← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αγγελικής Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 14868/08, 27.4.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αγγελικής Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 14868/08, 27.4.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14868/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Αγγελικής Μιχαήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Ημερομηνία: 27.4.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για την Κατηγορούμενη: κος Κακουλλής Κατηγορουμένη παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορουμένη κατηγορείται ότι άσκησε μαγεία έναντι αμοιβής, κατά παράβαση των άρθρων 304 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Κατόπιν τροποποίησης που ενέκρινε το Δικαστήριο οι λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρουν ότι 'την 26η Οκτωβρίου 2007, στην Παλλουριώτισσα, της Επαρχίας Λευκωσίας, με αμοιβή αναλάμβανε να μαντέψει την τύχη, δηλαδή αφού η Γ/Αστ. 2338 Ν. Φιλίππου του ΟΠΕ Λευκωσίας, την επισκέφθηκε στην οικία της στην οδό Αγίου Νικολάου αρ. 55 κατόπιν ραντεβού που διευθέτησαν, η κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας χαρτιά ταρό της ανέφερε πολλά γεγονότα σχετικά με την ζωή της και όταν τελείωσαν της ζήτησε και της έδωσε το ποσό των £25'. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο μια μάρτυρα, ενώ οι δύο πλευρές προέβησαν και σε σωρεία παραδεκτών γεγονότων. Κατατέθηκαν εν προκειμένω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι καταθέσεις των αστυφυλάκων 2268 και 1889 (βλ. τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα) καθώς και η κατάθεση του λοχία 4719 (βλ. τεκμήριο 1) και οι εκεί αναφερόμενες φωτογραφίες (βλ. τεκμήριο 2). Η μια και μοναδική μάρτυρας που κλήθηκε στο Δικαστήριο είναι η γυναίκα αστυφύλακας 2338 Ν. Φιλίππου (στη συνέχεια ΜΚ1). Όπως ανέφερε η μάρτυρας την 26.10.07 έλαβε οδηγίες να μεταβεί στην οικία της κατηγορουμένης παριστάνοντας πελάτιδα. Μαζί με τις οδηγίες της δόθηκε και το ποσό των πενήντα λιρών Κύπρου, αποτελούμενο από πέντε χαρτονομίσματα, έκαστο αξίας δέκα λιρών, τα οποία είχαν ενωρίτερα φωτοτυπηθεί. Την ίδια ημέρα και περί τις 11:00 μετέβη στην οικία της κατηγορουμένης. Την υποδέχθηκε η ίδια η οποία την οδήγησε στο γραφείο της. Στη συνέχεια, κάνοντας χρήση χαρτιών ταρό, η κατηγορουμένη της ανέφερε ορισμένα γεγονότα σχετικά με τη ζωή της. Μετά πάροδο δέκα περίπου λεπτών η κατηγορουμένη της ανέφερε ότι τελείωσαν και της ζήτησε το ποσό των 25 Λιρών Κύπρου, το οποίο η μάρτυρας κατέβαλε κάνοντας χρήση των χαρτονομισμάτων που της δόθηκαν από την αστυνομία. Αμέσως μετά η μάρτυρας επέστησε την προσοχή της κατηγορουμένης στο νόμο και τη συνέλαβε. Οι καταθέσεις των αστυφυλάκων 2268 και 1889 (τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα) περιορίζονται στα όσα διαπιστώσαν από την έρευνα που διεξήγαγαν στα υποστατικά της κατηγορουμένης και δη την ανεύρεση μερικών από τα φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα που ενωρίτερα παραδόθηκαν στην ΜΚ1, καθώς και δέσμης χαρτιών ταρό και τράπουλας. Αντίστοιχα ισχύουν και για την κατάθεση του λοχία (τεκμήριο 1), ο οποίος φωτογράφησε τη σκηνή και τα όσα ανευρέθηκαν από τους αστυφύλακες 2268 και
  2. Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται και η κατάθεση της κατηγορουμένης (βλ. τεκμήριο 6). Σε αυτή την κατάθεση η κατηγορουμένη επεξηγεί πως έτυχε να έλθει σε επαφή με το επίδικο αντικείμενο, όπως η ίδια το αποκαλεί· να διαβάζει τα χαρτιά, και περαιτέρω, επεξηγεί τη διαδικασία που ακολουθεί σε κάθε περίπτωση που δέχεται επίσκεψη γι΄ αυτό το λόγο. Μόλις η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεσή της, δηλαδή η μαρτυρία που συνοψίζεται πιο πάνω, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κος Κακουλλής υποστήριξε εν προκειμένω ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός ότι η κατηγορουμένη ανέλαβε να μαντεύσει την τύχη, δηλαδή το μέλλον, ως προσδιόρισε τον ορισμό της λέξης τύχη. Στον αντίποδα η συνήγορος κατηγορούσας αρχής υιοθέτησε τον ορισμό του κου Κακουλλή αναφορικά με το τι εστί τύχη, υποστήριξε όμως ότι η αναφορά και μόνο της ΜΚ1 πως η κατηγορουμένη της ανέφερε κάποιο γεγονός που αφορούσε το μέλλον της, αρκεί για να κληθεί σε απολογία. Αποτελεί πλέον βασική αρχή ότι κατηγορία απορρίπτεται από αυτό το στάδιο εκεί όπου· δεν αποδεικνύεται ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, και ή, η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για τις διαπιστώσεις του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου

(1990)2 ΑΑΔ 133). Όπως προκύπτει απ΄ όλα τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα της υπεράσπισης εδράζεται σε μια μόνο από τις δύο νομολογιακές παραμέτρους. Παρόλα αυτά, προχώρησα και εξέτασα και κατά πόσο το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό κρίνεται αντινομικό. Χωρίς να αξιολογώ τούτο διαπιστώνω ότι δεν εμπεριέχει θεμελιώδεις αντιφάσεις οι οποίες, ως εκ της φύσεως τους, να είναι αδύνατο να υπερπηδηθούν και παραγκωνιστούν στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Καταλήγω συνεπώς ότι το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό δεν είναι αντινομικό. Προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 304 του Ποινικού Κώδικα αναδεικνύει ότι το αδίκημα διαπράττεται ποικιλοτρόπως. Την παρούσα υπόθεση δεν απασχολεί βεβαίως κάθε μια απ΄ αυτές τις διαφορετικές μεθόδους τέλεσης του αδικήματος. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι ό,τι στο κατηγορητήριο περιγράφεται ως 'αναλαμβάνει να μαντεύσει την τύχη'. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη είναι· (α) ανάληψη υποχρέωσης να πει την τύχη, και (β) αμοιβή ένεκα της υποχρέωσης που ανελήφθη. Το δεύτερο εκ των δύο συστατικών στοιχείων δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Πώς άλλωστε θα αμφισβητείτο η απόδειξη του τη στιγμή που η ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετά την επίσκεψή της στην οικία της κατηγορουμένης κατέβαλε, ως αντίτιμο της διαδικασίας που έλαβε χώρα, το ποσό των ΛΚ
  1. Αυτό λοιπόν το συστατικό στοιχείο κρίνω ότι έχει αποδειχθεί. Ερχόμενος τώρα στο έτερο συστατικό στοιχείο κρίνω αναγκαίο να υποδείξω ότι παρότι στο ελληνικό κείμενο του άρθρου αναφέρεται 'αναλαμβάνει να μαντεύσει την τύχη', στο αγγλικό, και πρωτότυπο, κείμενο, αναφέρεται 'undertakes to tell fortune'. Προκύπτει συνεπώς ότι τα δύο κείμενα διαφέρουν εφόσον φαίνεται ότι στην ελληνική μετάφραση παρεισέφρησε η φράση 'μαντεύω', η οποία εξισώθηκε με τη φράση 'to tell'. Κρίνω πως δεν πρόκειται για ορθή μετάφραση η οποία περιπλέκει, μάλλον, παρά διευκολύνει την εξακρίβωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Πιο ακριβής, πιστεύω, είναι η μετάφραση της επίδικης φράσης ως ακολούθως 'αναλαμβάνει να πει την τύχη'. Περαιτέρω, κρίνω πως η λέξη τύχη δεν είναι τεχνικός και δικανικός όρος. Η ερμηνεία που πρέπει να δώσει κανείς στη λέξη αυτή είναι εκείνη που εντοπίζεται σε οιονδήποτε καθημερινό και κοινό λεξικό. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη αναφέρεται ότι· «τύχη
  2. η υποθετική δύναμη που καθορίζει ευνοϊκά ή αρνητικά την έκβαση των γεγονότων, που αφορούν στους ανθρώπους και τις προσπάθειές τους,
  3. η απρόβλεπτη εξέλιξη και έκβαση των περιστάσεων τής ζωής τού καθενός, η μοίρα, το ριζικό,
  4. η καλοτυχία ή το σύνολο ευνοϊκών περιστάσεων». Εξ ορισμού λοιπόν συνάγεται ότι η τύχη δεν μπορεί να αφορά γεγονός άλλο από μελλοντικό. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω τίθεται τώρα το εξής ερώτημα· ανέλαβε η κατηγορουμένη να πει στη ΜΚ1 την τύχη; Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής πως επειδή κατά τη διάρκεια της συνάντησης μεταξύ των δύο η κατηγορουμένη ανέφερε στη μάρτυρα ένα γεγονός που αφορούσε το μέλλον της, δηλαδή πως θα έχανε τον πατέρα της, αυτό σημαίνει ότι ανέλαβε να της πει την τύχη. Κρίνω πως αυτή η θέση υπεραπλουστεύει τη νομική πτυχή του θέματος. Το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύει ότι όταν η μάρτυρας εισήλθε στην οικία της κατηγορουμένης τίποτα σχετικό με τα επίδικα θέματα ειπώθηκε. Αργότερα, ενώ ευρίσκονταν στο γραφείο της κατηγορουμένης, αφότου η κατηγορουμένη ζήτησε από τη μάρτυρα να χωρίσει την τράπουλα, άρχισε να της ερμηνεύει τα χαρτιά λέγοντάς της διάφορα πράγματα που αφορούσαν το παρελθόν της όπως· ότι είχε τρία παιδιά και έχασε το ένα, το ζωδιακό κύκλο στον οποίο ανήκουν τα μέλη της οικογένειάς της και ασθένεια που είχε περάσει η ίδια και η θυγατέρα της. Επιπλέον, η κατηγορουμένη ανέφερε στη μάρτυρα ότι θα έχανε τον πατέρα της. Η μάρτυρας όμως ερωτήθηκε από την υπεράσπιση κατά πόσο η κατηγορουμένη της είπε 'θα σας πω κάτι που αφορά την τύχη σας στο μέλλον', και η απάντησή της ήτο ξεκάθαρη και ενδεικτική των όσων έλαβαν χώρα. Η μάρτυρας απάντησε· 'Όχι, δεν μου είπε κάτι τέτοιο. Όταν άρχισε να μου λέει τα χαρτιά ταρό μου ερμήνευε τις φιγούρες που ήταν πάνω στα χαρτιά'. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η κατηγορουμένη ούτε υποσχέθηκε ούτε ανέλαβε ότι θα έλεγε στη μάρτυρα την τύχη της, δηλαδή τι μέλλει γενέσθαι. Κατακρίβεια όλα τα πιο πάνω δεν φανερώνουν καμία μεταξύ των δύο στιχομυθία, πλην του ότι η κατηγορουμένη είπε στη μάρτυρα τα χαρτιά. Τι όμως σημαίνει αυτή η φράση που επικαλέστηκε τόσο η μάρτυρας όσο και η κατηγορουμένη, δεν επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Ζητούμενο δεν είναι βέβαια η επεξήγηση της φράσης 'λέω τα χαρτιά', αλλά κατά πόσο τέτοια πράξη, διενεργούμενη από την κατηγορουμένη στη ΜΚ1, μπορεί να υπαχθεί κάτω από τις πρόνοιες του σχετικού άρθρου. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το άρθρο 304 εντοπίζεται στο πέμπτο μέρος του Ποινικού Κώδικα, όπου υπάγονται τα αδικήματα εναντίον περιουσίας. Η δε κατηγορία αδικημάτων στην οποία εμπίπτει τιτλοφορείται ψευδείς παραστάσεις. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατατάσσοντας ο νομοθέτης το εν λόγω άρθρο στην προαναφερόμενη κατηγορία αδικημάτων, θεωρεί ότι· αφενός μεν το να πει κανείς την τύχη είναι αδύνατο, αφετέρου δε ανάληψη σχετικής υποχρέωσης συνιστά παράσταση, η αμοιβή της οποίας οδηγεί στη διάπραξη του αδικήματος. Η φράση, συνεπώς, 'λέω τα χαρτιά', χωρίς περαιτέρω επεξήγηση δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σημαίνει 'θα σου πω το μέλλον'. Θα ανέμενε κανείς ότι η κατηγορούσα αρχή θα παρουσίαζε τις τυχόν περιβάλλουσες του χρόνου που ειπώθηκε η φράση περιστάσεις, δηλαδή ποια ήταν η συνεννόηση μεταξύ των δύο προσώπων και κατά πόσο η εντύπωση που απεκόμισε το πρόσωπο που θα κατέβαλε τη σχετική αμοιβή ήτο πως θα του έλεγαν το μέλλον του. Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση η ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατηγορουμένη της ερμήνευσε μόνο τα χαρτιά και μάλιστα ότι ουδέποτε της υποσχέθηκε πως θα της έλεγε το μέλλον. Προκύπτει συνεπώς ότι στην ενώπιον μου υπόθεση η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν τη μάρτυρα στην οικία της κατηγορουμένης και εν συνεχεία στο γραφείο με τα χαρτιά. Από την άλλη η προαναφερόμενη απάντηση της μάρτυρος καθιστά σαφές ότι η κατηγορουμένη δεν υποσχέθηκε και ούτε ανέλαβε να πει το μέλλον στη μάρτυρα. Το ότι ενόσω της έλεγε τα χαρτιά, παρεμπιπτόντως της είπε ένα γεγονός το οποίο ανήγαγε στο μέλλον, δεν σημαίνει ότι η όλη συνάντησή τους συμφωνήθηκε επειδή η κατηγορουμένη ανέλαβε να πει στη ΜΚ1 το μέλλον της, θέση άλλωστε η οποία δεν υποστηρίχθηκε ούτε από τη ΜΚ
  5. Περαιτέρω, το αδίκημα δεν διαπράττεται επειδή πρόσωπο λέει τα χαρτιά, ότι και αν τούτο σημαίνει. Διαπράττεται εκεί όπου αποδεικνύεται αμοιβή για υποχρέωση που αναλαμβάνει άλλο πρόσωπο να πει το μέλλον. Στη δοσμένη περίπτωση τέτοια ανάληψη υποχρέωσης δεν συνάγεται από το μαρτυρικό υλικό. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι το συστατικό στοιχείο 'αναλάμβανε να πει την τύχη', δεν έχει αποδειχθεί. Κατά συνέπεια, η κατηγορία απορρίπτεται και η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.