συνοδεύονται από βία,
(6)το θύμα υποβάλλεται σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές,
(7)το θύμα είναι μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας και
(8)όταν τα δυσμενή αποτελέσματα για το θύμα, είτε αυτά είναι σωματικά ή ψυχολογικά είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Επισημαίνεται, επίσης, στη Millberry (ανωτέρω), ότι το πρόσθετο άγχος που θα προκληθεί στο θύμα με το να δώσει μαρτυρία σημαίνει ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από ότι συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, κανονικά πρέπει να έχει σαν αποτέλεσμα κάποια μείωση της ποινής από ότι κατά τα άλλα θα ήταν η αρμόζουσα ποινή. Βεβαίως η πιο πάνω αγγλική υπόθεση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά οι αρχές που έχει καθιερώσει μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα κυπριακά Δικαστήρια (βλ. κατ' αναλογία, με αναφορά στην R v. Billam
(1986)1 All ER 985, την Χριστοφή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 19/08, ημερ. 22.5.09). Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 265 και 266: «Η παραδοχή κάθε αδικήματος αλλά ιδιαίτερα του αδικήματος του βιασμού, αποκτά σημασία και επιδρά στη μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε.» Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, χωρίς να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, στη σελίδα 130 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος για αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών.» Στην Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ποινή φυλάκισης 10 ετών σε κατηγορία βιασμού ανήλικης από τον πατριό της ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα του, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην αγγλική υπόθεση R. v. C.
(1990)12 Cr.App.R. (S.) 292, ο κατηγορούμενος για περίοδο 2 ετών είχε σεξουαλική επαφή με τη θετή κόρη του ηλικίας 8 μέχρι 10 ετών. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάχρηση της θέσης του και την παραδοχή του. Η φυλάκιση των 9 ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε φυλάκιση 7 ετών επειδή το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στον παράγοντα της παραδοχής του. Στην Π.Π. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 457, ο εφεσείων - κατηγορούμενος αντιμετώπιζε συνολικά 11 κατηγορίες. Τέσσερις αφορούσαν διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τέσσερις για αιμομιξία κατά παράβαση των άρθρων 147, Κεφ. 154 και 6
(1)του Ν47(Ι)/94 και τρεις για παρά φύση ασέλγεια σε παιδί κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 174, Κεφ. 154. Μετά από δίκη ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 10 από τις 11 κατηγορίες. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη πως η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή για τα εγκλήματα της διαφθοράς ανήλικης κάτω των 13 χρόνων και εκείνα της αιμομιξίας (τότε) ήταν φυλάκιση δια βίου, αύξησε την ποινή στις κατηγορίες 1-8 από 10 σε 15 χρόνια, αναφέροντας τα ακόλουθα, στη σελίδα 464: «Είναι η διαπίστωση μας, όπως ήταν και του Κακουργιοδικείου, ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες του είδους της. Συνυπάρχουν σ' αυτή όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται στον Blackstone. Λαμβάνοντας τούτο υπόψη και ιδιαίτερα την ηλικία της παραπονούμενης που ήταν 11-12 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράττονταν κατ' επανάληψη για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενίοτε με την απειλή βίας, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με τη μη παραδοχή του υποχρέωσε τη μικρή του κόρη να ξαναζήσει στο Δικαστήριο τις τραυματικές της εμπειρίες που σίγουρα υπέστη κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων, κρίνουμε ότι η ποινή είναι ανεπαρκής κάτω από τις συνθήκες, τόσο για τιμωρία του κατηγορούμενου για τις αποτρόπαιες πράξεις του, όσο και για παραδειγματισμό και αποτροπή. Ο κατηγορούμενος ενήργησε απάνθρωπα, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του στη μικρή του κόρη, σε μια ηλικία που σίγουρα τα ψυχολογικά της τραύματα θα μείνουν ανεξίτηλα και θα τη συνοδεύουν σε όλη της τη ζωή.» Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Σημειώνουμε και τονίζουμε με έμφαση ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση με όλες τις ευρύτερες αρνητικές διαστάσεις και επιπτώσεις που επιφέρει στα θύματα και γενικότερα στη συνοχή των οικογενειακών σχέσεων και δεσμών. Εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για τις διαστάσεις που παίρνουν τέτοιας μορφής αδικήματα και συνάμα τον αποτροπιασμό και την αποστροφή μας. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι ένας τρόπος και ένα μέτρο που πρέπει να δρα κατασταλτικά αλλά και καταλυτικά και να εκπέμπει τα κατάλληλα μηνύματα προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Στην υπόθεση Muhannad Mohamed Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 42/09, ημερ. 23.10.09 υπεδείχθη ότι : « Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το επιβάλλον ποινή δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η διάπραξη ενός αδικήματος ή ενός είδους αδικημάτων ευρίσκεται σε έξαρση, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αυξημένης ποινής. (βλ. Al-Awar κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 70). Όπως δε ορθά εντοπίζεται και στο σύγγραμμα « Sentencing in Cyprus» 2nd Edition, του Γ.Μ. Πική, στη σελ.6, οι κοινωνικές συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής περιόδου είναι βοηθητικές ως προς το που θα πρέπει να απευθυνθεί η αυστηρότητα του δικαίου. Επομένως, είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. Συνάγεται επομένως ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου καθώς και γενικότερα. Θα ήταν δε παράλειψη αν δεν τονιζόταν ότι, όταν παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή». Η εξατομίκευση της ποινής όπως υποδεικνύει η νομολογία (Nabokov ν. Δημοκρατιας
(2003)2 A.A.Δ. 381) δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα. Η σοβαρότητα εγκλημάτων αυτής της μορφής σε συνάρτηση με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αναποδράστως απολήγουν σε επιβολή ποινών φυλάκισης. Αν η σοβαρότητα των αδικημάτων το επιβάλλει, όπως και η ανάγκη αποτροπής εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση, οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 670) είναι ήσσονος σημασίας και αιτιολογούν την επιβολή ποινής φυλάκισης γιατί προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Αξιολογήσαμε τα όσα έχει αναφέρει η υπεράσπιση γύρω από τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει σε αυτόν η επιβολή ποινής φυλάκισης. Σε ό,τι αφορά στην εισήγηση της υπεράσπισης ότι με τη φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα υπάρξουν οικονομικές επιπτώσεις στην οικογένεια του, είναι νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ενώ δεν αγνοούμε και τις επιπτώσεις που θα έχει η ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, την οικογένεια του και τις βιολογικές του κόρες. Δεν αγνοούμε ακόμη ούτε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου (έστω καθυστερημένη) και κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης στην οποία η ομολογία του κρίθηκε ως εθελούσια (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, 129) αλλά και μέσω των δύο επιστολών (Τεκμήρια Β και Γ), οι οποίες, να σημειωθεί, είναι μεταγενέστερες της ομολογίας του προς την αστυνομία και προγενέστερες της διεξαγωγής της δίκης εντός δίκης. Με τις πιο πάνω επιστολές ο Κατηγορούμενος παραδέχεται προς την πρώην σύζυγο του και την Παραπονούμενη τη διάπραξη των αδικημάτων, φαίνεται να παραδέχεται ότι αμάρτησε και ζητά τη συγχώρεση τους. Δεν αγνοούμε ακόμη ότι με την παραδοχή του η ανήλικη Παραπονούμενη δεν αναγκάστηκε, με τη διαδικασία της αντεξέτασης, να ξαναβιώσει μέσω του διαδικαστικού αυτού σταδίου το περιστατικό του πρωκτικού βιασμού της, χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια ότι η Παραπονούμενη κλήθηκε και έδωσε περιγραφή του επίδικου περιστατικού στην αστυνομία με οπτικογραφημένη κατάθεση δυνάμει του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119(Ι)/00 και 212(Ι)/04 και του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/01. Η εν λόγω οπτικογραφημένη κατάθεση προβλήθηκε στο Δικαστήριο και εκεί η Παραπονούμενη παρουσιάζεται να δίδει περιγραφή του περιστατικού. Η στάθμιση όμως όλων των πιο πάνω ελαφρυντικών δε μπορεί να οδηγεί σε ανατροπή των σκοπών του νομοθέτη, έχοντας μάλιστα υπόψη τις παραμέτρους των υποθέσεων που αναλύσαμε πιο πάνω. Η δικηγόρος του εισηγήθηκε ότι παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων, συγκεκριμένα 4 χρόνια, γεγονός που θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Με όλο το δέοντα σεβασμό δε βλέπουμε πώς το στοιχείο αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Σημειώνουμε ότι το περιστατικό του βιασμού αποκαλύφθηκε λόγω μιας τυχαίας συγκυρίας, της ανεύρεσης, δηλαδή, του ημερολογίου της Παραπονούμενης από τη μητέρα της η οποία και αποτέλεσε το έρεισμα για να χυθεί φως στην υπόθεση. Αν δεν συνέβαινε αυτό ίσως το περιστατικό να μην αποκαλύπτετο ποτέ. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 13 κατηγορίες αιμομιξίας και η κατάσταση κρατήθηκε μυστική για εννέα περίπου χρόνια. Η περίοδος αυτή δε λήφθηκε υπόψη ως μετριαστικός παράγων κατά την επιμέτρηση της ποινής, αλλά αντίθετα υπεδείχθη ότι η αξιοπρέπεια του θύματος καταρρακώνεται και τα σημάδια της πράξης παραμένουν ανεξίτηλα. Η επιβληθείσα ποινή των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης έξι χρόνων αυξήθηκε ώστε σωρευτικά οι ποινές να ανέλθουν στα δέκα χρόνια. Δεν παραγνωρίζουμε ωστόσο το γεγονός ότι στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν αλλάξει υπό την έννοια ότι έχει δημιουργήσει νέα οικογένεια. Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Επομένως, θα δοθεί μεν η δέουσα βαρύτητα σε όλα τα ελαφρυντικά στα οποία αναφέρθηκε η συνήγορος του, αλλά ταυτόχρονα θα ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής και ειδικά ο παράγοντας της προστασίας των γυναικών και των ανηλίκων αλλά και του θεσμού της οικογένειας καθώς και ο παράγοντας της ανάγκης για αποτροπή. Σημειώνουμε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην παρουσία της αδελφής της Παραπονούμενης ηλικίας 8 ½ ετών κατά τον κρίσιμο χρόνο όπως περιγράφεται στην έκθεση γεγονότων κάτι που δείχνει την αποφασιστικότητα του Κατηγορούμενου και την έλλειψη οποιουδήποτε σεβασμού προς τα βιολογικά του τέκνα. Θα λάβουμε επίσης υπόψη και τη φύση των αδικημάτων. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, πρόκειται για αδικήματα που κυριολεκτικά εκμηδενίζουν την προσωπικότητα του θύματος. Ένας πολύ επιβαρυντικός παράγοντας είναι η πολύ μικρή ηλικία του θύματος και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πατέρας της, κάτι το οποίο φανερώνει ότι ο Κατηγορούμενος έχει καταχραστεί με το χειρότερο τρόπο τη θέση του έναντι του θύματος. Πρόκειται για ειδεχθή και αποτρόπαια εγκλήματα. Ένα αθώο κοριτσάκι τρυφερής ηλικίας κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αντί να βρει προστασία, αγάπη και στοργή από τον πατέρα του, συνάντησε την πιο απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση την οποία μόνο άνθρωποι με ζωώδη ένστικτα μετέρχονται (M.W. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 4/09, ημερομηνίας 17.12.09). Όπως έχει, κατ' επανάληψη, τονιστεί, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος [Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Χαράλαμπος Λοϊζου v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 226/07 και 174/07, απόφαση ημερομηνίας 24.9.09]. Αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω και αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα, φρονούμε ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή για την 1η κατηγορία είναι αυτή της 10ετούς την οποία και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: Στις κατηγορίες 2, 3 και 4 δεν επιβάλλουμε ποινή καθότι τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας στην οποία επιβάλαμε ποινή (Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384). Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε €250, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. « Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.