← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βάσου Φτωχόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 14809/08, 29.04.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βάσου Φτωχόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 14809/08, 29.04.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14809/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Βάσου Φτωχόπουλου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 29.04.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Λεαν. Παπαφιλίππου με κο Γ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 24.02.10 το Δικαστήριο διέταξε την τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ούτως ώστε να αναφέρουν ότι 'την 29η Σεπτεμβρίου 2007 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας δημοσίευσε αισχρό θέμα, δηλαδή έδωσε και κυκλοφόρησε την εφημερίδα με την ονομασία «ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν», τεύχος αριθμός 9, ημερομηνίας 29.09.07, της οποίας το θέμα ήταν αισχρό σε βαθμό που η επίδραση του να έτεινε στην εξαχρείωση ή διαφθορά των προσώπων τα οποία υπό τις περιστάσεις πιθανόν να την διαβάσουν και δουν'. Η τροποποίηση έλαβε χώραν αφότου η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και συγκεκριμένα αφότου η υπεράσπιση υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ας σημειωθεί πως η σχετική τότε εισήγηση της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την ουσία του αδικήματος αλλά δικονομικά μόνο ζητήματα, έτσι δεν εξετάστηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Μετά την τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε την επανακλήτευση οιουδήποτε εκ των μαρτύρων που είχαν ήδη καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε, εκ νέου, ότι έκλεισε την υπόθεσή της, και η υπεράσπιση υπέβαλε, εκ νέου, αίτημα απόρριψης της κατηγορίας λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία συνεπώς που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του είναι εκείνη που παρουσιάστηκε προ της τροποποίησης και η οποία συνοψίσθηκε στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 24.02.

  1. Ως εκ τούτου, το μαρτυρικό υλικό που συνοψίσθηκε στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 24.02.10 παραμένει το ίδιο και υιοθετείται και στην παρούσα. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο μια μόνο μάρτυρα και ολοκλήρωσε την υπόθεσή της αφότου οι δύο πλευρές προέβησαν σε δήλωση παραδεκτού γεγονότος που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αφενός μεν η μια μάρτυρας είναι η Γ./Αστ. 1997 Α. Φιλίππου (στη συνέχεια ΜΚ1), αφετέρου δε το παραδεκτό γεγονός συνίσταται στο ότι το τεκμήριο 4 (δηλαδή η επίδικη εφημερίδα) αγοράστηκε από τον Αστ. 1060 Χρ. Χριστοφίδη αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2007 από το περίπτερο Αρμενίας το οποίο βρίσκεται στην οδό Αρμενίας στην Ακρόπολη. ............................. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή σύγκειται στα ακόλουθα. Την 12.11.07 η ΜΚ1 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, δηλαδή κατά πόσο δημοσιεύματα που δημοσιεύθηκαν την 29.09.07 στην εφημερίδα ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν, τεύχος 9 (στη συνέχεια η εφημερίδα) ήτο αισχρά. Σύμφωνα με τη ΜΚ1 η έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης παραπέμπει στην 10.10.07 ότε και ο Αστυνομικός Διευθυντής Τμήματος Γ του Αρχηγείου Αστυνομίας, Α. Κρόκος, απέστειλε, μαζί με το επίδικο τεύχος της περί ου ο λόγος εφημερίδας, επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ζητούσε τη γνώμη του κατά πόσο επρόκειτο για αισχρό δημοσίευμα. Η επιστολή του Α. Κρόκου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Απαντητική επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (βλ. τεκμήριο 5) ότι οι απεικονίσεις και το λεκτικό τόσο της πρώτης όσο και της ενδέκατης σελίδας της εφημερίδας είναι αισχρά, οδήγησαν σε οδηγίες προς τη ΜΚ1 για διερεύνηση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η ΜΚ1 προχώρησε και έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 2) αναφέρει ότι είναι διευθυντής και εκδότης της μηνιαίας εφημερίδας ΕΝΩΣΙΣ, Τζι΄ ας γίνει το γαίμα μας αυλάτζιν. Τα άρθρα της εφημερίδας, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, γράφονται τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλα πρόσωπα. Τα κείμενα καταφθάνουν στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, σελιδώνονται και μετά αποστέλλονται στο τυπογραφείο όπου εκτυπώνεται η εφημερίδα. Έπειτα η εφημερίδα αποστέλλεται στο πρακτορείο για διανομή. Ο ίδιος είναι το πρόσωπο που παίρνει τα κείμενα από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και έπειτα τα αποστέλλει στους υπεύθυνους του τυπογραφείου. Όλες οι οδηγίες ώστε η εφημερίδα να φτάσει στα περίπτερα είναι δικές του. Το δε επίδικο τεύχος (τεύχος 9 ημερ. 29.09.07) ο ίδιος το έκδωσε και το δημοσίευσε ακολουθώντας την προαναφερόμενη διαδικασία. Τόσο το εξώφυλλο (πρώτη σελίδα), όσο και την ενδέκατη σελίδα της εφημερίδας, τα έγραψε και τα σχεδίασε ο ίδιος. Ας σημειωθεί τέλος ότι η ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο επί το ότι ως διευθυντής και εκδότης της επίδικης εφημερίδας δημοσίευσε δημοσιεύματα αισχρού περιεχομένου δηλαδή· «στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας αυτής απεικονίζεται γυμνόστηθη κοπέλα και εντός της εφημερίδας και συγκεκριμένα στην σελ. 11 χρησιμοποιεί αισχρό φρασεολόγιο όπως: «Εγαμήσετε καλά το καλοκαίρι;» με φωτογραφίες διαφόρων πολιτικών προσώπων». Αντίτυπο του επίδικου τεύχους της αναφερόμενης εφημερίδας παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  3. Αυτά εν ολίγοις είναι όλα όσα συνιστούν τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εις απόδειξη της κατηγορίας». Όπως προανέφερα μετά την τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ήταν εν προκειμένω η θέση του κου Παπαφιλίππου ότι αφενός μεν ο κατηγορούμενος δεν σχετίζεται με τη δημοσίευση της εφημερίδας αυτής καθεαυτής, αλλά με τα κείμενα, τα οποία, σύμφωνα με την κατάθεσή του, απέστειλε στο τυπογραφείο. Αφετέρου, ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος, η μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του δεν αποκαλύπτει κυκλοφορία, έννοια η οποία, δυνάμει του σχετικού νόμου, επιτάσσει απόδειξη ύπαρξης αριθμού αντιτύπων. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, το μαρτυρικό υλικό δεν αποκαλύπτει πόσα αντίτυπα του τεύχους της επίδικης εφημερίδας έχουν εκδοθεί, εφόσον δεν διενεργήθηκε σχετική έρευνα, καθιστώντας έτσι αναπόφευκτη τέτοια διαπίστωση. Μοναδικό, σύμφωνα με την υπεράσπιση, αντίτυπο, είναι αυτό που το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του. Περαιτέρω, ήταν η θέση της υπεράσπισης πως το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την υπόθεση και για δύο άλλους λόγους. Αφενός μεν το περιεχόμενο της εφημερίδας δεν είναι αισχρό αφεαυτού, αφετέρου δε, δεν τείνει στην εξαχρείωση ή διαφθορά οιουδήποτε προσώπου. Αντίθετη ήταν η σχετική θέση της κατηγορούσας αρχής. Σύμφωνα με την κα Γιάλλουρου, γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της δημοσίευσης, ενώ περαιτέρω, τα επίμαχα αποσπάσματα της εφημερίδας, πρώτη και ενδέκατη σελίδα, πρέπει να θεωρηθούν αισχρά, ιδιαίτερα δε εάν ιδωθούν υπό το φως των περιστάσεων που επικρατούν στην Κύπρο σήμερα. Λέγοντας αυτό η συνήγορος κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να μην αντλήσει καθοδήγηση από σχετικές αποφάσεις Δικαστηρίου άλλης χώρας εφόσον η αισχρότητα του θέματος προσδιορίζεται στην ίδια την κοινωνία όπου διαπράττεται το αδίκημα, οι αντιλήψεις της οποίας δυνατό να διαφέρουν από εκείνες άλλης. Ως προς τις αρχές που διέπουν το αίτημα της υπεράσπισης σημειώνω ότι σχετική κρίνεται η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου

(1990)2 ΑΑΔ 133. Λέχθηκε εκεί ότι κατηγορία απορρίπτεται από αυτό το στάδιο εκεί όπου· (α) δεν αποδεικνύεται συστατικό στοιχείο του αδικήματος, και ή (β) η μαρτυρία είναι αντινομική. Σε αυτό δε το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η εισήγηση της υπεράσπισης δεν θέλει τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι αντινομική. Εντούτοις η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξέταση και αυτής της παραμέτρου δεν αίρεται. Ως εκ τούτου διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, διαδικασία η οποία δεν ανέδειξε ουσιώδεις και θεμελιώδεις αντιφάσεις που να είναι αδύνατο να υπερπηδηθούν στο κατάλληλο στάδιο (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ191, 196.). Καταλήγω συνεπώς ότι το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό δεν είναι αντινομικό. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προσδιορίστηκαν και στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 24.02.10. Τα επαναλαμβάνω: (α) δημοσιεύει (β) θέμα (γ) αισχρόν Παρότι τα πιο πάνω συνιστούν τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος δικανική εξέταση τούτων επιτάσσει περαιτέρω ανάλυση. Ό,τι συνάγεται από απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου 2 του σχετικού νόμου είναι πως κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων συστατικών στοιχείων τυγχάνει περαιτέρω ερμηνείας. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 2 του νόμου, η δημοσίευση συντελείται με τους τρόπους που εκεί αναφέρονται. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορώντας ή δίδοντας. Στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου (άρθρο 2) επεξηγείται ότι θέμα μπορεί να είναι οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο ενσωματώνει ανάγνωσμα και ή θέαμα. Τέλος, το εδάφιο
(1)του άρθρου 2 ορίζει τι εστί αισχρό, δηλαδή, το θέμα εκείνο το οποίο, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστάσεων, τείνει εις την εξαχρείωση και διαφθορά των προσώπων που πιθανόν να το αναγνώσουν. Προτού εξετάσω το κατά πόσο η μαρτυρία αποδεικνύει ή όχι δημοσίευση, κρίνω ορθό να αναφέρω τα εξής· είναι γεγονός πως η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η συμμετοχή του κατηγορουμένου στη δημοσίευση των κειμένων που ο ίδιος ετοίμασε (δηλαδή εξώφυλλο και ενδέκατη σελίδα), μαζί με εκείνα που ηλεκτρονικώς παρέλαβε από τρίτα πρόσωπα, συνίσταται στο ότι τα απέστειλε στο τυπογραφείο, με οδηγίες εκτύπωσης και διανομής. Περαιτέρω, συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 4, δηλαδή η επίδικη εφημερίδα, αγοράστηκε από συγκεκριμένο περίπτερο. Το κατά πόσο ανευρέθηκαν άλλα, και πόσα, αντίτυπα του συγκεκριμένου τεύχους της επίδικης εφημερίδας, στο περίπτερο από το οποίο αγοράστηκε το τεκμήριο 4, ή σε οποιοδήποτε άλλο, δεν φαίνεται να απασχόλησε τις αστυνομικές αρχές. Ούτε και κατά πόσο εκτυπώθηκαν άλλα αντίτυπα φαίνεται να απασχόλησε τις αστυνομικές αρχές. Συνακόλουθα, σε αυτό το στάδιο, λαμβάνοντας τη μαρτυρία στον ύψιστο βαθμό της, γίνεται αντιληπτό ότι η κατηγορία αφορά ένα μόνο αντίτυπο του τεύχους της επίδικης εφημερίδας, δηλαδή το τεκμήριο 4 που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας τις εισηγήσεις της υπεράσπισης αναφορικά με τον τρόπο δημοσίευσης, παρατηρώ ότι στην υπόθεση R. v. Barker
(1962)46 Cr. App. R. 227, όπου εξετάστηκε η έννοια της δημοσίευσης, ο Δικαστής Ashworth ανέφερε ότι τούτη υποδιαιρείται σε τρεις κατηγορίες όπου η 'παράδοση' (gives) αφορά δημοσίευση σε πρόσωπο, ενώ η 'κυκλοφορία' (circulation) αφορά δημοσίευση ευρείας κλίμακας. Ως εκ των πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται θέμα κυκλοφορίας εφόσον το μοναδικό αντίτυπο που δημοσιεύθηκε συνίσταται στα κείμενα που ο κατηγορούμενος απέστειλε στο τυπογραφείο, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και ενσωματώθηκαν στο ένα και μοναδικό αντίτυπο που αγοράστηκε, δηλαδή στο τεκμήριο 4. Το αναπόδεικτο τυχόν έκδοσης περαιτέρω αντιτύπων και ευρείας κυκλοφορίας του τεκμηρίου 4, αναδεικνύει ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί δημοσίευση εδραζόμενη σε κυκλοφορία. Παρόλα αυτά, τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν δημοσίευση υπό την έννοια της παράδοσης, ήτοι αποστολής των κειμένων από τον κατηγορούμενο στο τυπογραφείο. Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία αποδεικνύει δημοσίευση η οποία προσλαμβάνει τη μορφή παράδοσης. Περαιτέρω, ότι το τεκμήριο 4, στο οποίο βρίσκονται δύο κείμενα που ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι τα έγραψε ο ίδιος (βλ. εξώφυλλο και ενδέκατη σελίδα), συνιστά θέμα, εν τη εννοία που έχω ήδη επεξηγήσει, δεν έχω καμία αμφιβολία. Ως εκ τούτου, κρίνω πως η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύει και το δεύτερο συστατικό στοιχείο. Ό,τι παραμένει για εξέταση είναι κατά πόσο το περιεχόμενο των δύο κειμένων που ενσωματώνονται στο τεκμήριο 4, και που ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι συνεγράφησαν από τον ίδιο, είναι αισχρό. Επαναλαμβάνω εκ νέου ότι αισχρό δεν κρίνεται κάθε θέμα που ενσωματώνει περιεχόμενο αμφιλεγόμενου ηθικού, λογικού, πολιτικού ή ακόμη και νομικού περιεχομένου. Αισχρό, σύμφωνα με το νόμο, δεν είναι άλλο από εκείνο που τείνει στην εξαχρείωση και διαφθορά των προσώπων που πιθανόν να το αναγνώσουν. Εξεταστική προσέγγιση του αναφερόμενου κριτηρίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τάση για εξαχρείωση και διαφθορά δεν εξετάζεται στο σύνολο του κοινού και της κοινωνίας ευρύτερα, αλλά περιορίζεται στο κοινό των αναγνωστών του θέματος (των προσώπων που πιθανόν να το αναγνώσουν) (βλ. DPP v. Whyte
(1972)AC 849, 860). Λέγοντας αυτό ας μην εκληφθεί ότι ο νόμος οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, φερειπείν νομιμοποίηση εισήγησης ότι εφόσον το κοινό ενός θέματος είναι ήδη εξαχρειωμένο δεν τίθεται ζήτημα διάπραξης του αδικήματος, εφόσον, όπως λέχθηκε στην απόφαση R. v. Shaw
(1961)2 All E.R. 330, η εξαχρείωση έχει διαβαθμίσεις και δεν νοείται ότι πρόσωπο που είναι ήδη εξαχρειωμένο είναι αδύνατο να εξαχρειωθεί περαιτέρω. Ως εκ των πιο πάνω κύριο μέλημα του Δικαστηρίου καθίσταται η εξακρίβωση του κοινού του επίδικου θέματος. Έχω ήδη αναφέρει ότι η επίδικη υπόθεση δεν είναι περίπτωση ευρείας κυκλοφορίας αλλά παράδοσης σε ένα πρόσωπο, δηλαδή εκείνο στο τυπογραφείο. Σύμφωνα με την απόφαση R. v. Barker (πιο πάνω, το επίμαχο απόσπασμα στη σελ. 230) όταν η δημοσίευση περιορίζεται σε ένα άτομο ό,τι εξετάζεται είναι· (α) κατά πόσο η επίδραση του θέματος τείνει στην εξαχρείωση και διαφθορά του προσώπου προς το οποίο δημοσιεύθηκε, (β) κατά πόσο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ήταν πιθανόν να το διαβάσουν, και εάν η απάντηση σε αυτό το δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική τότε τίθεται και τρίτο ερώτημα, (γ) κατά πόσο το θέμα τείνει στην εξαχρείωση ή διαφθορά του προσώπου ή προσώπων για τα οποία η επαναδημοσίευση ήταν αναμενόμενη. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι για τα ερωτήματα (α) και (γ) υπ΄ όψιν λαμβάνεται το θέμα αυτό καθεαυτό, και η ηλικία και το επάγγελμα του προσώπου στο οποίο δημοσιεύεται. Από τα λεχθέντα στην απόφαση R. v. Clayton and Halsey
(1962)3 All E.R. 500, 502, συνάγεται ότι αυτά τα στοιχεία είναι ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο ο αναγνώστης αντικρίζει το θέμα και κατά πόσο πρόκειται για άτομο ευάλωτο σε τέτοιο θέμα. Για δε το ερώτημα (β) υπ΄ όψιν λαμβάνεται η πιθανότητα επαναδημοσίευσης καθώς και η μεταχείριση που έτυχε το θέμα από το πρόσωπο στο οποίο δημοσιεύθηκε, λόγου χάριν κατά πόσο φυλάχθηκε σε κλειδωμένο συρτάρι ή αφέθηκε περίοπτο. Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία κανένα στοιχείο αποκαλύπτει για το πρόσωπο στο οποίο ο κατηγορούμενος παρέδωσε τα κείμενα που συμπεριλήφθησαν στο τεκμήριο
  1. Εδώ αξίζει να λεχθεί ότι χρησιμοποιώ τον ενικό (πρόσωπο) και όχι τον πληθυντικό, καθ΄ ότι η μαρτυρία δεν απεκάλυψε κατά πόσο στο τυπογραφείο που ο κατηγορούμενος απέστειλε το κείμενο εργάζονται πέραν του ενός προσώπου, ή έστω ότι περισσότερα από ένα πρόσωπα επεξεργάστηκαν τα κείμενα που απέστειλε ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου, ένεκα της παρατηρούμενης ασάφειας, και παρότι η δημοσίευση δεν τίθεται εν αμφιβόλω, εφόσον ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έστειλε τα κείμενα στο τυπογραφείο με οδηγίες να κυκλοφορήσουν σε περίπτερο, όπως και έγινε, εκλαμβάνω ότι η δημοσίευση από τον κατηγορούμενο στο τυπογραφείο αφορούσε ένα μόνο πρόσωπο, διαπίστωση που είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Γι΄ αυτό λοιπόν το πρόσωπο του τυπογραφείου κανένα στοιχείο αναφέρθηκε, πλην του ότι παρέλαβε τα κείμενα λόγω επαγγέλματος. Ούτε η ηλικία του όπως ούτε το κοινωνικομορφωτικό του επίπεδο αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η παράδοση των κειμένων από τον κατηγορούμενο προς το άτομο του τυπογραφείου ήτο με οδηγίες την παραπέρα κυκλοφορία τούτων δια της ενσωματώσεώς τους σε εφημερίδα. Συνεπώς, η επαναδημοσίευση δεν ήταν απλώς πιθανή αλλά δεδομένη. Το δε τεκμήριο 4, εν τέλει αγοράστηκε από τον αστυφύλακα 1060 από το περίπτερο Αρμενίας. Ως εκ τούτου, τα κείμενα επαναδημοσιεύθηκαν. Η αναφερόμενη όμως επαναδημοσίευση κρίνω πως ήτο περιορισμένη εφόσον, ως αναφέρθηκε ήδη, ένα μόνο ήτο το αντίτυπο της εφημερίδας, δηλαδή το τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, κρίνω πως η επαναδημοσίευση αφορά τον αστυφύλακα 1060 και μόνο και όχι τα όποια πρόσωπα που στη συνέχεια παρέλαβαν το τεκμήριο 4, δηλαδή τα μέλη της αστυνομίας και το Γενικό Εισαγγελέα, εφόσον, τέτοια επαναδημοσίευση δεν ήταν αναμενόμενη, ενώ διαφορετική αντίληψη οδηγεί το υπό κρίση ζήτημα σε φαύλο κύκλο, ήτοι ατέρμονη και ατελέσφορη εξέταση και του κατά πόσο εξαχρειώθηκαν ακόμη και οι συντελεστές της δίκης που χειρίστηκαν το τεκμήριο
  3. Όπως στην περίπτωση του εργαζόμενου στο τυπογραφείο έτσι και για τον αστυφύλακα 1060 που αγόρασε το τεκμήριο 4 δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για την ηλικία και το κοινωνικομορφωτικό του επίπεδο. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως αναφέρεται στην απόφαση R. v. Clayton and Halsey (πιο πάνω, το επίμαχο απόσπασμα στη σελ. 502) ακόμη και εκεί όπου ο παραλήπτης του θέματος ρητά δηλώνει ότι δεν εξαχρειώθηκε από το περιεχόμενό του, η εξέταση του κατά πόσο το θέμα είναι αισχρό, δεν ολοκληρώνεται. Η όποια όμως θέση του παραλήπτη, είναι στοιχείο που συναποτιμάται κατά την εξέταση του θέματος. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω τίθεται τώρα το ερώτημα· είναι το περιεχόμενο των σελίδων 1 και 11 του τεκμηρίου 4 αισχρό σε βαθμό που να τείνει στην εξαχρείωση και διαφθορά των αναγνωστών του, δηλαδή του προσώπου που εργάζεται στο τυπογραφείο και του αστυφύλακα 1060; Το τεκμήριο 4 έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου εξετάστηκε συναφώς. Στο εξώφυλλο τούτου βρίσκεται μια φωτογραφία η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία, συνιστά φωτομοντάζ των κυρίων Χριστόφια και Κασουλίδη. Παρουσιάζεται δε να έχει την εξής στιχομυθία με μια φωτογραφία γυμνόστηθης κοπέλας. Φωτομοντάζ: 'Ρα Κυπρούλλα, εν να σε σσιίσω, εν να σε κάμω να πουμπουρίζεις' Κοπέλα: 'Εν τον βίλλον σου που να σσιίσεις, εν πέτρινο το βρακούιν μου ρε ξημαρισμένε ΔΗΣΑΚΕΛ'. Περαιτέρω, στη σελίδα 11 του θέματος είναι διάφορες φωτογραφίες πολιτικών, σύμφωνα με τη μαρτυρία, προσώπων, και τίτλος αυτής είναι το ερώτημα 'εγαμήσατε καλά το καλοκαίρι;'. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσο το θέμα καλύπτεται από τις υπερασπίσεις του άρθρου 4 του σχετικού νόμου. Τέτοια εξέταση διενεργείται αφότου το θέμα κριθεί εκ πρώτης όψεως αισχρό. Περαιτέρω, κρίνω ορθό να επισημάνω εδώ ότι ο σχετικός νόμος δεν περιορίζει και δεν εξειδικεύει τη φύση του θέματος που υπόκειται σε κρίση ως προς το κατά πόσο είναι αισχρό. Η νομολογία αναδεικνύει ότι πλείστες των υποθέσεων που ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσαν δημοσιεύματα ή αντικείμενα που άπτοντο σεξουαλικών ζητημάτων. Ο σχετικός όμως νόμος κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και σε άλλες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής όπως δημοσιεύματα τα οποία δυνατό να αφορούν τη θρησκεία ή την εκκλησία, ή ακόμη άλλους θεσμούς. Στην απόφαση DPP v. Whyte (πιο πάνω, το επίμαχο απόσπασμα στη σελ. 862) αναφέρθηκε εν προκειμένω ότι· «No definition of ´deprave and corrupt´ is offered - no guide line as to what kind of influence is meant. Is it criminal conduct, general or sexual, that is feared (and we may note that the articles here treated of sadistic and violent behavior), or departure from some code of morality, sexual or otherwise, and if so whose code, or from accepted or other beliefs, or the arousing of erotic desires ´normal´ or ´abnormal´, or, as the justices have said, ´private fantasies´. Some, perhaps most, of these alternatives involve deep questions of psychology and ethics.» Συνάγεται συναφώς ότι εξέταση θέματος ως προς το κατά πόσο είναι αισχρό δεν περιορίζεται σε σεξουαλικά μόνο ζητήματα. Στη δοσμένη μάλιστα περίπτωση πέραν του λεξιλογίου που χρησιμοποιήθηκε καθώς και των φωτογραφιών, το θέμα αφορά πολιτικά πρόσωπα και ως εκ τούτου κρίνω πως εξέτασης χρίζει και το κατά πόσο το θέμα τείνει σε διαφθορά και εξαχρείωση της αντίληψης των δύο αναγνωστών του για την πολιτική ζωή του τόπου. Τα επίδικα λοιπόν κείμενα, σελίδες 1 και 11, θα εξεταστούν υπό το πρίσμα και των δύο αυτών ερωτημάτων, δηλαδή κατά πόσο τείνουν σε εξαχρείωση και διαφθορά ένεκα σεξουαλικών υπονοουμένων ή ένεκα εξαχρείωσης και διαφθοράς που τείνουν να επιφέρουν στην αξιοπρέπεια και το κύρος της πολιτικής ζωής. Εν σχέσει με τα σεξουαλικά υπονοούμενα διαπιστώνω ότι στα δύο κείμενα αναφέρονται οι λέξεις 'βίλλος' και 'εγαμήσατε'. Παρότι δεν επεξηγήθηκε η ερμηνεία της πρώτης εκ των δύο λέξεων εν τούτοις συνιστά δικαστική γνώση ότι η λέξη αυτή προέρχεται από την κυπριακή διάλεκτο. Στο δε ετοιμολογικό Λεξικό της Ομιλούμενης Κυπριακής Διαλέκτου του Κυριάκου Χατζηιωάννου η αναφερόμενη λέξη ερμηνεύεται ως 'πέος'. Ζητούμενο συνεπώς είναι κατά πόσο οι εν λόγω λέξεις, είτε αυτοτελώς είτε μέσα από το σύνολο των δύο κειμένων τείνουν σε εξαχρείωση και διαφθορά. Είμαι πεπεισμένος πως ούτε οι δύο αυτές λέξεις όπως ούτε η φωτογραφία γυμνόστηθης κοπέλας, ή ακόμη οι λεζάντες στο κάτω μέρος των φωτογραφιών της ενδέκατης σελίδας, τείνουν σε εξαχρείωση και διαφθορά. Είναι ορθή η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι τάση για εξαχρείωση και διαφθορά συνάγεται από τα διαλαμβανόμενα στην κοινωνία όπου δημοσιεύεται το θέμα. Πιστεύω πως στην Κύπρο του εικοστού πρώτου αιώνα, όπου τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και η διαδυκτιακή και ηλεκτρονική επικοινωνία τυγχάνουν ευρείας μεταχείρισης, είναι αδιανόητο ότι φράσεις και φωτογραφία, ως οι επίδικες, τείνουν να οδηγήσουν σε εξαχρείωση και διαφθορά των αναγνωστών του θέματος. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην απόφαση Exporama Trading Ltd v. Αστυνομίας
(2004)199, 203) 'τελειώνοντας θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θα ήταν κοινωνική υποκρισία να θεωρηθούν αυτά τα ερωτικά βοηθήματα που πωλούνται με διακριτικότητα στο κατάστημα των εφεσειόντων ως τείνοντα να διαφθείρουν και εξαχρειώσουν, όταν την ίδια στιγμή από τηλεοράσεως, έστω και συνδρομητικού κυκλώματος, ο οιοσδήποτε τηλεθεατής, μη αποκλειομένων και ανηλίκων, μπορεί να παρακολουθήσει αποκαλυπτικές πράγματι ερωτικές ταινίες'. Καταλήγω συνεπώς ότι τα όποια σεξουαλικά υπονοούμενα των δύο αυτών κειμένων (σελίδες 1 και 11), δεν τείνουν σε εξαχρείωση και διαφθορά, και ως εκ τούτου δεν συνιστούν αισχρό δημοσίευμα. Στρέφομαι τώρα στο δεύτερο ερώτημα που έθεσα. Όπως προανέφερα η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι τα πρόσωπα των φωτογραφιών στα δύο κείμενα είναι πολιτικοί. Είναι περαιτέρω γεγονός ότι το λεκτικό των δύο κειμένων αφήνει σοβαρές, άλλοτε πολιτικές και άλλοτε προσωπικές, αιχμές, εναντίον τους. Παρόλα αυτά, αντικείμενο του σχετικού νόμου δεν είναι η ποινικοποίηση τυχόν λιβελλογραφήματος όπως ούτε η απαγόρευση του δημόσιου λόγου και της αντίθετης άποψης. Αντικείμενο τούτου είναι η διαφύλαξη των ηθών από εξαχρείωση και διαφθορά. Το ζήτημα είναι πάντα πραγματικό και βαθμού. Έχοντας αυτά κατά νου κρίνω ότι, παρά το ακραίο και καυστικό ύφος που χρησιμοποιήθηκε, το δημοσίευμα ούτε διαφθείρει αλλά ούτε και εξαχρειώνει την πολιτική ζωή του τόπου στα μάτια των αναγνωστών του. Ως εκ τούτου, κρίνω πως ούτε αυτή η παράμετρος της εξέτασης μπορεί να αναγάγει το θέμα σε αισχρό δημοσίευμα. Προτού ολοκληρώσω θα ήθελα να σημειώσω τα εξής· είμαι της γνώμης πως παρότι τα δύο κείμενα του θέματος δεν είναι αισχρά εν τούτοις, βωμολοχία τέτοιου βαθμού, και δη αφορώσα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία εκλέγονται ή διορίζονται για να εξυπηρετούν τους θεσμούς, είναι τουλάχιστον ανάρμοστη. Πιστεύω ακράδαντα πως η όποια κριτική, ακραία ή μη, εξυπηρετεί τα δημοκρατικά θέσμια όταν προβάλλεται κόσμια και σίγουρα όχι δια επιθέσεων προσωπικού χαρακτήρα. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου ως προς την έκβαση της υπόθεσης, αυστηρώς δικανικές, ας μη εκληφθούν ως επιβράβευση ή έστω αποδοχή του περιεχομένου των δύο επίδικων κειμένων. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι τα κείμενα στις σελίδες 1 και 11 του θέματος, είναι αισχρά. Ως εκ τούτου, η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.