← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΞΙΟΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1880/08, 22 Απριλίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΞΙΟΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1880/08, 22 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1880/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας ΞΙΟΥΡΟΣ, πάροδος Λεωφ. Μερσηνίας 12, οικία 6 Αγ. Νάπα, τηλ.

  1. Κατηγορουμένου -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Απριλίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Νικολάου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον της συζύγου του, και στην κατηγορία που αφορά πράξη ή συμπεριφορά στην παρουσία ανήλικου τέκνου του (1η και 2η κατηγορία) η οποία συνιστά βία στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119

(1)/2000 και στο αδίκημα της άσεμνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 176 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα του καταλογίζεται ότι στις 28 Οκτωβρίου 2007 στην ΄Εγκωμη, επιτέθηκε εναντίον της συζύγου του Ελένης Κωνσταντίνου και της προξένησε πραγματική σωματική βλάβη στην παρουσία της τρίχρονης κόρης τους Κατερίνας Χριστίνας και ότι προέβηκε στην οδό Κορυτσάς σε άσεμνη πράξη. Για απόδειξη της κατηγορίας κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής τρεις συνολικά μάρτυρες. Ο Λοχ. 2353 Μ. Λοίζου (ΜΚ1), η παραπονούμενη Ελένη Κωνσταντίνου (ΜΚ2), ο Δρ. Πέτρος Κατσιολούδης (ΜΚ3). Από πλευράς Υπεράσπισης έδωσε ένορκη μαρτυρία ο κατηγορούμενος. Δεν θα καταπιαστώ με το εγχείρημα της εκτενούς καταγραφής της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν διεξοδικά και αξιολογήθηκαν πλήρως παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ. α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Είναι πιστεύω χρήσιμο να γίνει μια καταγραφή των εκατέρωθεν εκδοχών έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή και καλύτερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν. Η θέση λοιπόν της Κατηγορούσας Αρχής ως προκύπτει από την προσκομισθείσα από μέρους της μαρτυρία είναι η εξής: Στις 28.10.2007 και περί ώρα 18:30 ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του κάτω από την πολυκατοικία στην οδό Κορυτσά στην ΄Εγκωμη όπου διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του, ΜΚ2 Ελένη Κωνσταντίνου. Σκοπός της εκεί άφιξης του ήταν προκαθορισμένος και αφορούσε την παράδοση των τρίχρονων τότε θυγατέρων του για σκοπούς επικοινωνίας βάσει ρυθμιστικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Όταν στάθμευσε το όχημα του κόρναρε και η ΜΚ2 κατέβηκε, πήρε το ένα από τα κορίτσια και το πήρε στο διαμέρισμα της και κατέβηκε να πάρει το δεύτερο κοριτσάκι. Όταν το πήρε ρώτησε τον κατηγορούμενο που ήταν τα ρούχα των παιδιών και αυτός της είπε ότι ήταν στο καπώ. Του ζήτησε να τα φέρει και αυτός αρνήθηκε λέγοντας της να τα πιάσει η ίδια. Του ανέφερε ότι δεν ήξερε να ανοίγει το καπώ και του ζήτησε να το ανοίξει αλλά αυτός της είπε να τα πάρει. Ενώ η παραπονούμενη κατευθύνθηκε προς το καπώ άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο που κλειδώνει το αυτοκίνητο. Η παραπονουμένη προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του για να του μιλήσει. Η πόρτα ήταν κλειστή, τον ρώτησε τι κάνει και αυτός ξεκίνησε ενώ η ίδια ευρισκόταν πολύ κοντά με αποτέλεσμα κατά την εκκίνηση ο δεξιός πισινός τροχός του αυτοκινήτου πέρασε πάνω από τα δάχτυλα του αριστερού της ποδιού ενώ κρατούσε στα χέρια της τις κόρες της Κορίνα Χριστίνα. Ο σύζυγος της φεύγοντας στάθηκε στα δύο .. Η εκδοχή της Υπεράσπισης ως αναφύεται από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου είναι διαφορετική. Ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ότι δε μπορούσε να χτυπήσει την παραπονούμενη. Η καταγγελία έγινε γιατί ισχυρίσθηκε η παραπονούμενη ότι ο ίδιος πήγε να την καταγγείλει για τη συμπεριφορά της. Ότι μαζί με την κατηγορούμενη ήταν και η κα Χαραλάμπους δεν ήταν βέβαιος ότι θα του δημιουργούσαν πρόβλημα με τις ψεύτικες καταγγελίες. ΄Εχοντας σκιαγραφήσει τις εκδοχές των δύο πλευρών προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία αρχές αξιολόγησης. Αυτές οι αρχές είναι μεταξύ άλλων, η αποτίμηση της σταθερότητας, ευθύτητας και φυσικότητας των απαντήσεων των μαρτύρων, της ιδιαίτερης σχέσης και το συμφέρον τους στην υπόθεση, της ύπαρξης ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και της εν γένει συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρος. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δε βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση (βλ. Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 254/08, ημερ. 23.1.08 και Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση 152/07, ημερ. 9.6.08). Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ακούγοντας τον, πείστηκα ότι διερεύνησε το συμβάν με επάρκεια και διαβίβαζε προς το Δικαστήριο τα βιώματα και τις διαπιστώσεις του με ειλικρίνεια και ουδετερότητα. Κρίνω συνεπώς ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα της αλήθειας και αποδέχομαι έτσι τη μαρτυρία του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της παραπονουμένης λέγω από την αρχή ότι δέχομαι τη βάση της εκδοχής της ότι δηλαδή ενώ ευρισκόταν κοντά στο όχημα του κατηγορουμένου και προσπαθούσε να μιλήσει μαζί του αυτός εκκίνησε το όχημα του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί πάνω στα δάχτυλα. Το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της επιβεβαιώνεται τόσο και από το ΜΚ1 αλλά και το γιατρό ΜΚ3 και διαφωνούν με το συνήγορο του κατηγορουμένου ότι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της έρχεται σε αντίθεση με τα πιο πάνω. Όμως δε μπορώ να στηριχθώ στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της ούτε ως προς τις λεπτομέρειες της αναφοράς της αλλά ούτε στους ισχυρισμούς της οι οποίοι περιέχονται στη 2η κατάθεση η οποία δόθηκε σχεδόν δύο μήνες μετά και αυτό γιατί θα ανέμενα αν πράγματι ο κατηγορούμενος μετά την εκκίνηση σταμάτησε το όχημα του κάνοντας τη χειρονομία που η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε θα ανέμενα ότι η κατηγορούμενη θα το έλεγε από την αρχή δηλαδή στην 1η της κατάθεση ημερ. 27.10 και ότι μετά από δύο μήνες και αφού είχα προηγηθεί πολλά άλλα επεισόδια ως οι ίδιοι έχουν αναφέρει. Ως εκ τούτου δε μπορώ να στηριχθώ στο μέρος αυτό της μαρτυρίας τους το οποίο και απορρίπτω. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ2 και ειδικότερα ότι ενώ η παραπονούμενη ευρισκόταν κοντά στο όχημα του κατηγορούμενου αυτός εκκίνησε απότομα με αποτέλεσμα να πατηθεί η κατηγορούμενη στα δάχτυλα. ΄Οσον αφορά τον ιατρό ΜΚ3 λέγω ότι μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. ΄Ηταν σταθερός και σαφής στις τοποθετήσεις του, μη αφήνοντας περιθώριο να αμφισβητηθούν οι εξειδικευμένες απόψεις και η αξιοπιστία του. Η μαρτυρία ιδιαίτερα των ΜΚ3 είναι πολύ σημαντική καθ' ότι ενισχύει τόσο χρονικά όσο και επί της ουσίας την εκδοχή της ΜΚ2 σε σχέση με τα τραύματα που υπέστη (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 ΑΑΔ 1003, 1010, Κnell v. Aστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση 6333, ημερ. 19.12.1997). Ο κατηγορούμενος δε μου προξένησε καλή εντύπωση. Ακούγοντας και βλέποντας τον σχημάτισα την άποψη ότι προσπαθούσε να κατηγορήσει την εν διαστάσει σύζυγο του και ότι αυτός ήταν το θύμα αφού η παραπονούμενη και η Ελπίδα Χαραλαμπίδου δημιουργούσαν πρόβλημα με ψεύτικες καταγγελίες. Σημειώνω ότι δε σεβάστηκε ούτε το γεγονός ότι η Ελπίδα Χαραλαμπίδου απεβίωσε και προχώρησε να κατηγορήσει το εν λόγω πρόσωπο ενώ γνώριζε ότι δε μπορούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου να δώσει μαρτυρία. Ως προς τα δύο υπό εξέταση αδικήματα της 1ης και 2ης δηλαδή κατηγορίας αυτά εδράζονται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο 119
(1)/2000 το οποίο διαλαμβάνει ως εξής:
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική, ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Σημειώνω ότι ως προς τη 2η κατηγορία δεν υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το συστατικό στοιχείο της ψυχικής βλάβης αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα που να τεκμηριώνει ότι το τρίχρονο κοριτσάκι είχε υποστεί οποιαδήποτε ψυχική βλάβη. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τη 2η κατηγορία. Ως προς την 1η κατηγορία δηλαδή την κατηγορία της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (
  1. i)η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και (
  2. ii)η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτό. Είναι εμφανές από την πιο πάνω ανάλυση ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δε θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης δυνάμει του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Δεν έχουμε εδώ αμελή ή απερίσκεπτη πράξη. Ούτε μπορεί να καταλογιστεί αλόγιστη πράξη στον κατηγορούμενο αφού όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαυρομάτης (ανωτέρω) η αλόγιστη πράξη δεν εμπίπτει στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καθορίζει το άρθρο 236. Στην παρούσα υπόθεση είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος αφού είδε τον παραπονούμενο, έκοψε δρόμο από τα χωράφια και τον κατεδίωξε με το αυτοκίνητο του, αυξομειώνοντας ταχύτητα και δίδοντας του την εντύπωση ότι θα τον χτυπήσει. Δεν πρόκειται για αμελή πράξη ή απερισκεψία, στοιχεία που απαιτούνται για απόδειξη των αδικημάτων του άρθρου 236. Πρόκειται για εσκεμμένη συμπεριφορά με σκοπό τον εκφοβισμό του παραπονούμενου. Το σκόπιμο των ενεργειών του κατηγορούμενου, προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι ακολούθησε τον παραπονούμενο συνεχίζοντας την καταδίωξη στην αριστερή πάροδο και σταμάτησε μόνο όταν ο τελευταίος κατάφερε να κρυφτεί ανάμεσα σε λεμονιές. Το αδίκημα δε που στοιχειοθετείται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν είναι εκείνο της εγκληματικής αμέλειας αλλά αυτό της κοινής επίθεσης δυνάμει του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Με τον όρο ''επίθεση'' εννοείται οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλο ενδιαφέρον να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα εξασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του. Βλ. R. v. Venna
(1975)3 All.E.R. 788. O όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης παράνομης χρήσης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή. Βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R.
  1. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην παράγραφο Β2.5 σελίδα 162, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής υπό τον τίτλο Actus Reus of Assault: ''Αctus Reus of Assault B2.5 An assault requires conduct which causes the victim to apprehend the imminent application of unlawful force upon him (Ireland [1998] AC 147, per Lord Steyn at p. 161). A fear of possible violence may suffice (Ireland) and it may also suffice where the victim is unsure as to when exactly the threatened attack may occur; but as the Court of Appeal pointed out in Constanza [1997] 2 Cr App 492, the conduct in question must at least provoke a fear of violence 'αt some time not excluding the immediate future'. A threat of violence only in the more distant future cannot suffice. As to what may amount to unlawful force, see B2.6 and B2.
  2. An omission to act probably cannot amount to an assault, or indeed a battery, but see B2.
  3. The relevant conduct in cases of assault may take the form of threatening acts or gestures, as for example where D brandishes a weapon of V or fires a shot in his direction; but it may also take the form of threatening words, or it may involve acts and words together.'' Είναι σαφές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου έδωσε την εντύπωση στον παραπονούμενο ότι επίκειται άμεση επίθεση εναντίον του. Η φράση ''νόμισα ότι από στιγμή σε στιγμή θα περνούσε από πάνω μου με το αυτοκίνητο του'' που ανέφερε ο ΜΚ1 στην μαρτυρία του, είναι ενδεικτική. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται, η από το Δικαστήριο τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο με την προσθήκη 2ης κατηγορίας για το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για το πιο πάνω ζήτημα διέπεται από το άρθρο 85.4 του Ποινικού Κώδικα, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου καθορίστηκαν ως ακολούθως στο σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75:
  4. Στο τέλος της Δίκης το Δικαστήριο να είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η διάπραξη αδικήματος από τον κατηγορούμενο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
  5. Ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου
  6. Ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Με άλλ λόγια, η ποινή που προβλέπεται από τον νόμο για το αδίκημα που προστίθεται στο κατηγορητήριο δε θα πρέπει να υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αρχικό αδίκημα.
  7. Ότι ο κατηγορούμενος δε θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δε μπορεί να αποκλειστεί αν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στις λεπτομέρειες του αδικήματος που προστίθεται από τις λεπτομέρειες του αρχικού αδικήματος. Σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85.4 του Ποινικού Κώδικα, είναι και οι υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466 στις οποίες επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για προσθήκη νέας κατηγορίας. Συγκεκριμένα:
  1. ΄Εχει αποδειχθεί με μαρτυρία η διάπραξη από τον κατηγορούμενο του αδικήματος της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα όπως εξήγησα πιο πάνω.
  2. Δεν είναι δυνατή η καταδίκη του κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. Η ποινή για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δυνάμει του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα δεν υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της εγκληματικής αμέλειας δυνάμει του άρθρου
  4. Συγκεκριμένα, ενώ η κοινή επίθεση τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και/ή χρηματική ποινή £1000,00, τα αδικήματα του άρθρου 236, χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα και τιμωρούνται με βάση το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης δύο ετών και/ή πρόστιμο £1500,
  5. Καμία δυσμένεια δε θα προκληθεί στον κατηγορούμενο. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ουσιαστικά οι ίδιες. Επίσης τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης είναι τα ίδια που οδήγησαν την κατηγορούσα αρχή στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Η υπεράσπιση δε του κατηγορούμενου όπως προβλήθηκε με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την ανώμοτη του δήλωση, αμφισβήτησε στην ουσία αυτά τούτα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της επίθεσης. Η εκδοχή βέβαια αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Όμως με αυτή την έννοια, βρίσκω ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δε θα ήταν ουσιαστικά διαφορετική αν εξαρχής το κατηγορητήριο αναφερόταν στο αδίκημα της επίθεσης και όχι της εγκληματικής αμέλειας. Πέραν τούτου δεν έχει υποβληθεί από τον κατηγορούμενο σε κανένα μάρτυρα κατηγορίας ούτε και στο Δικαστήριο ότι λανθασμένα κατηγορήθηκε για εγκληματική αμέλεια αντί για επίθεση. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, προσθέτω την ακόλουθη δεύτερη κατηγορία στο κατηγορητήριο. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Κοινή επίθεση κατά παράβαση των άρθρων 242 και 29 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 6η Σεπτεμβρίου 2005, στην περιοχή ''Κτήρκα'' έδαφος Περιστερώνας, της επαρχίας Λευκωσίας, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Ξενή Λάρκου από τους Αγίους Ομολογητές. Συνεπακόλουθα, βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία της κοινής επίθεσης. Στην 1η κατηγορία της εγκληματικής αμέλειας, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Επιπρόσθετα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 243, πέραν του στοιχείου της επίθεσης απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη σχετικές είναι οι υποθέσεις R. v. Miller [1954] 2 All E.R.
  6. 534, Aστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61 και Georghiades v. Police
(1985)2 CLR
  1. Στη Georghiades επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα έγιναν αποδεκτά δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εκκίνηση του οχήματος του κατηγορούμενου έγινε με πρόθεση να ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον της παραπονούμενης ούτε ότι δημιούργησε φόβο για άμεση άσκηση βίας. Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. (Υπ.) ............................................... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.