← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 17.05.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 17.05.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14906/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Αντώνη Χαραλάμπους
  2. Μάριου Λιασή
  3. Αλέξανδρου Οδυσσέως
  4. Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη
  5. Γιώργου Μπαρτζίδη
  6. Ανδρέα Σάββα
  7. Κυριάκου Ναθαναήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 17.05.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Δήμου με κο Μπίσσα Κατηγορούμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Υπ. Αρ. 2 Αντικείμενο της παρούσης είναι η ένσταση που ήγηρε η υπεράσπιση σε αίτημα της κατηγορούσας αρχής για παρουσίαση στο Δικαστήριο γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος Μάριος Λιασή (στη συνέχεια ο κατηγορούμενος). Σύμφωνα με την ένσταση της υπεράσπισης η επίδικη κατάθεση δεν είναι θεληματική όπως ούτε προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου εφόσον· (α) δόθηκαν υποσχέσεις στον κατηγορούμενο, δηλαδή ότι εάν προέβαινε στην εν λόγω κατάθεση θα αφήνετο ελεύθερος να περάσει το Πάσχα που επίκειτο με την οικογένειά του, (β) πρότερον της λήψης της επίδικης κατάθεσης δεν επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο το δικαίωμά του για συμβουλή δικηγόρου, και (γ) η επίδικη κατάθεση συνιστά προϊόν παραβίασης του δεύτερου δικαστικού κανόνα εφόσον προτού ο κατηγορούμενος προβεί σε αυτή προηγήθηκε προφορική ανάκρισή του κατά την οποία δεν επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Στα πλαίσια της κυρίως δίκης και προτού αποφανθώ για οτιδήποτε άλλο, διεξήλθα του περιεχομένου της επίδικης κατάθεσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Γ, και αφότου διεπίστωσα ότι επρόκειτο για ομολογία (βλ. Fournides v. The Republic

(1986)2 CLR 73), άκουσα και τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής. Εν συνεχεία, προς επίλυση των ζητημάτων που ηγέρθησαν από την υπεράσπιση και πιο πάνω παρατίθενται υπό στοιχεία (α), (β) και (γ), διέταξα διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Ας σημειωθεί εδώ πως η δίκη εντός δίκης που διατάχθηκε είναι η δεύτερη που παρεμβάλει κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως υπόθεσης. Προς υποστήριξη του εθελούσιου της επίδικης κατάθεσης η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι οι· αστυφύλακας 865 Ν. Τόμας (στη συνέχεια ΜΚ1), αστυφύλακας 1920 Κ. Χριστοφή (στη συνέχεια ΜΚ2) και ανώτερος υπαστυνόμος Θωμάς Ευθυμίου (στη συνέχεια ΜΚ3). Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις, εφόσον η υπεράσπιση δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα κατέθετε ενόρκως και πως δεν θα κλήτευε οιονδήποτε μάρτυρα. Σύνοψη του ενώπιόν μου μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως· Την 26.04.08 ο ΜΚ1 μετέβη, μαζί με τον αστυφύλακα 55, στην οικία του κατηγορουμένου, ούτως ώστε να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης και έρευνας που εκκρεμούσε εναντίον του. Το σχετικό ένταλμα σύλληψης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2ΔΔ
  1. Όταν μετέβησαν εκεί ο κατηγορούμενος κοιμόταν και οι αστυφύλακες ανέμεναν στην κουζίνα της οικίας μέχρις ότου τον ενημερώσει σχετικά η μητέρα του. Όταν πλέον συνάντησαν τον κατηγορούμενο ο ΜΚ1 του υπέδειξε το τεκμήριο 2ΔΔ1, του διάβασε τα αδικήματα που αναγράφονται σε αυτό και του επεξήγησε ότι επρόκειτο για επεισόδια που έλαβαν χώρα έξω από το οίκημα του ΑΠΟΕΛ. Επέστησε συναφώς την προσοχή του κατηγορουμένου στον νόμο και ο κατηγορούμενος έδωσε μια απάντηση την οποία ο ΜΚ1 κατέγραψε στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 2 ΔΔ
  2. Στη συνέχεια του παρέδωσε έντυπο τιτλοφορούμενο 'Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων', το οποίο ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε με τη φράση 'ότι δεν επιθυμώ να επικοινωνήσω με δικηγόρο'. Το εν λόγω έντυπο επίσης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 2ΔΔ2). Αμέσως μετά διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε. Όταν τελείωσε η έρευνα, περί τις 11:30, δόθηκε χρόνος στον κατηγορούμενο να ετοιμαστεί και να προγευματίσει, και μετά οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Εκεί ο μάρτυρας τον οδήγησε στο γραφείο του, γραφείο υπ΄ αριθμό 6, όπου παρουσία και του ΜΚ2 ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε κατάθεση και να αναφέρει τα γεγονότα όπως έγιναν. Ο ΜΚ1 κατέγραψε συναφώς σχετική επίστηση της προσοχής του κατηγορουμένου στο νόμο, του την ανέγνωσε, ο κατηγορούμενος την υπέγραψε και εν συνεχεία προέβη σε κατάθεση την οποία κατέγραψε ο ΜΚ
  3. Αφότου ολοκληρώθηκε η κατάθεση, δόθηκε το έντυπο στον κατηγορούμενο για να αναγνωσθεί και του αναφέρθηκε ότι μπορούσε να κάνει οιεσδήποτε αλλαγές επιθυμούσε. Ο ίδιος ανέφερε ότι το περιεχόμενό του ήτο ορθό και γι΄ αυτό το λόγο πιστοποίησε ότι προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2ΔΔ
  4. Ο ΜΚ1 υπέδειξε στο Δικαστήριο ό,τι επί του τεκμηρίου 2ΔΔ3 συνιστά την υπογραφή του κατηγορουμένου, καθώς και την πιστοποίηση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι δεν υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο οτιδήποτε. Σύμφωνα με το ΜΚ2 η εμπλοκή του στο χειρισμό του κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι παρίστατο κατά το χρόνο που λαμβάνετο η κατάθεση του από το ΜΚ
  5. Όπως ανέφερε, ο ΜΚ1 του ζήτησε να επιτηρήσει για λίγο τον κατηγορούμενο και τούτο έπραξε. Η εν λόγω επιτήρηση έλαβε χώρα στο γραφείο υπ΄ αριθμό 6 και καθ΄ ον χρόνο επιτηρούσε τον κατηγορούμενο, ούτε ο ίδιος όπως ούτε οιοσδήποτε τρίτος υποσχέθηκε οτιδήποτε στον κατηγορούμενο. Και ο ΜΚ2 υπέδειξε στο Δικαστήριο τα σημεία που έθεσε την υπογραφή του στο τεκμήριο 2ΔΔ
  6. Τελευταίος μάρτυρας που κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ήταν ο ΜΚ
  7. Όπως ανέφερε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήτο ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λευκωσίας. Την 26.04.08, ημερομηνία που συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος, παρότι ήταν Σάββατο μετέβη στα γραφεία του ΤΑΕ. Επικαλούμενος το προσωπικό του σημειωματάριο ανέφερε ότι μετέβη στο ΤΑΕ η ώρα 09:30 και ανεχώρησε η ώρα 16:
  8. Ενθυμείτο ότι είδε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ, ήτο όμως κάθετος ότι τόσο ο ίδιος όσο και οποιοσδήποτε άλλος δεν του υποσχέθηκαν οτιδήποτε για να δώσει κατάθεση. Αποτελεί πλέον βασική αρχή του δικαιϊκού συστήματος της χώρας μας ότι καμία δήλωση κατηγορουμένου δεν γίνεται αποδεχτή ως μαρτυρία εναντίον του, αν δεν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προέβη στη δήλωση οικιοθελώς (βλ. Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609). Ο δε βαθμός απόδειξης του εθελούσιου κατάθεσης που τίθεται εν αμφιβόλω είναι ο ίδιος με εκείνον που εφαρμόζεται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας από τον κριτή των γεγονότων, δηλαδή έξω από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. R. v. Sfongaras 22 CLR 113). Τέλος, σε αυτή την ενδιάμεση και παρεμβαλλόμενη διαδικασία το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένο και προδιαγεγραμμένο έργο να επιτελέσει, το οποίο δεν είναι άλλο από εξέταση των λόγων που η υπεράσπιση επικαλείται εις αμφισβήτηση του εθελούσιου της κατάθεσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou and Pikis, στη σελ. 139 'The judge must, however, difficult though it maybe, restrict his deliberations to findings strictly necessary to determine the question of admissibility and must refrain from making findings of fact that may damage irreparably the credibility of a witness, in the case, particularly the accused'. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι να αξιολογήσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Επαναλαμβάνω ότι επί του προκειμένου η απόφαση του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρώς στις θέσεις των μαρτύρων υπό το φως των εισηγήσεων της υπεράσπισης, και δεν πρέπει να εκληφθεί ως δεδομένη και δεσμευτική για την κυρίως δίκη. Και οι τρεις μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου έκαναν καλή εντύπωση. Η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα ήτο καθ΄ όλα φυσική και η μαρτυρία τους χωρίς αντιφάσεις. Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο ότι η υπεράσπιση δεν αντέκρουσε τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής με οιανδήποτε μαρτυρία. Περιορίστηκε μόνο σε υποβολή των θέσεων της και έλεγχο έτσι των απαντήσεων και των συναφών θέσεων των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Και οι τρεις μάρτυρες αμφισβητήθηκαν για τη θέση τους ότι ουδείς υποσχέθηκε οτιδήποτε στον κατηγορούμενο. Αξίζει να λεχθεί εδώ ότι η θέση της υπεράσπισης ήτο πως όταν πλέον ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, προσεγγίστηκε από τον ΜΚ3, ο οποίος του ανέφερε να προβεί σε ομολογία, διαφορετικά θα παρουσιάζετο στο Δικαστήριο για οκταήμερη προσωποκράτηση. Και οι τρεις μάρτυρες ήτο κάθετοι ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αφενός μεν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ανέφεραν ότι εκείνοι δεν υποσχέθηκαν οτιδήποτε στον κατηγορούμενο, αφετέρου ο ΜΚ3 ότι δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο. Όπως εξήγησε ο ΜΚ3, δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο, καθ' ότι δεν υπήρχε λόγος να του αναφέρει κάτι τέτοιο, εφόσον η πρακτική που ακολουθείτο με όλους τους κατηγορούμενους, πλην του πρώτου που συνελήφθη, ήτο να ανακρίνονται, να κατηγορούνται και εν συνεχεία να αφήνονται ελεύθεροι. Ορώμενο το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία πως η επί του προκειμένου θέση των μαρτύρων κατηγορίας είναι ορθή και αληθινή. Οι υποβολές της υπεράσπισης, γυμνές μαρτυρίας που να τις υποστηρίζει, δεν έπληξαν τη θετική θέση των μαρτύρων. Ως εκ τούτου, τη σχετική εισήγηση της υπεράσπισης την απορρίπτω ως αβάσιμη. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε και για τους άλλους δύο λόγους που έθιξε η υπεράσπιση. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε αναφορικά με την ώρα που μετέβη στην οικία του κατηγορουμένου, το χρόνο σύλληψης τούτου, καθώς και το χρόνο παράδοσης του εντύπου στο οποίο αναγράφοντο τα δικαιώματα κρατουμένου. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, εφόσον το ένταλμα σύλληψης (τεκμήριο 2ΔΔ1) εκτελέστηκε στις 10:45 και το τεκμήριο 2ΔΔ2 συμπληρώθηκε στις 10:47, αδύνατο είναι το περιεχόμενο τους να επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο. Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 φαίνεται να μην έγινε πλήρως αντιληπτή από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας δεν είπε ότι πρώτα εκτέλεσε, και έτσι οπισθογράφησε το ένταλμα, και εν συνεχεία επεξήγησε στον κατηγορούμενο τα αδικήματα που αναγράφοντο σε αυτό. Ακριβώς το αντίθετο έπραξε. Πρώτα επεξήγησε τα αδικήματα στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια τον συνέλαβε και τότε οπισθογράφησε το ένταλμα αναγράφοντας μαζί και την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος. Εκ δευτέρου, δεν αντιλαμβάνομαι ποιο είναι το μεμπτό στις πράξεις του ΜΚ1. Ο μάρτυρας απάντησε με σαφήνεια, σταθερότητα και χωρίς παλινδρομήσεις ότι την ίδια ώρα που εκτελούσε το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου, του έδωσε και το τεκμήριο 2ΔΔ2 το οποίο ο κατηγορούμενος δεν το διάβασε ολόκληρο, εφόσον μόλις ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι επρόκειτο για τα δικαιώματά του, μεταξύ άλλων και για δικηγόρο, απάντησε ότι δεν ήθελε δικηγόρο. Το γεγονός ότι τα πιο πάνω συντελέστηκαν μέσα σε δύο λεπτά, δηλαδή σε σύντομο χρόνο, δεν αναιρεί το ότι έλαβαν χώρα, γεγονός στο οποίο καταλήγει κανείς ακόμη και από το πρόσωπο του τεκμηρίου 2ΔΔ2, εφόσον τούτο υπογράφεται από τον κατηγορούμενο και δεν έγινε ισχυρισμός ότι η εν λόγω υπογραφή αποσπάσθηκε με τέχνασμα ή ακόμη βία. Τέλος, ο ΜΚ1 ήτο σαφής και επί του ότι δεν προηγήθηκε της κατάθεσης (τεκμήριο 2ΔΔ3) προφορική συνομιλία. Αυτός δε ο λόγος δεν προωθήθηκε από την υπεράσπιση περαιτέρω, πλην της σχετικής ερώτησης που υποβλήθηκε στο ΜΚ1. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω αναφέρω διαπιστώνω ότι· (α) ουδείς υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο οτιδήποτε για να προβεί στην επίδικη κατάθεση, τεκμήριο 2ΔΔ3, (β) πριν τη λήψη της κατάθεσης, τεκμήριο 2ΔΔ3, αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο το δικαίωμά του για νομική συμβουλή και σχετικό είναι το τεκμήριο 2ΔΔ2, και (γ) πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης, τεκμήριο 2ΔΔ3, δεν προηγήθηκε προφορική ανάκριση ή έστω ανεπίτρεπτη συζήτηση μεταξύ των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής και του κατηγορουμένου. Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων η ένσταση της υπεράσπισης κρίνεται ανεδαφική και ως τέτοια απορρίπτεται. Κρίνω συναφώς ότι το τεκμήριο 2ΔΔ3 συνιστά προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου και έτσι ο τελευταίος προέβη σε αυτό εθελούσια. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.